Γλωσσολογικές αποδείξεις της συσχέτισης των Αλβανών με τα κυρίως αρχαιοελληνικά φύλα

Written by Μάριος Δημόπουλος
Share

Η όλη θεωρία αμφισβήτησης της αυτοχθονίας των Αλβανών και της καταγωγής τους από τους Ιλλυριούς, έχει σαφώς πολιτικές σκοπιμότητες, και εκπορεύεται κυρίως από Σλάβους ιστορικούς και εθνολόγους. Η άποψη των Ρουμάνων επιστημόνων για τη μη αυτοχθονία των Αλβανών έχει διαφορετικές σκοπιμότητες από τις απόψεις των Σέρβων, αφού κινείται στα πλαίσια του πανρουμανισμού. Η Ελευθερία Νικολαΐδου έχει γράψει ένα καταπληκτικό βιβλίο με τίτλο «Η ρουμανική προπαγάνδα στο Βιλαέτι Ιωαννίνων και στα Βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου», στο οποίο δείχνει τι προπαγάνδα έκαναν οι Ρουμάνοι για την αναγνώριση βλάχικης (δήθεν ρουμανικής) μειονότητας και βλάχικων (δήθεν ρουμανικών) σχολείων στην περιοχή, παρά το γεγονός ότι οι πλειοψηφία των Βλάχων αισθάνονταν Έλληνες και όχι Ρουμάνοι. Φυσικά, οι Ρουμάνοι δεν περιορίστηκαν εκεί, αφού υποστήριζαν ότι και οι Αλβανοί και οι Σαρακατσάνοι έχουν ρουμανικές ρίζες, χωρίς φυσικά να θέλουν να εντάξουν αυτούς τους πληθυσμούς στο ρουμανικό έθνος. Οι Ρουμάνοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι Αλβανοί ήρθαν από την περιοχή της Δακίας και ότι η αλβανική γλώσσα έχει πολλά κοινά με τη ρουμανική. Από την άλλη πλευρά, οι Σλάβοι ιστορικοί φτάνουν στον εξωφρενικό ισχυρισμό, ότι οι Σλάβοι προηγούνται στον αλβανικό χώρο των Αλβανών! Δηλαδή υποστηρίζουν ότι οι Αλβανοί ήταν ένα νεότερο φύλο που ήρθε στην περιοχή της Αλβανίας τον μεσαίωνα και συνάντησε εκεί σλαβικά φύλα, τα οποία είχαν εξολοθρεύσει τους Ιλλυριούς.

 

Αλλά ας δούμε πώς ανατρέπεται επιστημονικά η θεωρία ότι οι Σλάβοι προηγούνται στην περιοχή της Αλβανίας των Αλβανών. Ο καθηγητής πανεπιστημίου γλωσσολόγος Παναγιώτης Κριμπάςέχει γράψει μια μελέτη με τίτλο «Η διαχρονική συμβολή της ελληνικής στα γλωσσικά επίπεδα της αλβανικής», που δημοσιεύθηκε στο συλλογικό βιβλίο «Η διαχρονική συμβολή της ελληνικής σε άλλες γλώσσες», στο οποίο έχουν γράψει μελέτες διαπρεπείς επιστήμονες από όλο τον κόσμο. Ας δούμε τι γράφει ο Κριμπάς: «Η αλβανική γλώσσα αποτελεί ιδιόρρυθμο μέλος της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, της ίδιας γλωσσικής οικογένειας στη οποία ανήκουν μεταξύ άλλων η Ελληνική και η πλειοψηφία των λοιπών ευρωπαϊκών γλωσσών. Συνήθως υποστηρίζεται η ιλλυρική καταγωγή της αλβανικής (την οποία υποστηρίζει και το αλβανικό κράτος) και άλλοτε η θρακική καταγωγή της. Επίσης σε ορισμένες εργασίες έχει επιχειρηθεί η σύνδεσή της με την Ελληνική σε έναν ευρύτερο βαλκανοϊνδοευρωπαϊκό κλάδο. Τα πρώτα γραπτά μνημεία της προέρχονται από τον 15ο αιώνα, είναι όμως βέβαιο ότι η αλβανική ομιλείτο στα βόρεια της Ηπείρου ήδη από τον 6ο αι. μ.Χ. Η αλβανική έχει δεχτεί εντονότατες επιδράσεις από άλλες γλώσσες με τις οποίες γειτνιάζει ή γειτνίαζε στις διάφορες περιοχές όπου ομιλήθηκε ή ομιλείται και συγκεκριμένα από την ελληνική σε διάφορα εξελικτικά στάδια και ποικιλίες της (δωρική/βορειοδυτική ελληνική, αττική ελληνική, μεσαιωνική ελληνική, νέα ελληνική), από τη λατινική σε διάφορα εξελικτικά στάδια και ποικιλίες της (βαλκανική λατινική, ιταλική, βενετική, γενουατική, γαλλική κ.α.), από ηπειρωτικές κελτικές (γαλατικές) διαλέκτους (ίσως άμεσα, ίσως μέσω άλλης βαλκανικής γλώσσας), από γοτθικές διαλέκτους (ίσως άμεσα, ίσως μέσω άλλης βαλκανικής γλώσσας), από τη σλαβική σε διάφορα εξελικτικά στάδια και ποικιλίες της που ομιλήθηκαν και ομιλούνται στα Βαλκάνια (εκκλησιαστική σλαβονικη, βουλγαρική, σερβοκροατική κ.α.) και από την τουρκική (κατ’ αρχήν άμεσα, αλλά σποραδικά και μέσω της ελληνικής). Στο συγκεκριμένο άρθρο θα αναφερθώ στις ποικίλες επιδράσεις της ελληνικής στην αλβανική. Παρότι, όπως προαναφέρθηκε, η αλβανική υπό τη μορφή με την οποία τη γνωρίζουμε σήμερα δεν μαρτυρείται γραπτά πριν τον 15ο αι. μ.Χ., οι επαφές των ομιλητών της με εκείνους της ελληνικής φαίνεται να χάνονται κάπου στην αρχαιότητα, αν δεχτεί κανείς ότι κάποιες λέξεις που παραπέμπουν σε αρχαιοελληνική προέλευση και απαντούν στην αλβανική, συχνά με δωρική/βορειοδυτική φωνολογική μορφή, έχουν διεισδύσει εκεί απευθείας από την ελληνική και όχι με τη μεσολάβηση άλλης γλώσσας που συνάντησε η αλβανική».

Αυτά που γράφει ο Κριμπάς αποδεικνύουν ότι οι Αλβανοί ζούσαν από την αρχαιότητα στην περιοχή που ζουν σήμερα και ήρθαν σε άμεση επαφή με τους αρχαίους Έλληνες. Οπότε η θεωρία ότι δήθεν οι Σλάβοι κατέβηκαν πρώτα στην Αλβανία και ότι οι Αλβανοί ήρθαν στην περιοχή από τη Δακία ή τη Θράκη ή τον Καύκασο καταρρίπτεται.

Ο συγγραφέας Λουκάς Μπέλλος στο βιβλίο του «Αλβανικά ή αι τρεις ζώσαι διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσης», δείχνει ότι τα αλβανικά ομιλούνται στην περιοχή της Αλβανίας τουλάχιστον από τον 2ο μ.Χ. αιώνα:

«Αλλ’ η επισταμένη της αλβανικής διαλέκτου μελέτη και ανάλυσις πάντας τους λήρους τούτους ως αράχνης ιστούς, το δη λεγόμενον, δύναται να διαλύσει, αποδεικνύουσα ότι ούτοι (οι Αλβανοί) ήσαν οι αρχαιότατοι κάτοικοι της Ιλλυρικής ή Ελληνικής Χερσονήσου και ουχί όμαιμοι και αδελφοί απλώς των Ελλήνων, αλλ’ η αυτή εκείνη μεγαλουργός και ευγενής φυλή, η εις τον ινδοευρωπαϊκόν κλάδον ανήκουσα, πολλάς δε προ του Ομήρου χιλιετηρίδας κατέχουσα σύμπασαν την ανατολικήν της Μεσογείου λεκάνην…Και ότι μεν η αλβανική υπέρ πάσαν άλλην του ινδοευρωπαϊκού κλάδου γλώσσαν συγγενεύει προς την Ελληνικήν, απομακρυνομένη και αυτής της Λατινικής (ήτις άλλως υπό των γραμματικών θεωρείται αδελφωτάτη τη ελληνική τόσον ώστε πιστεύεται, ότι ην χρόνος, καθ’ ον ην ηνωμένη μετ’ αυτής), σαφώς υποδεικνύουσι και αυτοί οι απλοί φθόγγοι του αλφαβήτου… 

Αλλ’ όπως αποδειχθεί επιστημονικώς ότι η Αλβανική εστί το αρχαιότατον και ζων κειμήλιον της ελληνικής γλώσσης…πλην της φθογγολογίας και της ετυμολογίας δέον να βασανισθώσι και οι τύποι και αι άλλαι γραμματικαί λεπτομέρειαι της διαλέκτου. Και περί μεν των φθόγγων ικανά εν τοις πρόσθεν ελέχθησαν, ωσαύτως δε και το επισυναπτόμενον επίτομον λεξικόν αποδεικνύει την ταυτότητα των ριζών. Αλλά πλην των ελληνικών ριζών το εικοστόν περίπου των λέξεων φαίνονται έχουσαι σχέσιν ή και προφανώς πηγάζουσι και ειλημμέναι εισίν εκ της λατινικής γλώσσης, διό επάναγκες θεωρώ να διευκρινισθεί και καθορισθεί η σχέσις αύτη της αλβανικής προς την λατινικήν.

Αι εις την αλβανικήν διάλεκτον εισχωρήσασαι λατινικαί λέξεις, λείψανον της ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας, φαίνεται ότι δεν είναι αρχαιότεραι του 1ου π.Χ. μέχρι του δευτέρου μ.Χ. αιώνος. Τα ονόματα λ.χ. των ημερών της εβδομάδος ιστορικώς τυγχάνει γνωστόν ότι παρά των Αιγυπτίων παραληφθέντα μετεδόθησαν ανά τον άλλον κόσμον υπό των Ρωμαίων, ουχί προ πολλού, γράφει ο Δίων ο Κάσσιος ο περί τα 200 μ.Χ. γράψας, ως επίσης και τα των μηνών ονόματα, άτινα σώζονται και εις την δημώδη και τας άλλας νέας ευρωπαϊκάς γλώσσας.

Ωσαύτως δε και άλλαι τινές λατινικαί λέξεις φαίνονται ότι περί την αυτήν εποχήν εισεπήδησαν εις την αλβανικήν. Τα ερεβίνθια λ.χ. υπό των Αλβανών λέγονται νυν κίκερα (με κάππα). Ωσαύτως δε κατά Πλούταρχον, κίκερα εκαλούντο και υπό των Ρωμαίων. Γνωστόν όμως τυγχάνει εκ της λατινικής γραμματικής ότι το c μετά τον 2 μ.Χ. αιώνα προ του ε και ι επροφέρετο ως τσε και τσι, ως το έχουσιν οι Ιταλοί νυν, ceci (τσετσι) λέγοντες τα ερεβίνθια. Άλλαι πάλιν λέξεις λατινικαί παρεισέφρησαν εις την αλβανικήν, ως και εις την άλλην ελληνικήν, μετά την ανάδειξιν του Βυζαντίου ως πρωτευούσης του ρωμαϊκού κράτους…Τότε δε φυσικώ τω λόγω και εις την Αλβανίαν, ως και εις άπασαν την άλλην Ελλάδα εισήχθησαν και λέξεις λατινικαί…

Ουδόλως δε απίθανον, ότι τινές των λατινικών λέξεων ή μάλλον ριζών ανέρχονται εις την αρχαιοτάτην εποχήν, καθ’ ην και η λατινική απετέλει μέρος της ελληνικής, ως παραδέχονται οι γραμματικοί. Όπως δ’ άλλαι πάλιν ανελήφθησαν εκ της λατινικής, αφού αύτη τας είχε παραλάβει εκ της ελληνικής. Μη λησμονώμεν δ’ ότι Ταραντίνοι και Ακραγαντίνοι και Κροτωνιάται και Συρακούσιοι και οι άλλοι της μεγάλης Ελλάδος κάτοικοι και εγειτνίαζον, αλλά και πολλώ πρότερον των Ρωμαίων είχον ανέλθη εις ύψος πολιτισμού και πολιτικής δυνάμεως, εις ο πολλώ βραδύτερον ανήλθεν η Ρώμη. Ώστε πολλαί λατινικαί φαινόμεναι λέξεις ουδόλως απίθανον να εισήλθον εις Αλβανίαν ως και εις Ρώμην και Ιταλίαν εκ της μεγάλης Ελλάδος, μεθ’ ης βεβαίως πλείστας εμπορικάς εόχον σχέσεις και επικοινωνίας από των αρχαιοτάτων χρόνων οι πρόγονοι των Αλβανών.

Πλην της ιστορικής δε σημασίας αι λατινικαί λέξεις έχουσι και ταύτην, ότι συν τοις άλλοις αποδεικνύουσι τον αλβανικόν λαόν ζώντα εν Ευρώπη τουλάχιστον προ του 2 μ.Χ. αιώνος, ενώ οι ξένοι και βάρβαροι λαοί εισέβαλλον εις την Ιλλυρικήν Χερσόνησον πολλούς βραδυτέρους αιώνας. Αλλ’ εκτός τούτων η Αλβανική διάλεκτος κατέχει λέξεις ομηρικής ηλικίας (λ.χ. μήνις, ηδέ, δημός, κερτομείν), αίτινες αποδεικνύουσιν, ότι κατοικούσι την χώραν επί τριάκοντα τουλάχιστον αιώνας».

Όλα αυτά κονιορτοποιούν τα ψεύδη ότι οι Αλβανοί είναι ένας νεότερος λαός που ήρθε τάχα από τη Δακία ή τον Καύκασο. Συνεχίζει ο Μπέλλος:

«Τας λατινικάς λοιπόν εν τη αλβανική λέξεις θεωρώ τόσον ξένας και επεισάκτους, όσον και τας τουρκικάς. Αλλά της λατινικής γλώσσης αποχωρίζεται και η αλβανική ως και η αρχαία ελληνική διά πολλών χαρακτήρων. Και εν πρώτοις η λατινική, ως γνωστόν, στερείται του άρθρου, ενώ η αλβανική έχει το άρθρο. 2) Η αλβανική ως και η αρχαία ελληνική το αρκτικόν σίγμα φωνήεντος επομένου τρέπει εις δίγαμμα οιον, σας σανσκρ. = sex λατ. = εξ (heks) ελλ. κατά δε τον ηρακλεωτικόν πίνακα Fεξ (με δίγαμμα) εις την αλβανικήν Fαστ = γιαστ. Ωσαύτως σανσκρ. svapnas, λατιν. Somnus, ελλην. ύπνος = hypnos, αλβανιστί Γυμ = γυουμ. Ως και sarpami σανσκρ. = serpo έρπω (herpo), αλβανιστί Fάρπουρ. Γνωστόν δ’ ότι η τροπή αύτη του αρκτικού σίγμα εις δίγαμμα ή h δασύ πνεύμα θεωρείται υπό των γραμματικών ως εν των σπουδαιοτάτων γνωρισμάτων της ελληνικής γλώσσης, ως και 3) η τροπή του μι εις νι εν τε τη ενική αιτιατική των ονομάτων και εν ταις ρηματικαίς καταλήξεσιν, άπερ αμφότερα συμβαίνουσι και εν τη αλβανική διαλέκτω. Αλλ’ η παλιά και αρχαιοπρεπεστάτη αλβανική, και κατά τούτο ομοιάζουσα προς την αιολικήν διέσωσε μέχρι του νυν πλείστα ρήματα εις μι ή μ, όπερ εις πάμπολλα πάλιν μετέτρεψεν εις διπλούν νν, δηλαδή εις νι μετά του ημιφώνου ιωτ (νj), εις ο μετέτραπη το ληκτικόν ιώτα, εις άλλα δε κατόρθωσε να τηρήσει τουλάχιστον το ιωτ (j) εις ανάμνησιν της πλήρους καταλήξεως εις μι. Παραδείγματα έχομεν τα βοηθητικά ιάμ και καμ ως και τα θημ (πρπφ. θεμ) και θωμ = φαμί, λέγω, φάλjεμ = προσκυνώ, μπουνν, ρίζα πο του ποιείν, αρχ, πο-είν, ποέν και συναιρέσει ΠΟΥΝ».


Ετυμολογία αλβανικών λέξεων από πανάρχαιες ελληνικές λέξεις

Παρουσιάζω δειγματοληπτικά ορισμένες αλβανικές λέξεις ετυμολογούμενες από αρχαίες ελληνικές λέξεις. Αυτό αποτελεί μια άλλη απόδειξη της ελληνικής καταγωγής της Αλβανικής γλώσσας και ότι στην ουσία τα Αλβανικά είναι μια πανάρχαια γλώσσα του Βαλκανικού χώρου που αποτελεί παρακλάδι της πρωτοελληνικής γλώσσας.

 

1. ούδε-α (udhë), γκεγκ. ούλε-α = η οδός. Προέρχεται από την ελληνική λέξη οδός, με κώφωση ουδός. Στα Αλβανικά αφαιρείται η κατάληξη –ος, άρα έχουμε ούδε.. Πρβλ. ουδετάρ (udhetar) = οδηγός. Στην γκεγκική υπάρχει εναλλαγή του δ σε λ (ούδε, ούλε = οδός). Η εναλλαγή του δ και του λ υπάρχει. και στα ελληνικά, π.χ. λάφνη = δάφνη, Περγαῖοι (Ησύχ.), λίσκος = δίσκος (Ησύχ.), Ὀλυττεύς ή Ὀλυσσεύς αντί Ὀδυσσεύς επί αρχαϊκών αγγείων της Αττικής.

2. τσε, τσ’ (ç) (και κις) αντωνυμία ερωτηματική και αναφορική «τίς; όστις», άκλιτος σε όλα τα γένη και αριθμούς. Πρβλ. το κυπριακό σί = τι;, σὶ βόλε = τι θέλεις; Κύπριοι (Ησυχ.) και το τσακωνικό τσι = ποιος;

3. νεφ ή νεh = αριθμώ, και νοφ ή νοh (njoh) = γνωρίζω, λαμβάνω γνώση. Στον Ησύχιο υπάρχουν οι τύποι νένοφε, νενόφοται που σημαίνουν «έχει νοηθεί». Αυτοί οι τύποι δείχνουν ότι θα υπήρχε ο τύπος «νοφέω-ῶ», από όπου προήλθε το αλβανικό νοφ ή νοh (njoh).

4. φούσεα (fushë) = λειμώνας, πεδιάδα από το ελληνικό πίσεα, πίσεα ποιήεντα, λειμώνες ποώδεις Όμηρ.).

5. μαρ (marr) = λαμβάνω από το ελληνικό μάρπτω.

6. σίελ (sjell) ή σιλ. Προέρχεται από το ελληνικό ιάλλω (*σιάλλω) που έχει ακριβώς τις ίδιες σημασίες που έχει το αλβανικό σίελ. Μια σημασία του σίελ είναι στέλνω, φέρνω (π.χ. kush ti solli? = ποιος σε έστειλε/έφερε;). Την ίδια σημασία έχει και το ελληνικό ιάλλω. Πρβλ. επί Δωδώνης…θεοπρόπους ίαλλεν, Αισχ. Πέρσαι 659, ιάλλειν άγγελον, Θεογν. 473.  Το σίελ έχει και τη σημασία του ρίχνω στα γκέγκικα (π.χ. sjell ne gur = ρίχνω πέτρα ή λίθο). Την ίδια σημασία έχει και το ιάλλω. Πρβλ. ὀιστόν ίαλλεν = βέλος έριχνε, Ιλιάδα Θ. 300, 309.

7. βάλεν (vallen) = χορός. Προέρχεται από το ελληνικό βαλλισμός που σημαίνει χορός. Αυτή τη λέξη τη διασώζει ο Ησύχιος. Να προσεχθεί ότι έχει δύο λ, όπως και η αλβανική λέξη.

8. hέλι (hel)= ο οβελός, η σούβλα. Προέρχεται από το ελληνικό ἧλος (=hήλος) που σημαίνει καρφί. Στην αρχαιότητα πριν τον 5ο αιώνα το η δεν προφερόταν ως ι αλλά ως ε. Επομένως η λέξη ήλος προφερόταν ως hέλος. Άρα οι λέξεις hέλος και hέλι είναι ομόρριζες, αν και όχι ταυτόσημες σημασιολογικά.

9. φρύμε-α και φρίμε-α (frymë) = πνοή, πνεύμα, αναπνοή. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα φριμάσσω που σημαίνει φυσώ με τα ρουθούνια. Το ουσιαστικό φρύμε-α προέρχεται από το ρήμα φρύj, φρυν ή φριν που σημαίνει πνέω. Ομόρριζο με αυτό το ρήμα  είναι και το ελληνικό φρένες που σημαίνει όργανο της αναπνοής, πνεύμα, διάνοια.

10. κυ, κύj (ky) = αυτός (δεικτική αντωνυμία). Ομόρριζο με το ελληνικό κῆ-νος, ἐ-κεῖν-ος.

11. αβίς (avis) = προσεγγίζω, πλησιάζω, γειτονεύω. Προέρχεται από το ελληνικό ἀίσσω (αFίσσω) που σημαίνει ορμώ, με ορμή, με πόθο φέρομαι προς κάτι, επιποθώ.

12. ε (e) = αντωνυμία κτητική 3ου προσώπου κοινού γένους επί θηλυκού κτήματος. Είναι όμοια με την ελληνική αντωνυμία εή.

13. νούσε-jα (nuse) = η νύφη, ομόρριζο με το τσακωνικό νύθη, που προφέρεται ως νούθε. Άρα νούσε-jα και νούθε είναι ίδιες λέξεις.

14. άμα (e ama) = μητέρα. Προέρχεται από την ελληνική λέξη αμμάς που σημαίνει μητέρα και τη διασώζει ο Ησύχιος.

15. βίsε = οίκος, σπίτι, τόπος. Προέρχεται από το ελληνικό ἑστία που σημαίνει οικία και στα ιωνικά είναι ἱστίη (με δασεία) και με το δίγαμμα F Fιστίη.

16. σερόν (shëron) = γιατρεύω, θεραπεύω. Προέρχεται από το ελληνικό ἐρύομαι (*σερύομαι) που σημαίνει σώζω.

17. σερρόν ή σαρρόν (sherron ή sharron) = χάνομαι, φθείρομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ἔρρω, Fέρρω (*σέρρω) και Fάρρω ή βάρρω που σημαίνει χάνομαι. Στην αλβανική σώζεται το ρήμα έχοντας προθεματικό σ αντί F.

18. αΰ ή αΐ (ai) = αυτός. Προέρχεται από το Κρητικό και Λακωνικό αὖς ή αὔς. «Αὖς. αυτός, Κρήτες και Λάκωνες» (Ησύχιος).

19. α – α/ jα – jα = ή – ή. Όμοιο με το ελληνικό διαζευκτικό ἢ (αντί *Fή).

20. μάλι (mal) = Στα Αλβανικά το μάλι σημαίνει τα εξής:

α) πλήθος. Προέρχεται από το ελληνικό μάλα που σημαίνει άθροισμα κατά τον Ησύχιο ή από το ομηρικό μάλα που σημαίνει πολύ.

β) πόθος. Π.χ. με μερρ μάλι = με καταλαμβάνει πόθος. Προέρχεται από το ρήμα μαλιῶ που σημαίνει ζητώ. Το ρήμα αυτό το διασώζει ο Ησύχιος (Γράφει ο Ησύχιος: μαλιεῖς = ζητεῖς, μαλητέον = ζητητέον, μαλαφῶν = ζητῶν). Συγγενή προς αυτά είναι και το ὦ μέλε = ποθητέ, αγαπητέ που έλεγαν οι Αττικοί καθώς και το μαλιώτερα = προσφιλέστερα. Και αυτές τις λέξεις μας τις παραδίδει ο Ησύχιος.

γ) βουνό. Προέρχεται από το ελληνικό μάλα που σημαίνει βούνισμα κατά τον Ησύχιο. Πρβλ. και το μάλεοι που σημαίνει όριοι κατά τον Ησύχιο.

21. hα (ha) = τρώω. Προέρχεται από το ελληνικό ἄω που σημαίνει χορταίνω. Ο Ησύχιος γράφει: ἆσαι = χορτάσαι. Η μετοχή του hα είναι νγράνε (ngrenë). Προέρχεται από τα «γραίνειν = ἐσθίειν, γρὰ = φάγε, Κύπριοι» (Ησύχιος).

22. φάj = χορταίνω. Προέρχεται από το ελληνικό έφαγον, φαγεῖν.

23. βdαρ ή βαρ, βdίερ ή βίερ, βdιρ ή βιρ = φθείρω ή φθίνω, απόλλυμαι. Προέρχεται από το ελληνικό φθείρω.

24. jep = δίνω. Ο Θωμόπουλος σχετίζει αυτό το ρήμα με το ελληνικό ὀπάζω που σημαίνει δίνω, επακολουθώ.

25. αρατίς (arratis). Προέρχεται από το ελληνικό ἀράσσω, ἀράττω και σημαίνει:

α) φυγαδεύω, απομακρύνω, αποδιώκω. Πρβλ. το ελληνικό ἀραχθείς που σημαίνει διωχθείς κατά τον Ησύχιο.

β) κρημνίζω, συντρίβω. Αυτή τη σημασία έχει και το ελληνικό ἀράσσω. Γράφει ο Ηρόδοτος (VI 44): «οἱ μὲν (των ναυαγησάντων Περσών) ὑπὸ τῶν θηρίων (της θάλασσας) διεφθείροντο ἀρπαζόμενοι, οἱ δὲ πρὸς τὰς πέτρας ἀρασσόμενοι», δηλαδή κατακρημνιζόμενοι, συντριβόμενοι.

26. jερετίς = πράττω. Το ρήμα αυτό λέγεται στη Σκόδρα. Ο Θωμόπουλος το σχετίζει με το ελληνικό ἔρδω, *Fέρδω, *γέρδω (αντί Fερέδω).

27. γκιάλε (ngjallë) = υγιής, ζωντανός. Προέρχεται από το ελληνικό καλός με την αρχική σημασία τού ‘σώος, υγιής’, από όπου και η σημασία του ‘εύμορφος, ωραίος’.

28. νγάλjεμ, νγαλjόhεμ = κωλύομαι, κατέχομαι, χωλαίνω, αδυνατώ να βαδίζω. Προέρχεται από το ελληνικό γηλιοῦμαι που σημαίνει κατέχομαι. Ο Ησύχιος μας παραδίδει τις εξής λέξεις: γηλιᾶσθαι = κατέχεσθαι, γηλουμένους = συνειλημμένους, γηλιώμενοι = κατεχόμενοι.

29. στεπί-α (shtëpi τοσκικά) ή σπί-α (shpi γκεγκικά) = σκεπή, οικία. Ο Θωμόπουλος το συσχετίζει με το ελληνικό σπέος, σπεῖος που σημαίνει σπήλαιο. Είναι ίδια λέξη με το ελληνικό σπίτι.

30. σόκ-ου (shok-u) = σύντροφος, συνέταιρος. Κάποιοι θεωρούν ότι προέρχεται από το λατινικό socius. Εμείς θεωρούμε ότι τόσο το αλβανικό σόκ-ου όσο και το λατινικό socius προέρχονται από το ελληνικό σωκέω-ῶ που σημαίνει βοηθάω. Γράφει ο Ησύχιος «σωκεῖν = βοηθεῖν». Ή μπορεί να προέρχεται από το ομηρικό ὀπάων (*σοπάων) που σημαίνει ‘οπαδός, εταίρος’.

31. ούjκ-ου = λύκος. Προέρχεται από το ελληνικό λύκος με αποβολή του αρχικού λ, λύκος = ύκ-ος και με προφορά του υ ως ου έχουμε τον τύπο ούκ-ος. Επομένως ούjκ-ου και ούκ-ος είναι η ίδια λέξη. Αποβολή του αρχικού λ συμβαίνει στην Ελληνική, ιδίως στην Ιωνική, όπως εἴβω αντί λείβω, ἴγδη αντί λίγδος, αἰψηρός αντί λαιψηρός, ἀφύσσω αντί λαφύσσω κ.λπ. Αυτό συμβαίνει και στην Τσακωνική διάλεκτο, όπως αύρα = λαύρα, αγό = λαγός, άχανε = λάχανο, όγο = λόγος.

32. ουνί-α (uni γκέγκικα), ουρί-α (uri τόσκικα), ού-νι, ού-jα = πείνα, λιμός. Προέρχεται από το ελληνικό οὔνιος που σημαίνει ‘στερημένος, ενδεής’ και είναι ίδια λέξη με το εὖνις, όπως παραδίδει ο Ησύχιος.

33. εδέ (edhe) = και. Είναι το ομηρικό ἠδέ. Στα Αλβανικά λέγεται και ‘δε’(dhe), το οποίο είναι το ελληνικό δέ. Οι Αλβανοί της Σικελίας λένε βηδέ, δηλαδή Fηδέ, το οποίο είναι το ομηρικό ἠδέ με το δίγαμμα F. Έχουν μάλιστα και το μηδέ που δεν είναι άλλο από το ελληνικό μηδέ.

34. τσφακ (çfaq) = κάνω κάτι φανερό, αποκαλύπτω, φανερώνω. Το τσφακ γίνεται από την πρόθεση τσε που σημαίνει ‘εκ’ και το ρήμα *φακ, το οποίο βρίσκεται μόνο σε σύνθετα. Και τα δύο προέρχονται από ελληνικές λέξεις. Το τσε προέρχεται από το ελληνικό ἐκ. Ας δούμε πώς σχηματίστηκε. Έγινε μετάθεση του κ στην αρχή, δηλαδή το ἐκ έγινε ‘κε’. Στη συνέχεια το κ προφέρθηκε ως τσ, και έχουμε το αλβανικό τσε. Τέτοιες μεταθέσεις γίνονται και στα ελληνικά. Η πρόθεση εκ/εξ έγινε ξε, όπως στο ξεφανερώνω. Το *φακ είναι το ελληνικό φάω, φαέθω, φαίνω που σημαίνει ‘λάμπω’.

35. φάκε-jα (faqe) = πρόσωπο. Πολλοί το ετυμολογούν από το λατινικό facies που σημαίνει ‘όψη, πρόσωπο’. Κατά τη γνώμη μας τόσο η λατινική όσο και η αλβανική λέξη προέρχονται από την ελληνική ρίζα φα-, από όπου σχηματίζονται τα ρήματα φάω, φαέθω και φαίνω. Η ρίζα φα- προσλαμβάνει δ στο φαῖδος που σημαίνει ‘όψη’ (Ησύχιος) και κ στο φαικὸς που σημαίνει λαμπρός (Ησύχιος).

36. dούα (dua), dο, do = θέλω, θέλεις θέλει. Προέρχεται από κρητικό ρήμα λῶ, λεῖς λεῖ αντί δῶ, δεῖς, δεῖ με εναλλαγή του λ σε δ, η οποία συμβαίνει συχνά στην αρχαία Ελληνική. Κατ’ άλλη εκδοχή προέρχεται από το δήω που σημαίνει ‘ζητώ’.

37. λιπς (lips) = λείπω. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα λείπω (αόριστος ἔ-λιπ-ον). Από αυτό το ρήμα προέρχεται και το αλβανικό ουσιαστικό λιπσί-α που σημαίνει έλλειψη.

38. λιπ, λίπεϊj, λυπ (lyp), λύπι, λύπιj, λύπιν, λύπεν = ζητώ, επιποθώ, ζητώ ελεημοσύνη, επαιτώ. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα λίπτω, λίπτομαι που σημαίνει ‘επιθυμώ σφοδρά’. Ο Ησύχιος παραδίδει το ουσιαστικό λὶψ που σημαίνει ‘επιθυμία’ εξ’ ου και η λέξη λιψουρία που σημαίνει ‘επιθυμία προς ούρηση’ (Αισχύλος Χο. 756).

39. φσάj = στενάζω, αναστενάζω, γογγύζω. Ο Θωμόπουλος (Πελασγικά, σελ. 94) το σχετίζει με το ελληνικό ρήμα φυσάω που σημαίνει ‘πνέω, φυσώ’.

40. πι (pi) = πίνω. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα πίνω.

41. μουν, μούj, μουνd (mund) = μπορώ, είμαι ισχυρός, καταβάλλω, νικώ. Όπως αποδεικνύεται από τη δεύτερη ετεοκρητική επιγραφή που ερμήνευσε ο Θωμόπουλος, το ρήμα αυτό στην αρχαιότητα είχε τη σημασία του αλβανικού ρήματος μουνdόj (mundoj), μουνdόν (mundon), μουνόν, ‘ζητώ, προσπαθώ’. Το μουν λοιπόν με τη σημασία του ζητώ προέρχεται από το ελληνικό δωρικό ρήμα μῶ που σημαίνει ‘ζητώ’.

42. τανί = τώρα. Προέρχεται από το ελληνικό τανῦν που σημαίνει ‘ήδη’.

43. παλ = φωνάζω. Ο Θωμόπουλος το συσχετίζει με τα ελληνικά πάλλω και ψάλλω.

44. νομ = νόμος. Από το ελληνικό νόμος.

45. κόπος = κόπος. Από το ελληνικό κόπος.

46. μεs = μέση. Από το ελληνικό μέση.

47. πραs = πράσο. Από το ελληνικό πράσο.

48. λος (loz) = εμπαίζω, χλευάζω. Προέρχεται από τα ελληνικά λάζειν = εξυβρίζειν, λᾶσθαι = παίζειν, λοιδωρεῖν, λασάσθω, λάσθω = χλευαζέτω, λάσθη = χλεύη (Ησύχιος).

49. φτον (fton) = προσκαλώ σε συμπόσιο, συμποσιάζω. Στην δεύτερη ετεοκρητική επιγραφή της Πραισού που ερμήνευσε ο Θωμόπουλος το ρήμα αυτό υπάρχει με ε, φτεν. Ο Θωμόπουλος το συσχετίζει με το υποθετικό ελληνικό ρήμα *φιδέω ή *φεδέω που θα σήμαινε ‘συμποσιάζω, εστιάζω’. Το ρήμα αυτό το υποθέτει λόγω του ουσιαστικού φιδίτια που παραδίδει ο Ησύχιος και σημαίνει ‘συσσίτια’. Τα φιδίτια θα μπορούσαν να είναι και φιλίτια και να σχετίζονται με το ομηρικό φιλέω που σημαίνει ‘φιλοξενώ’ και το δικό μας φιλεύω, που σημαίνει συμποσιάζω, εστιάζω. Από το ρήμα λοιπόν *φιδέω/φεδέω προέρχεται το ετεοκρητικό φ(ε)τέν ή φτεν και σημερινό αλβανικό φτον.

50. μα = μάλλον. Από το ελληνικό μάλλον.

51. πράj (praj) = πραΰνω, ησυχάζω κάποιον. Από το ελληνικό πραΰνω.

52. πρανόj (pranoj) = καταστρέφομαι, αποθνήσκω. Ο Ησύχιος παραδίδει τον τύπο πραῖνοι = πρηνίζειν, καταστρέφειν. Να είναι άραγε ο τύπος πραῖνοι το αλβανικό ρήμα πρανόj;

53. ρόj (rroj), ρον, ρενόj = ζω. Προέρχεται από το ελληνικό ῥώννυμι που σημαίνει ‘τονώνω, δυναμώνω, αποκτώ δύναμη, είμαι σε καλή υγεία, υγιαίνω’.

54. jε (lejë) = άδεια. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα ἐάω (*Fεάω, με μετατροπή του διγάμματος F σε j, *jεάω) που σημαίνει ‘αφήνω, επιτρέπω’.

55. κους (kush) = ποιος. Προέρχεται από το θεσσαλικό κὶς που σημαίνει ‘ποιος’.

56. jο = ου, όχι. Προέρχεται από το ελληνικό ου μαζί με το προθεματικό j, δηλαδή jου. Υπήρχε και αρνητικό μόριο ο. Πρβλ. το Βοιωτικό ο πίττομαι = ου πείθομαι (Ησύχιος). Στα Αλβανικά υπάρχει και jόκε. Το κε στο jόκε είναι το ομηρικό κέ, κὲν που σημαίνει ‘βέβαια’. Ακόμα και στα νεοελληνικά λέμε ναι-σ-κε που σημαίνει ‘ναι βέβαια’ και όι-σ-κε που σημαίνει ‘όχι βέβαια’. Τα πελασγικό jο σώζεται και στη Σερβική και Τουρκική: jok.

57. δάς(ε) (dhashë) = έδωσα. Ανώμαλος αόριστος του ρήματος jαπ (jep), το οποίο προέρχεται από το ελληνικό ὀπάζω. Από πού προέρχεται όμως ο αόριστος αυτού του ρήματος; Ας δούμε πώς κλίνεται: ενικ. 1) δάς(ε), δας, δατς, 2) δε, 3) δα, πληθ. 1) δάμ(ε), 2) δάτ(ε), δάν(ε). Ο αόριστος προέρχεται από ρίζα δα του δίδωμι (πρβλ. δασμός).

58. νdιέκ (ndjek), ννιέκ = διώκω. Από το ελληνικό διώκω.

59. dισκόj, νdισκόj, ννισκόj και νdεσκόj (ndëshkoj), ννεσκόj = επιπλήττω, τιμωρώ. Προέρχεται από το ελληνικό δικάζω. Πρβλ. το του Ησυχίου δισκάζεται = διαφέρεται (αντί δικάζεται).

60. λέj (lind) = γεννώ. Προέρχεται από τα ελληνικά λέχος, λεχώ που σημαίνει ‘η τίκτουσα, αυτή που γεννά’, καθώς και από το ρήμα λοχέω.

61. γαρπέρι (gjarpër) = φίδι. Προέρχεται από το ελληνικό ἕρπω (*σέρπω, *Fέρπω, *γέρπω). Άρα από το *γέρπω προήλθε το αλβανικό γαρπέρι.

62. κολάιj (kollaj) = εύκολα (επίρρημα). Προέρχεται από το εὔ-κολος, δύσ-κολος.

63. λίγα (liga) = η δυστυχία, ο όλεθρος. Προέρχεται από το ομηρικό ο λοιγός που σημαίνει ‘όλεθρος, καταστροφή’.

64. βιν (vij) = έρχομαι. Προέρχεται από το ελληνικό βαίνω.

65. ρρίj, ρρι (rri) = κάθομαι. Ο Θωμόπουλος το σχετίζει με το ελληνικό θράω που σημαίνει ‘καθίζω’ και βρίσκεται σε χρήση μόνο στον μέσο αόριστο θρήσασθαι ‘καθήσθαι’.

66. σκόπ-ι (shkop) = ράβδος, βακτηρία. Προέρχεται από το ελληνικό σκήπων ή σκίπων που σημαίνει ράβδος, βακτηρία. Με το σκόπ-ι σχετίζεται και το δικό μας ‘σκούπα’, κυρίως η ράβδος, στην οποία προσαρμόζεται το σάρωθρο και συνεκδοχικά το σάρωθρο αυτό.

67. dόρε (dorë) = χέρι. Προέρχεται από το ελληνικό δῶρα και δῶρον που σημαίνει ‘το πλάτος του χεριού, η παλάμη’.

68. βένdι (vënd) = τόπος, θέση, κατοικία, πατρίδα. Προέρχεται από το ελληνικό ἕδος (Fέδος) που σημαίνει ‘τόπος όπου μπορεί κάποιος να καθίσει, όπως έδρα, κάθισμα, κατοικία’.

69. λαζέμ = επιθυμία, ανάγκη. Ο Θωμόπουλος το σχετίζει με το ελληνικό λάω, λιλαίομαι που σημαίνει ‘επιθυμώ, ζητώ’. Από το αλβανικό λαζέμ προέρχεται το τουρκικό lazim, lazem που σημαίνει ‘αναγκαίος’ και το βοσνιακό lazum.

70. sύρι (syri), sύνι (γκεγκ.), sύου, και sίρι, sίου = οφθαλμός. Προέρχεται από το ελληνικό ἶρις (*σίρις).

71. στάτε (shtatë) = επτά. Εκ πρώτης όψεως η λέξη αυτή φαίνεται ότι δεν σχετίζεται με τη λέξη ἑπτά. Και όμως είναι η ίδια λέξη. Το –τε είναι επίθεμα, το στα- χρησιμοποιείται αντί του σετά από το *σεπτά (=ἑπτά).

72. τjέτερε (tjetër) και jάτερε, jέτερε = άλλος. Προέρχεται από το ελληνικό ἕτερος (Fέτερος, jέτερος), ἅτερος (Δωρικό Βοιωτικό) και με το άρθρο θάτερος.

73. κουρ (kur) = ότε, οπότε. Προέρχεται από το ελληνικό ὡς (*hως, *κως).

74. σκόj (shkoj) = φεύγω, πορεύομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ἵκω (*σίκω).

75. τούτjε (tutje) = πέρα, εντεύθεν. Προέρχεται από το ελληνικό τούτω ή τουτώ = εντεύθεν, Λάκωνες (Ησύχιος).

76. νούρ-ι = λάμψη, όψη, πρόσωπο. Προέρχεται από το νώροψ = λαμπρός (Ησύχιος), νώροπα χαλκόν (Όμηρος). Η λέξη αυτή βρίσκεται και στην τουρκική nur που σημαίνει ‘λάμψη, φως’ και στη σερβική και ρουμανική.

77. sούπ-ι (sup) = ράχη, ώμος. Προέρχεται από το ελληνικό ὕπτιος και λόγω δασείας *σύπτιος και με προφορά του υ ως ου *σούπτιος.που σημαίνει ‘ο επί τη ράχη κείμενος’.

78. μεργόj (mërgoj), μεργόν = απομακρύνω. Προέρχεται από το ελληνικό ἀμέργω (*μέργω) που σημαίνει ‘απομακρύνω, δρέπω. Συγγενές είναι και το ἀμέλγω που σημαίνει ‘απομακρύνω, αφαιρώ το γάλα από τους μαστούς’. Ο Ησύχιος διασώζει την κρητική λέξη ἀμεργόν = εἱμαρμένη. Το ἀμεργόν προέρχεται από το ρήμα ἀμέργω και σημαίνει ό, τι δεν μπορεί κάποιος να απομακρύνει, αποφύγει, δηλαδή τη μοίρα, το ειμαρμένο.

79. ενdέρε-α (ëndërr) ανdέρε-α (andërr, γκέγκικος) = όνειρο. Προέρχεται από το κρητικό άναιρον (*άνταιρον) που σημαίνει ‘όνειρο’ (Ησύχιος). Να προσεχθεί ότι η κρητική λέξη άναιρον μοιάζει περισσότερο με την γκέγκικη λέξη αντέρε-α παρά με την τόσκικη ενdέρε-α.

80. φλας (flas) = μιλάω, φωνάζω. Προέρχεται από το ελληνικό φλέω, φληδάω που σημαίνει ‘φλυαρώ, πολυλογώ’ (Ησύχιος).

81. φόρτε (fortë) = ισχυρός. Από το λατινικό fortis ή από το ελληνικό φερτός που σημαίνει ‘ισχυρός, ρωμαλέος’, συγκριτικός φέρτερος, υπερθετικός φέρτατος; Πάντως το λατινικό fortis προέρχεται από το ελληνικό φερτός, και αυτό αποτελεί μια απόδειξη ότι το σύμφωνο φ στα αρχαία Ελληνικά δεν προφερόταν ως ph (πχ), όπως ισχυρίζονται οι οπαδοί της ερασμικής προφοράς, αλλά ως f (φ), είχε δηλαδή όμοια προφορά με τη σημερινή.

82. ράσε (rashë) = έπεσα και χτύπησα. Αόριστος του ρήματος bίε, bίj. Ο τύπος ράσε προέρχεται από το ελληνικό ῥάσσω που σημαίνει χτυπώ, καταρρίπτω. Ο τύπος bίε κατά τον Θωμόπουλο σχετίζεται με το ελληνικό ἰβύει = τύπτει (Ησύχιος).

83. bελjά-jα = ατύχημα. Σχετίζεται με το κρητικό βέλλιον = ἀτυχές (Ησύχιος).

84. νεs, νέsερ (neser) = αύριο. Η λέξη νεs (νεs bρέμα = αύριο βράδυ) και νέsερ είναι σύνθετη από το ν’ και εs. Ο Ησύχιος μας παραδίδει τις κρητικές λέξεις ἐνς ἆς που σημαίνουν αύριο. Η αλβανική λέξη νεs/νέsερ προέρχεται από το κρητικό ἐνς ἆς. Το αλβανικό ν’ είναι η πρόθεση ἐν, κρητικά ἐνς και το  το αλβανικό ες είναι το κρητικό ἆς που σημαίνει αύριο και αποτελεί τη ρίζα αὐσ- του αὔριον αντί *αὔσ-ριον.

85. χάρε-α (harë), γάρε-α = χαρά. Υπάρχει και το ρήμα χαρέπς που σημαίνει ‘χαροποιώ κάποιον’. Προέρχονται από τα ελληνικά χαίρω, χάρις, χαρά.

86. γεζόj (gëzoj) = χαροποιώ, γεζόhεμ (gëzohem) = χαίρομαι. Προέρχεται από το ελληνικό γήθω, με προφορά του η ως ε, γέθ-ω.

87. βέρε-α (verë) (τοσκ.), βένε-α (γκεγκ.) = κρασί. Ομόρριζο με το ελληνικό οἶνος, Fοίνος. Στην ίδια ρίζα ανήκει και το κρητικό ἴβηνα που σημαίνει ‘κρασί’. Γράφει ο Ησύχιος: «Ἴβηνα = τὸν οἶνον. Κρῆτες, οἱ δὲ βήλα». Το ι- προθεματικό ί-βηνα, το δε βήλα από το βήνα με εναλλαγή του λ σε ν. Από το βήλα προέρχεται το Θρακικό ζήλας που σημαίνει ‘κρασί’. Γράφει ο Ησύχιος: «ζίλαι = ὁ οἶνος παρὰ Θραξί». Το ζίλαι προήλθε από το ελληνικό βήλα με εναλλαγή του β σε ζ. Τέτοια εναλλαγή συνέβαινε στους Αρκάδες. Πρβλ. τα αρκαδικά ζέλλω αντί βάλλω, ζέρεθρον αντί βέρεθρον, βάραθρον, επιζαρέω αντί επιβαρέω κ.λπ. Αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι η Θρακική γλώσσα είναι ελληνογενής.

88. άτε-ι (i ati), άτε-α και με j προθεματικό jάττι = πατέρας. Προέρχεται από το ελληνικό ἄττα που σημαίνει ‘πατέρας’. Στην ίδια ρίζα ανήκει και το κρητικό ἰέττας που σημαίνει ‘πατέρας’, λέξη που παραδίδει ο Ησύχιος. Το ι είναι j προθεματικό, άρα έχουμε ιέττας =.jέττας = jάττι = άτε-ι, άτε-α.

89. βρας (vras), βρετ = φονεύω, βρίτεμ = φονεύομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ῥάσσω, Fράσσω, ῤάττω, Fράττω που σημαίνει ‘χτυπώ, καταρρίπτω’ ή μάλλον από το ῥέζω, Fρέζω που σημαίνει ‘σφάζω’.

90. χέλ-ι ή χέjε-α = ακόντιο. Προέρχεται από την ελληνική λέξη κῆλον που σημαίνει βέλος. Το η προφερόταν στην προκλασσική ελληνική ως ε μακρό, άρα η λέξη κῆλον προφερόταν κέλον. Χέλ-ι και κέλ-ον είναι οι ίδιες λέξεις.

91. σκύτ-ι = ασπίδα. Προέρχεται από το ελληνικό σκύτος που σημαίνει ‘δέρμα’, διότι από δέρμα κατασκευάζονταν οι πρώτες ασπίδες. Ο Meyer ετυμολογεί το αλβανικό σκύτ-ι από το λατινικό scutum. Η άποψή του όμως αυτή δεν ευσταθεί, διότι η ασπίδα στα αλβανικά λέγεται και σκούλ-ι, το οποίο προέρχεται από το ελληνικό σκύλος (γεν. σκύλεος), που σημαίνει δέρμα ζώου.

92. κετσέιj (këçej) ή κετσέν = πηδώ, σπεύδω, τρέχω. Προέρχεται από το ελληνικό κηκίω που σημαίνει ‘αναπηδώ’. Το κηκίω με προφορά του η ως ε και τροπή του κ σε τς έγινε κετσίω = κετσέιj.

93. κενdύ, κενdύι, κενύ, κενύι = εκεί, κενdέι (kendëj), κεννέι = εδώ. Σχετίζεται με τα κυπριακά κηνούει, κηνώ = ἐκεῖ, κιδνόν = ἐνθάδε. Πάφιοι (Ησύχιος) και το κρητικό κηρούει = ἐκεῖ (Ησύχιος).

94. τερ = θερμαίνω, λιάζω, στεγνώνω στον ήλιο, παθητ. τέρεμ = θερμαίνομαι, λιάζομαι. Προέρχεται από το θέρεσθαι = θερμαίνεσθαι, πρὸς ἥλιον χλιαίνεσθαι (Ησύχιος).

95. άρρεα (arrë) ή hάρρεα = καρύδι. Προέρχεται από το ελληνικό κάρυον.

96. πjεκ (pjek) = ψήνω, ωριμάζω (επί καρπών). Προέρχεται από το ελληνικό πέσσω που σημαίνει ‘ψήνω, ωριμάζω’.

97. τακόj (takoj) = τσακώνω. Ο Θωμόπουλος το σχετίζει με το δωρικό ζαγόω που σημαίνει ‘πιάνω, τσακώνω’.

98. θιθ (thith), θιθίνj = τρέφω, θηλάζω. Προέρχεται από το ελληνικό τιθηνῶ που σημαίνει ‘τρέφω, θηλάζω’. Γράφει ο Ησύχιος: «τιθηνεῖ· τρέφει».

99. θίθε-α (thithë) = μαστός. Προέρχεται από το ελληνικό τιτθός, τιτθίον που σημαίνει ‘μαστός’.

100. djάλjε-ι (djalë) = παιδί, γιος. Προέρχεται από το ελληνικό *δάλιον που σημαίνει ‘παιδί’. Αυτός ο τύπος είναι υποθετικός και τον υποθέτουμε από το ρήμα «δαλιοχεῖν· τὸ παιδὶ συνεῖναι. Αμπρακιῶται», που διασώζει ο Ησύχιος. Επίσης μπορεί να σχετίζεται με το Ομηρικό θάλος που σημαίνει ‘τέκνο’.

101. Αγό-jα = θεός. Προέρχεται από τις παρακάτω ελληνικές λέξεις που διασώζει ο Ησύχιος: «ἀγρέτα· ἡγεμόνα, θεόν, αγός· ἡγεμών, καὶ ἱέρεια ἐν Πέργη, Ἀβώβας· ὁ Ἄδωνις ὑπὸ Περγαίων, ἄγεα· τεμένη, ἀγέων· ἱερῶν, ἀγήτης· ὁ ἱερωμένος».

102. αγόj (agoj) = διαυγάζω, εξημερώνω. Προέρχεται από τα ελληνικά αὐγῶ, αὐγάζω, τα οποία προέρχονται από το αὐγὴ που σημαίνει ‘η λάμψη και το χάραγμα’. Το αὐγὴ σχετίζεται με το ρήμα αὔξω (=αὔγ-σω), από όπου προήλθε και το λατινικό augeo.

103. τυμόν (tymon), τυμόj (tymoj) = καίω ούτως ώστε να παράγω καπνό, τύμ-ι (tym) = καπνός, τυμός = καπνίζω. Παράγονται από το ελληνικό θυμιάω (με προφορά του θ ως τ τυμιάω) που σημαίνει ‘καίω ούτως ώστε να παράγω καπνό’.

104. δες, dες (ndëz) = ανάβω, ερεθίζω κάποιον. Προέρχεται από το ελληνικό δαίω που σημαίνει ‘καίω και εξάπτω’ (Ησύχιος).

105. πλjοτ (plotë) = πλήθος, πλήρης. Προέρχεται από τα πλείων, πλέον, πλοῦτος.

106. νέμε (τοσκ.), νάμε (γκεγκ.) = κατάρα. Προέρχεται από το ελληνικό νέμεσις.

107. νεμεσόν = καταριέμαι. Προέρχεται από το ελληνικό νεμεσάω που σημαίνει ‘οργίζομαι, μέμφομαι’.

108. ουρόν, ουρόj (uroj) = ευλογώ, εύχομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ἀράομαι = ευλογώ, εύχομαι. Το αντίθετο είναι το καταρώμαι που στα αλβανικά είναι ουρέj (urrej), ουρόν και σημαίνει ‘μισώ’.

109. ουράτε-α (uratë) = ευλογία, ευχή. Προέρχεται από το ελληνικό αρά που σημαίνει ευλογία, ευχή. Το αντίθετο είναι η κατάρα που στα αλβανικά είναι ουρύερα (urrejtjë) που σημαίνει ‘μίσος’.

110. μjέκ-ου (mjek) = γιατρός (στα γκεγκικά σημαίνει και ‘εξόρκισμα νόσου’). Προέρχεται από το ομηρικό μῆχος (που τότε προφερόταν ως μέκ-ος) που σημαίνει ‘θεραπεία’. Από τη λέξη μῆχος προέρχεται και το όνομα Μαχάων. Ο Μαχάων ήταν γιος του Ασκληπιού και διακρινόταν για τις ιατρικές του γνώσεις.

111. μαγjί-α (magji) = μαγία. Προέρχεται από την ελληνική λέξη μαγία.

112. hεθ (hedh) = χύνω, κάνω σπονδή στις θυσίες. Προέρχεται από το ελληνικό χέω (*χέFω) που σημαίνει ‘χύνω’.

113. πρέβε-α = οδός. Από την πρόθεση πρε και βε-α. Το βέ-α σχετίζεται με το αλβανικό ρήμα βέτε που σημαίνει ‘πορεύομαι’ και προέρχεται από το ελληνικό ρήμα βαίνω.

114. βέπρε-α (vepër) = έργο. Ο Θωμόπουλος (Πελασγικά, 191) το ετυμολογεί από το ελληνικό ῥέζω που σημαίνει ‘πράττω’, Fρέζω, Fερέζω, Fερέκτης = ρέκτης, Fερκ-, Fεκρ-, Fεπρ-.

115. πρες (pres) = κόβω. Προέρχεται από το ελληνικό πρίω που σημαίνει ‘κόβω με πριόνι’.

116. τέρε (i terë) (τοσκ.), τάνε (γκεγκ.) = όλος, ολόκληρος. Το τάνε προέρχεται από το ελληνικό ταναός που σημαίνει ‘εκτεταμένος, ολόκληρος’ (πρβλ. ταναηκέα· δι’ ὅλου ἠκονημένα, Ησύχιος). Το τέρε προέρχεται από το ελληνικό τέλος, τέλειος.

117. τε, τεκ (tek) = όπου (στον οποίο τόπο ή χρόνο). Προέρχεται από το ελληνικό τῇ, τῇκε, που σημαίνει ‘όπου’.

118. μεν, μέj, μένιj = μειώνω, ελαττώνω. Προέρχεται από το ελληνικό μειῶ.

119. βεστρόj (vështroj), βεστρόν = κοιτάζω, εξετάζω. Προέρχεται από το ελληνικό Fιστορέω, ἱστορέω που σημαίνει ‘βλέπω, παρατηρώ, εξετάζω’.

120. άνι ή ανί = έστω, έπειτα, λοιπόν. Από το α διαζευκτικό, το οποίο είναι το ελληνικό ἤ, και νι, το οποίο είναι το ελληνικό νύ ή νῦν.

121. bλέj (blej) (*bελέj) = αγοράζω. Προέρχεται από το ελληνικό βαλάω που σημαίνει ‘αγοράζω’ (βαλάσαι = αγοράσαι, Ησύχιος).

122. ζα (γκεγκ.), ζε (zë) (τοσκ.) = πιάνω, συλλαμβάνω, αρχίζω. Προέρχεται από το ελληνικό ζαγ-όω που σημαίνει ‘πιάνω, συλλαμβάνω’. Να προσεχθεί η ομοιότητα του ζαγόω με τον γκέγκικο και όχι με τον τόσκικο τύπο.

123. πούνε-α (punë) = εργασία. Προέρχεται από το ελληνικό πόνος. Πρβλ. Ησύχιο «πήνην· λέγεται ἡ ἐργασία». Και ρήμα πουνόj από το ελληνικό πονέω.

124. βάρρ-ι (varr), βόρρ-ι ή *βέρρ-ι = τάφος, μνήμα. Προέρχεται από το ελληνικό ἠρίον, Fηρίον (με προφορά του η ως ε, Fερίον) που σημαίνει ‘τάφος, τύμβος’.

125. hελκ, hεκ (hëk) = έλκω. Προέρχεται από το ελληνικό ἕλκω, με δασεία χέλκω.

126. τσιλιμί = παιδί, γιος. Προέρχεται από το ελληνικό κελμίς που σημαίνει ‘παιδί’, με προφορά του κ ως τς *τσελμίς = αλβανικό τσιλιμί.

127. πjελ (pjell) (αόριστος πόλα) = τίκτω, γεννώ. Προέρχεται από το ελληνικό πέλω που σημαίνει ‘γίνομαι, είμαι’.

128. λέj (lind) = τίκτω, γεννώ (επί γυναικών). Προέρχεται από τα ελληνικά λέχος = γυνή (Ησύχιος), λεχώ που σημαίνει ‘η τίκτουσα’, ἄλοχος που σημαίνει ‘η σύζυγος’ και λοχεύει = τίκτει, γεννᾷ (Ησύχιος).

129. dάdε-α (dade)  = τροφός, επιμελήτρια. Η λέξη dαdα υπάρχει και στην τουρκική, στη βουλγαρική, στη σερβική και στη ρουμανική. Την αλβανική λέξη dάdε-α αποδεικνύουν αρχαιοελληνική, και μάλιστα Αθηναϊκή, τα του Ησυχίου «δαδαίνειν· μεριμνᾶν, φροντίζειν, Αθῆναι», καθώς και το δανδαίνειν, το οποίο είναι το δικό μας νταντεύω ‘μεριμνώ, επιμελούμαι’.

130. bούρρε-ι (burrë) = άνδρας (από 20-45 ετών). Προέρχεται από το ελληνικό εἴρην ή ἰρὴν (Fιρήν), όπως λεγόταν ο Λακεδαιμόνιος νεανίας που είχε συμπληρώσει το 20ο έτος. Άλλοι σχετίζουν το αλβανικό bούρρε-ι με το λατινικό vir.

131. πο (po) = Το μόριο πο έχει στην Αλβανική πολλές σημασίες. 1) Προτάσσεται του ρήματος (ενεστώτας, παρατατικός) σημαίνοντας ‘ήδη, μέχρι τούδε, ακόμα’. Π.χ. hα = τρώω, πο hα = ήδη, ακόμα τρώω, hάνα = έτρωγα, πο hάνα = ήδη, ακόμα έτρωγα. Αντιστοιχεί προς το ελληνικό πω στα οὔ πω, μή πω που σημαίνουν ‘όχι μέχρι τούδε’ και πώ ποτε που σημαίνει ‘ήδη ποτέ’. 2) Βεβαιωτικό ‘ναι, μάλιστα’. Αντιστοιχεί προς το ελληνικό που στα ἦ που. 3) Αντιθετικό, ‘αλλά, όμως’. Πρβλ. ελληνικά ἔμ-πης, ἔμ-πα που σημαίνουν ‘όμως’ (Πίνδαρος, Όμηρος). 4) πο, πορ ‘μόνο, εκτός’. 5) πο ή ποσά ‘άμα’. 6) Τροπικώς, ‘πως’.

132. πα = χωρίς, άνευ. Πρόθεση συντασσόμενη με γενική ή σε σύνθεση με ουσιαστικά, επίθετα ή μετοχές, όπως παbέsε που σημαίνει ‘χωρίς πίστη, άπιστος’ από το πα που σημαίνει ‘χωρίς’ και το bέsε που σημαίνει πίστη. Ο Meyer παρατηρεί ότι το αλβανικό τούτο πα προέρχεται από το -πο της ελληνικής πρόθεσης ἀπό, η οποία έχει στερητική σημασία, όπως στα ἀπόσιτος που σημαίνει ‘άσιτος’, ἀπότιμος που σημαίνει ‘άτιμος’, ἀποχρήματος που σημαίνει ‘άνευ χρημάτων, αχρήματος’, ἀπαυδάω, ἀπαγορεύω που σημαίνει ‘ουδαμώς επιτρέπω’. Υπάρχει και πῶ στα αρχαία Ελληνικά με τη σημασία του όχι, όπως πῶ μάλα αντί του οὐ μάλα. Στα Αλβανικά υπάρχει και άλλο πα παρακελευσματικό από το πρα που σημαίνει ‘λοιπόν’.

133. hα = τρώω. Προέρχεται από το ελληνικό ἄω που σημαίνει ‘χορταίνω’.

134. bέsε (besë) = πίστη. Προέρχεται από το Ομηρικό πεῖσα που σημαίνει ‘πίστη, υπακοή, ευπείθεια’.

135. έντεα = αγγείο. Στον πληθυντικό είναι έντατε και σημαίνει ‘αγγεία, σκεύη, ιδίως μαγειρικής’. Προέρχεται από το ομηρικό ἔντεα που σημαίνει ‘σκεύη’. Να προσεχθεί ότι η λέξη είναι ακριβώς η ίδια στα Ελληνικά και στα Αλβανικά.

136. εντ, ενd (end) = υφαίνω. Προέρχεται από το ομηρικό ἐντύω, ἐντύνω που σημαίνει ‘παρασκευάζω, ετοιμάζω, ευτρεπίζω’.

137. γjάλπε-ι (gjalpë) και (ουδετ.) γjάλπετε = βούτυρο. Προέρχεται από τα ελληνικά ἔλπος που σημαίνει ‘έλαιο’ (Ησύχιος) και ἔλφος που σημαίνει ‘βούτυρο’ στους Κύπριους (Ησύχιος). Η λέξη ἔλπος με δίγαμμα είναι Fέλπος = *γέλπος = αλβανικό γjαλπε-ι.

138. κjενdρόj (qëndroj), κjενdρόν, κjινdρόj (γκεγκ.) = ίσταμαι, στηρίζομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ἱδρύω (*κιδρύω, hιδρύω). Υπάρχει το αλβανικό ουσιαστικό κjένdρε-α (qendër) που σημαίνει ‘κέντρο, στάση’. Αυτό προέρχεται από το ελληνικό κέντρον.

139. hαπ (hap) = ανοίγω. Προέρχεται από το ελληνικό κάπτω που σημαίνει ‘ανοίγω’.

140. νίπ-ι (nip) = ανηψιός. Προέρχεται από το ομηρικό νέποδες που σημαίνει ‘τέκνα, απόγονοι’.

141. σουάj, σουάν, σβαν, σουέj, σουέν, σβεν = σβύνω, πεθαίνω. Προέρχεται από το ελληνικό σβέννυμι. Η μετοχή ε σούαρα σημαίνει ‘θάνατος’.

142. dρεθ = στρέφω, κλώθω νήμα. Προέρχεται από το ελληνικό τρέπω.

143. δουρόj, δουρόν και δερόν = δωρίζω, χαρίζω. Προέρχεται από το ελληνικό δωρῶ.

144. κουbόj, κοbόj και κεπόj = απατώ. Προέρχεται από τα ελληνικά κοΐα (*κοFία) που σημαίνει ‘κλέψημα’, κόβαλος που σημαίνει ‘απατεώνας και κοβαλεύω που σημαίνει ‘απατώ’.

145. sοh = βλέπω. Προέρχεται από το ελληνικό σάω που σημαίνει ‘βλέπω’.

146. bλέj = πουλάω. Προέρχεται από το ελληνικό βαλάω που σημαίνει πουλάω (Ησύχιος).

147. κουτsόj, κουdsόj, γουdsόj, γεζόj = τολμώ. Προέρχεται από το ελληνικό κοτέω, με προφορά του ο ως ου κουτέω και σχηματίστηκε το αλβανικό κουτsόj.

148. δάσε = έδωσα. Οριστική αορίστου του ρήματος απ. Κλίνεται ως εξής: δάσε, δε, δα, δαμ, δάτε, δαν. Είναι ίδια ρίζα με το ελληνικό δίδωμι.

149. μάρρε = μωρός, ανόητος. Είναι μετοχή του μαρρ (αόριστος μόρα) που σημαίνει ‘λαμβάνω’. Για την έννοια πρβλ. το δικό μας παρμένος, αλλοπαρμένος. Σχετίζεται ετυμολογικά με το ελληνικό μωρός. Υπάρχει και αλβανικό μάρρε που σημαίνει ‘μωρία’, και αλβανικό μαρρός, παθητικό μαρρόsεμ που σημαίνει ‘μωραίνομαι’ και προέρχεται από το ελληνικό μωρόομαι.

150. μέj = μειώνω, κάνω ελλιπές. Προέρχεται από το ελληνικό μειῶ που σημαίνει ‘μειώνω’.

151. hαλjινος = φθείρω, χάνω. Προέρχεται από το ελληνικό ἁλιόω (με προφορά της δασείας ως χ, χαλιόω) που σημαίνει ‘καταστρέφω, χάνω’.

152. hαλj-ι = φθορά, καταστροφή, δυστυχία. Προέρχεται από το ελληνικό ἅλιος (με προφορά της δασείας ως χ, χάλιος) που σημαίνει ‘μάταιος, χαμένος’.

153. θρόν-ι και φρόν-ι = κάθισμα. Προέρχεται από το ελληνικό θρόνος.

154. λjύεν, λjύεj, λjύj και λjίεν = αλείφω. Προέρχεται από το ελληνικό α-λίνω που σημαίνει ‘αλείφω’.

155. νίsεμ = εκκινώ, πορεύομαι, στολίζομαι. Προέρχεται από το ελληνικό νίσσομαι.που σημαίνει ‘πορεύομαι’.

156. μbουρόν, μουρόj (γκεγκ.) και πουρόν (τοσκικά στο Μπεράτι) = υπερασπίζω. Ο Θωμόπουλος (Πελασγικά, σελ. 316) το σχετίζει με το ελληνικό μάρναμαι ή μόρναμαι και βάρναμαι που σημαίνει ‘μάχομαι’, μορνάμενος = μαχόμενος (Ησύχιος).

157. jέτε = ζωή. Προέρχεται από το ελληνικό έτος. Ο Ησύχιος μας παραδίδει λέξη γέτος που σημαίνει ‘ενιαυτός’.

158. jενί = γένος. Προέρχεται από το ελληνικό γένος.

159. νdέρ-ι (nder-i), νdέρε-ι και νdέρι-jα (γκεγκ.) = τιμή, υπόληψη, χάρη, αμοιβή, δώρο. Προέρχεται από το ελληνικό γέρας που σημαίνει ‘τιμή, σεβασμός, δώρο’. Το γέρας με εναλλαγή του γ και δ που συμβαίνει στα Ελληνικά και στα Αλβανικά, δέρ-ας = der = nder.

160. κjιέλ-ι (qiell-i) = ουρανός. Προέρχεται από το ελληνικό κιέλη που σημαίνει ‘φέγγος, αυγή, φως’ (Ησύχιος).

 

 

                                                                             

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Friday the 24th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS