βάρρ-ι (varr), βόρρ-ι ή *βέρρ-ι

βάρρ-ι (varr), βόρρ-ι ή *βέρρ-ι = τάφος, μνήμα. Προέρχεται από το ελληνικό ρίον, Fηρίον (με προφορά του η ως ε, Fερίον) που σημαίνει ‘τάφος, τύμβος’.

βεστρόj (vështroj), βεστρόν

βεστρόj (vështroj), βεστρόν = κοιτάζω, εξετάζω. Προέρχεται από το ελληνικό Fιστορέω, στορέω που σημαίνει ‘βλέπω, παρατηρώ, εξετάζω’.

βιν (vij)

βιν (vij) = έρχομαι. Προέρχεται από το ελληνικό βαίνω.

βέπρε-α (vepër)

βέπρε-α (vepër) = έργο. Ο Θωμόπουλος (Πελασγικά, 191) το ετυμολογεί από το ελληνικό έζω που σημαίνει ‘πράττω’, Fρέζω, Fερέζω, Fερέκτης = ρέκτης, Fερκ-, Fεκρ-, Fεπρ-.

βdαρ ή βαρ

βdαρ ή βαρ, βdίερ ή βίερ, βdιρ ή βιρ = φθείρω ή φθίνω, απόλλυμαι. Προέρχεται από το ελληνικό φθείρω.

βρας (vras), βρετ

βρας (vras), βρετ = φονεύω, βρίτεμ = φονεύομαι. Προέρχεται από το ελληνικό άσσω, Fράσσω, άττω, Fράττω που σημαίνει ‘χτυπώ, καταρρίπτω’ ή μάλλον από το έζω, Fρέζω που σημαίνει ‘σφάζω’.

βίsε

βίsε = οίκος, σπίτι, τόπος. Προέρχεται από το ελληνικό στία που σημαίνει οικία και στα ιωνικά είναι στίη (με δασεία) και με το δίγαμμα FFιστίη.

βέρε-α (verë) (τοσκ.), βένε-α (γκεγκ.)

βέρε-α (verë) (τοσκ.), βένε-α (γκεγκ.) = κρασί. Ομόρριζο με το ελληνικό ονος, Fοίνος. Στην ίδια ρίζα ανήκει και το κρητικό βηνα που σημαίνει ‘κρασί’. Γράφει ο Ησύχιος: «βηνα = τν ονον. Κρτες, ο δ βήλα». Το ι- προθεματικό ί-βηνα, το δε βήλα από το βήνα με εναλλαγή του λ σε ν. Από το βήλα προέρχεται το Θρακικό ζήλας που σημαίνει ‘κρασί’. Γράφει ο Ησύχιος: «ζίλαι = ονος παρ Θραξί». Το ζίλαι προήλθε από το ελληνικό βήλα με εναλλαγή του β σε ζ. Τέτοια εναλλαγή συνέβαινε στους Αρκάδες. Πρβλ. τα αρκαδικά ζέλλω αντί βάλλω, ζέρεθρον αντί βέρεθρον, βάραθρον, επιζαρέω αντί επιβαρέω κ.λπ. Αυτό μας κάνει να πιστεύουμε ότι η Θρακική γλώσσα είναι ελληνογενής.

βάλεν

βάλεν (vallen) = χορός. Προέρχεται από το ελληνικό βαλλισμός που σημαίνει χορός. Αυτή τη λέξη τη διασώζει ο Ησύχιος. Να προσεχθεί ότι έχει δύο λ, όπως και η αλβανική λέξη.

βένdι (vënd)

βένdι (vënd)= τόπος, θέση, κατοικία, πατρίδα. Προέρχεται από το ελληνικό δος (Fέδος) που σημαίνει ‘τόπος όπου μπορεί κάποιος να καθίσει, όπως έδρα, κάθισμα, κατοικία’.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS