γjάλπε-ι (gjalpë) και (ουδετ.) γjάλπετε

γjάλπε-ι (gjalpë)και (ουδετ.) γjάλπετε = βούτυρο. Προέρχεται από τα ελληνικά λπος που σημαίνει ‘έλαιο’ (Ησύχιος) και λφος που σημαίνει ‘βούτυρο’ στους Κύπριους (Ησύχιος). Η λέξη λπος με δίγαμμα είναι Fέλπος = *γέλπος = αλβανικό γjαλπε-ι.

γεζόj (gëzoj)

γεζόj (gëzoj) = χαροποιώ, γεζόhεμ (gëzohem) = χαίρομαι. Προέρχεται από το ελληνικό γήθω, με προφορά του η ως ε, γέθ-ω.

γκιάλε

γκιάλε (ngjallë) = υγιής, ζωντανός. Προέρχεται από το ελληνικό καλός με την αρχική σημασία τού ‘σώος, υγιής’, από όπου και η σημασία του ‘εύμορφος, ωραίος’.

γαρπέρι (gjarpër)

γαρπέρι (gjarpër) = φίδι. Προέρχεται από το ελληνικό ρπω (*σέρπω, *Fέρπω, *γέρπω). Άρα από το *γέρπω προήλθε το αλβανικό γαρπέρι.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS