ουράτε-α (uratë)

ουράτε-α (uratë) = ευλογία, ευχή. Προέρχεται από το ελληνικό αρά που σημαίνει ευλογία, ευχή. Το αντίθετο είναι η κατάρα που στα αλβανικά είναι ουρύερα (urrejtjë)που σημαίνει ‘μίσος’

ουρόν, ουρόj (uroj)

ουρόν, ουρόj (uroj) = ευλογώ, εύχομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ράομαι = ευλογώ, εύχομαι. Το αντίθετο είναι το καταρώμαι που στα αλβανικά είναι ουρέj (urrej), ουρόν και σημαίνει ‘μισώ’.

ούjκ-ου

ούjκ-ου = λύκος. Προέρχεται από το ελληνικό λύκος με αποβολή του αρχικού λ, λύκος = ύκ-ος και με προφορά του υ ως ου έχουμε τον τύπο ούκ-ος. Επομένως ούjκ-ου και ούκ-ος είναι η ίδια λέξη. Αποβολή του αρχικού λ συμβαίνει στην Ελληνική, ιδίως στην Ιωνική, όπως εβω αντί λείβω, γδη αντί λίγδος, αψηρός αντί λαιψηρός, φύσσω αντί λαφύσσω κ.λπ. Αυτό συμβαίνει και στην Τσακωνική διάλεκτο, όπως αύρα = λαύρα, αγό = λαγός, άχανε = λάχανο, όγο = λόγος.

ουνί-α

ουνί-α (uni γκέγκικα), ουρί-α (uri τόσκικα), ού-νι, ού-jα = πείνα, λιμός. Προέρχεται από το ελληνικό ονιος που σημαίνει ‘στερημένος, ενδεής’ και είναι ίδια λέξη με το ενις, όπως παραδίδει ο Ησύχιος.

ούδε-α

ούδε-α (udhë), γκεγκ. ούλε-α = η οδός. Προέρχεται από την ελληνική λέξη οδός, με κώφωση ουδός. Στα Αλβανικά αφαιρείται η κατάληξη –ος, άρα έχουμε ούδε.. Πρβλ. ουδετάρ (udhetar) = οδηγός. Στην γκεγκική υπάρχει εναλλαγή του δ σε λ (ούδε, ούλε = οδός). Η εναλλαγή του δ και του λ υπάρχει. και στα ελληνικά, π.χ. λάφνη = δάφνη, Περγαῖοι (Ησύχ.), λίσκος = δίσκος (Ησύχ.), λυττεύς ή λυσσεύς αντί δυσσεύς επί αρχαϊκών αγγείων της Αττικής.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Tuesday the 26th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS