dρεθ

dρεθ = στρέφω, κλώθω νήμα. Προέρχεται από το ελληνικό τρέπω.

dάdε-α (dade)

dάdε-α(dade) = τροφός, επιμελήτρια. Η λέξη dαdα υπάρχει και στην τουρκική, στη βουλγαρική, στη σερβική και στη ρουμανική. Την αλβανική λέξη dάdε-α αποδεικνύουν αρχαιοελληνική, και μάλιστα Αθηναϊκή, τα του Ησυχίου «δαδαίνειν· μεριμνν, φροντίζειν, Αθναι», καθώς και το δανδαίνειν, το οποίο είναι το δικό μας νταντεύω ‘μεριμνώ, επιμελούμαι’.

dισκόj, νdισκόj, ννισκόj

dισκόj, νdισκόj, ννισκόjκαι νdεσκόj (ndëshkoj), ννεσκόj= επιπλήττω, τιμωρώ. Προέρχεται από το ελληνικό δικάζω. Πρβλ. το του Ησυχίου δισκάζεται = διαφέρεται (αντί δικάζεται).

djάλjε-ι (djalë)

djάλjε-ι (djalë) = παιδί, γιος. Προέρχεται από το ελληνικό *δάλιον που σημαίνει ‘παιδί’. Αυτός ο τύπος είναι υποθετικός και τον υποθέτουμε από το ρήμα «δαλιοχεν· τ παιδ συνεναι. Αμπρακιται», που διασώζει ο Ησύχιος. Επίσης μπορεί να σχετίζεται με το Ομηρικό θάλος που σημαίνει ‘τέκνο’.

dούα

dούα (dua), dο, do= θέλω, θέλεις θέλει. Προέρχεται από κρητικό ρήμα λ, λες λε αντί δ, δες, δε με εναλλαγή του λ σε δ, η οποία συμβαίνει συχνά στην αρχαία Ελληνική. Κατ’ άλλη εκδοχή προέρχεται από το δήω που σημαίνει ‘ζητώ’.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS