ζα (γκεγκ.), ζε (zë) (τοσκ.)

ζα (γκεγκ.), ζε (zë) (τοσκ.) = πιάνω, συλλαμβάνω, αρχίζω. Προέρχεται από το ελληνικό ζαγ-όω που σημαίνει ‘πιάνω, συλλαμβάνω’. Να προσεχθεί η ομοιότητα του ζαγόω με τον γκέγκικο και όχι με τον τόσκικο τύπο.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Tuesday the 26th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS