κjιέλ-ι (qiell-i)

κjιέλ-ι (qiell-i) = ουρανός. Προέρχεται από το ελληνικό κιέλη που σημαίνει ‘φέγγος, αυγή, φως’ (Ησύχιος).

κουτsόj, κουdsόj, γουdsόj, γεζόj

κουτsόj, κουdsόj, γουdsόj, γεζόj= τολμώ. Προέρχεται από το ελληνικό κοτέω, με προφορά του ο ως ου κουτέω και σχηματίστηκε το αλβανικό κουτsόj.

κουρ (kur)

κουρ (kur) = ότε, οπότε. Προέρχεται από το ελληνικό ς (*hως, *κως).

κουbόj, κοbόj και κεπόj

κουbόj, κοbόjκαι κεπόj = απατώ. Προέρχεται από τα ελληνικά κοΐα (*κοFία) που σημαίνει ‘κλέψημα’, κόβαλος που σημαίνει ‘απατεώνας και κοβαλεύω που σημαίνει ‘απατώ’.

κολάιj (kollaj)

κολάιj (kollaj)= εύκολα (επίρρημα). Προέρχεται από το ε-κολος, δύσ-κολος.

κjενdρόj (qëndroj), κjενdρόν, κjινdρόj (γκεγκ.)

κjενdρόj (qëndroj), κjενdρόν, κjινdρόj (γκεγκ.) = ίσταμαι, στηρίζομαι. Προέρχεται από το ελληνικό δρύω (*κιδρύω, hιδρύω). Υπάρχει το αλβανικό ουσιαστικό κjένdρε-α (qendër)που σημαίνει ‘κέντρο, στάση’. Αυτό προέρχεται από το ελληνικό κέντρον.

κους (kush)

κους (kush) = ποιος. Προέρχεται από το θεσσαλικό κς που σημαίνει ‘ποιος’.

κενdύ, κενdύι, κενύ, κενύι

κενdύ, κενdύι, κενύ, κενύι = εκεί, κενdέι (kendëj), κεννέι = εδώ. Σχετίζεται με τα κυπριακά κηνούει, κηνώ = κε, κιδνόν = νθάδε. Πάφιοι (Ησύχιος) και το κρητικό κηρούει = κε (Ησύχιος).

κόπος

κόπος = κόπος. Από το ελληνικό κόπος.

κετσέιj (këçej) ή κετσέν

κετσέιj (këçej)ή κετσέν = πηδώ, σπεύδω, τρέχω. Προέρχεται από το ελληνικό κηκίω που σημαίνει ‘αναπηδώ’. Το κηκίω με προφορά του η ως ε και τροπή του κ σε τς έγινε κετσίω = κετσέιj.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS