πα

πα = χωρίς, άνευ. Πρόθεση συντασσόμενη με γενική ή σε σύνθεση με ουσιαστικά, επίθετα ή μετοχές, όπως παbέsε που σημαίνει ‘χωρίς πίστη, άπιστος’ από το πα που σημαίνει ‘χωρίς’ και το bέsε που σημαίνει πίστη. Ο Meyerπαρατηρεί ότι το αλβανικό τούτο πα προέρχεται από το -πο της ελληνικής πρόθεσης πό, η οποία έχει στερητική σημασία, όπως στα πόσιτος που σημαίνει ‘άσιτος’, πότιμος που σημαίνει ‘άτιμος’, ποχρήματος που σημαίνει ‘άνευ χρημάτων, αχρήματος’, παυδάω, παγορεύω που σημαίνει ‘ουδαμώς επιτρέπω’. Υπάρχει και π στα αρχαία Ελληνικά με τη σημασία του όχι, όπως π μάλα αντί του ο μάλα. Στα Αλβανικά υπάρχει και άλλο πα παρακελευσματικό από το πρα που σημαίνει ‘λοιπόν’.

πο (po)

πο (po) = Το μόριο πο έχει στην Αλβανική πολλές σημασίες. 1) Προτάσσεται του ρήματος (ενεστώτας, παρατατικός) σημαίνοντας ‘ήδη, μέχρι τούδε, ακόμα’. Π.χ. hα = τρώω, πο hα = ήδη, ακόμα τρώω, hάνα = έτρωγα, πο hάνα = ήδη, ακόμα έτρωγα. Αντιστοιχεί προς το ελληνικό πω στα ο πω, μή πω που σημαίνουν ‘όχι μέχρι τούδε’ και πώ ποτε που σημαίνει ‘ήδη ποτέ’. 2) Βεβαιωτικό ‘ναι, μάλιστα’. Αντιστοιχεί προς το ελληνικό που στα που. 3) Αντιθετικό, ‘αλλά, όμως’. Πρβλ. ελληνικά μ-πης, μ-πα που σημαίνουν ‘όμως’ (Πίνδαρος, Όμηρος). 4) πο, πορ ‘μόνο, εκτός’. 5) πο ή ποσά ‘άμα’. 6) Τροπικώς, ‘πως’.

πλjοτ (plotë)

 πλjοτ (plotë) = πλήθος, πλήρης. Προέρχεται από τα πλείων, πλέον, πλοτος.

πjελ (pjell)

πjελ (pjell) (αόριστος πόλα) = τίκτω, γεννώ. Προέρχεται από το ελληνικό πέλω που σημαίνει ‘γίνομαι, είμαι’.

πjεκ (pjek)

πjεκ (pjek) = ψήνω, ωριμάζω (επί καρπών). Προέρχεται από το ελληνικό πέσσω που σημαίνει ‘ψήνω, ωριμάζω’

πούνε-α (punë)

πούνε-α (punë)= εργασία. Προέρχεται από το ελληνικό πόνος. Πρβλ. Ησύχιο «πήνην· λέγεται ργασία». Και ρήμα πουνόjαπό το ελληνικό πονέω.

πρανόj

πρανόj (pranoj) = καταστρέφομαι, αποθνήσκω. Ο Ησύχιος παραδίδει τον τύπο πρανοι = πρηνίζειν, καταστρέφειν. Να είναι άραγε ο τύπος πρανοι το αλβανικό ρήμα πρανόj;

πρες (pres)

πρες (pres) = κόβω. Προέρχεται από το ελληνικό πρίω που σημαίνει ‘κόβω με πριόνι’.

πράj

πράj(praj)= πραΰνω, ησυχάζω κάποιον. Από το ελληνικό πραΰνω.

πρέβε-α

πρέβε-α = οδός. Από την πρόθεση πρε και βε-α. Το βέ-α σχετίζεται με το αλβανικό ρήμα βέτε που σημαίνει ‘πορεύομαι’ και προέρχεται από το ελληνικό ρήμα βαίνω.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Tuesday the 26th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS