ράσε (rashë)

ράσε (rashë) = έπεσα και χτύπησα. Αόριστος του ρήματος bίε, bίj. Ο τύπος ράσε προέρχεται από το ελληνικό άσσω που σημαίνει χτυπώ, καταρρίπτω. Ο τύπος bίε κατά τον Θωμόπουλο σχετίζεται με το ελληνικό βύει = τύπτει (Ησύχιος).

ρρίj, ρρι (rri)

ρρίj, ρρι (rri) = κάθομαι. Ο Θωμόπουλος το σχετίζει με το ελληνικό θράω που σημαίνει ‘καθίζω’ και βρίσκεται σε χρήση μόνο στον μέσο αόριστο θρήσασθαι ‘καθήσθαι’. 

ρόj (rroj), ρον, ρενόj

ρόj (rroj),ρον, ρενόj = ζω. Προέρχεται από το ελληνικό ώννυμι που σημαίνει ‘τονώνω, δυναμώνω, αποκτώ δύναμη, είμαι σε καλή υγεία, υγιαίνω’.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS