σουάj, σουάν, σβαν, σουέj, σουέν, σβεν

σουάj, σουάν, σβαν, σουέj, σουέν, σβεν = σβύνω, πεθαίνω. Προέρχεται από το ελληνικό σβέννυμι. Η μετοχή ε σούαρα σημαίνει ‘θάνατος’.

σκύτ-ι

σκύτ-ι = ασπίδα. Προέρχεται από το ελληνικό σκύτος που σημαίνει ‘δέρμα’, διότι από δέρμα κατασκευάζονταν οι πρώτες ασπίδες. Ο Meyerετυμολογεί το αλβανικό σκύτ-ι από το λατινικό scutum. Η άποψή του όμως αυτή δεν ευσταθεί, διότι η ασπίδα στα αλβανικά λέγεται και σκούλ-ι, το οποίο προέρχεται από το ελληνικό σκύλος (γεν. σκύλεος), που σημαίνει δέρμα ζώου.

στεπί-α

στεπί-α(shtëpi τοσκικά) ή σπί-α (shpiγκεγκικά) = σκεπή, οικία. Ο Θωμόπουλος το συσχετίζει με το ελληνικό σπέος, σπεος που σημαίνει σπήλαιο. Είναι ίδια λέξη με το ελληνικό σπίτι.

σκόj (shkoj)

σκόj (shkoj)= φεύγω, πορεύομαι. Προέρχεται από το ελληνικό κω (*σίκω).

σερρόν ή σαρρόν

σερρόν ή σαρρόν (sherron ή sharron) = χάνομαι, φθείρομαι. Προέρχεται από το ελληνικό ρρω, Fέρρω (*σέρρω) και Fάρρω ή βάρρω που σημαίνει χάνομαι. Στην αλβανική σώζεται το ρήμα έχοντας προθεματικό σ αντί F.

στάτε (shtatë)

στάτε (shtatë)= επτά. Εκ πρώτης όψεως η λέξη αυτή φαίνεται ότι δεν σχετίζεται με τη λέξη πτά. Και όμως είναι η ίδια λέξη. Το –τε είναι επίθεμα, το στα- χρησιμοποιείται αντί του σετά από το *σεπτά (=πτά).

σερόν

σερόν (shëron) = γιατρεύω, θεραπεύω. Προέρχεται από το ελληνικό ρύομαι (*σερύομαι) που σημαίνει σώζω.

σκόπ-ι (shkop)

σκόπ-ι (shkop) = ράβδος, βακτηρία. Προέρχεται από το ελληνικό σκήπων ή σκίπων που σημαίνει ράβδος, βακτηρία. Με το σκόπ-ι σχετίζεται και το δικό μας ‘σκούπα’, κυρίως η ράβδος, στην οποία προσαρμόζεται το σάρωθρο και συνεκδοχικά το σάρωθρο αυτό.

σίελ

σίελ (sjell) ή σιλ. Προέρχεται από το ελληνικό ιάλλω (*σιάλλω) που έχει ακριβώς τις ίδιες σημασίες που έχει το αλβανικό σίελ. Μια σημασία του σίελ είναι στέλνω, φέρνω (π.χ. kushtisolli? = ποιος σε έστειλε/έφερε;). Την ίδια σημασία έχει και το ελληνικό ιάλλω. Πρβλ. επί Δωδώνης…θεοπρόπους ίαλλεν, Αισχ. Πέρσαι 659, ιάλλειν άγγελον, Θεογν. 473.  Το σίελ έχει και τη σημασία του ρίχνω στα γκέγκικα (π.χ. sjellnegur= ρίχνω πέτρα ή λίθο). Την ίδια σημασία έχει και το ιάλλω. Πρβλ. ὀιστόν ίαλλεν = βέλος έριχνε, Ιλιάδα Θ. 300, 309.

σόκ-ου

σόκ-ου (shok-u) = σύντροφος, συνέταιρος. Κάποιοι θεωρούν ότι προέρχεται από το λατινικό socius. Εμείς θεωρούμε ότι τόσο το αλβανικό σόκ-ου όσο και το λατινικό socius προέρχονται από το ελληνικό σωκέω- που σημαίνει βοηθάω. Γράφει ο Ησύχιος «σωκεν = βοηθεν». Ή μπορεί να προέρχεται από το ομηρικό πάων (*σοπάων) που σημαίνει ‘οπαδός, εταίρος’.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS