φόρτε (fortë)

φόρτε (fortë) = ισχυρός. Από το λατινικό fortisή από το ελληνικό φερτός που σημαίνει ‘ισχυρός, ρωμαλέος’, συγκριτικός φέρτερος, υπερθετικός φέρτατος; Πάντως το λατινικό fortisπροέρχεται από το ελληνικό φερτός, και αυτό αποτελεί μια απόδειξη ότι το σύμφωνο φ στα αρχαία Ελληνικά δεν προφερόταν ως ph(πχ), όπως ισχυρίζονται οι οπαδοί της ερασμικής προφοράς, αλλά ως f(φ), είχε δηλαδή όμοια προφορά με τη σημερινή.

φλας (flas) = μιλάω, φωνάζω. Προέρχεται από το ελληνικό φλέω, φληδάω που σημαίνει ‘φλυαρώ, πολυλογώ’ (Ησύχιος).

φλας (flas)= μιλάω, φωνάζω. Προέρχεται από το ελληνικό φλέω, φληδάω που σημαίνει ‘φλυαρώ, πολυλογώ’ (Ησύχιος).

φάj

φάj= χορταίνω. Προέρχεται από το ελληνικό έφαγον, φαγεν.

φτον

φτον (fton) = προσκαλώ σε συμπόσιο, συμποσιάζω. Στην δεύτερη ετεοκρητική επιγραφή της Πραισού που ερμήνευσε ο Θωμόπουλος το ρήμα αυτό υπάρχει με ε, φτεν. Ο Θωμόπουλος το συσχετίζει με το υποθετικό ελληνικό ρήμα *φιδέω ή *φεδέω που θα σήμαινε ‘συμποσιάζω, εστιάζω’. Το ρήμα αυτό το υποθέτει λόγω του ουσιαστικού φιδίτια που παραδίδει ο Ησύχιος και σημαίνει ‘συσσίτια’. Τα φιδίτια θα μπορούσαν να είναι και φιλίτια και να σχετίζονται με το ομηρικό φιλέω που σημαίνει ‘φιλοξενώ’ και το δικό μας φιλεύω, που σημαίνει συμποσιάζω, εστιάζω. Από το ρήμα λοιπόν *φιδέω/φεδέω προέρχεται το ετεοκρητικό φ(ε)τέν ή φτεν και σημερινό αλβανικό φτον.

φρύμε-α

φρύμε-α και φρίμε-α (frymë)= πνοή, πνεύμα, αναπνοή. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα φριμάσσω που σημαίνει φυσώ με τα ρουθούνια. Το ουσιαστικό φρύμε-α προέρχεται από το ρήμα φρύj, φρυν ή φριν που σημαίνει πνέω. Ομόρριζο με αυτό το ρήμα  είναι και το ελληνικό φρένες που σημαίνει όργανο της αναπνοής, πνεύμα, διάνοια.

φσάj

φσάj = στενάζω, αναστενάζω, γογγύζω. Ο Θωμόπουλος (Πελασγικά, σελ. 94) το σχετίζει με το ελληνικό ρήμα φυσάω που σημαίνει ‘πνέω, φυσώ’.

40. πι (pi) = πίνω. Προέρχεται από το ελληνικό ρήμα πίνω.

φούσεα (fushë)

φούσεα (fushë)= λειμώνας, πεδιάδα από το ελληνικό πίσεα, πίσεα ποιήεντα, λειμώνες ποώδεις Όμηρ.).

φάκε-jα

φάκε-jα (faqe) = πρόσωπο. Πολλοί το ετυμολογούν από το λατινικό faciesπου σημαίνει ‘όψη, πρόσωπο’. Κατά τη γνώμη μας τόσο η λατινική όσο και η αλβανική λέξη προέρχονται από την ελληνική ρίζα φα-, από όπου σχηματίζονται τα ρήματα φάω, φαέθω και φαίνω. Η ρίζα φα- προσλαμβάνει δ στο φαδος που σημαίνει ‘όψη’ (Ησύχιος) και κ στο φαικς που σημαίνει λαμπρός (Ησύχιος).

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Tuesday the 26th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS