Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 6)

Share

S 78. Το d το αλβανικό όμως βρίσκεται συχνά στη θέση του τ : αυτό καθιερώνεται κυρίως μετά από το ν, το οποίο ταιριάζει με την προφορά της σύγχρονης ελληνικής : νdέ-ιje, ή ’νdέε-νje αλβ. σικ. ( που μπορεί να γράφεται eντέενje ), = εντείνω, *εν-τέ-ν-jω, νdeρό-ιje ή ’νdρό-ιje = εν-(έ)τερ-όω, αλλάζω, νήν-de, γκ. νάν, σνσκρ. navan, εν-νέα ( έν-ναν ) εννέα, αντί για νήν-τe, ’νdèρ, eνdέρ, πρόθεση μεταξύ, ανάμεσα λατ. inter, σνσκρ. antar, μούνde, αλβ.σικ. για μούν-τe, στην γκ. μούνεμeτε ( ημπορώ να στην νεοελλ. ), εκτός από το απόλυτο μούνd-e, μπορώ = γκ. μούνεμe, ανdάι, ανdέι, επομένως, από εδώ, cf. άνδα, αιολ. = αυτά. Ακόμα και χωρίς την επιρροή του ρινικού πολύ συχνά το d παίρνει τη θέση του τ, όπως πχ. dαλανdίς, ή dαλeνdίς, ταράζω, εξάπτω, και ταλανdίς, -ντίς, τσκ. = ταλαντεύω, -ίζω κτλ., dέτ-ι, ( σελ.74 ) ή dέετ-ι, και, dέιτ-ι, αλβ.σικ., η θάλασσα, cf. τήθυ-ς, θέτις, γjέσdίσe, και γιεστίσe, τριγυρίζω, χοροπηδώντας, τρέχοντας, cf. λατ. gestio, dίργj-εμe, (102) τίκτω γκ. ( σ-dίργjεμe αλβ.σικ. ), cf. τεκ, τίκ-τ-ομαι, τίκ-τ-ω, με το παρενθετικό ρ, παρακ. ου dόρκjα, τέ-το-(ρ)κα. Για μια παρόμοια περίσταση του οδοντικού, dάνd-e, ή dήνd-e, χώνω, πιέζω, πατώ, νομίζω πως θα πρέπει να αναφερθούμε στη ρίζα τυνδ, που διατηρείται στην ελληνική στα ονόματα Τυδεύς, Τυνδ-άρης, κτλ. σνσκρ. tud, λατ. tundo ( βλέπε CurtiusI. 192-3. ) : υπενθυμίζω το η = ου, το οποίο αντικαθίσταται από το υ : τούνd, κουνώ, δονώ, πιθανόν να έχει την ίδια προέλευση, δίχως την αλλαγή του τ σε d, αλλά για αυτό το ρήμα μπορούν να επικαλεσθούν για σύγκριση οι λέξεις δον-έω, και θύν-ω, κινώ, δονώ, πέφτω κτλ. με το ουσιαστικό τύντ-λ-ο-ς θολούρα, ταραχή, dρέκεμe, γευματίζω για μεσημέρι, cf. *τράγ-ημι = τρώγ-ω, dεργό-ιje, ή dρeγό-ιje, στέλνω, ξεκινώ, cf. τρέχ-ω (103) αιτ. dράν-ι, γκ., και dρά-jα ιταλ.αλβ., το κατακάθι, cf. τρύκ-ς(ξ), γός, dρέ-θ-e, στρέφω, και ανάλογο αυτοπαθές dρί-δ-εμe, τρέμω, στρέφομαι, cf. τρέ-ω, ( ίσως και τείρ-ω, τορ-έω, τορν-εύω κτλ. ) και το επίθ. λατ. teres, etis.- Υπάρχουν και παραδείγματα όπου το δ αλλάζει σε τ, όπως λοπάτ-α, cf. λοπάς, δο-ς, πτερύγιο, φτυάρι, μούτ-e, περίττωμα, λάσπη (104), cf. μύδ-ος, το οποίο πλησιάζει το μίνθ-ος και fs. μίτ-e, γκ., μιτ-ό-ς, φθείρω, χαλάω, ( μυδά-ω ) και με την ηθική έννοια, όπου ι μίτουνe, lenfantgatè, το αφηρημένο ε μίτμεjα ( βλέπε Hh. Diz. ) κατά γράμμα ο εκθηλυμένος, ο θηλυπρεπής.

      Το d το αλβανικό πρέπει σε πολλές περιπτώσεις να θεωρηθεί ως προθετικό στην αρχή των λέξεων, ή ότι παίρνει τη θέση του άηχου που γίνεται λαρυγγικό, ιδίως γj: αλλά για αυτό θα μιλήσουμε όταν εξετάσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντικαθίσταται το δίγαμμα (105). Αυτό επίσης ενώνεται συχνά με το ν, με το οποίο είναι συμπαθητικό, ή αναπτύσσεται από το ίδιο το ρινικό.

     S 79. Το δ το αλβανικό που διαφέρει αρκετά από το d, αντιστοιχεί συχνά στο ελλ. δ. Αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι εναλλάσσεται σε ορισμένες περιπτώσεις με το θ, τόσο ώστε να αποτελεί κανόνα ( βλέπε  HahnGram. σελ. 26-32. ), αν και όχι τόσο γενικά που το θ το τελικό να γίνεται δ στο οριστικό ουσιαστικό, και το δ να γίνεται θ στο αόριστο, καθώς και στα ρήματα να συμβαίνει το ίδιο, από τις αποκομμένες καταλήξεις, σε αυτές που τελειώνουν σε φωνήεν ιδίως καθαρό : πχ. γάρδ, -θ-e (106), γάρδ-ι ο φράκτης, ρεθ, ρέδ-ι, ο κύκλος, ο τροχός, χjέθ, ή χjέδ-e, ρέω, παρακ. χόδα και χόddα, σγλέθ, -δ -e, διαλέγω, σγλόδα, λίθ, -δ-e, δένω, λίδα, ρούθ, -δ-e,ρούδα, ρυτιδώνω, ξανασφίγγω, μαζεύω, ουσιαστικό ρούδα-τe, οι πτυχές, οι ρίγες, ( = ρυτ-ίδ-ες ), λατ. ruga (107), erudis, cf. ελλ. ρυσ-όω, ρυτ-αίνω, ρυτ-ίς, ίδος κτλ. Αυτή η αλλαγή από θ σε δ, ή αντίστροφα στην αλβανική, βασίζεται στην ομοιογενή φύση των δύο μαλακών οδοντικών, η οποία εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους στην ελληνική : πχ. στα ουσιαστικά που καθώς κλίνονται μπαίνει πότε το θ και πότε το δ : μηνι-ς, -ιος, ιδος, κόρυ-ς, υθος, και στην σνσκρ. το θ αποδίδεται dh, όπως στο dhe, dha, θέτω = θέ-ω, τί-θημι, dhu, σείω = θύ-ω, dhar-a, vox, cf. θρέ-ω, dha ρουφώ, θά-ομαι, και σε πολλές άλλες λέξεις : έτσι είναι ενδιαφέρον η κοινή ελλ. λέξη πιθάκνη αντί του αττικού φιδάκνη, είδος αγγείου.

      S 80. ( σελ.75 ) Αλλά μια ακόμα μετατροπή, αυτή δηλαδή του γ σε δ, συναντάται συχνά στην σκιπική και της πρέπει ιδιαίτερη προσοχή. Παραδείγματα είναι : σγ-λέθ, ή σγ-λέδ-e, cf. λέγω, λίθ, ή λίδ-e, lig-o (108), σςτρίθ, ή σςτρίδ-e, στύβω, cf. στρεύγω, στρυγ, δέε = γή, ρούδα συγκρινόμενο με το λατ. ruga, όπου στην ελληνική μπαίνει τα ή σ, ρυτ-ίς, ρυσ-ός. Η συγγένεια μεταξύ του γ και του δ είναι ωστόσο γνωστή και στην ελληνική : αδνόν = αγνόν, Κρήτες ( Ησίχ. ), δή = γή, δίφουρα = γέφυρα, δνόφος = γνόφος, και συγκρίνοντας με τις ρίζες σνσκρ. δελφύς, utero, garbha-s, α-δέλφει-ος = sa-garbh-jas ( βλέπε Curt. II. 65, Schl. 177. ). Κατά την ίδια διαδικασία το ουσιαστικό δι, δί-α, η γίδα, λακων. δίζα = *δίjα, πλησιάζει στο αιγί-ς –γίδ-ος με την έκθλιψη του αρχικού αι, με το οποίο ακόμα μοιάζει το γκ. κjίδ-ι : πιθανόν συμμορφώνεται με αυτό και το λατινικό haed-us ( 109 ). Στη λέξη γλίσς-τe ( αλβ.σικ.) δάχτυλο, αν σχετίζεται με το δάκτυλ-ος, όπου προσδιορίζεται από τη ρίζα δικ, δείκ-νυ-μι, ή δεκ, δέχ-ομαι ( βλέπε Curt. I. 93, 104 ), θα πρέπει να αναγνωρίσουμε έκτος από την μετάθεση και την αντίστροφη μετατροπή από δ σε γ, για την οποία υπάρχουν παραδείγματα στην νεοελλ. γλώσσα. Αλλιώς θα μπορούσαμε να υποθέσουμε το γλίσς-τeθεωρώντας το λαρυγγικό αρχικό, και προστίθοντας την κατάληξη τe, πως σχετίζεται με το δρακ, δράξ = γρακ, *γλάξ, χέρι ( Ησίχ. ), όπου δράσσ-ομαι, ρίζα σνσκρ. grah, grabh, παίρνω ( βλέπε Curt. II. 78. ) : το κοινό γjίσς-τe προήλθε από την συνήθης εναλλαγή γλ = γj (110).

      S 81. Το δ = θ παρεμβάλλεται σαν επίθεμα σε κάποιες καταλήξεις ρημάτων όπως χjέθ, -δe, ρjέθ, -δe, cf. χέ-ω, ρέ-ω, κτλ. κάτι ανάλογο γίνεται στην ελληνική από την επιρροή του αρχικού j απ’το οποίο συχνά προκύπτει το δ και το γ : cf. *φλά-j-ω (φλάζω ) έ-φλα-δ-ον, φαι-ός, φαί-δ-ιμος, νεοελλ. κλαίγω = *κλαί-j-ω, μύγα = μύια, *μύ-j-α, ( αλβ. μί-ζ-α (111) j, ή γ = ζ ) ( βλέπε Curt. II.224-5, 183-4, 187 κ.ε ). Γενικά, εύκολα παρεμβάλλεται το δ ή το θ ανάμεσα σε φωνήεντα, στο εσωτερικό μιας λέξης : πάρις, -ι-ος, -ιδος, μήνις, -ι-ος, ιθος, κτλ. ( βλέπε id. 207. ), και πιθανόν στο ύ-δ-ωρ, αρχ. *ύ-αρ, cf. υε-τός, ύει (112), αλβ. ού j-e. - Κάτι ανάλογο συμβαίνει στο αλβ. ρήμα νdές, ή -νdέσ-e, βρίσκομαι, είμαι, de, και ές, ή jές, σε μεσαία μορφή ’νdό-δ-εμ-e, id., και ίσως στο ’μbρό-θ,-δ-e, χρησιμεύω ωφελούμαι, ( επίρ. ή επίθ.id. ευημερώ, κτλ. ), στην σκοδρ. προυδόν, προ-δ-όν (113) χρησιμεύει, cf. λατ. pro-d-est, αν και ’μπρόδ, προδόν, ή προυδόν, δε σχετίζονται με το πρόοδος και προοδεύω, στην ενεργητική, κατά προσέγγιση προ-οδόω ( cf. ευ-οδόω ). Και αναφέρω επί τη ευκαιρία πως η πρόθεση προ υπάρχει ακόμα και στο πρόιje, κατάγομαι, προβλέπω (προ-*έω = είμι ), μετοχή γκ. προύμe = προύε-μe, προύα-μe, όπου το αφηρημένο ουσιαστικό προύμεjα, με το οποίο είναι συγγενικό το σκοδρ. πρί-ι, -ινje ( cf. πριν ), προηγούμαι, οδηγώ ( βλέπε D.L. μετά hiign σελ. 149 ).

      S 82. Το δ υπό την επιρροή του ρινικού γίνεται d, όπως δές, ή δέζ-e, ανάβω, ’νdές, ανάβω, εξάπτω. Το dπράγματι είναι ένα οδοντικό που προκύπτει από το ν, ή γεννιέται από αυτό. Σε πολλές περιπτώσεις ωστόσο συναντάται το πέρασμα μεταξύ των τριών βαθμίδων του οδοντικού ήχου, θ, δ, d, και θα ήταν χρήσιμο να αναφέρουμε ένα παράδειγμα που μας προσφέρει με την ( σελ.76 ) ίδια ρίζα μεταλλαγμένο με διαφορετικούς τρόπους το μεσαίο σύμφωνο. Πρόκειται για την σνσκρ. ρίζα dah, dagh, καίω, ανάβω, ελλ. δαί-ω, δαις κτλ. : στην αλβανική γίνεται δές, ή δέζ-e, και ’νdές, -σe-, ανάβω, djέγ-e, ή djέκ-e, καίω, και ακόμα το επίθ. θά-τe, σκληρός, ξηρός, με το ρήμα θα-ιje, ή  θα-νje αλβ.σικ. επιφέρω, αποξηραίνω : cf. τα επίθ. ελλ. δασ-ύς, πυκνός, δυνατός, (θάτ-e) (114), και δα-ν-ός, ξερός, για κάψιμο, που πιθανόν να έχουν την ίδια προέλευση. Σε αυτή τη περίπτωση θα έχουμε στο παράδειγμα του επίθ. θάτe, το φαινόμενο που συναντάται συχνά από την σνσκρ. στην ελλ., την αλλαγή δηλαδή που αναφέρεται στο S 79, από dhσε θ, όπως στο dha, θε, θέτω, dhu, θυ, καίω, θύ-ω, θύμα κτλ. ( βλέπε Schl. 168. ) : cf. επίσης θρίον, με δρύ-ς, και τα αλβ. δρί, αμπέλι, dρού, ξύλο.

      S 83. Το δ στην αιολική εναλλάσσονταν ορισμένες φορές με το λ : πχ. στο λίσκος = δίσκος, και για τους Λατίνους medi-tor, cf. μελε-τώ, dingua = lingua, dacryma = lacryma : το ίδιο έχουμε και στην αλβανική λέξη λίκj-e = δίκη, δικαιοσύνη, δίκιο : μεταξύ των αλβ. διαλέκτων υπάρχουν τέτοιες παραλλαγές όπως φιλό-ιje, ξεκινώ, γκ. φιδό-ιje, με το αρχικό λ να μετατρέπεται σε δ, ούδ-e = ούλ-e, οδός, με το δ σε λ (βλέπε Hahn. Gram. σελ. 14.), ράλ-e, αραιός, cf. ράδιο-ς, ραδινό-ς. Σχετικά με το φιλό-ιje τσκ., φιδό-ιje γκ. συγκρίνεται το λατ. fil-um, και fid-es, -ium, με το ελλ. σφίδ-ες ( χορδή, σφιδή, Ησίχιος ), το αλβ. φίλ-e, νήμα, όπου η φράση ζη-φίλe( αντι για το απλό φιλό-ιje ) που χρησιμοποιείται στην τοσκική και στην ιταλό-αλβανική, κατά λέξη πιάνω το νήμα, δηλαδή ξεκινώ (115).

      S84. Το τ το αλβ. συχνά μπαίνει αντί του θ του ελλ. : πχ. ( εκτός των προαναφερθέντων ) στο τεμέλ-e = θεμέλ-ιον, ταλάσe, -ζι, σίφουνας, στρόβιλος, καταιγίδα, μεγάλο κύμα, κυματισμός ( βλέπε Hh. Diz., και II. 143. ), cf. θάλασσα κτλ., τίμ-e, ή τύμ-e = θύμ-α, θυμ-ία-μα, λατ. fum-us, σνσκρ. dhu-m, φτό-ιje, προσκαλώ cf. φθά-ω, πούσςτ-ι, η πόρνη, cf. πόσθ-η, όπου επηρεάζει το συριστικό να αποκοπεί το άηχο, όπως γίνεται με τα λαρυγγικά. Το ισχυρό οδοντικό τ συναντάται σε ορισμένες περιπτώσεις να ακολουθεί το μεσαίο δ = dαλλά πιο συχνά να αφήνει τη θέση του στο τελευταίο. Το τ όμως ανταποκρίνεται σε πολλές λέξεις στο τ το ελλ., t αρχ. σνσκρ. όπως στο τρί, τρέ = τρεί-ς, tri, τέ, τè, αντων. τός, ta κτλ. Αλλά δύσκολα συναντάται στην αλβανική στα κτ, πτ, ( όπου στην ελληνική δεν είναι ούτε ρίζα λέξης ) και ή εκθλίβει, ή αφομοιώνεται, ή αλλάζει θέση όπως στο κeπούτ-e = κόπτ-ω, ή απορροφά το κοντινό του γράμμα όπως στο νάτ-e,ή νάττ-e, naktam, νύκτα. Αντιθέτως τ ή τe, μπαίνει συχνά στην αλβανική στο τέλος της λέξης ως κατάληξη, που είναι ασφαλώς αντωνυμικής προέλευσης, και καμιά φορά εντός της λέξης πιθανόν ως ευφωνική προσθήκη : dasc-t-niaσκοδρ., αγάπη, τρυφερότητα, από την μετ. dashur = dάσςουρ του ρημ. dόι, dούα, ποθώ, αγαπώ, στο σςπρέ-τ-κe, σπλήνα,  cf. σπλάχ ρίζα του σπλάγχ-ν-ο-ν ( σπλήν ), του οποίου σύμφωνα με την αλβανική η ρίζα θα ήταν sprah ( βλέπε Curt. I. 253.) : τέλος το έχουν πόσς-τe, ή πόσςτ, υπό, κάτω, cf. λατ. post, ρίζα pas, dί-τe, μέρα, cf. di-es λατ., δί-ον ελλ., ρίζα div σνσκρ., jάσς-τe, -τα, εκ-τός, έξ-ω, και σε πολλές άλλες λέξεις. Αλλά  στις καταλήξεις θα αναφερθώ εντός ολίγου. (σελ. 78 )

      S 89. Καθώς πρόκειται να εξετάσουμε τα ρευστά λ, ρ, θα πρέπει εξαρχής να θυμίσουμε πως αυτά εναλλάσσονταν συνεχώς ήδη από την αρχή των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, αφού πράγματι το λ θεωρείται μια μετατροπή του ρ ( l = r ), για την οποία μας ενημερώνει ο Schleiderop. c. p. 9 κ.ε. Έπειτα είναι στην ελληνική που πολλές φορές το λ βρίσκεται στη θέση του ρ, όπως στο λυκ, λύκ-η, λευκ-ός, λατ. luc-s( x ), αρχ.ινδ. ruk, ruk’, lucere, πολ, πλα, πλέ-ως, πίμ-πλη-μι, πολ-ύς, αρχ. pra, par, parus, parùs, πόλ-ις = par-i, δολιχός, darghas, dirga-sκτλ. : Ενώ σε άλλες λέξεις φαίνεται να διατηρείται το ρ = r, όπως στο ρυθ, ε-ρυθ-ρό-ς, ρίζα rudh, ρυ, ρεύ-ω, ρυτ-ό-ς ρίζα sru, fluere. Το ίδιο συμβαίνει και στην αλβανική, μόνο που εδώ συναντάμε το λ ακόμα κι εκεί που η ελληνική διατηρούσε το ρ : πχ. στο βλα ή βeλα   ( βλάζερ ) = φρά-τωρ, λατ. fra-ter, σνσκρ. bhra-tar, φλάς, -σe = φρά-ζ-ω ( *φλά-ζ-ω ), πιθανόν στο προαναφερθέν γλίσς-τe συγκρινόμενο με το σνσκρ. grah, παίρνω, ελλ. δρακ, δράσσ-ομαι, δράκ-ς (ξ), και στο βέτουλα το φρύδι, cf. το μακεδ. αβρούτες = βρούτες, *βλούτες, με την εισαγωγή του ε, όπως στο βeλά, βελούτε-ς (123), λόγω μετάθεσης βετούλ-e, σνσκρ. bhru,ο-φρύ-ς ( βλέπε Curt. I. 260. ). Σε άλλες περιπτώσεις όμως η αλβανική συμφωνεί με την (σελ. 79 ) ελληνική, πχ. στο φλάκ-e = φλόκ-ς (ξ), σνσκρ. brag’, βουλν-έ-σ-α, ή βολνέ-σ-α, θέληση, cf. βούλομαι = *βόλνομαι, σνσκρ. varnamai, που απομακρύνεται από την σνσκρ.

      Είναι πιο σπάνιο στην αλβανική να μπαίνει ρ στη θέση του ελλ. λ, όπως στο έρδα (   νεοελλ. ήρθα, και έρθα ) : cf. ήλθον δωρ. ήνθον ( ν = ρ ), σνσκρ. ρίζα ar : που στην αλβ. είναι ο αόριστος ή ο ανώμαλος παρακ. του βινje, έρχομαι, cf. βαί-ν-ω, λατ. venio, όπως στην ελληνική ήλθον είναι του ρήματος έρχομαι, ρjέπ-e, γδέρνω, λέπ-ω, σςπρέ-τ-κ-e, σπλήνα, cf. σπλαχ, σπλάγχ-νο-ν, στραγίς, -jίσ-e, ξύνω, = στλαγγίζω, στλαγγίς. Αλλά υπάρχουν παραδείγματα στις αλβανικές διαλέκτους που εναλλάσσονται το ρ και το λ, όπως κελτσάς, και κερτσάς, ή κρετσάσe, ηχώ ξανά, cf. κρίζω, κρέκω, καρκ-αίρω, -άω, γjάρπeρ, ερπε-τον, sarpa-s, και γjάλπeρ, αλβ.σικ.,  κjeλbeσίρ-e, και κjερbeσίρ-e, κακοσμία, σήψη, από το ρήμα κjέλbεμe, βρομάω ενεργ.  καλbe, ή καλjb-e, ή κάλjπ-e, και κάλjeπ-e ( intr. κάλbεμe ), διαγουμίζω, cf. χαλεπ-όν κτλ.,  τρεμbejάκe, ή -ράκe, δειλός, από τρέμ-e, ή τρèμb-e = τρέμω ενεργ., τρομά-ζ-ω, τσί-ρ-ι, και τσί-λ-ι, ή τςί-λ-ι, ποιός ; τι ; cf. τί-ς, λακωνικό τί-ρ, τίλκ-ου, αλβ.σικ. και τίρκ-ου, η κάλτσα ( cf. τέλκjeτραβώ, ή τίλλω ).

      S 90. Αλλά όσο για το λ είναι χαρακτηριστικό στην σκιπική, σε σύγκριση με την ελληνική, το συχνό μαλάκωμα αυτού του ρευστού σε λj ( llmouillè ).  Το λ είναι εκείνο που περισσότερο από όλα τα ρευστά τείνει σχεδόν  να μετατραπεί σε φωνήεν, και επομένως συχνά γίνεται ι ή jκαι στις ιταλικές διαλέκτους, όπως voio, ή vojo = voglio, λατ. voloκτλ. Όμως στην αλβανική, την οποία και εξετάζουμε στην προκειμένη περίπτωση, τόσο στην γκεγκική όσο και στην τοσκική, είναι σχεδόν  διαρκές το μαλάκωμα του λ, εκτός από κάποιες υποδιαλέκτους, όπως στην σίκελο και ελληνο-αλβανική, οι οποίες πλησιάζουν σε αυτό μορφές αρχαιότερες, όπως ήδη  αναφέραμε. Αυτή η μετατροπή επεκτείνεται και στο κλ, γλ που γίνονται κj, γj. Υπάρχουν όμως παραδείγματα όπου το λ γίνεται λj και στις υποδιαλέκτους οι οποίες γενικά διατηρούν τον καθαρό ήχο του λ, αλλά εδώ είναι πιο εφικτή η απόλυτη μετατροπή σε φωνήεν αυτού του ρευστού, ή η μετατροπή σε j, που μοιάζει τόσο με το ι, και που συναντάται παρομοίως στο κοινό αλβανικό ιδίωμα : πχ. μjάιj-e, και μjάλj-e, ή μjάλ-τe = μέλι, από όπου μjάλτσeζ-α = μέλισσα, βάιje, ή βάj-e ( γκ. βόι ) και βάλj-ι, έλαιον, το λάδι, φάj-e, -α, το λάθος, η ατέλια, από το ρήμα φάλj-e, κινώ, ρίχνω φάλjεμe, υποκλίνομαι κτλ. ( βλέπε HahnDiz. ), cf. σ-φάλλ-ω, λατ. fallo : από φάj-α = φάλjα και προκύπτει ύστερα φαje-τώρ, φταίχτης, αμαρτωλός : γόj-e, και γόλj-e,           ( Hahn ) στόμα, cf. γωλεά, άνοιγμα, λατ. gula, bάjee, και bαλjee, λάσπη, = πάλ-ος, πηλός, έjα, cf. νεοελλ. έλα ( λατ. eia ), bίj-e, και bίλj-e, κόρη, όπου όμως το λ, όπως το ρ στο αρσενικό bί-ρ-ι, υι-ός, υι-εύς, είναι ίσως επενθετικό ή παραγωγική κατάληξη, όπως στο τσί-ρ-ι, τσί-λ-ι ρίζα τςί = τι. Για αυτό το φαινόμενο μιλά ο Hahn στην σελ. 14, αλλά σχεδόν λανθασμένα παραθέτει σαν παραδείγματα αναίρεσης του λ, κjά-ιje = κλά-ιje, ή κλά αλβ.σικ., κλαί-ω, κjίτς-e, ή κjούτς-e = κλίτς-eαλβ.σικ., το κλειδί, κλείς, στα οποία αντιθέτως εμφανίζεται το μαλάκωμα των κλ σε κj, όπως εκείνο του γλ συναντάται στο γjούχ-α, η γλώσσα = γλούχ-α αλβ.σικ., και άλλες παρόμοιες λέξεις. ( σελ.80 ) – Στο ουσιαστικό γλούν-jeαλβ.σικ., και γλούρ-ι για το σύνηθες γjούνje, ή γjούν-ι = γόνυ, γούνυ, το λ εμφανίζεται ως επενθετικό γράμμα, το οποίο συναντάται συχνά στην ρουμανική γλώσσα : πχ. plierdu = perdo, clieptu = pectus(βλέπε AscoliSt. Cr. σελ. 78), ακόμα και στο γjούν-ι, δεν υπάρχει κάποια ανάμνηση του κλόν-ις = λατ. clunis, που βέβαια σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Ωστόσο για κάποιες αλβανικές λέξεις θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το λ αντικαθιστά το j ή ότι προκύπτει από αυτό, όπως πιστεύω για το γλούρ-ι, ή γλούν-ι, = γjούν-ι, στο ’νdeλjέ-ιje = ’νdjέσσ-e, συγχωρώ, γκ. nièsse, πάλjα, πτυχή, ρίγα από όπου παλjός, ενώνω, ταιριάζω, κουλτόνje ελληνο-αλβ. αντί για κουjτόιje( Rh. σελ.6 Canz. ) (124). Το επενθετικό λ εμφανίζεται στο σςeλκjίν-ι, το καρπούζι, ή σςελκjι, και σςαλκjί, cf. σικυός, σικυών, και σε κάποιες άλλες λέξεις.

      S 91.  Η αλλαγή στην οποία υπόκειται το λ, ιδίως όταν βρίσκεται μεταξύ δύο φωνηέντων, σε αλβανό-σικελική διάλεκτο, αλλαγή για την οποία έχει ξαναγίνει λόγος για το γ και για το χ, θα συζητηθεί ξανά εδώ : χέεγ’-e, ή χέεχ-e = χέελ-e, ήλ-ος, dέεγ’-e, -χ-e = dέελ-e, νεύρο, μόγ-α = μόλ-α, το μήλο, μήλ-ον, μάλ-ον, βίεχ-e, -γ’-e = βίελ-e, αορ. βόγ’α αντί για βόλα, ξερνώ, cf. βάλ-λ-ω, βλη, βολή, σνσκρ. gal, στάζω, ρίχνω,  vi-gal, ξεχειλίζω κτλ. ( CurtiusII.60 ), βγ’ά-ι, ο αδελφός = βλά-ι : και στην αρχή της λέξης γ’έμb-e = λέμbe, λέμβ-ος. Αυτό συμβαίνει και στις λέξεις που προέρχονται από την ιταλική γλώσσα, όπως bαγ’άτ-e, σικελική balata, ή πέτρινη πλάκα. – Αλλού έχω αναφέρει παραδείγματα της ίδιας αλλαγής στην αττική διάλεκτο : μόγις = μόλις, και που στην Ν. Τ. αλβ. συναντάται το πάγενε, ξανά, που αναφέρεται στο πάλιν, με ε αντί για ι και το ε στο τέλος. – Στην αλβανική της Ελλάδος, έπειτα το λ, σε παρόμοια θέση, μετατρέπεται σε β, όπου σέβ-e = σέλ-e, ή σίελ-e, έλ-ω, αφαιρώ, φέρω, dόβα, αντί για dόλα, βγήκα, από το ρήμα dάλj-e, βγαίνω, cf. δάλ-ος, δήλ-ος (125) δηλ-όω κτλ., γjάβ = γjάλ-e, ή γjάλ-e, αλβ.σικ. γjάχ-e, όπου η μόλις αναφερθείσα μετατροπή φέρνει την αλβανική λέξη κοντά στην σανσκριτική ρίζα giv, giau, κσςίβ, ή κσςίφ      ( β = φ ), συμβουλή, γνώμη, αντί του κοινού κσςίλ, καλύτερα κeσςίλ-e, cf. consil-ium, αρχ. cosil-ium λατ. Αυτή η εναλλαγή συμφωνεί στην συγγένεια μεταξύ του λ και του j.

      S 92. Συναντήσαμε το λ σε κάποιες λέξεις παραπάνω να είναι γράμμα επενθετικό, όπως στο dαλσςίρ-e, φιλία, αγάπη, ιταλό-αλβ., από το ρήμα dούα, μετοχ. dάσςουρ, ’νdeλγό-νje αλβ.σικ. = ’νdeγjό-ιje ( στο οποίο θα αναφερθώ στη συνέχεια ), αλλά πιο συχνά το ρ (126) : dίργjεμe = *dίκjεμe, ή *dέκjεμe, για τον Hahndέργjεμe, cf. τέκομαι, τίκ-τ-τομαι ( όμως στο dέκ, ή dέγ, βλαστάρι, γιός cf. τέκ-ος, τέκ-νον, το ρ δεν έχει θέση ), μjέργουλα, το σύννεφο, μjέγουλα, eνdρελίξe αλβ.ελλ. = εντυλίσσω, απατώ, αργjιρίμ-e, αλβ.σικ., αγjeρίμ-e τσκ., ή αγjeνίμ-e γκ. ( σκοδρ. gninim ), νηστεύω, ίσως συγγενικό με το λατ. je-jun-ium, με το α αντί του je ή από α στερητικό ( πα αλβ.) και γjέδα, τροφή (127), ή γjèρι αλβ.σικ., η σούπα, φρασςούλε-jα = φασούλιον σύγχρον. ελλ., σύμφωνα με τον Hahn χρησιμοποιείται και για την φάβα. Αλλά τα δύο ρευστά λ, ρ, αποτελούν συχνά και επιθέματα στις καταλήξεις            (σελ 81) των ουσιαστικών, και ορισμένες φορές μέρος αναφαίρετο του ουσιαστικού ή του επιθέτου ως προσθήκες που μπορούν να παραμένουν σε κάποιους σχηματισμούς, πχ. bί-ρ-e, ο γιός, πληθ. bίιjee, οι γιοί, θηλ. bί-jα, γjίρ-ι, και γjί το στήθος, κτλ. Αλλά για αυτά και τα άλλα επιθέματα θα αναφερθώ αλλού. – Για την αναίρεση του ρ υπάρχει ακόμα και κάποιο άλλο παράδειγμα, όπως κeσςτέρ-e, χριστιανός = κρeσςτέν-e γκ. το αναφερθέν κjέθ πιθανόν = *κjέρθ, βέεσ-e δροσιά = Fέρσ-η, σνσκρ. varsha-s( βλέπε Boppl. c. σελ. 56 ), σςκjύειje = σςκjίερe, σςκjίρe, σκίζω, σςκρίεje, -νje, και σςγρύιje που έγινε ζςύειje, λερώνω, ( cf. χράω, χραίνω, χρίω ), bουbουρίσe = βορβορύζω.

      S 93. Εξετάσαμε την ευκολία με την οποία το λ γίνεται φωνήεν, ή j, και ίσως με αυτή του την ιδιότητα σχετίζεται η αλλαγή που αυτό το διαρκές υφίσταται στην κρητική διάλεκτο σε υ, στην αρχή ή στη μέση της λέξης ιδίως μετά από το α, ή το ο, πχ. στο αύκα = άλκα, αλκή, ολκή, έτσι ώστε εύκολα να καταργείται πλήρως. Υπάρχουν παραδείγματα αναίρεσης του λ στην αλβανική γλώσσα πολλά μέσα στις λέξεις όπως ούκου, αντί για ούλκου αλβ.σικ. ή ούλjκου = ο λύκος, λατ. lupu-s, σνσκρ. varka-s, χέκουρ σίδηρος, συγκρινόμενο με χαλκός, *χέλκορ στην αιολο-δωρική, χέκ-e, χέκj-e, τραβώ, αντί για χέλκ-e, ή χέλκj-e = έλκ-ω, Hέλκ-ω, επομένως το αλβ. φουκjία (128), η δύναμη, αποδεικνύεται συγγενικό με το ουλκή = ολκή, ή αλκή, κρητικό αυκά, ενώ στην αρχή προτάσσεται το δίγαμμα Fαύκα,, cf. λατ. fulc-i-o.

      S 94. Τα άλλα δύο ρευστά μ και ν, ή ρινικά, υποβάλλονται και αυτά στις αντίστοιχες μετατροπές. Το μ εμφανίζεται τόσο στενά συνδεδεμένο με τα χειλικά b και π, ώστε συχνά να αντικαθίσταται από αυτά, και πολλές φορές έλκονται μεταξύ τους. Δεν χρειάζεται να πούμε πως το ν γίνεται μ μπροστά από τα χειλικά.

      Το ν έλκεται εύκολα από το οδοντικό d, όπως αυτό αναπτύσσεται εύκολα στην αλβανική γλώσσα κοντά στο ν : αλλά σε αυτό διαφέρουν η γκεγκική από την τοσκική διάλεκτο, καθώς στην γκεγκική, ιδίως στην βόρειο-δυτική ( σκοδρ. ) το d δίπλα στο ν αφομοιώνεται περισσότερο με το ρινικό που συνήθως διπλασιάζεται μπροστά από φωνήεν ( βλέπε και Ηahn, σελ. 20-21 ), όπως ’ννές στη θέση του ’νdές, = δέζ-e, ννέ αντί για ’νdè κτλ., ή αντικαθίσταται απλώς από το ρινικό καταργώντας το d : νήνdουρ γκ. κεντρ. αντί για dήνdουρ τσκ. μετοχή του dήνde χώνω, πιέζω, νασςτί = νdασςτί, ή τασςτί, για τάσς, τώρα, αμέσως, νέζ = δέζe, νοπάκ = ’νdοπάκ-e, τουλάχιστον, ( νe-dο-πακ ), νρέκje = ’νdρέκj-e, τακτοποιώ, ( εν ) νe-dρέκj, νιέκ-ι = ’νdjέκ-e, διώκω, cf. ιώκω, διώκ-ω, εν-διώκ-ω (129) κτλ. Στην τοσκική συνηθίζεται να προφέρεται το d όταν βρίσκεται κοντά στο ν, και ακριβώς εκεί το αντικαθιστά ορισμένες φορές με κάποιο φωνήεν όπως στην ελλ. λέξη αν-δ-ρός = αν-έ-ρος, στην γαλλική tendre, από το λατ. tener : πχ. στο προαναφερθέν άνdeρ ( ή άνdρe ), κεντρική γκ. ήνdeρ τσκ. (ήνdρe ) = όναρ, κρητ. άναρ, δήνdeρ = ανήρ, ανδρός, με το οποίο θα μπορούσε να σχετίζεται το ουσιαστικό ’νdέερα ή ’νdέρι, νέερα ή eννέερα, και eνdερία γκ., τιμή, cf. ανδρεία, ανορέα, και νίερ = ανήρ, ή νιέρι, καθώς και το λατινικό neron, και onor (130), θούνdeρ, cf. θέναρ, ρήνde = ράνe (131), νdίε-ιje, αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, σκοδρ. νίει, ή ’ννίει, σε σύγκριση με το ελλ. νόε-ω ( *νοιέω ) εν-νοέ-ω (132), eνdjές,  -σσe, συγχωρώ, αποδέχομαι, = σκοδρ. ννιέσ-ι, -σσ-ι, cf. αινέ-ω : ή άλλες φορές το ν κολλά μπροστά ( σελ. 82 ) από το d, όπως στο μουνdάσςe, για μουdάσςe, μετάξι, cf. μετάξ-ι-ον, μέταξ-α, άνde, χαίρομαι, cf. άδομαι, ανδάνω (133). Όμως είναι πολύ πιο συχνό φαινόμενο στην τοσκική και στην γκεγκική το d να προστίθεται στο ν, παρά το αντίθετο : καθώς και αντίστροφα είναι συχνή η αναίρεση του d, ή η αφομοίωση του με το ρινικό στην βόρειο-δυτική γκεγκική. Ορισμένες φορές η γκεγκική αντικαθιστά απλώς το ν με το d, και το ίδιο κάνει η τοσκική με το οδοντικό αντί του ρινικού, πχ. deμbρόνje = αλβ.σικ. = νeρbρόνje, νιγjόι, γκ., dιγjόι τσκ., ακούω, υπακούω, αντί για  ’νdeγjό-ιje, από νde, σε, και *γjό-ιje, ανάλογο με γjέγjε-μe, αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι κτλ. cf. κοέ-ω ( Ησίχιος ) κοά, κοF, όπου α-κού-ω, παρακ. α-κήκο-α, ρίζα σνσκρ. kav, λατ. cav-eo ( Curt. I 121 ). Για να ανακαλύψουμε ωστόσο την πραγματική αρχική μορφή των λέξεων χρειάζεται να ανατρέξουμε στην φιλολογική κριτική, καθώς και οι δύο διάλεκτοι εισάγουν δικές τους συνήθειες εις βάρος, θα έλεγα της ετοιμολογικής μορφής, των λέξεων.

      S 95. Η αύξηση της ρίζας των λέξεων μέσω του ν, όπως και του μ, συνηθίζεται και στην ελληνική : πυνθάνομαι, πυθ, λαμβάνω, λαβ, βένθος, βάθ-ος, λειχμάζω, λειχ, έτσι όπως και η εισαγωγή του d ειδικά στην λατινική : tendo = τείνω, vendocf. veneo, και στην γαλλική tendre, gendre, κτλ. Παρόμοια συμπεριφορά με αυτήν της αλβανικής στην χρήση του dκαι του ν, υπάρχει και στις ιταλικές διαλέκτους, όπως annamo = andiamo, quanno = quando ( 134 ) : και αντιθέτως η προέλευση του d από το ν εμφανίζεται στην σικελική sindi, αντί για senne, δηλαδή sene, sindiveni, seneviene, και στην καθομιλουμένη της Τοσκάνης ’ndella, αντί για nella, ’ndel αντί για nel, ή ακόμα η προσθήκη του n, όπως στην ναπολιτάνικη ’ndoveγια dove, σικελ. menzu για mezzo, και ως πρόθεμα στο nèsciri σικελ. =  escire, nabisso = abisso, τοσκάνικη, και ninferno = inferno, όπου παρόμοια παραδείγματα υπάρχουν στην αλβ.σικ. νήνdeρ αντί του τσκ. ήνdeρ, γκ. άνdeρ που έχουμε αναφέρει κι άλλες φορές. – Αλλά το ν προστίθεται και μπροστά από τα λαρυγγικά όπως στο προαναφερθέν τυγ-χά-νω, στο μογγός = μυκ-ός ( Ησιχ. ), και στην λατινική, pango, pag, tango, tag, και άλλα. Σχετικά με αυτό σημειώνονται στην αλβανική τα παραδείγματα μούγγ-e,  μουγγός = μυκ-ός, μογγός, dραγγό-ι ( -ούα ) = δράκω-ν, σπαρήγγje, και ακόμα στην νεοελληνική σπαράγγι-ον, αρχ. ασπάραγγος, λjαγγό-ι, cf. λαγώς, ελλ. λαγκόνι = λαγόνι ( Stier. n. 28.), μουγγρίσ-e, μουγγρίζω, με το παρενθετικό ρ αντί για *μουγγίσ-e, cf. μυκάο-μια, τρόγκeλί-je, και τροκeλί-ν’e, δέρνω, χτυπώ, μιέγγουλα = μjέγουλα, ομίχλη, ( Rh. 59. ), μαλeγγjέ-ιje, συγκινούμαι, συμπονώ ( ελεώ ), που κατά τη γνώμη μου πρέπει να αναφέρεται στο μαλακός, μαλακεύω, μαλακιάω κτλ., ( cf. επίσης μeλάγα = μαλάγα ) με την έννοια του γλυκαίνω την ψυχή και την κάνω να ενδίδει στην ευσπλαχνία : *μαλeκjέ-ιje = μαλeγγjέ-ιje ( 135 ). Αδυνατώντας να παραδεχτούμε τη μετατροπή του λαρυγγικού γ σε μ, όπως στην ρουμανική, lamn-a, legno, βαλδαρ., lamneδάκο-ρουμάν. ( βλέπε AscoliSt. Cr. σελ. 58 ) cf. ιταλ. lalegna, στην αλβ.σικ. λέξη γλούμσς-e, ή γλούμσς-ιτe, κοινό με γjούμσς-ιτe, κjούμσς-ιτe, κjούμσς-τe, που σημαίνει γάλα, θα μπορούσε να δει κανείς την εισαγωγή του ρινικού, συγκρίνοντάς το με τη ρίζα της αρχ. ελληνικής γλάγ, γλάγ-ος, γλάξ, διαδεδομένο ως γάλα, ακτος, αλλά το ρινικό ( σελ.83 ) θα έπαιρνε τον ήχο του μ λόγω της μετατροπής του δεύτερου λαρυγγικού από *γλούγκ-ς, ( γλάκ-ς ) γλουνκ-ς, γλούμτς, τέλος γλούμσς-ιτe, -ιτ, με την κατάληξη τe, σαν ουδέτερο  ( = γλούμτς-ιτ cf. *γλαγ-τ *γαλακ-τ ) : προστίθεται το παράδειγμα της αλβ.σικ. νήγκe, όχι, = νήκe, ή νούκe.

      S 96. Η εναλλαγή ανάμεσα σε δύο ρευστά ρινικά μ, ν, αν και δεν είναι κανονική, βρίσκει πολλά παραδείγματα από την ελληνική στην σανσκριτική, ιδίως στο τέλος των λέξεων, όπως στις καταλήξεις των αιτιατικών σε ν, σνσκρ. m, και σε πολλές λέξεις που σχηματίζονται με αυτήν την παραλλαγή, όπως βαίν-ω ρίζα gam, ire, ην-ία jam, και στην αρχή, νέφ-ος = megh-as, ( βλέπε Curt. II. 120, κ.ε ), cf. αλβ. νjέγουλ-α = μjέγουλ-α, ελλ. νύσσω = α-μύσσ-ω, cf. αλβ. νισςτέρ-ι, το νυστέρι, κατά προσέγγιση *νυστήρ : έτσι το επίρ. πρεμίς, με πρόσωπο στο χώμα, με ρήμα πρεμίσe, κτλ. ( Rh. ), γενικά ρίχνω, ταπεινώνω, αναποδογυρίζω, θα πρέπει να θεωρηθούν = πρηνής, πρηνίζω, μολονότι ο Hh. που γράφει  πeρμbύς-τe, τα σχετίζει ( κατά την γνώμη μου άσχετα ) με bούζe, και πέρ. Στην αλβ.σικ. έχουμε πeρμίς = πρεμίς όπως στην ελληνο-αλβ. – Όσο για το bστο πeρμbύς ισχύουν όσα ειπώθηκαν για τα χειλικά. – Ομοίως υπάρχουν παραδείγματα σε άλλες γλώσσες : γαλλ. rien = rem λατ.,  ten-ebrae λατ., ρίζα tamσνσκρ.( Curt. II. 35, 58, 121 ) : αλλά πιο σύνηθες και σύμφωνο με κανόνα φαίνεται το πέρασμα από  mσε nσε κάποιες ρουμάνικες διαλέκτους, είτε στην αρχή, είτε στο εσωτερικό της λέξης : furnice = formica, nielu, κοινό ως mielu, αρνί, cf. μήλ-ον ελλ.,  nju για meu, δηλαδή μου, δικό μου ( Diez. I. 344 ), και άλλα  μεταφράζει ο Ascoli στο op. cit. στην σελ. 58-9, 77.

      Για την αλβανική θα αναφέρω κάποιο άλλο παράδειγμα όπου έχουμε μ αντί για ν, όπως θρόμ γκ., και φρόν, αντί για θρόν τσκ. = θρόνος, ρέν-eγκ., ρέμ-e τσκ., πλαστός, ψεύτης, ρέν-α γκ., ρέμ-ια τσκ., ψέμα, απάτη, ( error λατ., έρρ-e σκοτεινός, αλβ. cf. και ακόμα ερεμ-νός, σκοτεινός ), σςeμ-το-je, σςeμπτό-ιje, στην αλβ.σικ. σςeν-το-νje, χαλώ, παραποιώ, μετοχή ι σςeν-τούαμe, άσχημος, δύσμορφος, γκ. σςεμ-τούμe, και σςουμτούμ-e : σςeν-το-ιje πιθανόν σχετίζεται με το σίν-ω, σιν-τός, σίν-της ( 136 ), όπως από το πούν-e γίνεται πουνe-τόιje.

      Aλλά το ν στο τέλος των λέξεων στην αιτιατική, εν. αριθμού, αντί για το αρχικό μ είναι σύνηθες στην αλβ. και στην ελλ. μαζί με άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. Κατά την μετατροπή του μ σε ν, ακόμα και στην αρχή της λέξης, για την οποία έχουν ειπωθεί κάποια παραδείγματα, εξηγείται η θηλ. αντωνυμία νjά γκ., μία, όμοιο με το τσακώνικο νιά, αντί για μία της κοινής ελλ. ( MullahGram. σύγχρ. ελλ. ), νέρι γκ., ’νdέρι, και νjέρι, έως ( επίσης και νjέρα, και dέρι ) ίσως καλύτερα αν γράφεται νjέρρι, ή νέρρι, θα μπορούσε να σχετίζεται με το μέχρι με αφομοίωση ή κατάργηση του χ, όπως στο τοσκικό βjέρρι αντί για βjέχρι, πεθερός, νόκρ-e, μικρός, αλβ.σικ. σε μικρ-ός (137) : το ουσιαστικό dέλε, το πρόβατο, εάν υποθέσουμε στην τοσκική μορφή νdέλε, μια προαχθείσα μορφή *νέλε, ή ννέλε, λόγω της ευκολίας που προαναφέραμε σχετικά με την εναλλαγή μεταξύ dκαι ν, θα μεταφράζονταν στην ελλ. μήλον, όπως το ρουμάνικο nielu. – Το μ και το ν, ενωμένα σε μν τα βρίσκουμε στο μνία, μνίζα, η  μνήμη, η ανάμνηση, και μνιμόρε-α, το μνημείο, cf. μνεία, αλλά πιο πολύ στο τέλος, ή εντός της λέξης, καταργείται το ένα όπως στο γρεμίσe και γρομίς, ή γορρομίσσe, cf. κρημνίζω, γκρεμίζω, θάν-e= θάμν-ος, σςτάμ-e = στάμν-ος, ή στάν-e, πρίμ-ι (σελ. 84) πρύμνα. Βέβαια ο ήχος μν δεν είναι πολύ αρεστός στην αλβανική, καθώς ούτε ο κτ, και πτ, στους οποίους αναφέρθηκα παραπάνω (138).

      S 97. Το ν στην αλβανική συχνά υπόκειται στο να μαλακώσει σε νj = gniιταλ. μπροστά από φωνήεν, αυτό που συμβαίνει ακόμα μερικές φορές στην προφορά της νεοελληνικής : επομένως έχουμε στην αλβ. νjί γκ. ένας, νjè τσκ., *έν-ς, ένα, νjέρι, ή  νjερί ο άνδρας, ανήρ, nar, νjόχ, γνωρίζω, cf. nosco, γι-γνώσκω. Έπειτα, λόγω  ομοιότητας μεταξύ των ήχων νj και νγj, συχνά αυτοί εναλλάσσονται, πχ. στο νjέρα, και ’νγjέρα, μέχρι, νjίζε αλβ.σικ. και ’γγjίζε, νωρίς, cf. εγγύ-ς, κοντά ( υπενθυμίζω άφαρ ελλ. αμέσως = άφeρ αλβ. κοντά ), νjάλe σκοδρ., ’γγjάλ-e αλβ.σικ., αναζωογονώ, από το επίθ. γjάλ-e, ζωντανός.

      Παρόμοιο μαλάκωμα του ν, συναντάται και στις ελληνο-λατινικές γλώσσες, όπως στην ιταλική ragno, aranea, bagno, balneum, linea, γαλλ. ligneκτλ., ή κατάργηση, istituto = institutumκτλ.

      S 98. Λόγω μιας ανάλογης κατάστασης στο λεγόμενο μαλάκωμα του ν, το τελευταίο γίνεται φωνήεν ι, ή αντικαθίσταται από αυτό. Τέτοια μετατροπή ήταν πολύ συχνή, όπως είναι γνωστό στην αιολική, πάις = πάς = *πάνς, παντός, μέλαις, *μέλανς κοινό ως μέλας κτλ. : για την αλβ. υπενθυμίζω σςέιτ-e = santus, san-c-tus, μούτια, από μούντeή μούνde ( απαρέμφατο me-muit, σκοδρ. ) που εξετάσαμε αλλού. Αλλά οι ήχοι ι, j, και νj, λόγω μιας αξιοσημείωτης εναλλαγής, πολύ συχνά αντικαθίστανται μεταξύ τους στην αλβανική, ιδίως από την γκεγκική στην σύγχρονη τοσκική διάλεκτο, και από αυτή στην πιο παλαιά ιταλο-αλβ., για παράδειγμα ζόνjα, η κυρία  τσκ., γίνεται ζόια στην γκ. σκοδρ., και γενικά όλα τα ρήματα σε –gnστην γκεγκική του Πάτερ DaLecce, -νje, στην ιταλό ή ελληνο-αλβανική, γίνονται –ιje( ιγ ) στην τσκ. και ι στην σκοδρ.

      S99. Για το μ και το ν, ως καταλήξεις θα αναφερθώ ξεχωριστά. Αλλά το ν συγκεκριμένα προτίθεται συχνά στην αλβανική, είτε ως πρόθεση εν = νe, είτε ως απλή ενίσχυση, με ένα ιδιαίτερο τρόπο μπροστά από τα χειλικά και από τα λαρυγγικά, και ορισμένες φορές μπροστά από τα ισχυρά οδοντικά, και μεσαία, ενώ πολλά είναι τα παραδείγματα που έχουμε αναφέρει μέχρι τώρα, όπως ’γγρή-ιje, ’μbά-ιje, -νje, ’νdά-ιje, -νje, ’μbλέθ-e, ’γγjίπ-e κτλ. Ως απλή ενίσχυση, που θα μπορούσε να ονομαστεί και ανόργανη προσθήκη, πρέπει να θεωρηθεί πχ. το ’γγάχα, που σημαίνει όπου, αντί για κάχα = κα ( κα δωρ. = πη, ή πα ), γκά = κά, αλβ.σικ. καθένας, ρίζα ka, σκοδρ. κα-νjί, καθένα, -ας, ελλ. έ-κα-στος, ( cf. αρχ. ινδ. eka-s, ένας ), και σε κάποιες άλλες λέξεις.

      S 100. Αλλά ίσως περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ευκολία με την οποία στην αλβανική το ν γίνεται ρ και αντίστροφα. Αυτή η μετατροπή συνηθίζεται πολύ από την γκεγκική στην τοσκική διάλεκτο και πολλές φορές γίνεται βάσει κανόνα. Έτσι για παράδειγμα στα ουσιαστικά που καταλήγουν σε ν, ή νία στο πρώτο πρ., τελειώνουν σε ρ, ρία στο δεύτερο, οι παθ. μετοχές σε –ουν, -ν αυτού, καταλήγουν σε –ουρ, -ρ γενικά σε αυτό. Έτσι σε πολλές λέξεις στην γκεγκική έχουμε ν στο εσωτερικό ενώ στην τοσκική προφέρεται ρ : άνεζα γκ., άρεζα τσκ., η μέλισσα, ρίζα πιθανόν σνσκρ. an φυσώ, από όπου άν-εμος (159), ean-imus ( ή άρ, χρυσός ? ), μeνί = μeρί κτλ. Αναζητώντας το αρχικό διαρκές, ανακαλύπτουμε ότι πολλές φορές και οι δύο διάλεκτοι έχουν το ρ σε λέξεις που εάν ανατρέξουμε στις αρχαιότερες μορφές των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών θα έμπαινε το ν : πχ. στο επίθ. ι ρί-ου, το νέο, θυλ. ε-ρέ-α, ή ε ρέ-jα, η νέα ( νεί-ος ), σνσκρ. nav-as, λατ. nov-us πιθανόν στο φρύ-ιje, πνέω, ελλ. πνυ, πνεύ-ω, πνέ-ω. Αλλού στην γκεγκική υπάρχει το ν, ενώ φαίνεται ότι θα έπρεπε να βρίσκεται το ρ, όπως στο ζάν-ι, τσκ. ζήρ-ι, η φωνή, ελλ. γάρ-υ-ς, γήρ-υ-ς, σνσκρ. gir, βλαζeνίσς-τeαντί για το τσκ. βλαζeρίσς-τe, όπου σωστά παρατηρούσε ο Bopp ( op.c. σελ. 36 ), πως το ρ έχει βαθιά ρίζα στην σνσκρ. bhratar = ελλ. φράτωρ, λατ. frater, γjάν-e, ευρύς, τσκ. γjέρ-e, γjήρ-e, σνσκρ. uru-s, αρχ. ινδ. varu-s, και τα μόρια της ελλ. ερι, αρι (140) ( Curt. I. 61-2, 311 ), σςπνέ-τα-κe, ή σςπeνέ-τ-κ, στην τσκ. σςπρέ-τα-κ, αντί για σςπρέκ-τe : ( σπλήν ) cf.σπλάγχν-ον (λ = ρ) σπλαχ, με το τ ένθετο στην αλβ. ως ενίσχυση, ή κατάληξη ( βλέπε S 84.). Έτσι για τον πληθ. πολλών ουσιαστικών που παίρνουν την κατάληξη ρα στην τσκ., και να στην γκ., σωστά παρατηρήθηκε από τον ίδιο τον Bopp ( σελ. 57 op. c. ), πως η πρώτη συμφωνεί με τους ελληνικούς σχηματισμούς σε ηρ = αρ, ηρε-ς, κτλ., και όχι η δεύτερη. – Αντιθέτως η τοσκική έχει συχνά το ρ, εκεί όπου σύμφωνα με την ετοιμολογία θα έπρεπε να βρίσκεται το ν : πχ. στο βέρ-α, το κρασί, γκ. βένα, ή βέενα cf. Fοίνος = οίνο-ς, vinum, σςπάργαρ-e, αλβ.σικ. είδος γυναικείας κάπας, cf. σπάργαν-ον (διαφορετικό από το σκjέπ-ι, το πέπλο), dράπeρ = δρέπαν-ον, dόκρ-α, ή dόκeρ-α, η κνήμη, ή το καλάμι του βραχίονα, και των ποδιών = δόκαν-α, ή με μετάθεση σε δόνακ-ς (ξ) : για την έννοια αντιπαραθέτουμε καλήμe, το κόκαλο του βραχίονα, (βλέπε S 50.) : γρούρ-ι, το σιτάρι, ή το όσπριο γενικότερα αντί για γρούν-ι γκ., cf. granumλατ., το ελλ. ρήμα γραίν-ω, η αλβ. μετοχ. γράν, ή γρήν, ι τήρ-e, ευρύς, ολόκληρος, γκ. ι τάν-e, cf. τανα-ός, τείν-ω, ρίζα ta, βρέ-σ-τα, ή βeρέ-σςτα (-ι), γκ. βενέ-σςτα, ή βέν’σςτα, το αμπέλι, από βέενα, βέρα, λέρρ-e, ή λέρ-e, το χέρι, γκ. λάν-e = ω-λέν-η. – Όπως στην γκ. ορισμένες φορές αντίθετα με την τάση που έχει προς το ν βρίσκουμε το ρ τσκ. : πχ. στο ι ρί-ου, στο οποίο μπορεί να προστεθεί το βeνέερ, πίκρα, χολή, τσκ. βeρέερ, cf.  λατ. venen-um (141), έτσι στην τοσκική μπορεί να βρεθεί κάποιο παράδειγμα με ν αντί του αρχικού ρ : γαβν-άρ, περήφανος, αλαζόνας, γαβνί-α, αλαζονική περηφάνια, αλβ.καλαβρ., cf. γαύρ-ος. Αυτό όμως δεν είναι παρά μια σπάνια εξαίρεση, ενώ συνηθέστερο, και διαδεδομένο στη  τοσκική σε αντιπαράθεση με την γκεγκική είναι η μετατροπή του ν σε ρ είτε στο εσωτερικό είτε στο τέλος των λέξεων. Εκτός αυτών που ήδη αναφέραμε υπάρχουν πολλά παραδείγματα στην Γραμματική του Hahnσελ. 16. Ωστόσο παρόμοια παραδείγματα υπάρχουν στην ελληνική και στην λατινική, από τα οποία αναφέρω δώρ-ον = λατ. don-um, πλήρ-ης = plen-us, μάρ-α (142), man-us, όπου η ελληνική φαίνεται να προτίμα την χρήση του ρ, όπως η τοσκική,  ενώ η λατινική διατηρεί όπως και η γκεγκική το αρχικό ν.

      S 101. Πως το ρ στην αλβανική είναι συχνά παρενθετικό, όπως γνωρίζουμε το ίδιο και για την αιολική διάλεκτο της Κρήτης, το έχουμε σχολιάσει και παραπάνω : υπενθυμίζουμε, dί-ρ-γjεμe = τίκ-τ-ομαι, φρασςούλι, ( ja ) = φασούλι ( βλέπε S 78.), βeσςτρόιje = beσςτόιje, (σελ. 86 ) παρατηρώ, κοιτώ, cf. λατ. visitò. – Μια άλλη ιδιότητα του ρ που πρέπει να σχολιάσουμε είναι η εύκολη μεταφορά του, ή μετάθεση, στο εσωτερικό, ή στο τέλος των λέξεων ( βλέπε HahnGr. σελ. 17 ) : έτσι ώστε όλα τα ουσιαστικά πχ. σε eρ μπορούν να τελειώνουν και σε ρe, δήνdeρ, ή δήνdρe κτλ.

      Αυτό το διαρκές επιπλέον αφομοιώνει εύκολα τα άλλα σύμφωνα, κυρίως τα βουβά: πχ. στο αρρέ-ιje, -vje = αρκέ-ω ( *εjω ), αρκώ, φτάνω, αρρί-ου, η αρκούδα, cf. *άρκ-ος, ( άρκ-ιος ) = άρκτ-ος σνσκρ. àrksa-s, μάρρ-e, παίρνω, μάρπ-τ-ω, κjιβαρρίσ-e, ή  κjεβαρρίσ-e, κυβερνώ, θεραπεύω, θρέφω : κjεβαρρίσ-ου, αλβ.σικ. stasano, δηλαδή περαστικά σου : cf. κυβερνά-ω, σκjεπάρρ-e, το τσεκούρι, σκέπαρν-ον, φου-ύρρe ο φούρνος (143). Αλλά στο πjέσσe, ή πιέσe, τμήμα, το ρ φαίνεται να παραχωρεί τη θέση του στο σ ( cf. pars, φάρσ-ος ), ή ακόμα να καταργείται.

      S 102. Αξίζει τώρα να εξετάσουμε το συριστικό σ και τις μετατροπές του. Το σ σπανίως βρίσκεται στην αρχή της λέξης σε τονιζόμενη συλλαβή. Από τα ελάχιστα παραδείγματα μνημονεύω σίελ, ή σέλ-e = έλ-ω, σίπερ, ή σίπρ-e = ίπερ αιολ., κοινώς  υπέρ, λατ. super. Ορισμένες φορές αντιστοιχεί και με το θ, όπως για τους Δωριείς ιδίως στην Λακωνία, ή σπάνια δίνει τη θέση του σε αυτό, όπως είδαμε εξετάζοντας τα οδοντικά. Συχνότερα μετατρέπεται σε τ, στο εσωτερικό, στο τέλος και κάποιες φορές στηναρχή της λέξης, όμως στο εσωτερικό και στο τέλος είναι σίγουρο και συχνό το φαινόμενο. Πράγματι συμβαίνει κανονικά σε κάποιες καταλήξεις ρημάτων σε ς, ή σe, όπως φλάς, δεύτερο πρ. και φλέτ τρίτο πρ. (144) κτλ. – Αλλά πρέπει πάνω από όλα να αναφέρουμε πως στην αλβανική προφέρεται πρόθυμα σς = sciιταλ. αντί για σ, ή σσ : πχ. σςόχ, που είδαμε και αλλού, σςούμ-e, πολύ επίρ. και επίθ., cf. sam, sam-amσνσκρ., και σύν = ξύν πρόθεση, ξυν-ός επίθ., για τις πρωταρχικές μορφές *σύμ, *συμ-ός, ή *ξύμ, *ξυμ-ός, και το λατ. sum-mus ( βλέπε και Curt. II. 120-21 ), σςκjάδe, -δι, ( σύγχρ. ελλ. σκιάδι ), ψάθινο καπέλο, σςτίζ-α το δόρυ, cf. στίζω, σςeνdέτα = sanitas, -tis, σςeρbέιje, λατ. servio, σςèμbλ-e, ή σςέμeλ-e, ρήμα σςeμλέιje, μοιάζω = λατ.  similis, cf. ομα-λ-ό-ς, άμιλ-λα, ρίζα samaσνσκρ., άμα, simul (145) ( Curt. I. 286 ), σςκό-ιje, περνώ, πηγαίνω : cf. σχέ-ω, με αυτή την έννοια κατά την γνώμη του Crispi, εγώ όμως πιστεύω πως θα πρέπει να σχετίζεται περισσότερο με το σχά-ω, σχά-ζ-ω, που σημαίνει ανοίγω, επιτρέπω σε κάτι να περάσει, ή περνάω, με τέτοιες ανάλογες σημασίες, ενώ για το σχέω, *σχήμι, στην αλβ. έχουμε κάμe: σςκάς, -σε, γλιστρώ, παρόμοιο με το σκάζ-ω, σκαι-ός κτλ., σςόκj-ι, ο σύζυγος, σςόκ-ου, ο σύντροφος, cf. soci-us, σςούα-ιje, σβήνω = σοά-ω ( Ησίχ.), και σβέ-ω σνσκρ. cvas, πεθαίνω κτλ. (βλέπε Curt. II. 146), κι στο τέλος των λέξεων : βέσς = ούας, ούς, μίσς, κρέας, cf. μύς ή μυώδης σάρκα, με το οποίο σχετίζεται ίσως και το μουσςκe-νία, ο πνεύμονας, ρία, στη μέση άσςτι, = οστέ-ον, σνσκρ. ashti, κeρσςί-α, η κερασιά, κέρασ-ον, μάσςκουλ-e = λατ. mas, mas-culus, άσςπeρ = asper, και το ρήμα ασςπeρό-ιje, λjeσςό-ιje, αφήνω κάτι ελεύθερο, ελευθερώνω,  cf. το αρχ. λίσσο-μεν = εάσωμεν ( Ησύχιος ) ( και το λατ. laxo?), μέσςα, λατ. missa, μeσςό-ιje, είμαι ασήκωτος, βαραίνω, cf. μάζα, λατ. massa, και πολλά άλλα παραδείγματα. ( σελ. 87 )

      S 103. Το σ, όχι απλώς μόνο του αλλά και μαζί με το ψ υπόκειται εύκολα στο λεγόμενο μαλάκωμα : πχ. στο πσςέφ-eγκ., ή φσςέχ-ε τσκ., κρύβω, cf. ψέφ-ας (Ησύχ.) έρεβος, πσςί-je, και φσςί-je, σκουπίζω, καθαρίζω = ψή-ω, ψά-ω, πσςίκεζ-α (υποκοριστικό) η χρυσαλλίδα, ή το κουκούλι, cf. ψυχ-ή, και σε άλλα παραδείγματα. Ομοίως το ξ υπακούει συχνά σε αυτήν την αλβανική συνήθεια, και σε πολλές περιπτώσεις προφέρεται σς (146), όπως στο ασςούγγ-ι, το ξίγκι, αξούγγιον, οξύγγιον, στο ρούσς, ρώγα, ρώξ, κουκούτσι ρώγας και ρώγα, bόσς-τe, πύξ-ος, jάσς-τe, έξ-ω : στο  άσςκ-α, το ξερό ξύλο γκ., = αξ-ός, το δάσος, μακεδ. ( Ησύχιος ), άσςeαλβ.σικ. (Crispiop. c.p. 161), και με μεταφορά του σκ, στο  bάσςκ (147) επίρ., cf. πάξ, διατηρείται ξεχωριστά το κ, ενώ γενικά συγχωνεύεται με τον ήχο σς ή τα, ή χάνεται όπως καμιά φορά το π στο πσς, για το οποίο υπάρχουν ξεκάθαρα παραδείγματα τσςίερ = σςίερ στη θέση του σςκjίερ, που είδαμε και αλλού, τςέφ = πσςέφ, φσςέχe, τςίρις, ή τσςιρίς, ξύνω, τρίβω, cf. ξυρίζ-ω, ρίζα ξύ-ω, σςίje, αλωνίζω,  cf. ψαίω, ψιά, ψιάζω κτλ., σςeρτίνje αλβ.σικ. =  πσςερeτίje τσκ., στενάζω, και σςeτίje ( Hh.) cf. ψαίρω, ψαινύττω, και ψίθυρος, ψίθος με συρίττω, και συμπληρώνω το σςιάι ( σκοδρ.) στενάζω. – Η μετατόπιση που μόλις ανέφερα ήταν συχνή στην αιολική δίχως το μαλάκωμα του σ, όπου σκένος = ξένος, σκίφος = ξίφος (148) κτλ. : και στην αλβανική έχουμε σκjενία, η ξένη χώρα, cf. ξενία, σκομολία αλβ.σικ. αντί για ’ξομολογία, η εξομολόγηση, νέα ελληνικά.

      Ο ήχος σς, που είναι πολύ αρεστός στην αλβανική γλώσσα, αντιστοιχεί συχνά στο ελληνικό διπλό σσ, που επίσης μετατρέπεται σε ξ, πχ. στο διξός = δισσός, ενώ και το μονό σ και το κ αλλάζουν σε ξ, όπως στο ξύν = σύν, ξυνός = κοινός, ίξον βοιωτ. = ίκον, είξασιν = είκασιν, κλαξώ δωρ. = κλείσω. Αναφέρω εδώ τις παραλλαγές του σ, κ και ξ γιατί εκφράζουν την συγγένεια μεταξύ των ήχων και στην ελληνική, έτσι που στην αλβανική συμβαίνει, λόγω προτίμησης στο μαλακό συριστικό σς, να αποδίδονται μερικές φορές με αυτό. Ωστόσο το ξ συναντάται σε κάποιες λέξεις, όπως ξές, -σe, χτυπώ, ηχώ, cf. ξέ-ω, ξίστρ-α = ξύστρ-α ελλ., στλεγγίς, άξeμe, γρήγορος, ικανός, άξιος, ή άξe, και αξί-α το αφηρημένο, cf. άξιος, κτλ., = εξουσί = εξουσία, με κάποια λέξη πιο σύγχρονη.

      S 104. Το αρχικό σ μπορεί να είναι ένα γράμμα ενίσχυσης, αλλά τις περισσότερες φορές παίζει το ρόλο πρόθεσης, και πιθανόν το ίδιο το εξ, όπως σε πολλές ιταλικές λέξεις από το λατινικό exγίνεται s : πχ. s-pando από ex-pando, s-tendo από ex-tendo, κτλ. Τώρα, για τις μετατροπές που προαναφέραμε, το προειρημένο σ συχνά προφέρεται σς, και λόγω ομοιότητας που έχει με τον ήχο τς = ιταλ. ci συχνά μετατρέπεται σε αυτόν, όπως ήδη αναφέραμε παραπάνω : πχ. σςπό-ιje, και τςπό-ιje, σςτάνe, σκοδρ. το κτήνος = τςτάνe, cf. κτάνος δωρ., κτήν-ος, πάασςe, και πάτςe, κτλ. Και φυσικά το σ ή σς, μπορούν εύκολα να περάσουν από όλες τις διαβαθμίσεις του συριστικού που συνδυάζεται με οδοντικό (149), δηλαδή τς, τσ, dσ, dς, και ζς ( βλέπε HahnGr. σελ. 21., και Diz. σελ. 29 στις σημειώσεις ). Αξιόλογα παραδείγματα του σ να προφέρεται τα, είναι τσίτ-εμeαλβ.σικ., χορταίνω, ( σελ. 88 ) τρέφομαι με αφθονία, τσίτ-eστην ενεργητική, cf. σίτ-ος, σιτέ-ω, -εύ-ω, τσίπερ = σίπερ, τσφίν-α, η σφήνα, ή σφύνα, ελλ. σφήν-ος, dσάρρε, επίρ. ( = σύρδην ), από όπου το ρήμα dσαρρις, παρασύρω, cf. σάρος, αυτό που σαρώνει ή που σέρνεται στο έδαφος, ρήμα σαρ-όω, και εδώ υπενθυμίζω τη σάρισσα, το μακρύ μακεδονικό δόρυ, τσίτσ-α, ο μαστός = σίσ-α, που είδαμε παραπάνω. Υπό την επίδραση του ρινικού το σ γίνεται dσ, στο ’νdσίερ, βγάζω, αποσπώ, αποκτώ, ( σκοδρ. ) dσίερ, ή τσίερ, όταν αφαιρείται το ρινικό πρόθεμα, cf. σύρ-ω. Το ίδιο συμβαίνει ορισμένες φορές μετά από την πρόθεση πèρ = πέρ στο σ αλλά και στο τς να παίρνουν τον ήχο του τσ, λίγο διαφορετικό από το dσ, όπως στο πeρ-τσίελ-e, καταπίνω, και πeρ-σίελ, πρe-τσίελ, ή πeρ-τσίeλe, συνοδεύω, δίνω την άδεια, στέλνω μακριά, καταδιώκω ( σκοδρ. ) : αυτά τα ρήματα αναφέρονται στο απλό σίελ που είδαμε ήδη παραπάνω ( = σέλω ), και επί τη ευκαιρία υπενθυμίζω το αττικό προσελείν ( Αριστοφ. Βάτραχοι, βλέπε 730 ), βρίζω, καταδιώκω : ούτε οι άλλες έννοιες δείχνουν να διαψεύδουν την ριζική σημασία του ρήματος : πeρ-τσejό-ιje, ή –λjί-jε, ξεροψήνω, ρίζα τςέελ-e, ή τςέλj-e, ανάβω, καίω, το οποίο ήδη εξετάσαμε : eντσίτ-e, ή ’ντσιτό-ιje, χώνω μέσα, κεντρίζω, αττ. και συντομεύω, cf. λατ. cito, incito, πιθανόν και τσόπ-e (-α), τμήμα, όπου τσοπ-τό-ιje, γκ. σκοδρ., κομματιάζω, όμοιο με το κόπεον, κομμάτι, κοπ-ή, cf. κόπ-τ-ω, καθόσον είδαμε παραπάνω το κ να μετατρέπεται σε τς, παρόμοιο με το τσ, στο οποίο τώρα αναφέρομαι.

      Οι ήχοι dσ, και τσ, μπορεί να εναλλάσσονται και με το ζ : ζjέδe, ζυγός, σνσκρ. jugam, που γίνεται και dσjέδe, από ι ζί (150), μαύρο, δυστυχής, θηλ. ε-ζέζ-e(α) ( cf. οϊζύ-ς, οϊζυ-ρ-ός ) σχηματίζεται το ρήμα ’νdςί-νje αλβ.σικ. ή ’νdσί-je ( Ηahnντζίγ ), αμαυρώνω, ’νdσή ( ’νdζή ), γκ. ’νdσάν, καταλαβαίνω, αντιλαμβάνομαι, από το απλό ζή, ζά, ζάν γκ. ( βλέπε S 132. σημειώσεις ), παίρνω, αγκαλιάζω, ξεκινώ, ή αναλαμβάνω κτλ., συλλαμβάνω ( μένω έγκυος ), λούτσ-e(α), η λιμνούλα, ή ο βάλτος, ή και ο λάκκος, και σύμφωνα με τον Hh. Diz. η λάσπη ( cf. λατ. lut-um, -us, ελλ. λύ-μα, -θρον, λούω ), πιθανόν προέρχεται από το λούτe-ζα, και άλλα παραδείγματα που επαληθεύουν το συγκεκριμένο σχόλιο.

      S105. Όσο για το ελληνικό ζ ( αποτελούμενο από σd, ή dσ ), βγαίνει πολλές φορές από το g’, ή από το j σνσκρ., όπως στην ελληνική, έτσι και στην αλβανική, όπου συχνά υπάρχει αντί του ελληνικού γ (151). Είναι παρομοίως εξακριβωμένες οι σχέσεις μεταξύ του ζ και του δ, ή των πρωταρχικών δj, και γj ( Schleicher 177, 189 κτλ., CurtiusII. 190, κ.ε.: cf. S118. ). Δεν λείπουν και παραδείγματα. Αλλά σχετικά με την αλβανική είναι ανάγκη να υπενθυμίσουμε την ευκολία με την οποία όλοι οι ήχοι, που θα τους ονόμαζα συριστικό-οδοντικούς, εναλλάσσονται μεταξύ τους: έτσι dharas, ή gir, είναι γήρ-υς στα ελλ., ζήρ-ι στα αλβ., η ρίζα giv, giau, έδωσε *γjά-ω *δjά-ω, ζά-ω, ( αλβ. γjά-λ ), div, diaus, *δjεύς = ζεύς, διός, το οποίο ίσως σχετίζεται με το αλβ. ζό-τe, ο Θεός, και ο Κύριος,  jugam = ζυγός, αλβ. ζjέδe, και dσjέδe, πιθανόν ζόρρ-e, εντόσθια, πρέπει να σχετίζεται με τη ρίζα  ju, δένω, από όπου το ελληνικό ζώ-νη, ζω-σ-τήρ κτλ., λόγω ομοιότητας, dσή, και dσά, γκ., ή dσάν’ι, γνωρίζω, καταλαβαίνω, μαθαίνω ( διαφορετικό από ζή, ζά, παίρνω, και από ’νdσή, περιέχω ), με το σνσκρ. gan = γνο, γνόω ελλ., ( σελ 89 ) ghar-ma-s, η θέρμη, ζjάρ-μe αλβ.,  jes-an σνσκρ., ελλ. ζέ-ω = ζίε-ιjeαλβ., δέρη = ζέρη, αυχένας, σβέρκος νεοελλ. ζέρκος, και σδέρκος, αλβ. dσέρκ-ου, έτσι και οι λέξεις ζαπe-ρί, η πτυχή, ζαπe-ρό-ιje, ζαρώνω, ζαπe-το-ιje, και ζαπί-ιje, οικειοποιούμαι, καπηλεύομαι, κατακτώ, μπορεί να σχετίζονται με τη ρίζα δάπ του δάπ-τω, δαπ-ανά-ω, σνσκρ. dap-aja-mi, μοιράζω, κτλ., ζορκάς = δορκάς, ζαρκάδι, αλβ. σορκάδ-e. Ορισμένες φορές, μεταξύ φωνηέντων, το απλό σ μετατρέπεται σε ζ : και αυτό είναι κανονικό στις καταλήξεις των ουσιαστικών από την αόριστη στην οριστική, όπως αναφέραμε και αλλού : μαράς, -άζ-ι, αρρώστια, φθίση, cf. μαρασ-μός, bρές, bρέζ-ι, το λουρί, στον πληθ. όπως ’νjέρ-ες, -εζιτe : και στο εσωτερικό στο μιεζdίτα, μιεζνάτα, μεσημέρι, μεσάνυχτα, από το μέσ-e, το μέσο ( cf. μέσι, η μέση, ή το μέσο του σώματος ) : στο ρήμα πeρ-ζίε-ιje, και πeρ-τσίε-ιje, αναστατώνω, ανακατεύω, cf. σείω, περι-σείω, αν όχι ίσως να σχετίζεται καλύτερα με το ζίε-ιje, βράζω, ζέ-ω, λόγω ομοιότητας. Από αυτό το ρήμα με την μετατροπή του ζ σε dς λόγω επίδρασης του ρινικού φαίνεται να προέρχεται από το ’νdσή-ιje, ή ’νdσέν’-ιje γκ., υπερθερμαίνω. Το ζ φαίνεται να γίνεται σ στο πeρ-σιάσe, ζηγιάζω, από το απλό ζιjάσe ( = ζυγιάζω νεοελλ. από το ζύγι-ον ) με αξιοσημείωτη συγκοπή.

      S 106. Μεταξύ των συριστικό-οδοντικών ήχων, ή των συγγενικών τους, θα πρέπει να αναφέρουμε και το ιταλ. gi = ds, και το γαλλικό j= ζς, οι οποίοι γεννιούνται στην αλβ. από τς, σς, και παρόμοια : πχ. dςέτe = τςέτe φυλή, γέννος, cf. coetus, dςέσς-e αλβ.σικ., γδύνω = γκ. σdέσς-e, και τσκ. σβέσς-e, ή dςβέσς-e ( βλέπε Hh. II. 138. ), από βέσς-e, ντύνω.

      Στην σύγχρονη γκ. και τσκ. είναι συχνός ο ήχος ζς αντί για σς, ή ζ : πχ. πeρ-ζςίσe, ψήνω, cf. ζίε-ιje, ζςούρ-ι, και σςούρ-ι, το στάδιο, το χαλίκι, cf. σκίρ-ος, ( που ίσως θα μπορούσε να σχετίζεται με το σαρ-μός, ή με το ξηρ-ός, όπως ισχυρίζεται ο DorsaSt. Etim. σελ. 26.), ζςύε-ιjeΤυραν. ( αναιρείται το ρ, και εισχωρεί το κ στον ήχο ζς, όπως συμβαίνει στο τςίερ, αντί για σςκjίερ ) ή ζςκρύε-ιjeγκ. από σςκρύε-ιje = σςκρίε-νje αλβ.σικ., λερώνω, βρωμίζω, χρί-ω, χραίν-ω. Έτσι, λόγω συγγένειας ανάμεσα σε ζ, και ζς, αναμενόμενο είναι το ρήμα ζςύς, βουτώ, = ζύ-σe, να μην διαφέρει από το δύ-ω ( ζ = σδ ) : όντας συχνή στην αλβ. η πρόσθεση του σ, ή η ενίσχυση του σς, θα μπορούσαμε πράγματι να υποθέσουμε *σ-δύ-ς, ή *σς-dύ-ς, και έπειτα ζςύ-ς, -σe = δύ-ω, -σω, αλλά δίχως την αναγκαιότητα του σ, το ζ και δ πολλές φορές αντικαθίστανται, και επομένως το ζ εύκολα προφέρεται ζς : υπενθυμίζω ζέρη = δέρη, φράζω = φράδ-j-ω, ζεύς = δjεύς, και άλλα παρόμοια παραδείγματα, ιδίως  δυγόν = ζυγόν σνσκρ. jug-am, ζάπεδον = δάπεδον : τόσο περισσότερο στη δικιά μας περίπτωση ώστε να αναγνωρίζεται στο δύ-ω μια σνσκρ. ρίζα ju ( βλέπε Curt. II. 205-6 ). Υπενθυμίζω ακόμα και το προαναφερθέν ζαπeτό-ιje = δάπτ-ω.

      S 107.  Το σ, ή το ς στις καταλήξεις των ουσιαστικών, αν και σύνηθες στην ελληνική αλλά και την σανσκριτική και την λατινική, δεν ήταν αρεστό στην δωρική ιδίως για τους Λακεδαιμόνιους, οι οποίοι έβαζαν στη θέση του το ρ. Στην αλβανική συναντάμε και το ς το τελικό σε κάποιες αντωνυμίες, ή σε ουσιαστικά, να μετατρέπεται σε σς, εφόσον η κατάληξη σε ς καταργήθηκε όπως και στην ιταλική, σε αντίθεση με την λατινική. Επομένως ( σελ. 90 ) η πλειοψηφία των λέξεων που τελειώνουν σε ς, αποκόπτονται, ή μπορεί να παίρνουν το άηχο e στο τέλος. Παρόλα αυτά ίσως θα πρέπει να αναγνωρίσουμε σε ορισμένες αλβανικές λέξεις κάποιο ίχνος της δωρικής συνήθειας να καταλήγουν οι λέξεις σε ρ και όχι σε ς (152) : πχ. στο χέκουρ συγκρινόμενο με το χαλκός = *χέλκορ, σςκλέπουρ, ελαττωματικός, cf. ο κατώτατος, λατ. cloppus από όπου το γαλλικό cloppin, fs. σε bούρ, vircf. φώς = φώρ. Θα μπορούσε ακόμα κανείς να υποστηρίξει την θύμηση αυτής της συνήθειας στις αλβ. παθητικές μετοχές σε τουρ ( της τοσκικής ), που μοιάζουν πολύ με τα ελληνικά ρηματικά σε τος, *τορ, λατ. tus: πχ. σςκρούι-τουρ, ή σςκρούαι-τουρ = scriptus (screh-toumbro), γραπ-τός ελλ., βαρέι-τουρ, βeρέι-τουρ cf. ορα-τός, και παρόμοια. Παρ’όλα αυτά πιθανόν δεν μπορούν να θεωρηθούν ταυτόσημες, ή της ίδιας προελεύσεως, οι καταλήξεις του-ρ αλβ., το-ς ελλ., α λατ., που αναφέρουμε για πρώτη φορά εδώ ( και θα εξετάσουμε παρα κάτω ). Αλλά η κατάληξη ρ, ρe των αλβ. μετοχ. αποδίδεται στην μετατροπή του ν, σε ρ, που συνηθίζεται στην τοσκική. – Το σ, ή το σς, το αρχικό ορισμένες φορές αναιρείται : πχ. στο κjόιje = σγjόιje, πιθανόν σε κjέπρ-α, το καδρόνι της σκεπής ( cf. σκέπη ), κjεπάλ-α, το βλέφαρο, που κατά την γνώμη μου έχει την ίδια προέλευση, σκεπ, skap, καλύπτω

      S 108. Όπως είδαμε για το ξ που μερικές φορές επιτρέπει την μεταφορά των στοιχείων του, το ίδιο συμβαίνει και στο ψ : cf. αιολ. σπέλλιον = ψέλλιον κτλ. Στην αλβανική υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο παράδειγμα, όπως σποβίς, αλβ. σικ., ψοφάω ( για τα ζώα ), σε άλλες διαλέκτους ψόφις, παρόμοιο με το ελληνικό ψοφέ-ω, που στην καθομιλουμένη έχει την υποδηλούσα σημασία : πιθανόν σςπeλάκe, χτύπημα με το χέρι, χαστούκι, cf. ψαλάσσω = *σπαλάγ-ω ( σύγχρ. ελλ. γω = σσω, όπως φυλά-γω, -σσω ). Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι το ψ γεννιέται μερικές φορές από το αυς ή ευς, τόσο στην αλβανική, όσο και στην σύγχρονη ελληνική προφορά, όπως επισήμανε για την ελληνική και ο Curtius, II. σελ. 186., παιδέψω = εύσω. Έτσι έχουμε ’γγjέψ-e, ’γγjέψ-εμe, γεύ-ομαι, γεύ-σ-ομαι, ζέψeje ( DorsaSt. Etim. σελ. 59 ) = ζέψ-e, ije, *ζεύ-γω, ξω, αναιρώντας το κ ή το γ, πάψ-εμe, = παύ-ομαι, παύ-σ-ομαι, αναπαύομαι : κι αυτό ενώ το ελληνικό ψ συναντάται στην αλβανική να διασπάται μερικές φορές σε πσς, ή φσς, και μσς, ή να απλοποιείται σε σς (καταργείται ή μετατρέπεται σε χειλικό), όπως στο ρήμα πσςέχ, φσςέχ, μσςέχ, μτςέφ, και τςέφ, κρύβω, και στο επίρ. πσςέχας, φσςέχας, τσςέφας, κρυφά, ανάλογο με το ψέφας = σκότος, σκοτεινιά, όπου κρυψώνα, κτλ. ή ορισμένες φορές δίνει τη θέση του σε κάποιο άλλο από τα συριστικό-οδοντικά: πχ. στο dσέγ-α, dσεγόιje, ή τσέγα, -όιje, = ψέγο-ς, ψέγω ( βλέπε Rh. σελ. 58 ) : έτσι το επίθ. dσάθουρe, ξυπόλυτος, προέρχεται από το ρήμα dσάθe = σ-bάθe ( bαθ = παδ ), cf. eμ-bάθe, προγενέστερο του στερητικού σ ( σbαθ ) επομένως σb = πς που γίνεται  dσ, dσάθουρe = σbάθουρe ( Hh. dζbάθ = Rh. dζάθ ρήμα ), τσόφeστην γκ. = ψοφ-έω, ιταλ.αλβ. σποβίσe, ψοφίσe.

      S 109. Ένα πολύ σημαντικό αντικείμενο στην ελληνική φωνολογία και επομένως και στην αλβανική, συγκρινόμενη με αυτή, είναι η απόδοση του αρχικού άηχου που στην νεότερη ελληνική αποδίδεται με την δασεία. Στον τονισμό αντιστοιχούσε, ως γνωστόν, το δίγαμμα το λεγόμενο αιολικό F, ή το Η, σύμβολο του άηχου για τους Λατίνους. Και τα δύο αυτά σύμβολα ( σελ 91 ) υπάρχουν σε αρχαίες γραπτές μαρτυρίες : σε κάποιες τουλάχιστον όπου το F βρίσκεται στη θέση της ψιλής, και το Η στη θέση της δασείας, ενώ υπάρχουν και πολλά παραδείγματα όπου τα δύο αυτά σύμβολα εναλλάσσονται μεταξύ τους ( 153 ). Όμως αυτά τα άφωνα της ελληνικής αντιστοιχούν επί το πλείστον στο αρχέτυπο j των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών, που δεν διατηρήθηκε μεταξύ των Ελλήνων, ή στο συριστικό s, ή στο v, ή στο svτης αρχ. ινδ. ( βλέπε Schleicherop. c. I. σελ. 179-84, και αλλού ). Από την άλλη τα F, Η, j, σε πολλές περιπτώσεις τα συναντάμε στην ελληνική να αντικαθιστούν είτε κάποιο φωνήεν όπως το υ, ι, ε, ο, ου, πότε στην αρχή και πότε μέσα στη λέξη , είτε κάποιο σύμφωνο, όπως β, γ, δ, καθώς και μ, σύμφωνα κυρίως με την ιδιοφυΐα της εκάστοτε ελληνικής διαλέκτου. Αυτές τις παραλλαγές εξετάζει εκτενώς ο CurtiusII. στην σελ. 135 κ.ε. op. c. – Τώρα η αλβανική που έχει πολλά κοινά σημεία με τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους, αλλά συχνά πλησιάζει περισσότερο από αυτές τις πρώτες ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, αποδίδει το άηχο με διάφορους τρόπους. Σε πολλές περιπτώσεις συναντάμε το δίγαμμα, F, να προφέρεται β ( στην χρήση της σύγχρ. ελλ. = v ιταλ. ), που αποτελούσε πιθανόν τον πιο κοινό ήχο του αιολικού διγάμματος (154). Αλλά εφόσον τα άφωνα δηλώνουν την τάση να μετατρέπονται εύκολα σε σύμφωνα είτε λαρυγγικά, είτε οδοντικά, ακόμα και χειλικά, συναντάμε στην αλβανική ποικιλία τέτοιων παραδειγμάτων.                                  

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Wednesday the 28th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS