Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 7)

Share

   S 110. Τα παραδείγματα όπου το δίγαμμα αποδίδεται ως β στην αρχή της λέξης είναι τα περισσότερα, τόσο για την ψιλή, όπως το λατ. video = ειδέω, όσο και για την δασεία : βόγeλe, μικρός, *Fόγιλος, μετάθεση του ολίγ-ος] βjέρe, βερeκαι βάρ-e, αναρτώ, κρεμώ, προσάπτω, cf. αίρ-ω, αιωρέ-ω] βjέτ-e, το έτος, Fέτος, έτ-ος] βάλj-e λάδι, = Fέλαι-ον, έλαιον, ελ, ενώ στο ουλί, ελιά ( ελαί-α σύγχρονο ελη-ά ) μπαίνει το ου αντί του Fε, Fα, και παρομοίως στο ουσςκέ-ιje ( ουσςκjίε-ιje ), θρέφω, παχαίνω, cf. λατ. vesco-r, όπως αναφέρω και αλλού : βαρέ-je, ή βeρέ-ιje = Fορέω, ορά-ω] βάπ-e, θέρμη, cf. άπ-τ-ω, ανάβω] βέεν-e = Fοίν-ος] βάρφeρe, ή βόρφενε (155) = Fόρφαν-ος, ορφαν-ός] βέ ή βόο = ώβεον = ωόν, Fώ-ον] βέρbeρ-e, cf. έρεβος] βeσςτρόιje, ιστορέω? (156)] βέρ-α, η άνοιξη = Fέαρ, έαρ] βjέχρ-e = εκυρ-ός] βέσ-e, ή βέσσ-e, το έθιμο (157), γκ. σκοδρ. cf. ήθ-ος, έθ-ος ( σ = θ ) = βέθ-ος, ή Fεθ αρχ., cf. ευέθηκα = είωθα ( Ησύχ. ) ( βλέπε Curt.I. 216-17 )] βέπρ-e, έργο, opus, eris, σνσκρ. apa-s] βάπeκ-e, πτωχός, cf. λατ. νappa, ή opus = *vopus, φτώχεια. Το δίγαμμα μπροστά από το ελληνικό ρ το αρχικό αποδίδεται κατά τον ίδιο τρόπο ως β : στο βρά-ς = ράω, Fρά-ω, ραίω, βράπ, βρέπ, ο έτοιμος, ή ετοιμότητα, η γρηγοράδα κτλ. cf. άρπ = ραπ, με το λατ. ρήμα rap-io, και το ελληνικό ρέπ-ω] έτσι στην αιολ. έχουμε βρόδ-ον = ρόδ-ον, βελέν-η = ελέν-η κτλ.

 

      S 111. Όμως το β είναι ένα χειλικό συγγενικό με το b] και όπως είδαμε μπορεί στην αλβανική γλώσσα να βρίσκεται είτε το ένα είτε το άλλο αντί του ελληνικού β] επομένως και το β σε ορισμένες λέξεις βρίσκεται στη θέση του διγάμματος : πχ. (κατά την γνώμη μου) στο bι, ή bί-ρ-e = βυι-εύς, υι-εύς, υι-ός, (158), πληθ. αλβ. bιj-e = υιέ-ες (σελ.92) ] bρέκ-e = βράκ-η, cf. ράκ-ος] bρέγ-e, βράχος, για το οποίο θα μιλήσουμε παρακάτω] bρέζ-e, η ζώνη, ρέκ-ος ( Ησύχ.) = ζώμα ( κ = γ = ζ )] bjέρρ-e, χάνω σε σύγκριση με το έρρ-ω, αιολ. βέρρ-ω, όπου βέρρ-ης ( Ahrensdor. 46., Hoffmann, Quaest. II. 38, σε σύγκριση με Curt. II.134 ) με αιτιολογική έννοια (159), πιο πιθανό από πέρθ-ω = perdo λατ.] bρέθ, -δe, πηδώ, που μπορεί να σχετίζεται με το ραδ, ραδ-ινός, ευκίνητος, κτλ. αιολ. βραδ-ιν-ός, ( περισσότερο από ότι με το βράσσ-ω, βράζ-ω )] αντιπαραθέτω την αλβ. μετοχ. bρέδ-ουν-ι γκ., με το βράδ-ιν-ο-ς. Άλλες φορές το δίγαμμα, ή η δασεία πάνω στο αρχικό ρ δημιουργεί στην αλβανική μια ενίσχυση σε αυτό το σύμφωνο, που ηχεί σαν διπλό ρρ, εκεί οπού διαφορετικά ο ήχος θα ήταν γλυκός : πχ. ρjέθ = ρρjέθ ( Ηh.)] ρούα-ιje, παρακολουθώ, θεραπεύω = ρρούα-ιje] ρό-ιje, ή ρό-νje = ρρό-ιje, ζώ, είμαι υγιής, cf. ρώ-ομαι, ρώ-ννυ-μι] όχι το ίδιο για ρί, ι ρί, ο νέος] ρέε, το σύννεφο, οριστ. ρέ-jα, όμοιο με έρα, ή έερα, ο αέρας, ο άνεμος, cf. αήρ, ήηρ που έχουν και την σημασία της ομίχλης : ρέε, η σκέψη, με το ρήμα ερέε-νje αλβ.σικ., ρέε-νje, αισθάνομαι, αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ, πρέπει κατά την γνώμη μου να σχετίζονται με το ε-ρέ-ω, ρέ-ω, με το οποίο πιθαν΄ν συμφωνεί το λατινικό reor.

      S 112. Το f = φ στη θέση του ρ με τη δασεία συναντάται στο λατ. frigus, cf. ρίγος, ελλ. Fρίγος] frango, Fράγ, ράγ, ρήγ-νυ-μι, αλβ. ράγ-e, ή ράχ-e, χτυπώ. Από την ίδια ρίζα στην αιολική γίνεται Fρήξις ( Ahrens 33 ) = ρήξις, και βρήσσα στην διάλεκτο της Λέσβου, που σημαίνει ακρωτήριο : το βρήσ-σα = *βρήγ-jα, ( όπως ρήσ-σω = *ρήγ-jω ) συναντά το αλβ. bρέγ-ου, bρέκ, ο βράχος, ο λόφος, που του αντιστοιχεί] και πιθανόν bρίνje, πλαγιά βουνού, πλευρό, bρί-νjα = *bρί-jα ( αντί για bρίγjα ) όπως ζό-νjα = ζό-jα. – Για παραδείγματα με το αρχικό φ αντί του διγάμματος υπενθυμίζω το προαναφερθέν φουκj-ία, η δύναμη, ολκή, ή αλκή, αύκα κρητ. ή Fαύκα] ι φeτέτ-e, ο πραγματικός, αλβ.σικ., που φαίνεται να πρόκειται για μια συντόμευση του φeτέ-τe-μ-ι = (F) ετή-τυ-μ-ος, (F) ετε-ός] φρίκ-e (α), ο φόβος, ο τρόμος, στην αλβ. που δεν διαφέρει απο το ελληνικό φρίκ-η, αλλά θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει πως και τα δύο έχουν κοινή ρίζα το ρίγ-ος] έτσι συναντάμε στην ελληνική φέσπερε = έσπερε αντί για Fέσπερε, λατ. vesper] σφέ=ε, σνσκρ. sva] σφώ = vos λατ., αρχ. tva ( Curt. II. 174-5 ), καθώς είναι αναμφισβήτητη η συγγένεια μεταξύ των δύο ήχων v, και f, από τη φύση τους. Απόδειξη αυτού αποτελεί μεταξύ των άλλων η αλβανική λέξη φκjίνjα, ο γείτονας, φκjινόιje, είμαι γείτονας.

      S 113. Καθώς είναι αναμενόμενη η συγγένεια του π με τα άηχα χειλικά, όπου συχνά τα συναντάμε να αντικαθίσταντο μεταξύ τους, όπως αποδείχθηκε, φαίνεται πως το πύλ-e, αλβ., το άλσος ή αλβ. σικ. πίελ-e, πίλ-e, θα πρέπει να τα ταξινομήσουμε μαζί με ύλ-η, Fύλη] πιθανόν το αλβ.ελλ. ποάρ-e, πουάρ-e, αλβ.σικ. που-γ’-άρ-e, το παραμύθι, το διήγημα, να σχετίζεται με το όαρ-ος. Κάποιο παρόμοιο παράδειγμα του π = F, συναντάμε πράγματι στις δωρικές διαλέκτους όπως είχε παρατηρήσει ο CurtiusII. 176. πάξος = όαξος, και Fάξος] πόλχος, κρητικό, = όχλος. Για το π = φ υπάρχουν επίσης πολλά παραδείγματα όπως σφόγγ-ος = σπόγγ-ος, αμφί = αμπί αιολ., αμφιέσαι = αμπέσαι λακων., εκτός από τις κανονικές μετατροπές κατά τον σχηματισμό των λέξεων. ( σελ.93 )

      S 114. Αν και το πνεύμα αποτελεί συχνά μια προσθήκη στο συριστικό το αρχέτυπο, ή το απλό ή ενώνεται σε sv, ακόμα και στην ελληνική μπαίνει μερικές φορές και το σ αντί του πνεύματος, σέλ-ας cf. έλ-η, σελ-ήν-η, ελ-έν-η, ρίζα svar, λάμπω, ( Schl. I. 181 )] σεπτάς = επτάς] σήθω = ήθω] και σε πολλές λατινικές λέξεις : serpo, = έρπ-ω] sex, = έξ] sal,= άλ-ς, κτλ. Στην αλβανική το συναντάμε ελάχιστες φορές όπως στο σίελ, σέλ = έλ-ω] σίπερ = ίπερ αιολ., υπέρ] σά- je, σέ = ά, ή, ό σνσκρ. sa : στο ουσιαστικό σανό-ι, ( -ούα ), το σανό, συναντάται το συριστικό όπου στην λατινική μπαίνει το f, fenum. Στο ουσιαστικό ζάλ-e, ακροθαλασσιά, από όπου και το αμμοχάλικο ( Hahn ) θα είχαμε ζ = σ, = ‘, από άλ-ς, sal, αν δεν σχετίζεται καλύτερα με το αι-γιαλ-ός ( γj = ζ )] εδώ θα πρέπει να υπενθυμίσουμε το ελλ. ζάλη, ταραχή, με το ρήμα της νεοελλ. ζαλίζ-ω, που βρίσκει αντιστοιχία στο αλβανικό ζάλισ-e, ενοχλώ, σκοτίζω, με το ουσιαστικό ζαλ-ί, -ία, η ζάλη, και το παράγωγο ζαλνίσεμ-e, παραπλανούμαι, περιφέρομαι ( ζαλίσεμ-e ). Σε ορισμένες λέξεις το αρχ. s που στην ελληνική γλώσσα μετατρέπεται σε δασεία, στην αλβανική παρέμεινε μαλακώνοντας σε σς, πχ. σςeττά-τe αντί για σεπτά = επτά σνσκρ. saptan] και ίσως σςί, η βροχή, cf. ύ-ει, ρίζα σνσκρ. su.

      S 115. Η συγγένεια μεταξύ v = F = ‘, και των λαρυγγικών, ιδίως γ = g, έχει αποδειχθεί σε όλες τις ελληνο-λατινικές γλώσσες, όπως και σε άλλες, και το γ θεωρείται ένα από τα γράμματα που αντικαθιστά το δίγαμμα ( CurtiusII. 171, κ.ε.). Σαν παραδείγματα υπενθυμίζω γέμμα = Fέμμα, και γήμα αιολ., ένδυμα, για έμμα = έσμα, ιμά-τιον, ρίζα ες, έν-νυμ-ι, σνσκρ. vas] γέντο αιολ. = Fέλετο, έλετο] γάδομαι αιολ. = άδομαι δωρ., ήδομαι] και στο εσωτερικό αγάτημαι = αυάτημαι, από αυάτη αιολ., = αγάτημαι, επομένως σημαίνει βέβλαμμαι ( Ahrens σελ. 55. Curt. II. 173.). Στην αλβανική τώρα η αντικατάσταση του διγάμματος με γ, ή γjείναι πολύ συνηθισμένη και κάποια από τα παραδείγματα είναι γάζε] γeζόιje] γjίμeσe = ήμισυ-ς] γeκόιje, ηχώ ξανά, σιγοτραγουδώ, κάνω θόρυβο, ηχώ] γαιδούρ-e = γάϊδαρ-ος, νεοελλ., cf. αείδαρος ( βλέπε Stier, Alb. Thiern. n. 39.)] γeλά-τe, μακρύς, cf. ελα-τός, με το ρήμα ’γγeλά-νje, αλβ.σικ., μακραίνω] cf. ελάω] γjάσς-τe = έξ, έξι, σνσκρ. shash] γjάλeπι, το βούτυρο, το λίπος ( cf. άλειφα, Ηάλειφα ), και jαλπe, ( Rh.14. λ. 57.) = jάλeπe] γjάρπ-eρ, cf. ερπε-τον, σνσκρ. sarpas. Σε κάποια από αυτά τα παραδείγματα ( γjάσςτe, γjάρπeρ ) παρατηρείται πως το αρχ. s, ενώ πρώτα γίνεται ηχηρό μαλακό j, έπειτα συμπυκνώνεται σε γj στην αλβανική ( cf. γjούκου, γjύκου, = judexλατ. ] πιθανόν γjèρι, σούπα, με jus, -ris ) ενώ στην ελληνική πέρασε στην ιδιότητα του άηχου την ελαφρότερη με το πνεύμα. Έτσι εύκολα εξηγείται η παρουσία του γj = γ, του αρχικού σε πολλές αλβανικές λέξεις, αντί του πνεύματος ή του διγάμματος, και επομένως λόγω συγγενικής φύσης των λαρυγγικών συναντάμε πολλές φορές κj, ή κ, αντί για γj, ή γ, για παράδειγμα το κjάσσεμe, πλησιάζω, άσσομαι, και άσσον είμι] κjάφ-e ή κjάφφ-e, ο αυχένας, αυχ-ήν, αύφην, ή άμφην αιολ. ( Ηάμφην )] κράχ-e, η πλάτη, η ράχη, Fράχ ή Ηράχ-η. Θα μπορούσε κανείς να σχετίσει το ελληνικό κέλευθος με το ελεύθω με την πρόσθεση του κ : τα λαρυγγικά γ, κ, σαν πρόθεμα τα συναντάμε σε άλλες λέξεις όπως γδούπος, δούπος, κνέφας, νέφος, παρ’όλον που η άποψη των σύγχρονων γλωσσολόγων είναι διαφορετική ( σελ. 94 ) (βλέπε Curt. για αυτές τις λέξεις.). Ωστόσο και οι ιταλικές διάλεκτοι προσφέρουν παραδείγματα λαρυγγικών προθεμάτων, όπως το βενετ. ghera, αντί για era] gamu, στην δίαλεκτο της σαρδινίας, αντί για amo] grapu, σικελ., αντί για apro] και σε κάποιες συναντάμε το b όπως στο σαρδινιακό bocchire, αντί για occidere] bessire, αντί για escire (160)] αλλά και στο γραπτό λόγο υπάρχουν παραδείγματα όπου το v  μετατρέπεται σε gu, ή g, όπως από vastare, σε guastare] από vadum, σε guado] και από vulpes, σε golpe = volpe.

      Είναι γνωστό πως το δίγαμμα συχνά ακούγονταν και στο εσωτερικό μιας λέξης ανάμεσα σε δύο φωνήεντα, όπως ανέφερα λίγο πριν, ιδίως στην αιολική : όFις = όϊς, λατ. ovis] άFηρ = αήρ] αυάτη = αάτη, άτη] νάFος = να-ός, navis, το γνωστό κα-υάξαις του Ησίοδου] αγατημαι = αάτημαι, αFάτημαι. Βέβαια και στην αλβανική υπάρχουν κάποια παραδείγματα όπως το καβάνe αλβ.ελλ. αντί για κά-ανe, απ’ την πλευρά] ογjί-τς-ι, το οικόσιτο πρόβατο, όϊ-ς = όFι-ς = *όγι-ς] το αναφερθέν της αλβ.σικ. πο-γ’-άρε αντί του αλβ.ελλ. ποάρε] η λέξη αγόιje γκ., ενημερώνω, που περιέχει το ουσιαστικό αγό, η μέρα = αFώ-ς = αγώ-ς, ηώ-ς (161). Έχουμε και β = F πιθανόν στους παρακείμενους σε βα. Για το χ ανάμεσα σε δύο φωνήεντα θα αναφέρω το κάχα αντί του κά = κάα τοπικό επίρρημα.

      S 116. Εφόσον στην πραγματικότητα το δίγαμμα ήταν άηχο, που στην λατινική, όπως είδαμε, αρκετές φορές αποδίδεται με το Η, cf. Heros = ήρως, και στις ελληνικές επιγραφές (Η), δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι στην αλβανική γλώσσα ορισμένες φορές αποδίδεται με το χ, ακόμα κι αν δεν υπήρχαν ανάλογα παραδείγματα στην ελληνική. Με το αρχικό χ για το πνεύμα αναφέρω χέλκ-e, ή χέλκj-e, τραβώ αλβ.σικ. έλκω = Ηέλκ-ω] χίπ-εμe, ανεβαίνω, και χίπ-e ή χύπ-e, ανυψώνω, cf. υπ-έρ. Το ίδιο άηχο υπάρχει σε κάποιες λέξεις που στην ελληνική παίρνουν μόνο την ψιλή όπως χέελ-e = ήλ-ος, σίδερο λεπτό και μακρύ ( στην αλβ. σουβλί, στην ελλ. καρφί ) ] χί-ιje, ή χί-νje, αλβ.σικ., μπαίνω, cf. είμι, ιέ-ναι ρίζα jam, σνσκρ. ji-ja-mi ( βλέπε Curt. I. 369), πηγαίνω] χίρρ-α, ο ορός, ορρό-ς, και επομένως το ρήμα χιρρό-σ-e, πικραίνω, ξινίζω, για το γάλα, το τυρί, κτλ. σνσκρ.  sara-s] και μεταξύ της μίας και τηςάλλης μορφής των αλβ. λέξεων, όπως ούνje και χούνje] αρρί-je και χαρρί-je, αλβ.σικ. αρρέε-νje, αρρέ-ιje *αρκέ-jω. Έπειτα όσο για την προαναφερθείσα ενίσχυση του άηχου από ψιλή σε δασεία υπάρχουν πολλά παραδείγματα και στην ελληνική : έτος συγκρινόμενο με το έτος] ίσος = ίσος κτλ., κυρίως στην αττική διάλεκτο ( βλέπε Curt. II. 256 ) και στην επιγραφή της Λοκρίδας που ήδη αναφέραμε έχουμε το παράδειγμα του Ηάγεν ή άγειν = άγειν] έτσι οι Ίωνες αντίστροφα προτιμούσαν την ψιλή στο αιμύλος = αιμύλος] άμμες = ημείς, κτλ. ( Curt. II. 258 ).

      S 117. Έχουμε δει το πνεύμα της ελληνικής γλώσσας να βρίσκεται συχνά στη θέση του ηχηρού j, όπως στο υμείς, σνσκρ. jus΄-ma-t] στο ήπαρ, λατ. jecur, σνσκρ. jakrt] στο ώρα, βακτρ. jare, το έτος, αλβ. χέρα, η ώρα, ο χρόνος, η φορά] ά, ό, σνσκρ. ja, ji] ( βλέπε Schleider 180, κ.ε.). Έχουμε αναφέρει ωστόσο πως στην αλβανική χρησιμοποιείται πολύ αυτό το αρχικό συριστικό, που ορισμένες φορές αντιστοιχεί (σελ. 95) στο αρχ. jκαι επομένως στο ελλ. πνεύμα, είτε στη δασεία είτε στην ψιλή, εξαιτίας της συνηθισμένης αντικατάστασης μεταξύ τους : πχ. στο jέ-τσ-e, περπατώ, πηγαίνω, αλβ.σικ., διακρίνεται η ρίζα ja, ή σνσκρ. i που υπόκειται την αύξηση ενός οδοντικού, όπως στο ι-θ-ύς, ί-τ-ης, συγκρινόμενο με το ι, εί-μι ( βλέπε Curt. I. 369 )] jού, που έχουμε δει, jus-, ελλ. υ-, Ηυ-μείς, *ούσ-μες = ούμ-μες βοιωτ., προγενέστερο *jούσ-μες] jίκ-e, ξεφεύγω, πηγαίνω, φεύγω, ίκ, είκ-ω, ικ-νέομαι, ρίζα αρχ. Fικ, cf. αιολ. γίξαι = χωρήσαι ( IdemI. 105., II. 227-8 ), με το οποίο μπορεί να σχετίζεται και το αλβ. ουσιαστικό βίκ-ου, το γεφυράκι, το μονοπάτι, το καβαλέτο] jές, μένω, κατοικώ, έχει j = v, του αρχ. vas, που αποδίδεται στην ελληνική με το πνεύμα στο ουσιαστικό άσ-τυ = Fάσ-τυ, σνσκρ. vastus, domus ( βλέπε Curt. I. 175 ) (162)] jάσς-τα = εκ-τός. Αντί για jέ-τσ-e και jίκ-e, ιταλ.αλβ., στην γκ. και τσκ. λέγεται έτσ-e, και ίκ-e δίχως το αρχικό συριστικό. Αυτό συνηθίζεται να συμβαίνει ακόμα και σε άλλες , και δηλώνει τις μεταβολές στις οποίες υπόκειται στην αλβανική γλώσσα το λεγόμενο αρχικό συριστικό] από όπου ευκολότερα αντιλαμβάνεται κανείς πως σε πολλές περιπτώσεις δεν παρατηρείται κανένα σύμβολο ελλ. πνεύματος, και πως οι λέξεις έχουν προέλευση από ένα απλό φωνήεν, ενώ σε άλλες φαίνεται πως έγινε κάποιο συριστικό, ή κάποιο άηχο η απλή ψιλή των ελλήνων.

      S 118. Όμως αξίζει ιδιαίτερη μνεία μια άλλη μετατροπή του άηχου στην αλβανική γλώσσα συγκρινόμενη με την ελληνική, και με άλλες της ίδιας οικογένειας. Παρατηρήθηκε πράγματι πως από το j εξελίσσεται εύκολα το γ, και το δ, καθώς και το ζ, και χάριν στην συγγένεια με το πνεύμα συναντήσαμε το γ, και ιδίως το ζ, να παίρνουν συχνά τη θέση του. Αναφέραμε και κάποιο παράδειγμα με το δ, το οποίο αν και στην ελληνική δεν συνηθίζεται να αντικαθιστά σαν αρχικό το j, ή το πνεύμα, στην αλβανική βρίσκεται συχνά σε αυτή τη θέση.  Για τις ελληνικές λέξεις υπενθυμίζουμε δυγόν της βοιωτικής διαλέκτου, και λακωνικής ( όπου έβαζαν πολύ συχνά δ αντί για j, ή ζ] βλέπε Ahrensαιολ. 175, δωρ. 95 ), αντί για ζυγόν, αρχ. jug-am] δωμόν ρίζα ju, κοινό ζωμόν] δή, δά ρίζα ja = dia ( βλέπε Curt. I. 203-4 )] δατέν ( Ησύχ. ) = ζητείν] διώκω = ιώκω ( id. ib. 227 ). Είναι τέλος εξακριβωμένη η συγγένεια μεταξύ των δ, γ, ή δj, γj, με το j, και επομένως με το πνεύμα, ή με το δίγαμμα, και επομένως με το v, και με τα άηχα, για τις μετατροπές των οποίων, τις σχετικές με το jod (j), θα μπορούσε κανείς να συμβουλευτεί τον CurtiusGr. Etymol. II. από σελ. 176, στη 250 (στη συνέχεια για το πνεύμα), και τον SchleicherCompendiumderVergl. Gram. κτλ., για τα σύμφωνα της ελληνικής από σελ. 172-94, σε πολλά σημεία. Ωστόσο συναντήσαμε στην αλβανική το γ, και γj αντί του αρχικού άηχου] όμως, παρατηρήθηκε πως τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να εξακριβωθεί πότε ο ήχος του λαρυγγικού είναι σκληρός και πότε μαλακός, καθώς και άλλων γραμμάτων] και το ίδιο ισχύει για το d, και δ, όπου και ο ένας και ο άλλος ήχος του μεσαίου οδοντικού μπορεί να βρίσκεται αντί του αρχικού άηχου, και των συγγενικών γραμμάτων, ιδίως το γ. Υπάρχουν κάποια παραδείγματα στην αλβανική γλώσσα του γj = dj, και d, όπως djά-jα, και γjά-jα, το κυνήγι, cf. δα-τέν (163)] ’γγjέρι, ’νdjέρι, ή dέρι, έως πρόθεση : το οποίο θυμίζει το ιταλικό ghiaccio, και diaccio] veggo, (σελ.96) veggio = vedo, και άλλα παρόμοια παραδείγματα] και η προέλευση του ζά-ω, ρίζα giv, giau, γjα = δjα = ζ, αλβ.  γjά-λe, ζώ, ( βλέπε Curt. II. 191,-6,-7, και 63. ). Επιπλέον όπως το j ( = γj, κτλ. ), ιδίως στο εσωτερικό της λέξης δίνει μερικές φορές τη θέση του στον ήχο νj, συγγενικό με το ’γγj, γj, και παρόμοια] έτσι είναι ξεκάθαρος ο σχηματισμός των δύο ουσιαστικών ρένjα, και ρέζ-α ( cf. ρός, ρόζ, η διακλάδωση δέντρου, παρά ρώψ, όζος ) = με το ελλ. ρίζ-α, αιολ. βρίσδα, Fρίδ-ια ( Ahrens 34. κ.ε. βλέπε Curt. I. 318 ), από το οποίο προέρχονται, ρeζό-ιje, ή  ρεννό-ιje ( HahnDiz.) και ραζό-ιje, ( από την γκ. ράν’ζe, και ράνje = ρέζα, ρένjα ), ρίχνω κόβοντας από τη ρίζα, και κατ’επέκταση απομακρύνω. Υπενθυμίζω ακόμα το bρέγ, και bρίνjα.

      S 119. Για το d, ή το δ, που ακολουθούν το άηχο, ή τα συριστικά ( που ίσως πρώτα να έγιναν λαρυγγικά ), θα αναφέρω djέρσ-e, ιδρώτας, διάθεση, cf. έρσ-η, σνσκρ. varsha-s, με το ρήμα deρσί-je, ή -νje, ιδρώνω, μεταδίδω διάθεση, cf. και δρόσος ( Curt. I.311.), όπου στην αλβ. δρόσι, -ίσe, ελλ. δροσιά, -ίζω ( διερ-ός, διαίν-ω?)] dέρδ-e, χύνω υγρά, cf. άρδ-ω] dίμbρ-e, χειμώνας, όμβρ-ος, λατ. imber (164)] δήνdeρ ( βλ. S50, nn.), ο σύζυγος, άνδρα] δέλπeρ, vulpes, cf. αλώπα = αλώπη-ξ, θεσσαλ. άλπαρ-ον ( βλ. Stierdiealb. Thiern. n. 22 )] δέσπeρ = Fέσπερ-ος, λατ. vesper ( v = δ, cf. το ιταλ. chiodo = clavus, λατ.) ] deρτό-ιje, ή -νje, τακτοποιώ, διευθετώ, σε σύγκριση πιθανόν με το ορθό-ω, cf. διορθώνω σύγχρ.ελλ. (165)] δjές, -σ-e ( χέζ-ω ) σχετικό με τη ρίζα ja, στέλνω, ελλ. ίη-μι = σνσκρ. ji-ja-mi, δι-ίη-μι = vi-ja, όπου παρατηρεί ο Curtius ( Ι. 39, 369) τη συγγένεια του γραμμ. μορίου vi σνσκρ. με τα vi, ve, di, dis λατ., διά ελλ., που στην δικιά μας περίπτωση θα μπορούσε να επιβεβαιώνεται από την αλβανική. Ωστόσο το προαναφερθέν ρήμα δjέσeμπορεί να σχετίζεται με το ελληνικό χέζ-ω, δεδομένου ότι υπάρχουν κι άλλα παραδείγματα στην αλβανική όπου το άηχο λαρυγγικό χ μπαίνει αντί του d, ή δ, σύμφωνα με την διαδικασία που μόλις ανέφερα, δηλαδή j = γj = χj, και δj ( dj ), d. Σε αυτή την κατηγορία ανήκουν οι παρακάτω λέξεις : djέ, jeri, hja-s, ελλ. χθέ-ς, από μια πρώτη μορφή *ghdja-s = *hdias = *χδjε-ς ( βλ. Curt. II. 243. )] dέρ, ή dέρρ-e, χοίρος = χήρ (Ησύχ.), από όπου χοίρ-ος, λατ. verres, herher-inaceus (166)] djέρρ-e = χέρρ-ος, χέρσ-ος, ακαλλιέργητο έδαφος, σκληρό, από το οποίο προέρχεται και το χέρσ-e, ( βλ. HahnDiz.) άρe, χέρσe ή χjέρσe ( Dorsa ), έδαφος που δεν έχει οργωθεί, άρον, άρουρα χέρσος.

                   

 

                                                               IX.

               Διάφορες τροποποιήσεις των λέξεων στην αλβανική γλώσσα

 

      S 120. Επισυνάπτω τώρα κάποιες λέξεις που δέχονται συγκοπή, αφαίρεση, αποκοπή, και άλλα τέτοια συμβάντα, στα οποία υπόκεινται οι λέξεις στην αλβανική λόγω του χαρακτήρα του ιδιώματος, που από την αρχή της έρευνας, η τάση για αυτές τις μετατροπές δηλώνεται ως ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του. Για αυτά τα φαινόμενα πράγματι θα μπορούσε κανείς να πει πως επιβεβαιώνονται (σελ.97) σχεδόν σε κάθε αλβανική λέξη που συγκρίνεται με τις ελληνικές ή τις λατινικές, και σχεδόν σε όλες όσες έχουν μέχρι τώρα εξετασθεί. Εντούτοις κάποια από τα παραδείγματα που χρήζουν ιδιαίτερης παρατήρησης, ή που αποδεικνύουν μονάχα τα παραπάνω θα ήταν πάντα χρήσιμα στο να μας διαφωτίσουν σχετικά με τη φύση αυτού του ιδιώματος. Και εφόσον ήδη προηγουμένως έκανα λόγο για την ομοιότητα που υπάρχει, κατά την γνώμη μου, σχετικά με αυτό, μεταξύ του αλβ. ιδιώματος και των διαλέκτων της Β. Ιταλίας και της γαλλικής σε αντιπαράθεση με την λατινική ή με την ιταλική, θα ήθελα τώρα να κάνω κάποιες συγκρίσεις. Είναι γνωστό για παράδειγμα πως η αποκοπή των καταλήξεων της ιταλικής ή της λατινικής γλώσσας, είναι ένα από τα πιο διαδεδομένα φαινόμενα σε αυτά τα ιδιώματα : η γαλλική αντικαθιστά κυρίως με το e τελικό το βουβό τόσο στα ουσιαστικά όσο και στα ρήματα, όταν πρόκειται για φωνητική κατάληξη] δημιουργεί διάφορες συλλαβές αποτελούμενες από φωνήεντα ή σύμφωνα στις καταλήξεις που δεν προφέρονται. Τώρα η αλβανική, εκτός από το τελευταίο παράδειγμα που αναφέραμε για την γαλλική σχετικά με τα τελικά σύμφωνα του ρήματος, παρουσιάζει την ίδια τάση για όλα τα υπόλοιπα, καθώς και την αντικατάσταση με το άφωνο e χαρακτηριστικό της γαλλικής. Αν ρίξουμε μια ματιά στις ιταλικές διαλέκτους, φέρνοντας σαν παράδειγμα τους Λομβαρδούς, αυτοί λένε scuptàd, ή schiuptàd, αντί για schioppettata, μειώνοντας μια λέξη τεσσάρων συλλαβών σε δύο, με διάφορες μετατροπές φωνηέντων, και συμφώνων]  fidigo, αντί για fegato, με έντονη μετάθεση, καθώς και με ασυνήθιστες  παραλλαγές γραμμάτων] pass, αντί για appassito, ή passo] και κατά τον ίδιο τρόπο αποκόπτουν από όλες τις παθητικές μετοχές την κατάληξη : servii, αντί για servitor, poduu, αντί για potuto, lava, αντί για lavatoκτλ.] λένε grap, αντί για grappolo] pa, αντί για pane] vedett, αντί για vederti] vestiss, αντί για vestirsi] vorress, αντί για  vorrei] sepulcher, στη θέση του sepolcro] sigur, για sicuro] και προκαλούν και διάφορες άλλες τέτοιες μετατροπές στις λέξεις, σε σημείο που να πλησιάζει η διάλεκτός τους σε αυτήν της Προβηγκίας (167). Παρόμοια χαρακτηριστικά παρουσιάζει το romagnolo στο να συντομεύει, και να μετατρέπει σε μεγάλο βαθμό τις λέξεις, πχ. vgnè, αντί για venne] vgnù, για venuto] selt, για salto] dla, για della] cmand, για comando] csè, για così] vstil, vestilelo, κτλ. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και για την διάλεκτο των Πιεμοντέζων, καθώς και των Γενοβέζων (168). Όμως εκείνο που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ότι υπάρχουν αποδείξεις ώστε να θεωρήσουμε τα ίδια και για την αρχαιότερη ιταλική λαλιά, όπως παρατηρούν οι συγγραφείς που ασχολήθηκαν με αυτή (169)] την οποία σε πολλά σημεία πιθανόν να πλησιάζει η ηπειρωτική ή η σύγχρονη αλβανική.

      Όσο για την γαλλική κάθε λέξη της αποτελεί παράδειγμα της προαναφερθείσας συνήθειας, που της είναι θεμελιώδης, να συντομεύει τις λέξεις, συρρικνώνοντας, και κόβοντας, όπως sur = securus] doux = dulcis] douter = dubitare] titre = titulus] prendre = prehendere] mou = mollis] frère = frater] père = pater, και άλλες αναρίθμητες με έντονες τροποποιήσεις στα γράμματα και στους ήχους. Αυτά τα φαινόμενα, τα γνωστά σε όλους, που θέλησα να υπενθυμίσω ίσως την σωστή στιγμή, κάνουν να φαίνονται λιγότερο παράξενα εκείνα της αλβανικής σε σύγκριση με την ελληνική, ή την λατινική και, κατά την γνώμη μου, (σελ. 98) την διαφωτίζουν. Ούτε θα πρέπει να παραλείψουμε το γεγονός ότι παρόμοια παραδείγματα συναντάμε στα πιο αρχαία ιδιώματα της Ελλάδος, και έπειτα στην σύγχρονη ελληνική γλώσσα. Εφόσον βρίσκουμε κρί αντί για κριθή, δώ, για δώμα στον Όμηρο, καδδέπεσε, αντί για κατά-δε-έπεσε : ήλ αντί για ήλ-ος καταγράφεται από τον Ευφόριο που αναφέρεται στο βιβλίο VIII του Στράβωνα ] αμπέλαγος αντί για ανά-πέλαγος ] αμπνόα, αμπνοία, αμπνοή, για αναπνοή, ( που βρίσκουν το αντίστοιχο ουσιαστικό στην αλβανική αμπνία με την έννοια της ηρεμίας, ειρήνης καλαβρο-αλβ.)] κάββαλε για κατέβαλε, με τόσες ακόμα συγκοπές, και συντομεύσεις, είτε κατά κανόνα είτε κατ’ εξαίρεση. Και στην σύγχρονη ελληνική, την καθομιλουμένη από τον λαό, υπάρχουν πολυάριθμα παραδείγματα, όπως πάμε = υπάγομεν] λέμε = λέγομεν] λές = λέγεις] λέν = λέγουσιν ή λέγουν] άς αντί για άφες] θα, για θέλω να, και άλλα παρόμοια. Τέτοια παραδείγματα συναντάμε και στην αρχαία λατινική καθώς και στα συγγενικά ιδιώματα ] όπου στον Enniocette = ceditecante = canite, krus = carus ] poplus = populus] momen = monumentum ] facul = facultas ] volup = voluptas] famel ( της Ουμπρίας ) = famulus ] και άλλα τέτοια παραδείγματα συντόμευσης.

      S 121. Υπενθυμίζω τώρα τις αλβανικές λέξεις, όπως άμλeή eμλe, ο γλυκός, ( που φαίνεται το ετρουσκικό Emle αντί του Aemili-us ) = αιμύλ-ος] φeτέτe, ο αληθινός = Fετήτυ-μος, Fετεός] ι βόγeλe, ο μικρός = ολίγ-ος] bίε ή bίει, φέρω, για το ολόκληρο  bjέρe ή bjέριje = φέρω, μακεδ. βέρω] βλά = βλά-ζερ = fra-ter, φρά-τωρ ( ιταλ. fra-tello, frà ) ] djάλ-ι, ( Hh.), ή djάαλι, djάγ’-ι ( αλβ.σικ.) = διάβολος ] πέε, ή πέεν’, το νήμα, = πήνη, και άλλα που έχουμε ήδη αναφέρει : και τα ακόλουθα που έχουμε δεί λιγότερο έως τώρα, μjέκρα, το γένι, ημίκραιρα ( αττική ) (170)] ούρα, η γέφυρα, cf. δίφ-ουρα, ή διφούρα = γέφυρα, όπου η πρώτη συλλαβή δίφ = γέφ, ή καταργήθηκε στην αλβανική ή προστέθηκε στην ελληνική ίσως από το δή, γή, ή dva] χνάρe αλβ.σικ. το λυχνάρι, που λέγεται και λjινάρe, ή λινάρ ( και λιχνάρe και χιλνάρe ) πιο πλήρες] δάσκαλe = διδάσκαλος, που όμως στην σύγχρονη ελληνική χρησιμοποιείται και με την αφαίρεση της πρώτης συλλαβής ] γγjίσςτρe και αγγjίστρ-ι, το αγκίστρι ] φίdςα ή φίdςjα, το πρόσωπο, αλβ.σικ., ef-figies, λατ.] φίτσe, από το ιταλικό offizio] δjάτα ή διάτα ή διάττ-α, η διαθήκη (171) ] κάλe = κάβαλλος, το άλογο] πρίφτe ή πeρίφeτe, από πρεσβύτερος, ο δέσποτας ] φκjίνjα, ο γείτονας, με το ρήμα από το οποίο προέρχεται φκjινόιje, vicinus ] παρράισ-ι αλβ.σικ., ο παράδεισο-ς, γκ.σκοδρ. παρρίσ-ι ] ουγγjίλe = ευαγγέλιον ] ή έπειτα από το σίγουρο παράδειγμα του χνάρe = λυχνάρι θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως το ρήμα ζή, ζά, αττ. με την έννοια του λαμβάνω, σχετίζεται με το αρχ. λάζο-μαι, λαμβάνω, ή με το ζέλλω αιολ. = βάλλω, με την έννοια του χτυπώ, αλλά για αυτό το ρήμα θα μιλήσουμε παρακάτω.

      Οι αφαιρέσεις της πρώτης συλλαβής, ή του πρώτου φωνήεντος, είναι οι πιο συνηθισμένες, όπως στο κjίσςια = εκκλησία, (αλβ.σικ. κλίσςα ) ] ’γγρίje = *εγκρυόω, παγώνω ] χαριστίσe ( αλβ.σικ.) = ευχαμιστέω, ήσω, ευχαριστώ ] δροπικjί = ύδρωψ ( υδρωπική νόσος ) όπου δροπικjάσe το ρήμα ] βουλjόιje, και βeλjόιje αντί για αβουλjόιje, από άβουλι ( αύ ) ] μίκ-ου, ο φίλος, μίκjε, η φίλη ] μολοjίσe = ομολογέ-ω, ήσω] σκάρ-α, η εσχάρα ψησίματος ] κονόμ-ι = οικονόμ-ος, ενώ έχουμε νικοκίρ-ι = στην νεοελληνική νοικοκύμι-ς (σελ.99) ο κύρης του σπιτιού] κονομί = οικονομία] κονίσμ-e (α) = εικόνισμα, τσκ. κονdίσμ-e] λουρίje, και ουλουρίje ή -ίνje, ολολύζω.

      S 122. Από τα πιθανά παραδείγματα συγκοπής αξίζει να υπενθυμίσουμε επίσης γjυικόιje, και γjυκό-νje, ή γjουκό-ιjeκαι = γjουικόιje = λατ. judico] πακeζόιje = βαπτίζω ] κουγγό-ιje, επικοινωνώ, cf. κοινωνί-α, -κός, ή ίσως το λατ. communico ? (172)] κουιτόιje, θυμίζω, πιθανόν σχετικό με το λατ. cogito, ενώ μοιάζει ( Crispi ) με το ελληνικό κοτέω] meico-i σκοδρ. = θεραπεύω, στην τσκ. σςιρό-ιje. Στην ίδια την αλβανική γλώσσα μερικές λέξεις συρρικνώνονται ή μειώνονται, καταργώντας κάποιες συλλαβές, όπως πούμb-α = πeλèμbα ( Rh.) ] άρτσς-α, -ια, να έρθω, αντί του άρδεσς-α, -ια, αρτ αντί του άρδeτ ] μόν = μότιν αιτ. ο χρόνος, ζόν = ζότιν, ο κύριος αιτ., και πολλά άλλα που έχουν στο τέλος την συλλαβή τe, αλλά και διαφορετικά από αυτά, όπως ζήν = ζήριν, γjίν, και γjίριν, ού, αντί ούρe, ουρία, η πείνα, που χάνει κάθε κατάληξη, κτλ. Εκτός όμως από αυτό το γενικό χαρακτηριστικό του αλβανικού ιδιώματος συναντάμε συχνά προστιθέμενο κάποιο γράμμα πότε στην αρχή και πότε στη μέση των λέξεων, είτε για ευφωνία, είτε για να δώσει μεγαλύτερη ισχύ στις λέξεις. Έπειτα αυτές αποκτούν εύκολα καταλήξεις που τις συμπληρώνουν ή τις επεκτείνουν την μορφή, και ορισμένες φορές λόγω απλής αναλογίας με άλλες λέξεις του ίδιου ιδιώματος, παρά για λόγους που βασίζονται στην ομοιότητα που βρίσκουν με λέξεις συγγενικών γλωσσών] το ίδιο που εξάλλου συμβαίνει και σε όλες τις άλλες γλώσσες.

     

 

      S123. Οι μεταθέσεις, είτε των συμφώνων, είτε των φωνηέντων, ή των εσωτερικών συλλαβών, είναι από τις ιδιαιτερότητες, εκείνη που πιο συχνά εκδηλώνεται στις αλβανικές λέξεις, όπως βόγeλ-e = ολίγ-ος ] bρέθεκ-e = βάτραχ-ος] έτσι και στο φόρμ-e γκ. = μορφ-ή, μόρφ-α, λατ. forma] σςτeπό-ιje = σςπeτόιje ( Hh ) ] κόνκουλe ( Rh.), ή κούγκουλ-ι, το κολοκύθι, cf. κολοκύν-θη ( *κουνκούλ ) αντί κολκουν = κολοκυν ] θη είναι κατάληξη υποκορ. ( βλ. S 169 ) ] κeλκjέρ-α, και κeρκjέλ-α, -jα, cf. calx, calcareous] τρούμ-α, και τούρμ-α = turba, tormaιταλ. ] φeλτόνje ( Rh.) = λeφτόνje] κουβλί-α = κλωβός, το κλουβί ] πλέπ-ι, η λεύκα cf. populous, poplus ( ίσως και plopus, όπως υποδεικνύει το ιταλ. pioppo )] deρμίσe, και dριμίσe, τρέμω, γέρνω το κεφάλι, κοιμάμαι, cf. λατ. dormi-o, ελλ. δαρ-θ-άνω] deρμόιje, πηδώ κατεβαίνω με βιασύνη, δρέμω (173)] λαβόσ-e, πληγώνω, ή λjαβός, νεοελλ. λαβό-ν-ω, σε σύγκριση με το αρχαίο λωβά-ω, ομαι, εάν δεν σχετίζεται με το βλάβω (174), πιθανόν με το επίθ. ι λάβουρ, ο τρελός] μιλαδέ-α, η αμυγδαλιά = αμυγδαλέα] πορσιλί (-ου) ο ηλιόλουστος = προσήλι-ος] κjεδιοσίν-e στην Ν.Τ. (καινή διαθήκη ?) = δικαιοσύν-η] και regilion, στην αλβ.σικ. αντί για religion-e, όπου εκδηλώνεται η μεγάλη ευκολία με την οποία γίνεται η μετάθεση στην αλβανική γλώσσα. Από τις πιο αξιοσημείωτες μου φαίνεται το βέτουλα ( S 89 ) βeτούλα cf. α-βρούτε-ς = *βeλουτε-ς] βeλjότςκe =  λjeβότς-κe ( cf. velum-? ) ο φλοιός, το τσόφλι του αυγού, η φλούδα του φρούτου, ( και βλjέσγe, και λεβέσγe )] λeβdόιje και βeλdό-ιje, υμνώ, θeρμό-ιje αντί θριμμό-ιje, θρυμματίζω από θρίμμe, τσκ. θeρρίμe, με το πρόσθετο e. Σε άλλες περιπτώσεις συναντάμε την μετάθεση στο διαρκές ρ ( βλ. HahnGram. 14-17.), για το οποίο υπάρχουν παραδείγματα στην ελληνική : κάρτος = κράτος ] βραδύς = βαρδύς κτλ. (σελ.100) και στην απαρχ. ιταλική, gralimare = lagrimare, grolia = gloria, grillanda = ghirlanda, triciolo = citriolo, και άλλα παρόμοια, καθώς και στην καθομιλουμένη, ή σε αρχαίους συγγραφείς. Για την αλβανική στα παραδείγματα που είδαμε προστίθεται το επίθετο που αντιστοιχεί στο cristiano, που γίνεται κερσςτένe, κρeσςτένe, κeσςτένe και γeσςτένeκαθώς αναιρείται το πρώτο ρ, στην γκ.] κeρσςτέρe, κρeσςτέρe, και κeσςτέρe στην τσκ.] όπου συναντάμε μια μοναδική μετατροπή στη λέξη.

      S 124. Από τις προσθήκες των συμφώνων που χρησιμοποιούνται στο σκιπικό ιδίωμα,  αξίζει ιδιαίτερη προσοχή το συριστικό, ή τα συριστικό-οδοντικά, που βρίσκονται συχνά στην αρχή και ορισμένες φορές στη μέση της λέξης, και η κατάληξη, ή το πρόθεμα τα, τe. Αυτό πράγματι συναντάται όχι μόνο στο τέλος των λέξεων που είναι όμοιες με αυτές που το έχουν, καθώς και στην ελληνική, και στην λατινική, αλλά ακόμα και άλλου, πχ. σε κάποιους από τους απόλυτους αριθμούς, όπως γjάσς-τe, σςeττά-τe, τέ-τe, νήν-de ( νήν-τe ) ] στο ουσιαστικό κόπeσς-τe, ο κήπος, το χωράφι = κάπ-ος, κήπ-ος, και σε = bόσς-τe = ύ-ξος, που έχουμε δει] στην πρόθεση ή στο επίρ. jάσς-τe, -τα = έξ-ω, = εκ-το-ς, και σε άλλες λέξεις. Είναι έπειτα χαρακτηριστικό σε μερικές διαλέκτους να προτάσσουν ορισμένες φορές τη λεγόμενη παραγωγική κατάληξη ενοποιώντας την με την λέξη ] όπως στο τήμbλe, αλβ.σικ. και ελλ.αλβ. γλυκός, αντί για ήμbλe, άμλe] και στην κτητική αντ. τίμe για ίμ-e, έμ-e, μου: καθώς θα πρέπει, σύμφωνα με πολλούς, να αποδεχτούμε το επίθ. τjέτeρι, για jέτeρι, συμπεριλαμβάνεται σε αυτές τις λέξεις (175).

      Στο ουσιαστικό σςτeπία, το σπίτι, αλβ.σικ. σςπί-α, το τe φαίνεται να μπαίνει στη μέση, ως ενισχυτικό στη λέξη, που συνηθίζεται από τους αλβανούς : αν και το σςτeπί δεν αποτελεί μετάθεση της σύγχρ. ελληνικής λέξης σπήτι, συγκοπή, απ’ όσο φαίνεται του λατινικού hospitium, και δεν πρέπει να σχετίζεται με στέγ-ος, και στέγ-η] ωστόσο  σςπί μοιάζει περισσότερο με το σπεί-ος, σπέ-ος, το σπήλαιο, το οποίο κάποτε αποτελούσε την κατ’ εξοχήν κατοικία του ανθρώπου. Μια παρόμοια μετατροπή με αυτή που μόλις είδαμε, σςτeπί όμοιο με το σςπί, θα πρέπει να υπάρχει στο απαρχ. λατινικό stlis = lis, litis] stlocus = locus, το οποίο άλλοι ανάγουν στη ρίζα stal, ςτελ (Curt. II.264) : αλλά εφόσον και το ελληνικό τόπ-ος, σχετίζεται με το σνσκρ. sthap-aja-miρίζα sthap, θέτω, τοποθετώ, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει κοινής προέλευσης το αλβ. σςτeπ-ί, ο τόπος κατοικίας, το σπίτι : το οποίο αφήνω να κρίνουν οι γλωσσολόγοι. Τη λεγόμενη παραγωγική κατάληξη στο εσωτερικό της λέξης την έχω αναγνωρίσει στο σςπρέτκ-e, όπου θα μεταφέρθηκε στη θέση του σςπρέκ-τe, καθώς οι αλβανοί στη γλώσσα τους δεν συμπαθούν τον ήχο κτ, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα παρατηρήσεις, ( βλ. S 100 ).

      S 125. Όσο για το σ, ή το σς, και τους συγγενικούς ήχους τς, τσ κτλ. που συχνά μπαίνουν ως προθέματα στις αλβανικές λέξεις, έχω ήδη αναφέρει πως σε κάποιες αυτά αποτελούν απλή ενίσχυση ( ακόμα κι αν πρέπει να λάβουμε υπόψη μας την πιθανή τους προέλευση από κάποια πρόθεση ), όπως στο σ-bίερ, ή σ-bjέρρ-e, και bjέρρ-e, χάνω] σ-bόρ-α, το χιόνι αλβ.σικ.= bόρ-α com., cf. βορ-έα-ς, και το όρος της Μακεδονίας το λεγόμενο Bora] σ-καθάρ-ι = κάνθαρ-ος ελλ. με την αναίρεση του ν] σς-κατά-ρρό-νje, χαλάω, καταστρέφω, αλβ.σικ. cf. κατά-έρρω, ή –ρώω ( ρώομαι )] σ-bάρθ, ή σ-bάρδ-e, ( σελ.101) λευκαίνω, ρίζα bαρδ, -δe, λευκό] τς-φουλκjί-α, η σπιθαμή, μεταξύ του δείκτη και του αντίχειρα, και φeλκjίνj-α (176)] σς-κούρτ-e, ή σς-κούρτουρ, ο βραχύς, ο κοντός, σχετίζοντάς το με το λατινικό curtus, και με το ελλ. κείρ-ω, κερς, κερτ ( κυρτ-ός?) σνσκρ. kars, κόβω, ή kart, στην ρίζα των οποίων συμπεριλαμβάνεται και το αλβανικό κορσέιje, κουρσέ-ιjeή κουρτσέ-ιje, -εε-νje, αποταμιεύω ( αποκόβω ), cf. κέρμα-τα, -τίζω, -τίας, κέρσιμον, κορσόω jon., κουρεύω, κτλ.] σς-κeλκjέ-ιje, λάμπω, από κjέλκje, το γυαλί, με την αυστηρή έννοια της λέξης το ποτήρι, κήλυξ, cf. το σύγχρ.ελλ. υαλίζω, από υαλίον, το γυαλί. Όμως τις περισσότερες φορές το σ, ή το σς, ισχύει, όπως και από την προέλευσή του ως πρόθεση : η οποία, εκτός από τα σύνθετα, εμφανίζεται υπό την μορφή του κά, όπως θα εξετάσω πιο εκτεταμένα παρακάτω ] και σε μερικές φράσεις τςè ( βλ. S 251 )]  στα σύνθετα υπό την μορφή του κ, ή κe, σγ = σκ, τς, σς, σ, μερικές φορές ξε, ξ, με την χρήση στην νεοελλ. (177) : κ-θέ-ιje, ή κe-θέ-ιje ( -έε-νje αλβ.σικ. ), στρέφω, επιστρέφω, μεταφέρω κτλ. = εκ-θέ-ω, τι-θη-μι] κ-θίλ-e ή κe-θίελ-e, ευφραίνομαι, από κ, κe, και θίελ ή θjέλ-e = φjέλ-e, ηρεμώ, κθιλό-ιje ή κe-θιλό-ιje, αστράφτω, της ίδιας ρίζας : τα-κρέφ-e γκ. = σς-κρέχ-e, αλβ.σικ., πυροβολώ, ανατινάσσω, εκ-κρέκ-ω] τα-φάκj-e ή τςe-φάκje, διαδηλώνω, ανακαλύπτω, εκ και φάκjα = facies, cf. εκ-φαί-ν-ω] τς-φρύ-ιje, ή τςe-φρύιje, φυσάω ( τη μύτη πχ.) εκ και φρύ-ιje = πνυ, πνέ-ω] τς-ποδίσεμe, σκοντάφτω, *εκ-ποδίζω, cf. εμ-ποδίζ-ω, -ομαι] σς-κjίερ-e, αλβ.σικ. σκίζω, σςκjίρ γκ., εκ-κείρ-ω (178)] σγ-jέθ, δe, αλβ.σικ. σγ-λέθ, δe, διαλέγω, και διαβάζω, εκ, εξ, λέγω. – Σε πολλές περιπτώσεις όμως το σ, σς, κτλ. αρνητική επίδραση ή αντίθεσης όπως σγ-jίθ com., σγ-λίθ, -δe αλβ.σικ., λύνω, εκ, εξ και ligo, αντίθετο του λίθ, -δe, δένω ( cf. λέγω, συλλέγω, ή *λίδη-μι = δίδη-μι αιολ. = δε-ω, βλ. S 80. nn.)] σ-γjό-ιje, αλβ.σικ., ή νje, ξυπνώ, απόγjού-μe, ούπνος, στηντσκ. κjό-ιje μεπτώσητουσ] σ-βέσς-e, dς-βέσς-e, γδύνω ( αλβ.σικ.dςέσςe ), αντίθετοτουβέσς-e, ντύνω] σ-μούνd-εμe, πέφτωσεαρρώστια, αρρωσταίνω, αδυνατώ, καισ-μούρ-e, οάρρωστος, σ-μούνdα, ηαρρώστια, ήσ-μούνdejα, απόμούνde τσκ., μούνe, μούνεμγκ. Μπορώ, ήδηγνωστό] σς-κjέπ-e, ξεράβωαντίθετοτουκjέπ-e, ράβω, cf. κάπ-τ-ω, κάπω, ( happer,  fr. ) ] σ-bλό-ιje, αλβ.σικ. αποκαλύπτω, κατάλέξηκενώνω, αντίθετοτουμbλό-ιje, eμbλόνje (179), cf. εμλέως] σ-bίλ-e ήσ-bίλj-e καισ-bίλ-νje, ανοίγω, αντίθετοτου μbίλ-νje, ή eμbίλ-e, κλείνω, πλευρίζωκάποιαπύλη, cf. πίλ-νη-μι, εμ-πίλ-νη-μι, πιλ-έω] καθώςκαιπολλέςάλλεςλέξεις.

      S 126. Στο σςκρούα-ιje, -νje(*σςγρούα-ιje), γράφω, το σς φαίνεται σαν δικό του συγκρίνοντάς το με το λατ. scribe, skrabh, αποτυπώνω, σνσκρ., και δεν εμποδίζει το ελλ. γράφω, όπου καταργείται το σ, ενώ έχουμε στην αλβ. κρούα-ιje, διαγράφω, αποξέω ( cf. κρούω ), το οποίο ο Hahn σχετίζει με το σςκρούαιje. Έτσι αμφιβάλλω αν στο σςκούλj-e, -λ-e και τςκούλje, ξεριζώνω, αφανίζω, το σς θα πρέπει να θεωρηθεί σαν ρίζα, όπως θα φαινόταν από την σύγκριση με το ελλ. σκύλ-λ-ω, ή καλύτερα σαν πρόθεση όπως φαίνεται αν το σχετίσουμε με το αντίθετο αλβ. ’γγούλj-e, χώνω μέσα, βουτώ, υποδεικνύει τη ρίζα κολ-εός, περίβλημα, κόλπος, cf. λατ. oc-cul-ere, col-or     (σελ102) ( βλ. Curt.I.172 ) (180). Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και σε άλλες λέξεις. Η αρνητική έννοια του αρχικού συριστικού θα μπορούσε να επαναλαμβάνεται στην αλβ. από το μόριο άς, nè, non, ή σ’, σe καθώς χάνεται το ριζικό α : όμως αν περιοριστούμε στην πρόθεση κά, ελλ. εκ, εξ, λατ. ex, μου φαίνεται πως θα καταλαβαίναμε την αιτία. Και πράγματι το ίδιο πράγμα βλέπουμε να συμβαίνει στην ιταλική, όπου το s το αρχικό, που προέρχεται από το λατινικό exέχει συχνά την έννοια του αρνητικού, αν και πολλές φορές χρησιμοποιείται μοναχά για να ενισχύσει την έννοια του ρήματος, όπως μπορεί καθένας να επιβεβαιώσει. Κατά αυτόν τον τρόπο s-tingoείναι αντίθετο του tingo, s-paroτου paro, s-nodoτου an-nodo κτλ.] ενώ στο s-minuisco, s-mozzo, s-nudo, s-muovo, και σε πολλά άλλα το s δεν έχει άλλη ιδιότητα από το να ενισχύει περισσότερο τη λέξη.

      Τα συριστικά σ, ή σς, σαν απλή φωνητική προσθήκη ( που σε ορισμένες περιπτώσεις θα την έλεγα ενισχυτική, ή ευφωνική ) είτε στην μέση, είτε στο τέλος της λέξης, αναγνωρίζονται από τον Bopp ( DasAlb. etc. σελ. 39 ), όσον αφορά το ασς-του, έτσι, ρίζα α, τe] κeσς-του, κe, τe] και στο μό-ς = μη, ma] άς = α ελλ. aσνσκρ. στερητικό, αν και κατά την γνώμη του ίδιου του Bopp, το σ σε αυτά τα παραδείγματα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι προέρχεται από αντωνυμία. Ομοίως το σς το εσωτερικό φαίνεται να αποτελεί μια φωνητική προσθήκη στο ρήμα πeσςτί-ιje, ή πeσςτύ-ιje, φτύνω, σε αντιπαράθεση με το ελλ. πτύ-ω, προς αποφυγή της συνάντησης μεταξύ του π και τα (πτ) που δεν αρέσει στην αλβανική (181) : και έτσι στο γρούστe, η γροθιά, cf. γρόνθος ( ον = ου ), κοινώς γρόθος, όπου το σς δεν εκλαμβάνεται σαν θ που έγινε σ = σς, σύν την παραγωγική κατάληξη τα : γρούς = γρόθ, ακολούθως γρούσς-τe.

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Saturday the 29th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS