Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 8)

Share

                                                         Σημειώσεις ( Β ).

(1)      Σε ολόκληρο το ΙΙ τόμο ο Curtius, Gr. Etym., πραγματεύεται τις ανώμαλες φωνολογικές μετατροπές στην ελληνική, ή τις σποραδικές. Ο Schleicher,  τον οποίο δίστασα να συμμεριστώ, αναγνωρίζει σχεδόν σε κάθε σελίδα της φωνολογίας αυτό που ισχυρίζομαι.

(2)      Θα ήθελα εδώ να υπενθυμίσω πώς η μετατροπή των ήχων είναι ο κύριος παράγοντας του κανόνα, κοινός για όλες τις γλώσσες, που χωρίζει αυτές σε αρκετές διαλέκτους, συχνά εξαιρετικά ανομοιόμορφες μεταξύ τους, από τις οποίες με το πέρασμα των αιώνων δημιουργήθηκαν έπειτα οι διάφορες λαλιές. Τέτοιες μετατροπές συνέβησαν σε πληθώρα, και μεγάλης σημασίας κατά την περίοδο της μορφοποίησης των νέων γλωσσών, ή της αποσύνθεσης των παλαιών, από τα ερείπια, θα μπορούσαμε να πούμε, των οποίων γεννιούνται οι νέες. Επομένως πολλοί σχηματισμοί λέξεων παραμένουν αμφίβολoι ] καθώς και η προφορά πολλών συλλαβών, έως ότου ένας από τους σχηματισμούς που γεννιέται από την ίδια τη γλώσσα τη θεμελιώδη δεν σταθεροποιείται στη χρήση του, και υπερισχύει πάνω στους υπόλοιπους της ίδιας οικογένειας, είτε λόγω πολιτικής επιβολής, είτε λόγω υπεροχής σε ευφυΐα. Εφόσον για τις αναφερθείσες παραλλαγές των ήχων είναι πολύ δραστικό το κλίμα, οι τόποι, οι συνήθειες και τα ιστορικά γεγονότα του κάθε λαού. Απόδειξη των όσων μόλις αναφέραμε παρουσιάζει η αρχαία και σύγχρονη Ιταλία, όπου το ρωμαϊκό ιδίωμα υπερίσχυσε σε εκείνα των Όσκων, των Ούμπρων, και των άλλων συγγενικών τους ιταλικών φύλων ] όπως για άλλους λόγους στην σύγχρονη εποχή η τοσκανική διάλεκτος έγινε η επίσημη γλώσσα των ιταλών γενικότερα εις βάρος των ιδιαίτερα διαφορετικών υπολοίπων διαλέκτων. Επίσης το ίδιο συνέβη στην Ελλάδα, όπου η αττική διάλεκτος αντικατέστησε σιγά σιγά τις υπόλοιπες αν όχι ολοκληρωτικά, στα βασικά της χαρακτηριστικά, δίνοντας έτσι θέση στην ελληνική αττική της παρακμής, απ’ όπου προήλθε τέλος η νεοελληνική γλώσσα.

 

      Πόση μπορεί να είναι στις πελασγό-ιταλικές γλώσσες, και στην ίδια την λατινική η ποικιλία των ήχων και των σχηματισμών των λέξεων πριν, και μετά την επικράτηση του κλασσικού ρωμαϊκού ιδιώματος, φανερώνεται ξεκάθαρα από τα μνημεία που ήλθαν στο φώς πρόσφατα, και από τους εξαιρετικά διακεκριμένους φιλόλογους. Η επανάληψη, ή καλύτερα η συνέχεια εν μέρει παρόμοιων γεγονότων διακρίνεται στην ποικιλία των σημερινών διαλέκτων της Ιταλίας, καθώς και νέο-λατινικών γλωσσών. Μεταξύ αυτών αξίζει μια διακεκριμένη θέση η ρουμάνικη λόγω των ιδιωματικών ιδιαιτεροτήτων της, επί το πλείστον παρόμοιες με εκείνες της αλβανικής, έτσι ώστε η διάταξη των δύο αυτών γλωσσών, της πρώτης σχετικά με την λατινική, της δεύτερης σχετικά με την ελληνική, μου φαίνεται ότι συμφωνούν με ένα μοναδικό τρόπο από πολλές απόψεις.

      Όσο για τα αρχαία ιδιώματα της Ελλάδος έχουμε πολλές μαρτυρίες,  σχετικά με την μεγάλη ποικιλία, από τους αρχαίους, και από μνημεία που το επιβεβαιώνουν, πέρα από τα γραπτά στις αριστοκρατικές διαλέκτους από κλασσικούς συγγραφείς : και ακόμα και σήμερα αποτελεί απόδειξη αυτού το ότι ομιλείται η τσακώνικη, μια διάλεκτος που δεν είναι κατανοητή από τους υπόλοιπους Έλληνες. Όμως στις υπόλοιπες από τις πελασγό-ελληνικές γλώσσες πρέπει, σύμφωνα με την πιο βάσιμη άποψη, να προσθέσουμε ότι από αρχαίο και γνήσιο υπάρχει στο αλβανό-ηπειρωτικό ιδίωμα, ή σκιπικό ] του οποίου η πιο αρχαία μορφή φαίνεται να σχετίζεται με την ελληνική, παρομοίως ότι για τις ιταλικές γλώσσες ήταν η λατινική. Ούτε δίστασα να αναφέρω το όνομα Πελασγός, παρ’ όλο που αρκετοί από τους επιστήμονες, λόγω της αβεβαιότητας που βασιλεύει, σύμφωνα με πολλούς, σχετικά με την αλήθεια για τους Πελασγούς, αποφεύγουν οποιαδήποτε αναφορά. Παρ’ όλα αυτά είναι απαραίτητο να υπενθυμίζουμε αυτόν τον αρχαίο λαό, κάθε φορά που γίνεται ζήτημα για την αρχαία Ελλάδα και Ιταλία, όντας το όνομα αυτό αναπόσπαστο από τις ρίζες αυτών των δύο, όπως τονίζουν και όλες οι παραδώσεις και οι ιστορίες. Αυτό αληθεύει τόσο ώστε όλοι οι συγγραφείς γενικότερα που ασχολούνται με την αρχαιότητα συμφωνούν με αυτή την ιδέα, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρουμε ονόματα.

      Κατά την άποψη του  Hahn, σύμφωνα με την οποία οι Αλβανοί είναι οι Νέο-Πελασγοί ( βλ. σχεδόν όλο το πρώτο μέρος ιδίως από σελ. 211 – 340 ), το γεγονός ότι η αλβανική γλώσσα συμμερίζεται κατά πολύ το ιταλικό στοιχείο επαληθεύει όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Και πράγματι η σχέση της αλβανικής με τα ιταλικά ιδιώματα την επανατοποθετεί στους αρχαίους Αιολείς, που σύμφωνα με τις μαρτυρίες των αρχαίων είχαν ιδιαίτερους δεσμούς στην καταγωγή και στην γλώσσα  με τους Ρωμαίους, ή τους Λατίνους. Η σκιπική, ή καλύτερα η ηπειρωτική, ήταν ίσως από την αρχή ένας συνδετικός κρίκος μεταξύ της αιολικής και της απαρχαιωμένης λατινικής, που όμως κρατήθηκε πιο κοντά στην ελληνική, όπως ήταν φυσικό λόγω γεωγραφικής θέσης, καθώς και λόγω των σχέσεων του λαού που μιλούσε τη γλώσσα.

(3)      Αυτή η αφθονία ήχων επισημαίνεται και από τον Hahn την οποία και επεξηγεί εκτενώς στην Gramm. σελ. 2-6.   

(4)      Το ουσιαστικό πάτα, η χήνα, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι έχει ειπωθεί έτσι λόγω περικοπής της έννοιας του πτηνού γενικότερα, ποτ-ην-ός, πετειν-ός] όπως και στην αλβανική έχει ειπωθεί το πουλί ζό-κ, ζό-γ-ου ( cf. ζώ-ον ) από την γενικότερη έννοια του ζώου, ( StierAlb. Th.) : και συμφωνεί επίσης η ιδέα ότι pat, pateo, πετάννυμι, θα μπορούσε να προσδιορίζει ( καλύτερα από το padσνσκρ., το πόδι ), ιδικά αυτό το είδος των πτηνών λόγω της ιδιαιτερότητάς τους στα πόδια, όπου ενώνονται με μεμβράνες.

(5)      Αυτή η μορφή που είναι η κοινή της αλβανό-σικελικής, και φαίνεται η πιο σωστή, δεν αναφέρεται μεταξύ των άλλων από τον Stierστο έργο του n. 135. Μαζί με bρέθeκου = βράταχος, βρούχετος, βόρτακος, θα πρέπει πιθανόν να αναφέρει και bρèσςκ-α, η χελώνα, όπως πιστεύει ο Stiern. 138.

(6)      Το βρέπ ( ή βράπe) είναι επίσης ουσιαστικό, όπου μέ-βράπ, και με-βρέπ, σημαίνει με ταχύτητα, και σε μια στιγμή, σχεδόν άμα ροπή, εν ροπή οφθαλμού.

(7)      Σε αυτές τις λέξεις σωστά παρατηρεί ο Bopp ( op. c. p. 3 ), πως η αλβ. διατηρεί το αρχικό α σε αντίθεση με την προτίμηση του ελλ. οστούν, και του λατ. os, ossis, καθώς και του σλάβικου  kostj.

(8)     Ο Bopp, op. c. p. 34 και 84, σημ. 64, αμφιβάλει αν το επίθ. γjέρ-e, ή ι γjήγρ-e αλβ.τσκ., ι γjάν-e γκ. μπορεί να σχετίζεται με το σνσκρ. gurù-s, garù-s, όμοιο με το ελλ. βαρύ-ς από *γαρύ-ς, που σημαίνει βαρύς, αλλά σε εμένα η έννοια φαίνεται πολύ απομακρυσμένη, και έχουμε στην αλβανική ανάλογες λέξεις με αυτή τη ρίζα στο  ουσιαστικό bάρρ-e, το βάρος, στο ρήμα bαρρός, ή, bαρρόσ-e, επιφορτίζω, επιβαρύνω, και σε άλλες λέξεις. Στο επίθ. ευρύ-ς, που σχετίζεται με το σνσκρ. uru-s, από varu-s ( Curt. I. 311.) σε σύγκριση με  var-ija-s, πλησιάζει περισσότερο το αλβ. γjέρ-e, ή γjèρ-e, γjήρ, ιδίως αν σκεφτεί κανείς το varu-s] εφόσον γjβρίσκεται εύκολα στη θέση του διγάμματος  F = v, όπου το γκ. γjάν-e = γjάρ-e, με το γjερ-eτσκ. είναι όμοια με varu-s = ευρύς. Πιθανόν και τα μόρια αρι, ερι ( βλ. Curt. I. σελ. 61 ), έχουν την ίδια προέλευση. Το αλβ. επίθ. γjέρ-e σε αντιπαράθεση με το ευρύς, όσον αφορά το υ του διφθόγγου, συγκρίνεται με το νέ-ος = nava-s, όπου παρομοίως καταργείται το αρχικό v.

(9)      Στην αλβ. σικ. λέγεται  dαλανdρίσςε καθώς μπαίνει το ρ.

(10)                     Στην σκοδριανή έχουμε ακόμα το ρήμα dεννό-ι (-ιje ) με την έννοια του καταδικάζω ] η σημασία του οποίου ταιριάζει και με το dαμό-ιje, και deμeτό-ιje ( Hahn ). Για το dεννόι ( ιje ) θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί το ελλ. dέννος, δεννάζω.

(11)                     Σημειωτέο ότι στην ελληνική υπάρχει και το αχώρ, αν και σημασίας μάλλον διαφορετικής του ιχώρ. Ο Stier, op. c. n. 140, παραθέτει επινοητικά (σελ.105) τη λέξη γjάκ-e στην λατ. sanguis, για το παράδειγμα του γjάρπ-e, γjάρπ-eν = serpens, σνσκρ. sarpas. Όμως δεν κάνει λόγο για τη ρίζα του sanguis ( ίσως san-ies ?). – Όσο για το ιχ-ώρ είναι γνωστό ότι σημαίνει και αίμα, και συγκεκριμένα στον Όμηρο το αίμα των Θεών.

(12)                     Φαίνεται πως αυτό ήταν κοινό στις διαλέκτους της αρχαίας αιολικής. Όσο για την Κρητική βλ. KuhnZeitschriftBand. XIII. Heft. III. 1863 σελ. 212 κ.ε. De inscriptione Cretensi : Lythiorum et Boloentiorum foedus. Scr. Henr. Beruh. Voretzsh. Hal 1862. 33. S. 8. ibid.

(13)                     Hτοσκική λέξη βάλjeυποθέτει το σχηματισμό *Fάλη-ον (fs. βοιωτική) ] η γκ. βόιj ( = *βόλj ) πλησιάζει περισσότερο στο λατ. ole-um, με το ο αντί του ε ή του α.

(14)                     Δεν θα παραλείψω να αναφέρω πως ο Curtius και κάποιοι άλλοι θεωρούν ότι το ύδωρ, υγρός, και udus έχουν διαφορετική προέλευση. Εγώ στηρίζω την δικιά μου υπόθεση που μου φαίνεται πως επαληθεύεται από την αλβανική γλώσσα.

(15)                     Στην ίδια ρίζα με το παγ του πήγ-νυ-μι, λατ. pag, pang, και pac  σε pac-iscor, συνδέονται το αλβ. παιτό-ιjeκαι παικ-το-ιje, πακjό-ιje, συμφιλιώνω, προστατεύω, διαπραγματεύομαι,  cf. οι Έλληνες πακτόω, παγιόω, λατ. paciscor, pactumκτλ.

(16)                     Το ουσιαστικό γομάρe γκ., ο γάιδαρος, μπορεί να θεωρηθεί ότι προέρχεται από το σαγμάριον, = σομάρe αλβ. Ωστόσο είναι αλήθεια ότι μοιάζει με το εβραϊκό ]]][], ο γάιδαρος : αλλά πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε την ελληνική λέξη γόμος, το φορτίο, ( βλ.  Stierop. c. n. 37 ), από γέμω, είμαι γεμάτος : το άρ, άρe στην αλβανική είναι προσδιοριστικές καταλήξεις, όπως θα αναφέρω στη συνέχεια.

(17)                     Σύμφωνα με τον Reinholdσημαίνει και ο κρόκος αυγού που λέγεται   ,, κρόκου ι βέες,, = ελλ. το κροκό του αυγού : κι αυτό από όσο φαίνεται λόγω αναλογίας.

(18)                     Δεν αποκλείεται σε μια τέτοια παραλλαγή να οφείλεται η απόδωση του ελλ. επίρρ. Τάχα, που θα μπορούσε έτσι να σχετίζεται με το τυχόν.

(19)                     Το επίθ. μαλ-α-κός, ant. μαλ-κός, σχετίζεται γενικά με την σνσκρ. ρίζα mla, mollis ( βλ. Curt. I. 29, II. 99 ) ] ενώ στην ίδια ρίζα πολλοί αποδίδουν το λατ. malus, εφόσον η έννοια της αδυναμίας εύκολα συνδέεται με εκείνη του κακός. Έτσι το αλβ. επίθ. λίκ-e, ο κακός, ι λίγ-ου, στην τσκ. και ιταλό-αλβ., στν βόρεια γκ. έχει την σημασία του ασθενής. – Ο  Curtius σχετίζει το mal-us με το ελλ. μέλ-ας με το σνσκρ. mal-as, sordes ( I. 337). – Mε το ελλ. μαλ-κός πιστεύω πως θα πρέπει με κάθε τρόπο να σχετισθεί το αλβ. ρήμα μαλ-κό-ιje, αναθεματίζω, καταριέμαι, εύχομαι το κακό. Επίσης στην ελληνική υπάρχουν τα ρήματα μαλ-κ-έω, μαλ-κ-ιάω κτλ. για την έννοια του αρρωσταίνω, και το ουσιαστικό μαλακία σημαίνει και malattia = αρρώστια.

(20)                     Όμως συγκρίνοντας τραχ-ύς, τέ-τρηχ-α ( Curt. I. 301 ) φαίνεται πως το α δεν είναι της ρίζας.

(21)                     Στο έμεν = τσκ. έμeρ, χάνεται το πρώτο ν, όπως στο σλάβικο imen, ή iman ( βλ. Boppop. c. σελ. 52 ) ] στην ελλ. λέξη όνομα χάνεται το τελικό ν του σνσκρ. naman. – Όσο για το αλβ. έμεν, θα μπορούσε να θεωρηθεί σαν μια μετάθεση του όνομ-α, λόγω των συνηθισμένων παραλλαγών των φωνηέντων = *άναμα = *ένεμ-e, επομένως έμεν : βέβαια η μεταφορά του μ φαίνεται ξεκάθαρα συγκρίνοντας μια άλλη λέξη νάμe, η δόξα, της ίδιας της σκιπικής γλώσσας.

(22)                     Είναι μοναδικό πως και στις τρείς γλώσσες, αλλάζει το γένος αυτού του ουσιαστικού, αφού είναι θηλυκό στην αλβ., αρσενικό στην ελλ., ουδέτερο στην λατινική.

(23)                     Rh. πρ. λεξ. σελ. 57, σημ.,, ’ndrelix, ,, εξηγώντας εμπερδεύω, και αναφέρει τη φράση,, βρέ ισςτe’νdρελίξουρe,, μιλώντας για καλώδιο,, βλέπεις που είναι μπλεγμένο, ή μπερδεμένο,,. Για το παρενθετικό ρ βλ. S 78 nn.

(24)                     Το ρήμα βέσςκ-e θα πρέπει ίσως να σχετίζεται με τη ρίζα του βjέτ-e, Fέτ-ος, το έτος, πληθ. βjέτς-e, όπου βjέτρe, ο αρχαίος, ο παλαιός, βjέτεμe, προχωρώ : από βjέτςe, με την κατάληξη σκ, ή μόνο κ, *βjετςe-σκ, ή *βjετςe-κ, το πέρασμα σε βjέσςκ-e είναι ελαφρύ, εναλλάσσοντας, όπως θα δούμε, εύκολα τς με σς. – Για το ακόλουθο ουσιαστικό γjελπήρe τσκ., ή γjιλπήρe(αλβ.σικ.), γjυλπάνe γκ, θα μπορούσε κανείς να λάβει υπ’ όψιν το γjελ, ή γελ = βελ, από βέλος, βελ-όνη ( ago ), και *πάν-e = πάνη, πήνη, το καλώδιο, το μάλλινο νήμα, ( παν-ίον, το ύφασμα ), στην αλβ. πέν’ γκ., = πέε τσκ. και πήρι, το νήμα, ( = πήνη ), όπου ο συνδυασμός  γjελπάνe, ή γjελ-πήρe θα σήμαινε τεχνοτροπία με ύφασμα, ή με νήμα. Για να δικαιολογήσουμε αυτή την ετυμολογία αρκεί να υπενθυμίσουμε την συγγένεια του β με το γ, όπως στο γλέπω, = βλέπω ] βα, βαί-νω, ρίζα gaσνσκρ. ] και τέλος το ίδιο το βελ, βαλ ( βάλ-λω ) σε σχέση με το σνσκρ. gal, αναβλύζω, κτλ., κάτω από άλλη μορφή το αιολ. ζέλ-λω, και δέλ-λω ( βλ. Curt. II. 60, 61 ) : εκτός όμως από το βέλ-ος μπορούμε εδώ να υπενθυμίσουμε το βήλη-μα, κώλυμα, φράγμα,  Λάκωνες ( Ησύχ.), και με το γ = β, γηλ-ουμένοις, συνειλημένοις ( id.) που σχετίζεται με το Fειλ-ω *γηλ-ω, com. είλ-ω, περικλείνω, σφίγγω, κτλ. ( βλ. Curt. II.127 ), όπου γjελ-πάνe, θα είναι το κουβάρι από νήμα. Για το δεύτερο μέρος –πάνe ή πήρe, πέν’, δεν μου φαίνεται απαραίτητο να κάνουμε λόγο, καθώς η προέλευσή του είναι ξεκάθαρη.

(25)                     Ο Hahnπαραμένει αμφίβολος σχετικά με την σημασία της λέξης τρέβe ( βλ. Dizion. ) : η οποία όμως διαφωτίζεται από το παράγωγο ρήμα τρεβό-ιje, τακτοποιώ, βάζω στο δρόμο, και intr.( αμετάβατο ) καταφέρνω, και λιγότερο από το ελληνικό ουσιαστικό τρίβος, και από την παραλλαγή του αλβ. πρέβe ( με το π στην αιολική αντί του τ ), ο πατημένος δρόμος.

(26)                     Το ρήμα βjέθ, βjέδe, θα μπορούσε να σχετίζεται με το έδω ( ad ) με συμβολική έννοια ( όπως το πeρ-λjά-ιjeσημαίνει και κλέβω, αντί για πλένω ), ή με το vjadh ( Schl. σελ. 17 ), προσβάλλω, ζημιώνω, ή τέλος με την ίδια τη λατινική ρίζα videre, από την οποία προέρχεται το σύνθετο di-videre, που είχε την έννοια του βγάζω, αποσπώ. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε το iduare, που αναφέρεται από τον Μακρόβιο ( Saturnaliβιβλ. I.) όπου στην ετρουσκική είχε την έννοια του dividere, από όπου αυτός θεωρούσε ότι προέρχεται το ουσιαστικό viduaidestdivisa”.

(27)                     Είναι πολύ επινοητική η υπόθεση του Ηahn ( I. 252 ) σχετικά με την προέλευση του ουσιαστικού κjίλ, κjίελ, από γjί = κjί, το στήθος, και ελ, ελλ. έλη η ακτινοβολία, ιδίως του ηλίου, cf. ίλ, ή ύλ, το άστρο, αλβ. Αυτός αναφέρει ακόμα και το ουσιαστικό κυβέλη, κύ και βέλη = έλη.

(28)                     Στο προαναφερθέν ρήμα τρέμe με την αιτιολογική έννοιαθα μπορούσε κανείς να προσαρμόσει το αλβ. ουσιαστικό τρίμe, ο ήρωας, το παλικάρι. Όμως καλύτερα παραπέμπει στο τρύω, ή τρίβω, cf. τρίμμα ( = τρίμeή τρίμμe αλβ. ) που είχε την έννοια του ανθρώπου που είναι αφοσιωμένος στη δουλειά, ή που είναι συνηθισμένος στους κινδύνους. – Εξάλλου το ρήμα τρέμeτρèμbe στην τοσκική, έχει και στην αλβ. τη ενεργ. σημασία του τρομάζω, φοβέω.

(29)                     Το ουσιαστικό ζèμρα, η καρδιά, θυμός, σχετίζεται από τον Boppμε το σνσκρ. smar, θυμάμαι ( op.c.σελ. 85, n. 68 )] και συγκρίνοντας manas = μένος, όπου manyus, η οργή, εξηγεί την έννοια του ζèρμα σε ζeμeρόιje, κάνω κάποιον να θυμώσει, εκνευρίζω, θυμό-ω. Όμως στο σνσκρ. smar μου φαίνεται πως πλησιάζει περισσότερο το ζμίρ γκ., ή σμίρ, η μνησικακία, ο φθόνος, με την ευρύτερη έννοια. – Όσο για το ζèμρα, ή ζέμρα, ζèμeρα = ζέ-μe-να, η καρδιά, εγώ θα μπορούσα να σκεφτώ το ζέ-ω = ζίε-ιje, ζεσταίνω, καίω, που ταιριάζει με την καρδιά, ζεο-με-νη σε μορφή μετοχής. Και είναι αξιοσημείωτο ότι ζèμeρα λέγεται η πιο ζεστή ώρα της ημέρας “ μετά το γεύμα, ή μετά το μεσημέρι”, και οτιδήποτε συνδυάζεται με την κεντρική περίοδο της ημέρας, όπως κεντρική θεωρείται η καρδιά για το σώμα.

(30)                     Σημειώνεται πως επίσης φιλέω στην ελληνική σημαίνει αγαπώ, φιλώ.

(31)                     Έστι δε οινή παρά τοίς Ιωσι μονάς. Πολυδεύκης VII. 204.

(32)                     Παρόμοιες μετατροπές συναντάμε και στην ελληνική : σπουδή από σπεύδω] εξούλα, παρακ. από *εξέλω, εξαιρέω : στα οποία όμως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η επιρροή του υ, ή του διγάμματος, όπως στο έλω = Fέλω] ειλήλουθα από ελεύθω ( βλ. Schl. 55-6.)] ουλαμός, το πλήθος, από ειλέω, είλω, Fελ = σνσκρ. ρίζα var ( βλ. Curt. II. 126-7.).

(33)                     Ίσως και το λατινικό rixor, θα μπορούσε να σχετίζεται με το ελλ. ερίζω, λόγω παρόμοιας αφαίρεσης.

(34)                     Απόδειξη μεταξύ των άλλων αποτελεί η γνωστή λοκρική επιγραφή, που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, ερμηνεύθηκε από τον J.N. Oeconomidesστην σύγχρονη ελληνική γλώσσα, Κέρκυρα 1850, και έπειτα δημοσιεύτηκε από τον Ludov. Ross, Lipsia 1854 : λοκρικής ανεκδότου επιγραφής διαφώτισης υπό Ι. Ν. Οικονομίδου. Διαβάζεται Ηάγεν αντί για άγειν, ή άγειν ] Ηελέστο αντί ελέσθω] Fότι = ότι αντι για ότι ] Fασστός για αστός, καθώς το F χρησιμοποιείται για να δηλώσει την ψιλή, η οποία όμως βρίσκει θέση σε ορισμένες λέξεις που από κοινού έχουν τη δασεία να συμβολίζεται με το Η στην ίδια επιγραφή, καθώς παρατηρούνται και άλλες ιδιαιτερότητες της γλώσσας.

(35)                     Φαίνεται πως οι Αιολείς διατήρησαν πάντα την προφορά “e” στο η, ακόμα και όταν ο ήχος είχε αλλάξει για όλους τους υπόλοιπους έλληνες, ενώ σε αυτόν παρέμειναν πιστοί και οι Λατίνοι.

(36)                     Με τη λέξη μηχανή πιστεύω πως μπορεί να σχετισθεί η αλβ. μεγγjενέ-jα, η βίδα οδηγός, αντίθετο του bουργjί-α, που είναι το αρσενικό της βίδας (ρίζα bούρρ, bούρ, ή πύργ-ος, cf. bίρκj-e? ).

(37)                     Για τη λέξη με την ίδια έννοια γjέλλ-e, που αναφέρεται από τον Hahnστο Dizion., αμφιβάλλω για το αν υπάρχει κάποιο λάθος ή κάποια παράξενη  παραποίηση του γκ. γjέδ-e, γjέδ-α ( =έδ-α-ρ, με το πρόθεμα γj αντί για F ή j ), που είναι ο ακριβής όρος για τη λέξη τροφή, διατροφή, ( βλ. op. spirit. rom.). Εξάλλου αυτή η παραποίηση έχει λόγο ύπαρξης στην μετατροπή του δ σε λ, που συναντάται και σε άλλες λέξεις, όπως ούλe = ούδe, οδός, ούδας. Επιπροσθέτως η λέξη γjέλλ-e που αναφέρεται από τον Hahnμε την έννοια του τροφή, φαγητό, είναι ίσως η ίδια λέξη στην ιταλό-αλβανική με ένα μόνο λ, γjέλ-α, η ζωή, σε σχέση με το επίθ. γjάλe, ο ζωντανός, και με το ρήμα ’γγjάλ-e τσκ., αναβιώνω. Η ρίζα του γjά-λe, σχετίζεται με το giv σνσκρ. = giau όπου *για-ω ή *γjά-ω = *διά-ω = ζά-ω ( βλ. Curt. II. 62-3 ) και βιό-ω, λατ. vivo : στην αλβ. συναντάται η παραγωγική κατάληξη λ που υπάρχει και σε άλλες λέξεις όπως θα δούμε αρκετές φορές ακόμα. Η ρίζα giv, giau, έχει την ίδια αύξηση με το div, diau ( Schl. 288 ), όπου djau-s = ζεύ-ςj, ελλ. Όσο για το γj, δj = ζ, βλ. Schl. ConsonantendesAltgriech. op.c.σελ.172 κ.ε., Curt.II. 187 κ.ε. Στην αλβανική γλώσσα το γjά-λ-e, σύμφωνα με ορισμένες διαλέκτους  γjά-χ-e ( αλβ.σικ.), ή γjά-β-e (αλβ.ελλ.), θα ήταν η προγενέστερη μορφή του ζά-ω, όσον αφορά τη ρίζα : γjα = ζα, όπως ζω = *γjω στο μείζων = *μέγjων, από μέγας.

(38)                     Ο Stierσχετίζει το ουσιαστικό χί-ι, ή χί-ρ-ι, με το κόνις] αλλά σε έμενα φαίνεται πιο κοντά στο χόος. – Βου-χούα ( = *bο-χούα ) σχηματίζεται πιθανόν από το bό-τe, έδαφος, λάσπη, και *χού = χίι ( ελλ. χού-ς ).

(39)                     Υπάρχει ακόμα το δέρe, oπικρός, ο δυνατός, το οποίο περισσότερο από ότι με τα παραπάνω μπορεί να σχετισθεί με το ελλ. δειν-ός, και το λατ. dir-us.

(40)                     V. Franz, Ελληνισμός, Λειψία 1835, σελ. 661.,, ιράνας ιώσας = ειρήνης ούσης,, μεταξύ των δωρικών και αιολικών επιγραφών.

(41)                     Βλέπε ακόμα το προαναφερθέν σχετικά με την λοκρική επιγραφή που αναφέραμε παραπάνω και CurtiusII.256.

(42)                     Με το αλβ. jάβα, καθώς και με το ελλ. ήβη, μπορούν να συγκριθούν, aivans, ο χρόνος, με το λατ. aevum, ελλ. αιών = αιFών, στην σνσκρ. επίσης aivasκαι evas, που προέρχονται από τη ρίζα i, ire ( βλ. Schl. 706.).

(43)                     Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως το ο έλειπε παντελώς από την γλώσσα των Ούμπρων, των αρχαίων Τούσκων, και των ορεινών Όσκων, καθώς και από την γλώσσα των Σίκολων, οι οποίοι πρόφεραν γενικά u, ενώ το ο προτιμούσαν οι Λατίνοι ( βλ. Galvani ,, Delle Genti e delle favelle loro κτλ.,, σελ. 83, 283-4.). Παρόλααυτάποικίλειηχρήσηαυτούστηνλατινικήσύμφωναμετουςκαιρούς, όπουορισμένεςφορέςέλεγαν funtes αντίγια fontes, huminem αντί hominem, καικάποιεςφορέςαντίστροφα poblicum αντί publicum, polcram αντί pulcram κτλ., όπωςδιαπιστώνειο Prisciano Gramm. l. I ( βλ. τονίδιοσυγγραφέα, σελ. 436, κ.ε.).

(44)                     Η σύγκριση του ονόματος γjούμe αλβ. με το ρήμα κοιμώμαι ελλ., και με το ουσιαστικό κώμα, δεν αντιτίθεται στη σχέση που έχουν αυτές οι λέξεις, και άλλες παρόμοιες, με τη σνσκρ. ρίζα ci, ελλ. κει, κεί-μια ( βλέπε Curt. I. 144, και συνέχεια όπως αναφέρει ο Bopp, Benfey, Grimm, Pott, Schl. ). Αλλά το ρήμα κοιμάμαι στην αλβανική προήλθε από αλλού, εφόσον λέγεται φλή αλβ. σικ.,αορ. φλήιτα ] φλjή com. τσκ., ή φλjέ] φλέ-, φλί-, φλή-ιje = φλά-ιje : το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται με το ελληνικό φλάω = φλι-δ-ά-ω, αμετάβ. είμαι αδρανής, δηλαδή αφήνομαι, όπως κάνει όποιος κοιμάται. Το πέρασμα (σελ.109) στην έννοια του κοιμάμαι επιβεβαιώνεται από το ανάλογο ρήμα της ελληνικής γλώσσας χλιδάω, και από το γερμανικό slaff, ή slaph ( ρίζα slap ), debilis, remissus, όπου το ρήμα slepanγοτ., schlafen, κοιμάμαι στα γερμ. ( βλέπε Schl. σελ. 710 ). Η εξασθένιση του α σε ε, και ι συναντάται και στην ελληνική στις λέξεις φλέ-ω, χλι-δ-άω, φλι-δ-άω, στις οποίες το δ προέκυψε από το j του *φλά-jω ( βλέπε Curt. II. 70, 265, 266, 223-4 ), όπως στο χλόδη, χλιδή = έκλυσις ( Ησύχ. ), ή μαλακία.

(45)                     Το ρήμα ρεθόιje, προκύπτει από το επίρρ. γύρω, e-ρέθe, -δι, ο γύρος, ο κύκλος cf. σνσκρ. ratha-s, λατ. rota, και  rheda. Ίσως να σχετίζεται η ελληνική λέξη ρόθος με κάποια άλλη.

(46)                     Βλέπε Schleicherσελ. 46 ] CurtiusII, σελ. 7 και 290 και συνέχεια.

(47)                     Ο Hahnκατέγραψε στο λεξικό του τις λέξεις καλούπ, και καλήπ, και επιπλέον κeλeφ, ή κουλούφ, χρησιμοποιώντας τις δύο πρώτες με την έννοια σχήμα, ειδικά σχήμα δοσμένο από εργάτη χύτη, και κατ επέκταση σχήμα γενικότερα, ακόμα και από παπούτσια ] οι δύο τελευταίες ως θήκη : οι οποίες λέξεις φαίνεται να σχετίζονται με τη ρίζα του καλύπ-τ-ω, όπου καλύβη, καλύπτρα κτλ. Πρέπει όμως να σημειωθεί πως calup, σχήμα παπουτσιών, είναι τούρκικη λέξη.

(48)                     Κjίσς, στην τσκ. και στην γκ., είναι εππίρημα, ‘’όπως’’ σύμφωνα με την πιθανή άποψη του Bopp ότι σχηματίστηκε από την αντωνυμία κούσς, ποιος ; ή από το κje, τι. Αλλά κjύσς ( ή κjίσς ) ισχύει ακόμα για τι, τι πράγμα ; και με αυτή την έννοια μπορεί να θεωρηθεί όμοιο με το κjίσς της ιταλό-αλβ. στην φράση κjίθ, κjίσςe, αντιλαμβανόμενο ως πληθ. αν. του κάφσςe, αφού κανονικά αυτό κάνει κάφσςατe (διάλ. σκοδρ.).

(49)                     Αυτή η ιδιαιτερότητα είναι χαρακτηριστικό κάποιων σύγχρονων ελλ. διαλέκτων, όπως εκείνη της Τραπεζούντας, που ξεχωρίζει για κάποιους άλλους ιδιαίτερους σχηματισμούς ( βλέπε Kind, στο Zeitschr. Kuhn. B. XI.2.Heft, 1862.) – Στην κοινή ελληνική υπάρχει μεταξύ των άλλων η λέξη τρελ-ός, τρέλα ουσ., και τρελάζω = ζαλίζω, κατ’επέκταση της σημασίας από το αρχαίο τραυλός] ομοίως στην αλβ. αξίζει να αναφέρουμε eνdρέλ-α, η ζάλη, με το ρήμα ’νdρελόξe, ζαλίζω ( Rh. πρ.λ.σελ. 4.), καθώς και το αλβ.σικ. ’νdρόλα, το πολύ ζωηρό αστείο, όπως η τρέλα, στην ναπολιτάνικη pazzia = αστειεύομαι.

(50)                     Θα πρέπει να ξεχωρίσουμε καλά bρούμe = bρίμe, από bρούμ-ι, η ζύμη, για την οποία μπορούμε να υπενθυμίσουμε την λέξη βρώμη, τροφή, βιβρώσκω, τρώγω, με την στενή έννοια.

(51)                     Το ουσιαστικό novercaορθώς σχετίζεται από τον Curt. με το nava-s, ο νέος ( Ι.279 ), ελλ. νέ-ος = νέ-F-ος.

(52)                     Βλέπε Ascoli << Studicritici >> σελ. 24, και αλλού: για τα οποία αποτελούν παραδείγματα terbo, tertoje, ghermo, ο θολός, στρίβω, ο αγκώνας: gherb, garb, garbin, gherbin, το καλάθι στην διάλεκτο του Piemonte. Η μπολονέζικη διάλεκτος προσφέρει ίσως μεγαλύτερο αριθμό παραδειγμάτων : selt, αντί για salto, mar, mare, και άλλα παρόμοια μεταξύ του a και e ] έτσι ztadein, cittadino, pzein, piccino, μεταξύ του e και του i] dottaur, dottore, σαν auαντί για ο, κτλ. ( σελ. 110) Καταργούνται ή αλλάζουν τα φωνήεντα στο cmand, αντί για commando, numreαντί numero. ( Bλέπε και Risi αναφερόμενα άρθρα ).

(53)                     Η ετοιμολογία του κάμ-eή κάμμ-e, και κάμb-e, πρέπει πιθανόν να σχετίζεται με το κάμ-π-τ-ω, κλίνω, στρέφω, και ακόμα περπατώ, με το οποίο φαίνεται να σχετίζεται το γερμ. kommen, το ιταλικό camminare κτλ. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει το άμβ-η, ων, το προεξέχων άκρο, με το λαρυγγικό πρόθεμα *κ-άμβ-η. Η αλβανική λέξη πρέπει να σχετισθεί με την ιταλική gamba, αν και έχει διαφορετική σημασία από το piede, το πόδι : cambaήταν αρχαία λέξη της λατινικής γλώσσας της υπαίθρου για crus (Vegezio, veterinaria ). Στο αλβ. κήμb-e, και στο κάμπ-τ-ω, σ-κήπ-τ-ω, σ-κίμπου-ς κτλ. θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμα και το ρήμα α-κουμbίζ-ω νεοελλ., και αλβ. κουμbίσ-e, -εμe αμετάβ. στηρίζω, στηρίζομαι.

(54)                     Αν και τείνω να πιστέψω πως η αλβανική λέξη δήνdρe, γκ. δάνdρe, ο γαμπρός, συνδέεται με την ελληνική λέξη άνδρας, θα πρέπει να συγκριθεί με τη λέξη γαμ-β-ρός, λατ. gener, γαλλ. gen-d-re, που δεν διαφέρουν ριζικά από γαμ-β-ρ-ός, ρίζα g΄an ( βλέπε Curt. I.56,144). Toδ αντί του γ βρίσκει παραδείγματα και στην ελληνική : δελφύς = σνσκρ. garbhas ] ;έτσι και το νd = μβ : σάνδ-αλον, αιολ. σάμβ-αλον ] όπως μπ = ντ : πέντε, αιολ. = πέμπε. Θα πρέπει στη συγκεκριμένη υπόθεση να παρατηρήσουμε την ομοιότητα της αλβ. με την γαλλική, που σημειώνεται σε κάποιες άλλες περιπτώσεις, και έτσι φαίνεται πως επαληθεύονται όσα είχα παρατηρήσει ( βλέπε V. ) σχετικά με τα γενικά χαρακτηριστικά του σκιπικού ιδιώματος.

(55)                     Σχετικά με το μeσςόν, θα πρέπει να αναφέρουμε και το μυχών, ο σωρός.

(56)                     Για αυτή τη λέξη βλέπε Stier, op. c., n.33, και συνέχεια. – Για μια δικιά μου υπόθεση σχετικά με τη ρίζα του μήζe, μάσe, βλέπε S 64. nn.

(57)                     Με το ρήμα κjεράσe φαίνεται πως ο Hahn ( Diz.) θέλει να συγκρίνει το γκ. ρήμα κενάκje ( ή κενάκe ), ευχαριστώ, ικανοποιώ, ανταμείβω. Ίσως όμως για αυτή τη λέξη θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί το κάν-ειον, που είχε και την έννοια του δώρου, (αμοιβή ). Θα προτιμούσα ωστόσο να το σχετίσω με το ικαν-ός, ικαν-όω, καθώς αναιρείται το αρχικό ( ’καν-ός ) καθώς συχνα συμβαίνει και στο τέλος μπαίνει η κατάληξη κe, κje, όπως στα ελληνικά ε-ρύ-κω, ε-ρυ-κα-κέ-ω ( βλέπε S 142 ).

(58)                     Λόγω εξασθένησης, ή κατάργησης του η και το ρήμα τρούα-νje, ιταλό-αλβ. συμβουλεύω, επιβλέπω, υπερασπίζομαι ή τeρ-ούα-νje, μπορεί να αναφέρεται στο ελληνικό τηρ-έ-ω ( *τηρ-άω? ), με αιτιολογική έννοια. Όμως  και κάποια άλλη λέξη θα μπορούσε να εξετασθεί λεπτομερώς ώστε να αποδοθεί η ετυμολογία αυτού του ρήματος, και συγκεκριμένα, ’της = έτης, ε-ταίρ-ος, έ-ταρ-ος ( που ίσως δεν είναι άλλο από το προαναφερθέν ρήμα τηρ-έω ) φίλος, σύντροφος, όπου τeρούα-ιje = *τeρό-ιjeθα μπορούσε να αναφέρεται σε κάποια ελληνική μορφή *ε-ταρό-ω, του οποίου υπάρχουν τα συγγενικά ε-ταιρ-εύω, -ίζω, χρησιμοποιούμενα ακόμα και με την μεταβατική έννοια. – Δεν θα πρέπει να συγχέεται το παραπάνω ρήμα με το σκοδριανό troi ( = τρό-ιje, -νje ), απαρέμφατο me-true ( με-τρούε ), καταριέμαι, βρίζω, βλαστιμώ, το οποίο συνδέεται με το τρώω, ( τι-τρώ-σκω ), πληγώνω, ζημιώνω, προσβάλλω.

(59)                     Οι λέξεις έιτια = έντια ή ήντejα, και πρήμπτ-ια (-jα), ή πρέμτ-εjα (σελ.111) ( το σκοδριανό prenn-iaαποτελεί μια αλλοίωση ) έχουν και οι δύο αβέβαιη ετυμολογία. Η πρώτη ε ήντια, η Πέμπτη, θα μπορούσε να σημαίνει η ανθισμένη, ή η μέρα των λουλουδιών, αν σχετίζονταν με το ήνdα ( ή ήντα ) και ήνd-jα, που είδαμε παραπάνω] αλλά σχετίζοντάς το με το εντός, ένδον, ένδοι, αλβ. eνdή ( σύνθετο bρ-ήνdα = περ-ήνdα ), θα δήλωνε την μέση της εβδομάδας, όπως η γερμανική λέξη mittwoch, Τετάρτη, θεωρώντας την Δευτέρα ως την αρχή της εβδομάδας και την Κυριακή την έβδομη ημέρα αυτής. Σχετικά με αυτό πράγματι γνωρίζουμε από τον Ησίοδο πως η έβδομη ημέρα ήταν αφηερωμένη στον Ήλιο, και στην αλβανική γλώσσα η Κυριακή ονομάζεται ακριβώς ε dίελejα, δηλαδή η μέρα του ήλιου. – Όσο για το ουσιαστικό πρήμπτ-ια, -ejα, έχει πιθανόν σχέση με το επίρρ. πρήμe, εχθές το βράδυ, η προηγούμενη νύχτα, από όπου φαίνεται πως προέκυψε το ρήμα πρeμτόιje, ή πρeμπτόιje, προετοιμάζω, αλλά και υπόσχομαι, στην σκοδριανή premtoi. Mε αυτές τις αλβανικές λέξεις δεν γίνεται να μην έρθει σε σύγκριση η αρχ. λατινική promptare ( Plauto ),  αντί για preparare, και το com.επίθ. promptus, ενώ όλες θα πρέπει να σχετίζονται με τη ρίζα pra, ελλ. πρό, πρωί, πρόμος, πρώιμος δωρ. πράμος κτλ. Η λέξη ε πρήμπτια έχει ωστόσο την ίδια σημασία με την ελλ. Παρασκευή.

(60)                     Το αλβ. ρήμα  ή-ιje, φουσκώνω, ή-χ-εμe, πρήζομαι, θα πρέπει όμως  καλύτερα να σχετίζεται με το ά-ω = αύ-ω κτλ., καίω ( και φυσάω ), ή εύ-ω, όπου ή-ιje, ή ά-ije, αν’ιje, = * ά-j-ω, ά-ω, όμοιο λόγω σχηματισμού με το προαναφερθέν πρή-ιje. Όσο για την σημασία ας συγκριθεί το νεοελλ. πρήσκ-ω, -ομαι, πρησμένος, πρήζω κτλ. από πρή-θ-ω, πίμπρημι που σημαίνει καίω, ανάβω. Το πρήξιμο είναι πράγματι αποτέλεσμα φλόγωσης, και το πρήθω έχει στην κλασσική ελληνική και τις δύο σημασίες καίω και φουσκώνω.

(61)                     Πιθανόν η ίδια λέξη με το π = b, ή β, θα πρέπει να αναγνωριστεί στο πίθe, -δι, το αιδίο, όπου πιδάρι, salax.

(62)                     Υπάρχει επιπλέον bίε με την έννοια του κρούω] και έτσι μου φαίνεται πως θα πρέπει να σχετίζεται με το ρήμα παί-ω.

(63)                     Βλέπε Rh. πρ. λ. σελ. 4. εγερλέα ( = εγρελέα ), ουλί ι έγρe, ι παμbολιάσουρe, η αγριελιά, που δεν την έχουν μπολιάσει] από πά, και ’μbολιάσe.

(64)                     Ο Hahnαναφέρει ένα κανόνα παρόμοιας αλλαγής  στα σύμφωνα κ σε γ] *δ σε θ] σ σε ζ] τ σε d, με αυτό της συγκεκριμένης περίπτωσης ή με άλλες της ίδιας φύσης : όμως αυτός ο κανόνας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως γενικός και αμετάβλητος σε πολλές διαλέκτους, όπως στην σύγχρονη τοσκική που δεν συμφωνεί απόλυτα.

(65)                     Το ρήμα βdέ-σe, ή βdέ-σσe, το οποίο πιο εύκολα σχετίζω με το ελλ. ευδ-έω, -ω, κοιμάμαι, θα μπορούσε να έχει σχέση με το φθί-ω, καταναλώνω, σκοτώνω, ως αμετάβατο καταναλώνωμαι, επομένως πεθαίνω, ή με το βδέ-ω, foeteo. Θεωρώντας έπειτα ως ριζικό το dέκ ( Bopp ) παρά το βδέ, όπως φαίνεται από τον παρακείμ. dίκjα ή βdίκjα, μετοχ. dέκουρ ή βdέκουρ, θα μπορούσε να αναφέρεται στο τήκ-ω, καταναλώνω, αμετάβ. πεθαίνω.

(66)                     Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως οφείλεται σε παρόμοια αλλαγή το αλβ. σικ. ρήμα λιβίσe, κινώ, διπλώνω, συγκρινοντάς το με το ελλ. λυγίζω, με το οποίο συμφωνει καλύτερα το ελληνο-αλβανικό λιγjίσe : αλλά το πρώτο μπορεί και να σχετίζεται πιθανόν με το λείβ-ω, cf. λιβάς, λείβηθρον ( βλέπε Curt. I. 333.).

(67)                     Mάρη η χείρ κατά Πίνδαρον, Schol.B.L. adII. O. 137, LobeckParalip. 74.

(68)                     Θα πρέπει να σημειώσουμε πως λουμ-νί-α στην γκ.σκοδρ. που στην τοσκική θα ηχούσε λουμ-ρί-α, ή λουμbρί-α ( και λουμbeρία ) σαν *λαμπ-ρί-α αντί για λαμπρό-της.

(69)                     Ίσως από αυτή την παρατήρηση θα μπορούσε κανείς να στηρίξει την σχέση του όμμα με την σνσκρ. ρίζα pa, βλέπω, αλβ. πά ασυνήθιστο από το οποίο έρχοντε όμως οι χρόνοι του ρήματος σςόχ-e, βλέπω = σώ, σά-ω λακδμ., θεωρώ. Η σχέση του όμμα με το ρήμα ο-πά-ω ό-πω-π-α ( Όμηρος )δεν αποκλείει εκείνη με τη ρίζα ok, ak, αρχ. ( Curtiusκαι Schleicher ) για την αντικατάσταση του μεταξύ του κ και του π, αρκετά συχνή, όπως είναι γνωστό.

(70)                     Το ρήμα φρύ-ιje νομίζω πως θα πρέπει να σχετίζεται με το πνυ, πνευ, αν και έχουμε φλα σε φλαί-νω, λατ. flo, και φλύ-ω, βράζω, πρήζω, ( όπου η τελευταία έννοια υπάρχει και στο αλβ. φρύ-ιje ), και φλέ-ω, id., ή ξεχειλίζω, με φρυάσσω, τρέμω] που όλα υποδηλώνουν συγγένεια με το αλβ. ρήμα.

(71)                     Είναι μοναδική η συμφωνία της λέξης πjέσσe ( *πjέρσe ) με τη γαλλική pieceαπό το λατ. pars.

(72)                     Με αυτή τη λέξη φαίνεται πως θα πρέπει να σχετίζεται όχι μόνο κόκjα, ο κόκκος αλλά και κόκκου, αλβ.καλαβρ. ο καρπός, όπου κοκονάρ, κλαδί γεμάτο καρπούς, cf. νεοελλ. κουκουνάρι, το πεύκο ή το κουκούτσι της κουκουνάρας.

(73)                     Βέβαια το επίθ. φέλeεπανέρχεται καλύτερα στο *φελ-ός = πελός ή πeλ-λ-ός, -ιος, με φ = π, όπως στο φέλλα = πέλλα : και επομένως θα μπορούσαν να θεωρηθούν δύο διαφορετικές λέξεις φέλe, σκοτεινός, βαθύς, και θέλe = θολός, σκοτεινός, ο θολός.

(74)                     Στο Diz. του Hahn καταγράφεται bάθα για λουπίνο, και φάβα για μπιζέλι : παράδειγμα για τις μετατροπές στην σημασία που μόλις σημειώθηκαν σχετικά με το θjέρρeαλβ. και θέρμος ή θύαρος ελλ.

(75)                     Το ρήμα dιφτόιje, θα θέλαν ίσως κάποιοι να το σχετίσουν με τη ρίζα div, το φώς, *div-to-ije, ξανοίγω, ακολούθως αναδεικνύω, όπως φαίνω, αν και σε μένα φαίνεται περισσότερο φυσική η πρώτη προσέγγιση στο δείκ-ω, νεοελλ. δείχ-νω ή δείχ-τω, = αλβ. dιφ-το-ιje] τέλος οι δύο ρίζες div, και dikίσως έχουν σχέση μεταξύ τους.

(76)                     Σε μια τέτοια μετατροπή πιθανόν να οφείλεται το γκ. ρήμα γραφ ( Hh. Diz.) που σημαίνει καλώ ( cf. λατ. clamo ), σεχτίζοντάς το με το ελλ. κραγ, του κράζω = *κράγ-j-ω, περισσότερο παρά με το γράφω, του οποίου είναι εντελώς διαφορετική η σημασία. – Ως επαλήθευση της υπόθεσης μου παραθέτω το ουσιαστικό γράχμe, θορυβώ, ουρλιάζω, μουρμουρίζω, με το λαρυγγικό άηχο χ αντί για γ, όπου θα πρέπει να θεωρηθεί γραχ ( κραχ ) η αρχική μορφή του ρήματος, ενώ στην γκ. γραφ με το φ = χ, όπως κρέφ αντί για κρέχ και άλλες παρόμοιες λέξεις. ( βλέπε S 60.)

(77)                     Υπενθυμίζω την αλβανική έκφραση γjάν’jα ε γjάλe = τα έμψυχα κτήματα, δηλαδή η αγέλη ( βλέπε Hh. Diz.).

(78)                     Σχετικά με αυτό, είναι αξιοσημείωτη η δωρική μορφή ωγή-νον = ωκεανόν λόγω ομοιότητας με το αλβ. ούje, ούjeτe. Με το τελευταίο φαίνεται ( σελ.113) το όνομα του περίφημου όρους της Σπάρτης ο Ταϋγετος, Τα-ϋγετος, cf. αλβ. τέ ούjετe, στα νερά.

(79)                     Στην ίδια ρίζα μπορεί να ανάγεται το πeρ-γjò-ιje ή περ-γjoύα-ιje, κατασκοπεύω, ερευνώ] αν όχι στο προαναφερθέν ρήμα κjό-ιje, που τότε θα έπρεπε να δώσουμε στο  πeργjòιje την έννοια του επιβλέπω.

(80)                     Θεωρείται διαφορετικό τόσο στη ρίζα όσο και στην έννοια το άλλο αλβανικό ρήμα πjέκe, πλευρίζω, κτυπώ μαζί, ή πjέκκe ( πχ. πόκjι πeλήμeζιτe, κτύπα τις παλάμες, σε κάποιο αλβανο-σικελικό τραγούδι ), όπου το σύνθετο  πeρπjέκκe, συναντώ ( πέφτω πανω σε κάποιον γνωστό ), cf. πηγ, παγ, από το πήγ-νυμι, λατ. pango, pe-pig-i, compingoκτλ. ρίζα σνσκρ. paç, paç-aja-mi (Curt. I. 232-3). Θα μπορούσε κανείς να το σχετίσει με το πληγ, πλήσσω = *πλήγ-j-ω, έ-πλαγ-ον, με το μαλάκωμα του ρευστού, συχνό φαινόμενο στην αλβανική, σε λj, κατόπιν j, όπως στο πjάσσ-e = πλjάσσ-eκαι πλάσσe, -εμe, κομματιάζω, παρόμοιο με το ρήμα πλήσσω : αλλά το τελευταίο με κάνει να πιστεύω πως το πjέκ-e ή πjέκκ-e, κτυπώ μαζί, θα πρέπει πιθανόν να σχετίζεται με το *πήγ-ω.

(81)                     Για το ου στη θέση του ι, υπενθυμίζω λούττεμe = λίττομαι] και επισυνάπτω την αντίθετη εκδοχή σε λjιφτόιje = λjουφτόιje ( cf. S. 48.).

(82)                     Για τις ρηματικές καταλήξεις θα μιλήσουμε αργότερα.

(83)                     Με το μόσχος ( = όσχος) που σημαίνει γενικά νεαρό ζώο, μπορεί να σχετίζεται το αλβ. μής, ή μας, μήζ-ι, -α, πουλάρι, α: βλέπε Stier. op. c. n. 34, το όποιο όμως δεν οδηγεί σε καμία ρίζα.

(84)                     Σε κάποια νεοελληνική διάλεκτο λέγεται όμοιως τςί-ς αντι για τί-ς : βλέπε Kindστο KuhnZeitschr. 1862. B. XI. H. 2, όπου επισημαίνονται κι άλλες ιδιαιτερότητες της διαλέκτου της Τραπεζούντας : ι αντί για ε, ίνας = ένας] και ε αντί για η, έρθα ( αλβ. έδρα ) = ήλθα] ε αντί για ο, απέ = από] ου αντί για η, σούκου = σήκου] ου αντί για ο, στουμάχι = στομάχι-ον ] ου αντί για υ, σουρίζω = συρίζω] α αντί για υ, θαγάτηρ = θυγάτηρ] dαντί για τ, dί = τί ] γ αντί για δ, δίγω = δίδω, κτλ. : μετατροπές που συναντάμε και στην αλβανική.

(85)                     Ο Dorsa ( l.c.) ερμηνεύει το πούπεν ως τυρόπιτα, cf. πόπαν-ον] αλλά στο Hh. Diz. βρίσκουμε το πούπα ( πούππα ) να μεταφράζεται ως φούντα, ή κάτι παρόμοιο, cf. πομφός] εκείνο που αν συνδεθεί με την σίγουρη έννοια του καλίκjα, γυναικεία μπότα, καθιστά αμφίβολη την έννοια που δίνει ο Dorsaστην λέξη πούπα, και περισσότερο αν το κjίκjα σχετισθεί με το κίκυς, ή με το κίκκος, ή με το κηκίς εννοόντας κάποιο είδος, ή κάποιο τμήμα ενδυμασίας, ή το στόλισμα.

(86)                     Σχετικά με τα όσα ηπώθηκαν εδώ και παραπάνω, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως το οδοντικό τ που προφέρεται τσι, ή που μετατρέπεται σε τσι, είναι πολύ συχνή μετατροπή από την δακο-ρουμανική στη ρουμανική της ValdArsa: πχ. c΄ac΄e = tate, ο πατέρας, και στην ρουμανική γενικότερα c΄ στη θέση του q, c΄ela, quello, c΄esta, questo. Βλέπε AscoliSt. Crit. σελ.54 και συνέχεια.

(87)                     Για την μετατροπή του schi σε ci, μας δίνεται η ευκαιρία να αναφέρουμε το γενοβέζικο ciaoαντί του schiavo, με άλλους παρόμοιους τρόπους.     

            Όσο για την έννοια που δίνεται στο κείρω νομίζω πως την επιβεβαιώνει ο στίχος του  Ομήρου, Ιλ. VIII, 7, όπου λέει ,,μήτε τις ούν θήλεια θεός τόγε, μήτε τις άρσην – πειράτω διακέρσαι εμόν έπος – κτλ.

(88)                     Αυτή η σνσκρ. λέξη αναφέρεται στο MaltebrunGeogr. Univ. l. 119, όπου ασχολείται με την αλβανική γλώσσα. – Ο CurtiusII. 189, ερμηνεύει Ζάκυνθος ατί για δι-άκυνθος, και κατά τον ίδιο τρόπο τα άλλα παρόμοια ονόματα.

(89)                     Ενώ το κjέσςe ( χάσκω ) σημαίνει γελώ, γογeσίje σημαίνει χασμουριέμαι και ρεύομαι, το οποίο μοιάζει με το γογγύζω ( γογeσίje αντί για γογγeσίje ) με έννοια όχι και τόσο διαφορετική από την κοινή έννοια της ελληνικής.

(90)                     κjού = κjούλe υπάρχει πράγματι στην ελληνο-αλβ. με την έννοια  ζομός, χυμός : ου dόκje πeλάκeζα ’νdè κjού, παστάι φρίν εδέ κόσιτe‘’εκάηκ’ η γρηά ’στο χυλό, φυσά και το γιαούρτι,, Rh. p. 72. Το ουσιαστικό κόσι, νεοελλ. γιαούρτι, είδος υπόξυνου τυριού, το σχετίζω με το case-us.

(91)                     Για το κ, = c, προθετικό, υπάρχουν ορισμένα παραδείγματα και στην λατινική όπως το carcer, cf. arceo, cacumen, cf. acumen. Βλέπε Galvani, op. c. σελ. 191.

(92)                     Ακόμακαι το ελλ. χαίτη όμως σχετίζεται πιθανόν με το kesa, kaisa      (τ = σ). – Κέσα ή κέζα, είναι επίσης μια λέξη που υποδεικνύει κάποιο κάλυμμα κεφαλιού γυναικείο, το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται με την ίδια ρίζα, η με τη μακεδονική καυσία, είδος σκούφου.

(93)                     OHahnστο Diz. σημειώνει πως λόγω περικοπής η λίμνη Σκουτάρι λέγεται λεjένe, ίσως όπως στην ιταλική γλώσσα η λέξη bacinoπροσδιορίζει και τη θάλασσα.

(94)                     Επί τη ευκαιρία είναι αξιοπρόσεκτη η γκεγκική λέξη χjύι, Θεός, όπου χjυινία, η θεότητα, χjυινούσςμe, ο θεικός, στην οποία θα πρέπει να αναγνωρίσουμε την σνσκρ. ρίζα hu, θυσιάζω = ελλ. θυ, από θύ-ω : και με αυτή ο Schleicher ( βλέπε Curt. II. p. 95 ) σχετίζει την ελληνική λέξη θεός, της οποίας την προέλευση οι περισσότεροι φιλόλογοι δεν ταυτίζουν με την λατινική dues, δίος, κτλ. Εκείνος, απ’όσο φαίνεται, θα δεχόταν μια αρχική μορφή *θεF-ός, *θευός, όμοιο με τε-ός = *τFε-ός, *τεFός, tuus, ρίζα σνσκρ. tva, tu. Στην αλβανική από τη ρίζα div, diu, diau, lucere, όπου σνσκρ. devas, λατ. deus, divus, ελλ. δίος, Ζεύς, Διός κτλ., εκτός από τις κονές λέξεις dί-τe, η μέρα, dίχετe, ξημερώνει, κτλ., υπάρχει πιο συγκεκριμένα dίφ-e, dίβ-ι, ο γίγαντας, ή κάποιο όν ύπερφυσικό. ( βλέπε HahnI. p. 252.)

(95)                     Yπενθυμίζουμε πως αυτή η αλβανική λέξη έχει και την έννοια της χάρης, της εύνοιας, μεταφορικά. – Δεν ξέρω αν η λέξη χjέjα, η χάρη, συγγενεύει με το ουσιαστικό σςίλ-jα ( -ια ) που έχει την ίδια σημασία, και καταγράφεται από τον Reinholdσελ. 29, και με την παράγωγη λέξη σςιλόνje, δίνω χάρη ] ή μήπως σχετίζεται περισσότερο με το σέλας σνσκρ. svar, με το οποίο είναι ίδιο το σίλα, ομοίως το αλβ.ελλ. η λάμψη, το φέγγος. Όσο για τη λέξη χjέjα, η χάρη, έχει σχετισθεί από κάποιους με την ευχή, χαίρω που δεν φαίνεται να έχει σχέση.

(96)                     Είναι πιθανόν το σςίου να σχετίζεται με το ύ-ιει, ( όπως πιστεύει ο Dorsaop. c. ), όπου σύμφωνα με τον Curt. ( Ι.363 ) ύ-ει, να σχετίζεται με την σνσκρ. ρίζα su. – Όσο για το bρέσςeρι, bρέσςεν, καθώς ο Bopp ( op. c. σελ. 56, n. 6 ), σχετίζει το σνσκρ. vrsh, varsh, βρέχω, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει την ίδια σχέση με την ελληνική λέξη βρέχει κτλ. ( σελ. 115 ) Το ουσιαστικό βέεσα, η δροσιά, μπορεί να οδηγεί στην ίδια ρίζα, όπως το ελληνικό έρση, ενώ στην αλβ. να χάνεται το ρ, ίσως για να ξεχωρίζει από το βèρσα, η προχωρημένη ηλικία, σνσκρ. varshas, το έτος ( Boppl. c.). Όμως από την λέξη έρση είναι πιο κοντά η λέξη djέρσι, που έχουμε ήδη αναφέρει.

(97)                     Για τη μότρα, η αδελφή, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως αρχικά είχε τη σημασία του θηλικού γενικά, cf.  μήτρα, uterus, ρίζα ma, η γνώμη. Για το μόμμe και μήμμα cf. ελλ. μάμμ-α (-η), λατ. mamma, όπως λατινική λέξη ήταν και το tata, ο πατέρας, όμοιο με το σκιπικό. Κατά τον Nonio, οι παραμάνες μάθαιναν τα μικρά παιδιά να λένε ‘’ cibumacpotumbuasacpappas, matrem, mammam, patrem, tatam,,.

(98)                     Θα μπορούσε κανείς να πιστέψει πως η ίδια μετατροπή συμβαίνει στο dρούδε, ( ρίζα dρού = θρύ ) cf. θρύπ-τω, αν όχι καλύτερα στο τρύ-ω, τρί-βω, τείρ-ω, τρε κτλ.

(99)                     Ο Curt. ( ΙΙ. 56.) φαίνεται να αναφέρεται ατρεκής στο ( τρε ) τρέπ-ω με το στερητικό α.

(100)                 Υπάρχει όμως και το θέρe με την έννοια του ξεραίνομαι, σκληραίνω = θάιje.

(101)                 Αυτό το ρήμα λείπει από το Diz. του Hahn ( II. 459 ) στις παροιμίες συναντάται το τjέκ, το οποίο προέρχεται από το τέλκje λόγω μετατόπισης, και λόγω αλλαγής του λ σε j.

            Ένα παρόμοιο πέρασμα του θ σε τ, ή το αντίθετο, εικάζεται από τη σύγκριση της ελλ. λέξης θήβη, πληθ. θήβαι ( που κάποιοι μεταφράζουν ως πόλη ) με την αλβ. τέπε, -jα, λόφος, υπεροχή ( Hh.). Η λέξη αυτή είναι επάξια, λόγω ταύτησης με τη λέξη των σαβίνων tebasπου σώζεται από τον Varrone ( D.L.L.), ως ισοδύναμο με το collis, και ίσως μας δίνει την πραγματική έννοια της ελλ. λέξης θήβαι.

(102)                  Το παρενθετικό ρ, το οποίο παρατηρείται σε αυτό το ρήμα ήταν πολύ συχνό στην κρητική διάλεκτο, όπως θα πούμε και σε άλλη σημείωση. – Όσο για το δ = τ υπενθυμίζουμε νέποδες = nepotesλατ., όγδοος από οκτώ] έβδομος από επτά] δάπης από τάπης. Βλέπε Curt.II.212-3. – Επιστρέφοντας στο ρήμα που εξετάζεται εδώ επισυνάπτω πως στο  Diz. του Hahnκαταγράφεται το dέργjεμe με την έννοια του επιδεινωμένου ύπνου, του πυρετώδους, πέφτω στο κρεβάτι από αρρώστια. Αυτή η έννοια δεν φαίνεται να υπάρχει ούτε στην γκ.σκοδριανή ούτε στην παλαιά τοσκική : στην πρώτη me-diergun, dirgjem, στη δεύτερη σ-dίργjεμe, έχουν μόνο τη σημασία του τεκνοποιώ. Εάν η πληροφορία του Hahn, όπου πραγματεύεται την σύγχρονη τοσκική, δεν είναι παρερμηνευμένη, θα αποτελεί ακόμα ένα παράδειγμα των μετατροπών στις οποίες υπόκεινται οι λέξεις στην ίδια γλώσσα

(103)                 Λόγω παρόμοιων εναλλαγών το ουσιαστικό dρί-τα, το φώς, μπορεί να θεωρηθεί συγγενικό με το τείρος, τείρεα, τα άστρα, ρίζα τερ, τειρ, τρε, cf. σνσκρ. tar, με τη συνηθισμένη κατάληξη ta. Δεν θα ήταν ωστόσο εκτός θέματος αν το σχετίζαμε με το div ( όπου dίτα, η μέρα ) με το παρενθετικό ρ μετά από το οδοντικό. Cf. S 92.

(104)                 Είναι αξιοσημείωτο πως mut, muta,όπου η ιταλ. mota, ήταν ετρουσκική λέξη ( βλέπε  Galvani, DelleGentietc. σελ. 41 ), με την οποία μερικοί εξηγούν το όνομα Mutina, Modena, ως και το Lutetia. Αν και για το συγγενικό μύδος ( βλέπε μυδάω ), αλβ. μούτe, πηστεύω πως στο κείμενο (σελ.116) θα μπορούσε να σχετίζεται με το γκ. ρήμα μίτe, και μιτόσe χρησιμοποιούμενο ως διαφθείρω ηθικά, και λέγεται κυρίως για τα παιδιά που κακομαθαίνουν σε βαθμό θηλυπρέπιας και πλαδαρότητας, ενώ λαμβάνοντας υπ’όψιν αυτή την έννοια θα έπρεπε να υπενθυμίσουμε τις λέξεις λατ. mit-is, και ελλ. μίτ-ιλος και μύτι-λος ( λατ. mut-ilus ), και ίσως μίτος, οι οποίες έχουν σημασία που δεν διαψέυδει την έννοια που περιέχει το σκιπικό ρήμα αλλά αντιθέτως του ταιριάζει.

(105)                 Το d σε κάποιες λέξεις και σε ορισμένες διαλέκτους εισάγεται λόγω επένθεσης μετά το χειλικό b, όπως στο bdier ( P. DaLecce ), και βdόρεμe, διάλεκτος των Τυράννων ( βλέπε Hh. Diz. ), αντί για bjέρρεμe, bίρρεμeή bίρεμe από το αττ. bjέρρe, χάνω, αυτοπαθ. χάνομαι.

(106)                 Το ουσιαστικό γάρθ, δι, ο φράκτης, δεν γνωρίζω αν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μια μετάθεση από το θάρκe = έρκος, ή να σχετίζεται με το χόρτ-ος, η περίφραξη, ή με το κάρσ-ιος, εγκάρσ-ιος, λέξεις οι οποίες μπορεί να έχουν όλες μεταξύ τους κοινή προέλευση.

(107)                 Το ρήμα ρeγjόιje, συστέλλω, σμικρύνω, σχετίζοντάς το με την ίδια ρίζα, θα έπαιρνε το λαρυγγικό της λατινικής λέξης ruga: όμως μου φαίνεται πιο πιθανόν να σχετίζεται με το ριγόω, σε σημείο ώστε να μπορούμε να αναφέρουμε και το αλβ. ρούθ-δe.

(108)                 Αν θα πρέπει να συμεριστούμε την άποψη του Curt. ( I.152 ), ο οποίος σχετίζει το ligoμε το ουσιαστικό λύγος, και με το ρήμα λυγίζω, τότε δεν θα ισχύει η συγγένεια την οποία έχω αναφέρει αρκετές φορές μεταξύ του λατ. ligo, και του αλβ. λίδe με το λέγω. Εδώ θα προσθέσω πως δεν είναι απίθανη η υπόθεση που μου προέκυψε από την αιολική μορφή του δέω, δίδη-μι, η οποία λόγω της αλλαγής του αρχικού δ σε λ ( όπως στο λίσκος = δίσκος, και στο αλβ. λίκje = δίκη, βλέπε S. 83 ), καθώς μπορεί αυτό να γίνει *λίδη-μι, να μην διαφέρει από το αλβ. λίδe, αυτοπαθ. λίδεμe.

(109)                 Το ουσιαστικό δι θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια συντόμευση του κjίδι. – Όμως για το κjίδι ο Stier ( op. c. n. 66 ) αναφέρει ένα *χοίδος ελλ. ( = haedus λατ.), όπου χίμαρος αντί για *χίνδαρος = *χίμβαρος.

(110)                 Ο Bopp ( op.c.p. 30 ), και πρωτύτερα ο Xylander ( op. c. p. 303 ) συσχέτισαν το γjίσςτe με το σνσκρ. angushta, το οποίο είναι και περσικό ‘’ο αντίχειρας,, : όμως εμένα μου φαίνεται πως ο σχηματισμός γeλίσςτe, ή γλίσςτeυποδεικνύει μια από τις δύο λέξεις που καταγάρφονται στο κείμενο. Υπενθυμίζω τα παραδείγματα του δελφύς = garbhas, του λατινικού dulcis = ελλ. γλυκύ-ς, λόγω μετάθεσης, ή λόγω εναλλαγής μεταξύ τους.

(111)                 Σχετικά με την αλβ. λέξη μίζα = μύια, η μύγα, συγκρίνεται η λακωνική δίζα ( Ησύχιος ), με το δία, ή δί-jα αλβ., η γίδα : του οποίου η ρίζα φαίνεται ajaσνσκρ. όπου *άγjα ( επομένως αίγα, αίξ, γό-ς ) = *άδjα ( δj = γj =j ) τέλος δίζα = αλβ. δίjα.

(112)                 Αν και το ύδωρ, ύδαρ, σχετίζεται με το ud, u-na-d-mi, πηγάζω, ud-an, νερό, και το ύει με su, su-no-mi, στύβω, su-ma-m, νερό ( βλέπε Curt. I. 213, 363 ), επίσης το su και το ud ίσως να μην έχουν διαφορετική ρίζα μεταξύ τους. – Είναι αξιομνημόνευτο το φρύγιο-μακεδονικό βέδυ = ύδωρ, ρίζα vad (βλέπε id. iv.) με το οποίο συμφωνεί το ρήμα που συναντήσαμε αλλού βαdίσe. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως υπάρχει κοινή προέλευση με το συγγενικό λατ. vadum, το οποίο ο Curt. ( ΙΙ. 170 ) θεωρεί ότι δεν πρέπει να απομακρύνεται ( σελ. 117 ) από το vad-ere] επομένως και το αλβ. περβά (-ου) θα σχετισθεί με τη ρίζα βα του βαίνω. Αυτή η λέξη δεν καταγράφεται στο Diz. του Hahn, αλλά συναντάται σε παροιμίες ,, σςκόι πίσςκου ’νdè πeρβά,, έφυγε το ψάρι απ’ το ποτάμι, δηλαδή χάθηκε η ευκαιρία ( Hh. II. σελ. 154 ).

(113)                 Το ρήμα προδόιjeή προυδόιje, χρησιμεύω, ή ωφελούμαι αμετάβ., κτλ. θα πρέπει να ξεχωρίζει από το προδόσe, προδίδω, ώσω, νεοελλ.

(114)                 Για το τ = σ θα αναφερθώ προσεχώς : όμως εδώ ταιριάζει να αναφέρουμε το παράδειγμα του θάρτ-e = θαρσ-ύς, λατ. fort-is, λόγω ομοιότητας με το θάτe, θατe το οποίο σχετίζεται με το δασ-ύς.

(115)                 Στην αλβ.ελλ. έγινε ζeρόνje από το πρώτο μέρος του σύνθετου ζή-φιλ-e, ‘’ κούρeζeρόβα γράμμετ’ ε ζέζα, όταν ξεκίνησα τα μαύρα γράμματα ,, (Rh. τραγούδια σελ. 12.).

(116)                 Υπάρχει επίσης το eνdριτσόιje και dριττόιje με την ίδια σημασία.

(117)                 Θα πρέπει πιθανόν να αναγνωρίσουμε το κ στη θέση του τ και στο ρουκουλόιje =  ρουτουλόιjeκαι ροτουλόιje, κυλώ, γυρνώ, κτλ.

(118)                 Με το αλβ. θίκα μπορεί να συγκριθεί το λατ. sica.

(119)                 Όμοια με αυτή τη μετατροπή είναι εκείνη στην σνσκρ. όπου το αρχαίο dh εναλλάσεται με το h ( βλέπε Schl. 533, και συνέχ.)] καθώς το αλβ. j στο τέλος μιας λέξης πλησιάζει πολύ το χj. Ωστόσο και οι Δωριείς έλεγαν όρνιχες αντί για όρνιθες, και οι Αιολείς πλήχω αντί για πλήθω ( Αnecd. Oxon. I. 149,6.).

(120)                 Είναι πολύ συχνό φαινόμενο το κ να μετατρέπεται σε s : υπενθυμίζω το αρχ. ινδ. kvan = κύων, στην σνσκρ. svan, ή cvan.

(121)                 Δεν ξέρω αν συγκαταλέγεται σε μια τέτοιου είδους αλλαγή το αλβ. επίρρ. γούτςe, το οποίο σημαίνει ο καλά καλυμένος, συγκρίνοντας το με τη ρίζα κυθ, του κεύθω, σνσκρ. gudh, guh.

(122)                 Αναγνωρίζοντας το πέρασμα του ρ σε θ, ή το αντίθετο, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί η συγγένεια μεταξύ του ρ και σ = θ.

(123)                 Όσο για την μετάθεση του τονισμού στο βέτουλα αντί για βeτούλα, εκτός από αυτή τη λέξη δεν αποτελεί σταθερή μετατροπή εφόσον συναντάμε βέτουλατe και βετουλάτe, θα έβρισκε πανομοιότυπο παράδειγμα στο σίγουρο από το ιταλικό επίρρ. sicuro.

(124)                 Ένα παρόμοιο παράδειγμα επένθεσης του ρευστού lσυναντάμε επίσης στη σλάβο-λαρινέζικη στο μικρό έργο του GiovenaleVegezziRuscallaσχετικά με τις Σέρβο-Δαλματικές αποικίες γύρω από το Larino ( Molise ). Torino 1864, στη σελ. 22., scuffiglia = ιταλ. scuffia.

(125)                 Σχετικά με το αλβ. dάλje, μετοχή dάλe, αντί για dάλ-ουρ, -ουν, αυτός που βγαίνει από κάπου, αξίζει να υπενθυμίσουμε το μύθο σχετικά με το νησί της Δήλου, Δήλος, δωρ. Δάλος ( = Δάλορ ) η οποία σύμφωνα με τους ποιητές ονομάστηκε έτσι επειδή βγήκε μέσα από τη θάλασσα. Ο μύθος διασαφηνίζεται πολύ καλά από το αλβανικό ρήμα.

(126)                 Η συνήθεια να μπαίνει το ρ κυρίως δίπλα στα οδοντικά ήταν συχνή στην αιολική διάλεκτο της Κρήτης ( βλέπε Zeitschr. KuhnB. XII. H.3, σελ. 214 ) : άτ-ρ-εγκτος = άτεγκτος ] πιφ-ρ-αύσκεται = πιφαύσκεται ] δεδ-ρ-οικώς = δεδοικώς] τ-ρ-έ = τέ, δηλαδή σε κτλ., καθώς δεν σπανίζει και στην αλβανική. – Κάποιες άλλες ιδιαιτερότητες της κρητικής διαλέκτου που καταγράφονται στο ίδιο άρθρο ( σελ.118 ) βρίσκουν αντιστοιχία στην σκιπική, και αυτό θα μπορούσε να αποτελεί μια παραπάνω απόδειξη για τις σχέσεις αυτής της γλώσσας με τα αιολικά ιδιώματα. Αναφέρω εδώ π αντί για β, αβλόπες = αβλαβές : λ αντί για ρ, βλύω = βρύω ] λεβίνθιοι = ερεβίνθιοι : κ αντι για γ, βαίκα = αίγα] φαίκανον = πήγανον : τ αντί για δ, τήν = δήν] τωμός = δωμός = ζωμός : θ αντί για δ, θοιά = δοιά] θάπτα = δάπτης : τ αντί για θ, τίριος = θέρους] πύτιον = πύθιον : χ αντί για κ, ατρεχές = ατρεκές] άχρατοι = άκρατοι : θ αντί για τ, θήνω = τήνω, δηλαδή εκείνου.

(127)                 Torστη θέση του d, ανάμεσα σε φωνήεντα, συνηθίζονταν στο ιδίωμα της Ουμβρίας : rere = dede, dedit ( βλέπε Schl.221 ), και διακρίνονται τα ίχνη του ακόμα και σήμερα στις διαλέκτους της νοτίου Ιταλίας.

(128)                 Για αυτή τη λέξη βλέπε HahnI. σελ. 232, και συν. – Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως η μετατροπή του l σε u συναντάται ομοίως και στη γαλλική, όπως στο haut, alto, autre, altro, και ακόμα περισσότερο στην ιταλική διάλεκτο της Σικελίας, autru = altro, vausu = balzoκτλ.

(129)                 Και ο Bopp ( op. c. σελ.84 ) σχετίζει το αλβ. ’νdjέκe με το διώκω, σνσκρ. ρίζα akùs = ωκύς, ο ταχύς.

(130)                 Ο Bopp πιστεύει πως μπορεί να σχετίσει το αλβ. ’νdέερα με το σνσκρ. a-dara-s : σύμφωνα με αυτή την υπόθεση το ν θα είναι προθετικό. – Εμένα μου φαίνεται εύλογη η σχέση του με το ανήρ κτλ. ( nar σνσκρ.), cf. sabino neron, fortis, nerio, fortitude, nerien, virtus ( βλέπε Curt. I. 271.).

(131)                 Σε άλλη περίπτωση η λέξη αυτή σχετίζεται με την σνσκρ. ρίζα ram, α-ράμ-εναι από τον Ησύχιο, quiscere η-ρέμα κτλ. ( βλέπε S38 ), εφόσον η έννοια του quiscere, ακινησία, μου φαίνεται σχετική με την βραδυκινησία λόγω βάρους. Αξίζει να υπενθυμίσουμε και το αλβ. με-ράν, απαρέμφ. πέφτω γκ. : θα μπορούσε κανείς να το σχετίσει με το ι-ράν-α, δωρ. = ει-ρήνη, το οποίο όμως ο Curt. I. 308, σχετίζει με το ερέω, είρω, λέω, μιλάω, σκέφτομαι κτλ. – Οποιαδήποτε κι αν είναι η ριζική προέλευση του επιθέτου ι ράν, ι ρήνde, μου φαίνεται αξιοσημείωτη η αλβανική έκφραση ,, τe ζήντ ε ρήνdα ,, και παρόμοια] κάτα λέξη ,, που να πάθεις βαριά αρρώστια ,, η κατεξοχήν κακιά αρρώστια. Τέτοιου είδους αρρώστια, αν δεν κάνω λάθος, χαρακτηρίζει τις Εριννύες : ή οι Μακεδόνες τις ονόμαζαν αράντι-ες ( Ησύχιος ), λέξη η οποία μου φαίνεται όμοια με την αλβ. ε ρήνdα, θηλ. του ι ρήνde, ι ράνe, ή ράννe. Κατά τον ίδιο τρόπο, και με μεγάλη πιθανότητα αληθοφάνειας, κάποιοι σχετίζουν το Αθάνα, ή Αθηνά με το ε θήνα, ε θάνα ( γκ.), ο λόγος, το ρητό, έτσι ώστε το όνομα Αθάνα θα ερμηνεύεται ως ο λόγος. Θα μας ήταν επιτρεπτό να κάνουμε τέτοιες υποθέσεις, δίχως να εναντιωνόμαστε στις σοφές απόψεις των φιλοσόφων, οι οποίοι σχετίζουν την Αθήνη με τη ρίζα αθ του άνθος, λατ. ador] και Εριννύς με το σνσκρ. saranjus ( βλέπε Curt. στις ελλ. λέξεις ).

(132)                 Και στην νεοελλ. το ρήμα νοέω, υπό την μορφή νοιώ-θ-ω, έχει την έννοια του αντιλαμβάνομαι, αισθάνομαι : και είναι σαφέστατη η αναλογία με την αλβ. – Για το ακόλουθο ρήμα νιέσσe, ’νdιέσσe, το οποίο σχετίζω με το αινέω, θα μπορούσε κανείς να το σχετίσει και με το νεύω, ρίζα nu, cf. nutus, adnuoκτλ.

(133)                 Το ν στον πληθυντικό του dέλε αντικαθίσταται από το λ, και με την μετατροπή του d σε δ γίνεται δέντe τσκ. : αυτό θυμίζει το αιολ. γέντο αντί Ηέλετο ] κέντο αντί ε-κέλετο ( σελ. 119 ) ( Ahrensdor. 110, βλέπε Curt. ΙΙ.174.). Λ αντί για ν όμως συναντάται στο πλεμόνι = πνεύμων, και το ν αντί για λ στο τσίνορα, cilium ( Rh.).

(134)                 Αξίζει να υπενθυμίσουμε πως στην αρχαία λατινική υπήρχε η ίδια συνήθεια, όπου έλεγαν grunnio, και grundio, tennitur και tenditur, κτλ. (βλέπε Galvani op. c. σελ.279.)

(135)                 Η ετυμολογία αυτού του ρήματος μου φαίνεται πιθανή όπως εγώ την εξήγησα : έπειτα κάποιοι το σχετίζουν με το μάλe, η θεραπεία, και με το ληγγόιje, είμαι ασθενής, ο άτονος, ή ο ψυχικά παραιτηθείς.

(136)                 Πιθανόν την ίδια προέλευση μπορεί να έχει το λατ. sentus, oαποκρουστικός, ο αηδιαστικός, κτλ.

(137)                 Και το σικελικό nicu, για την έννοια του μικρός πιθανόν σχετίζεται με το μίκκος = μικρός. Στην αλβ. πίτσερ, ο μικρός, ο μικροκαμωμένος, είναι όπως σε αυτές τις ιταλικές λέξεις, η σχέση με το δωρ. μικκός = μικρός ( αιολ. *πίκκος? ) με το π αντί του μ όπως στο όππατα = όμματα : cf. και το ελλ.αλβ. μίγκο, το λεπτό.

(138)                 Για την αποφυγή του πτ φαίνεται να χάνεται το αρχικό π στο τόκe, τόγου, η πτυχή, και ο σωρός ( Hh. Diz.), στην καλαβρ.αλβ. το σκοινί, η ζώνη, το οποίο πιστεύω πως σχετίζεται με το ελλ. πτύξ ( κς ) χός, πτυχή κτλ. – Η άλλη λέξη τόκα ( όμοιο με τόκ, τόγου ), που ο Hahn εξηγεί ως ενδοχώρα, ήπειρος, θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί κοινής ρίζας, αν δεν σχετισθεί με το τόκας, γόνιμος ( της γής ), ή με το τύκος, τεύχω, τοίχος κτλ.

(139)                 Λέξη ανάλογη με το άνεμος είναι η αλβ.σικ. ανέμι, η ρόκα, λόγω ταχύτητας με την όποια γυρίζει. – Αν και στο κείμενο έχω ερμηνεύσει άρεζα ως μέλισσα, ( όπως την έννοουν κάποιοι ), θα πρέπει να επισημάνω πως η κοινή σημασία της είναι σφήκα.

(140)                 Με το μόριο ερι, αρι, ή το λατ. re, θα επιχειρούσα να σχετίσω το πρώτο μέρος του αλβανικού ρήματος ρe-φίε-ιje, ή ρι-φίε-νje, και ρe-φύε-ι γκ., ομολογώ, διηγούμαι, αναγγέλνω, ως ερι-φά-ω, φη-μί] αν και υπάρχει το λατινικό ρήμα re-fer-o, με το οποίο θα μπορούσε να σχετίζεται, καθώς αναιρείται το εσωτερικό r, όπως στο bίε = bjέρ-e, φέρω. Ο Blau έλαβε υπ’όψιν του το αρμένικο erev, διαδηλώνω, αλλά τότε θα σχετίζονταν περισσότερο με το ελλ. ε-ρεύ-γω ( -γjω, -jω ) προφέρω, λέω.

(141)                 Ίσως εξαιτίας κάποιας παρόμοιας εναλλαγής το γκ.σκοδρ. ρήμα νeρρόι ( nerroi ) αρνούμαι, σχετίζεται με το ελλ. αναίνομαι, αν και μοιάζει περισσότερο με το αναιρώ, ή καλύτερα με το υποτιθέμενο *νηρέω, νή-ερέω. Όμως θα μπορούσε κανείς να λάβει υπ’όψιν το αρνέο-μαι με το ν μπροστά, και ρρ = ρν : για το αρνέ-ομαι υπάρχει όμως μια άλλη μορφή πιο σχετική αρνίσεμe ( Hh. Diz.).

(142)                 Yπάρχει στην αλβ. το ουσιαστικό μέρα που σημαίνει μέτρο ( εκτός από το ρήμα μαρόιje κτλ. ), που θα πρέπει να σχετίζεται περισσότερο με το μάρα, παρά με το μέτρον, όπως εγώ πιστεύω.

(143)                 Η λέξη φούρρι, ο φούρνος, είναι ιταλικής προέλευσης ( ρίζα ghar, ελλ. θερ, βλέπε Curt. II. 79 ), αν και χρησιμοποιήται στην ελληνική ] και μας δίνει ένα από τα πολυάριθμα παραδείγματα αφομοίωσης των άλλων συμφώνων με το ρ] το οποίο και εύκολα διπλασιάζεται στο εσωτερικό των αλβανικών λέξεων όπως στο λέρρe, και λέρe = ω-λένη, ιδίως στη διάλεκτο των Τόσκων. Ένας τέτοιος συλλογισμός φαίνεται να στηρίζει την ετυμολογία που θεωρώ (σελ.120) πιθανή ( S 105 ) για το ουσιαστικό ζόρρe, το έντερο, συγκρινόμενο με ζώνη, ζώννυ-μι] όμως γνωρίζω πως η σωστή χρήση της λέξης ( η οποία στην αλβ. θα υποβάλλεται στο αντίστροφο πέρασμα της ιταλικής corda ) θα πρέπει να κλίνει προς την λέξη χορδή, με την οποία σχετίζεται η λέξη ορύα = *Ηορύα το έντερο, cf. λατ. haru-spex, σνσκρ. ved. hira. Στην αλβ. ζόρρe επομένως θα ήταν το ζ στη θέση h = gh, ελλ. χ = γ, καθώς και σε άλλες λέξεις ( βλέπε S 105, κ.ο.κ.)] και αυτή η υπόθεση επιβεβαιώνεται από την λιθουανική λέξη   zarna( βλέπε Curt. Ι. 170-1.).

            Επιστρέφοντας στο φούρρe, μια φράση του Reinhold ( σελ.47) μου δίνει την ευκαιρία να εκθέσω άλλες ελληνό-ιταλικές, κα αλβανικές λέξεις ,, μάγjε τςè βήνeκαρβέλλετe, τςè κeλένe’νdή φουρρe ,, μια σκάφη ζυμώματος για να βάλεις τα ψωμιά που είναι στο φούρνο ,, ] σκάφη την οποία οι έλληνες σήμερα ονομάζουν πανικοτή, από το αλβ. πανικοτέα, όπως φαίνεται από τις ιταλικές λέξεις paneecotto: μάγje-α, ιταλ. madia, έχει το αντίστοιχο στην ελλ. μαγίς, δος : καρβέλεjα, στον Hh. καραβέλjα, και κράβελjα, η φραντζόλα, το ψωμί σωστά ψημένο, ίσως σχετίζεται με το καρφαλέος, ξερό, στεγνό, από το κάρφω.

(144)                 Μάλιστα θα έλεγα πως το τ στη θέση του σ, αποτελεί συχνό φαινόμενο όχι μόνο στην ελληνική γλώσσα : πράττω, πράσσω ] θετταλία, θεσσαλία ] θάλαττα, θάλασσα] κτλ., αλλά και στην αρχαική λατινική : mertare = mersare] pultare = pulsare] adgretus = adgressus ] exfuti = exfusi ] terta = tersa] tentus = tensus, κτλ. ( βλέπε Galv. op. c. σελ. 282, 422.). Όμως αυτή η μετατροπή είναι ιδιαίτερα αισθητή στην αλβανική γλώσσα.

(145)                 Στην ίδια ρίζα ανάγεται το αλβ. ρήμα σςέμe, κατεδαφίζω, ξεθεμελιώνω = λατ. sima-re ( Lucillo ), όπως οι έλληνες αμάω, αμαλ-δύνω, -λύνω, από αμαλός = ομαλός ( ρίζα αμ = sam )] και σςèμbe ή σςèμμe, κι έπειτα σςeμbόιje, θλίβω, συνθλίβω, πληγώνω, αυτοπαθ. σςέμεμe, σςèμbεμe, στεναχωριέμαι, συνθλίβομαι, επομένως αναστενάζω, βογκώ, όπως το γκ. σςαμ-τι-νje, δεν είναι παρά μετασχηματισμοί της ίδιας ρίζας.

(146)                 Επίσης στην ιταλική έχουμε escire, αντί του λατ. exire] lasciare, laxare, κτλ.

(147)                 Συγκριτικά με τη λέξη bάσςκ, θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν το τσακωνικό επίθετο πάσχος με την έννοια του πολύς ( Mullach, op. c.), ρίζα πάς, ή paç = παγ ( -νυμι ).

(148)                 Σχετικά με αυτή τη λέξη θα μπορούσε κανείς να λάβει υπόψιν το αλβ. σςκόπι, το μπαστούνι, = δωρ. σκάπος, σκήπων κτλ., λατ. scipio, cf. σκίφος αιολ., ξίφος ( σκιφ = σκιπ ). – Είναι αξιοσημείωτο πως υπάρχει μια αντίθεση στην σημασία μεταξύ των δύο λέξεων, ξίφος ελλ., και σςκόπ αλβ., και εκείνης που υπάρχει μεταξύ δύο άλλων, κορδύ-λη, το στειλιάρι, το ροζιασμένο μπαστούνι, ελλ., και κόρδe, το γιαταγάνι, ή το σπαθί, αλβ. Η λέξη κόρδe ( α ), άγνωστης για μένα ρίζας, αν δεν είναι kart, κόβω, σημαίνει ένα όπλο διαφορετικό από την πάλα, το κοντό και πλατύ σπαθί, ρίζα παλ, πλα, cf. πλα-τύ-ς, ή πάλλω, πάλη (?), και από το λάζε, το μακρύ μαχαίρι, ρίζα λάζο-μαι, πιάνω, αδράχνω (?)

(149)                 Θα μπορούσε κανείς να συγκρίνει το αλβ. κουσςeρίου, με το ιταλ. cugino, το γαλλικό  cousin, κτλ.Υπερτερούν οι δίαφορες προφορές των πολλών ιταλικών διαλέκτων.

(150)                 Το επίθ. ι ζί, ο μαύρος και ο δυστυχής, σαν να ήταν αυτά τα δύο επίθετα ( σελ. 121 ) συνόνυμα ] έτσι το αντίθετο ι bάρδe, ο λευκός, ο ευτυχής ( βλέπε Hh. Diz. ) : όπου τα σύνθετα όπως πουνe-ζίν ( Hh. II. 127, και αλλού passim ) κτλ. Στον Rh. Canz. σελ.13, διαβάζουμε ,, jάμμe σί κλούμεσςτιτ ε bάρδejάμμeμε φάτe, δέ κήμbε-bάρδe ,, εγώ είμαι λευκή ( αγνή ) σαν το γάλα – είμαι ριψοκύνδινη και ασπροποδαρούσα ,, δηλαδή αυτός που έχει τυχερή πορεία.

(151)                 Θα ήταν επι της παρούσης αν συγκρίνoντας παρόμοιες εναλλαγές μεταξύ g, z, j, αναφέραμε και το παράδειγμα της ιταλικής και των διαλέκτων της, μεταξύ των οποίων η γενοβέζικη στην οποία για παράδειγμα το z γίνεται συχνά g : zog = gioco ] zente = gente] verzene = vergine, κτλ. Για το j = g, Julia = Giulia] jaceo, giaccio] jacto, getto, gitto] pretium, prezzo, και pregio : και στις ελληνικές επιγραφές της χριστιανικής περιόδου συναντάμε Ζούλιαι αντί για Ιούλιαι, Juliae ( βλέπε CorpusInscript. Graec. n. 6710 ).

(152)                 Είναι γνωστό πως για τους λατίνους σε κάποια περίοδο ήταν πολύ συχνό το φαινόμενο της συγκεκριμένης μετατροπής στο εσωτερικό των λέξεων : eram = esam] arena= asena] ara = ansa, Varr. D.L.L. Και ο Μακρόβιος στα Σατουρνάλια l. IIIγράφει ,, arasprimumansasdictasValesiosetFusiospriusnuncValeriosetFuriosdici ,,.

(153)                 Αυτό έχει ήδη ειπωθεί όταν αναφερθήκαμε στην λοκρική επιγραφή των πόλεων Χαλείον, και Οιανθεία, η οποία δημοσιεύθηκε από τον Οικονομίδη.

(154)                 Ο Διονύσιος από την Αλικαρνασό ( Antiq. Rom, l. I.) βεβαιώνει πως ο ήχος του διγάμματος ήταν v, u, o: ο Priscianodeliter. l. 1. λέει πως φ = f. Ωστόσο είναι γνωστό πως οι ήχοι v, και f μοιάζουν τόσο ώστε να εναλλάσονται, όπως στο γαλλικό neufαπό novem ] επίθ. neuf από novus, και έπειτα nouveauid.

(155)                 Βάρφeρ και βάρφαρ τσκ., βόρφεν και βόρφαν γκ. σημαίνουν ορφανός και φτωχός : Hh. I. 157 ,, κjè να λjάτe βάρφαρ, που μας αφήσατε ορφανούς ,,: Τραγούδ. αλβ.σικ. ,, τejίπeτeπίjeν βάρφeριτe ,, για να δώσω στους φτωχούς να πιούν ,,.

(156)                 Το ρήμα βeσςτρόιje το έχω αναφέρει αλλού στο visitο, εφόσον λέγεται και βeσςτόιje] όμως αν θεωρίσουμε ως πιο αυθεντική τη μορφή βeσςτρόιje (για την οποία όμως θεωρώ ότι δεν έχει προστεθεί επιπλέον ένα ρ αλλά ότι στην άλλη μορφή απλά αφαιρέθηκε το ρ ), συμφωνεί τέλεια όχι μόνο στην μορφή αλλά και στην σημασία με το ελλ. ιστορώ = *Fιστορέjω, από ίστωρ = Fίστωρ, Ηίστωρ : σε οποιαδήποτε περίπτωση το δίγαμμα υπάρχει, και είναι ξεκάθαρη η σχέση με τη σνσκρ. ρίζα vid, λατ. video, με τα οποία ταιριάζει το ουσιαστικό της αττικής και της λακωνικής βίδυοι, βίδεοι = ιδύοι το οποίο εξηγήται από τον Ησύχιο συνίστορες ( βλέπε Curt. I. 206, II. 140 ), με το β=F.

(157)                 Λέγεται και ζακόν (-ι ), έθιμο, συνήθεια ] λέξη γνωστή για την συγγένεια της με την ελλ. διακον-ία, υπηρεσία, εργασία, κτλ. ( ζα = δια ), ρίζα ja, dja, πάω, αύξηση με το k, djak, κάνω να πάει, κτλ. ( βλέπε Curt. II.227 ). Το ουσιαστικό ζακόνe αντιθέτως χρησιμοποιείται πιο συχνά.

(158)                 Το θηλ. του bί-ρ-e, είναι bί-jα, από μερικούς προφέρεται συμφωνα με τις διαλέκτους bίλj-α] στην ελληνική δεν υπάρχει το θηλ. του υιός, αλλά ίσως στην αρχαία γλώσσα να υπήρχε. Η λέξη phuiusτων ιταλικών γλωσσών είναι πιθανόν η ίδια λέξη. Όσο για το αλβ. bί-ρ-e, ο Curtius ( ΙΙ. σελ. 316 ) θέλησε να το σχετίσει με το λατ. filius, και με το μεσσαπικό bilias, και γράφει και το αρσενικό bίλj ( καθώς αναφέρεται στον StierZeitschriftVI. 147 κ. συν.), το σχηματισμό του οποίου δεν έχω βρεί να αναφέρεται στο HahnDiz., ούτε γνωρίζω κάποια περίπτωση στην οποία να χρησιμοποιείται : θα μπορούσαμε ύστερα, κατά τον Curtius, να αναζητήσουμε την ρίζα του στο σνσκρ. dharù, με την οποία είναι συγγενική η ελλ.  θή-λυς κτλ. Όμως με αυτή φαίνεται να σχετίζεται καλύτερα το ουσιαστικό φέ-μενeγκ., φέμbeρe τσκ., ανάλογο με το λατ. femina, που έχει επίσης την ίδια σημασία με το ελλ. θή-λυ-ς. Ωστόσο αυτός ο ίδιος ( Ι. σελ. 217 ) ανάγει στην ίδια ρίζα θήλυς, και femina, και filius. Παρ’όλα αυτά είναι πιθανή η σχέση του με τη ρίζα bhu = fu, fio, ( cf. αλβ. bί-ιje, -νje ) για το οποίο κάνει λόγο ο ίδιος στην σελ. 316. ΙΙ, για το filius, bilias, και bί-ι ή bί-ρ-ι, αν όχι για το θή-λυς. Όμως το ελλ. υιός σχετίζεται γενικά με το su, su-nu-s.

(159)                 Το λατ. per-eo, αφορά το eo με το per ( βλέπε Curt. Ι. 234 )] και er-roμε τη ρίζα ar, περιφέρομαι, πηγαίνω, ( id.II.134 ) : όμως το αλβ. έρρεμe, σκοτεινιάζω, τ’έρρετe, πιθανόν σχετίζεται με το ελλ. έρεβος, ρίζα ερβ, σνσκρ. rag’-a-s, cf. όρφ-νη, ερέφ-ω, ερεμ-νός κτλ. ( id. II. 66.)] τέλος συγκρίνει και το ηερόεις, ο σκωτεινός, ο θολός.

(160)                 Βλέπε Ascoli, St. Crit. σελ. 28, καισυνέχεια. – Leonardo Vigo, Canti Sicil. C. VI, VII. στην εισαγωγή.

(161)                 Το ουσιαστικό άγο-jα, αρχ., έχει πράγματι την έννοια του Θεός ( Hh. Diz.), αρχικά, όπως πιστεύεται, ο Θεός του φωτός, της ημέρας, της αυγής : cf. αβώ = πρωί, Λάκωνες ( Ησύχ.). Η απουσία κάθε ίχνους άηχου στην αρχή νομίζω πως επιβεβαιώνει αυτή την ετυμολογία αντί εκείνης που θα μπορούσε να σχετίζεται με την ρίζα αγ = Ηαγ, σνσκρ. jag΄, όπου άγ-ιος : ούτε και θα μπορούσε να σχετίζεται με το άγ-ος, το σφάλμα, κτλ.

(162)                 Στο προαναφερθέν jέσe, jέτ δεύτερο και τρίτο πρ., θα μπορούσε να ανάγεται το αλβ. ουσιαστικό jέτα, η ζωή, και στην ιταλό-αλβ. ο κόσμος, κατά επέκταση, αν δεν σχετίζεται με το ελλ. δίαιτα, ρίζα ’giv, *γιάω = *διάω = ζάω ( βλέπε Curt. II. 191 ) : επομένως  jέτα, η ζωή, θα πρέπει ναμεταφραστεί ως δίαιτα, και το παράγωγο ρήμα jετόιje = διαιτάω.

(163)                 Το οποίο και αναφέρεται παραπάνω δα-τέν = ζη-τείν, αναγνωρίζει σαν ρίζα το *δjα, από όπου δα, και ζα μετά από αύξηση της κατάληξης τα σε ζα-τέ-ω] την ίδια προέλευση έχουν τα ζέ-ω, ζεί-ω και ζί-εται = ζη-τείται ( Ησύχ.), καθώς και το δί-ζη-μια = *δί-δjη-μια, ζητώ του Ομήρου : το οποίο κρατά στο πρώτο μέρος δι ( αντί για ζι ) από το αρχ. δjα = ja ρίζα σνσκρ. συγγενική με το ja-t, ja-k’ ψάχνω, ( Curt. II. 196 ). Το αλβ. djά-jα, το κυνήγι, = γjάιjα, με το ρήμα γjάιje, πάω για κυνήγι, = djά-ιje, προφανώς δεν διαφέρει από αυτές τις λέξεις ] όμως θα πρέπει να έχει επιπλέον κοινή προέλευση το αλβ. ρήμα ζή, ζέε τσκ., παίρνω, ή ζά γκ. = ελλ. ζέω, ζείω, εφόσον οι έννοιες του ψάχνω και παίρνω, έχουν σχέση μεταξύ τους : τέλος αν και αλλού συσχέτισα το αλβ. ρήμα με γjέ-ιje, -ενje, βρίσκω, με το γένω, δεν θα ήθελα να αμφισβητήσω όποιον το θεωρεί συγγενικό με τις λέξεις που μόλις είδαμε.

(164)                 Η σχέση του αλβ. dίμbρe, με το λατ. imber, και το ελλ. ( σελ. 123 ) όμβρος, μου φαίνεται δεκτή ] ωστόσο λαμβάνοντας υπ’όψιν τη γκ. μορφή dίμεν, και ορισμένα παραδείγματα του ελλ. χ, h ( ή gh) αρχ., που να μετατρέπεται σε d, και dίμεν, τσκ. dίμbρe, ή dίμeρe, θα μπορούσε να θεωρηθεί όμοιο με το χειμών, σνσκρ. kima-s ( βλέπε Curt. Ι. 169 ).

                 Το ουσιαστικό dίελι, ο ήλιος] αν και όμοιο με ηέλιος, ήλιος, όπως το ελλ. δείλη ( δείελον ) με το έλη] είναι ίσως προτιμότερο να σχετισθεί με το δίαλος ( Ησύχ.) = φανερός, λαμπρός, ρίζα div, λάμπω, ενώ ηέλιος, κρητ. αβέλιος, ανάγεται στο αύω, εύω ( βλέπε Curt. I. 360 ).

(165)                 Όσο για το ρήμα  deρτόιje, -νje, ή eνdeρτόιje, θα μπορούσε ακόμα να σχετίσει κανείς το αλβανικό επίθ. dρέιτe = dρέκje, όπου το deρτόιje αντί του *dρειτόιje : όμως μου φαίνεται εξίσου πιθανή η σχέση του με το ορθόω, και το ουσιαστικό deρτέσα, ή eνdeρτέσα = κατόρθωμα φαίνεται να επιβεβαιώνει αυτή τη σχέση : θα πρέπει όμως να θεωρίσουμε το d, ή το νd, ως ίχνη της πρόθεσης  eνdè, σε.

(166)                 Στα ουσιαστικά verres, και her ( -inaceus ) σημειώνεται ότι v = h, όπως στο αλβ. πλούχουρ, cf. λατ.  pulver-is, ή στο brevis= βραχύς, αρχ. braghu-s. Στο ιταλ. leggeroαπό levis, συναντάμε το αντίθετο πέρασμα από v σε g.

(167)                  Βλέπε Cantù “ StoriadegliItaliani ” Παράρτημα Ι. πάνω στις ιταλικές γλώσσες.

(168)                 Τα λεξικά των διάφορων ιταλικών διαλέκτων θα έριχναν άπλετο φώς, αν ήταν ανάγκη, σε όσα επιβεβαιώνονται εδώ. Για τις βόρειες διαλέκτους θα ήταν χρήσιμο να συμβουλευτούμε κυρίως το BiondelliSaggiosuidialettigalo-italici ”.

(169)                 Τα πιο σημαντικά έργα πάνω σε αυτό το θέμα αναφέρονται στο άρθρο IV. του Risiσχετικά με τις αρχαίες ιταλικές γλώσσες, Rivistaital. n. 131, σελ. 180, κ.συν. Βλέπε ακόμα Cantù op. c. App. d.

(170)                 Ημίκραιρα, χρησιμοποιήται από τον Αριστοφάνη για την απόδωση της λέξης γένι, το οποίο κυριολεκτικά σημαίνει η μέση του προσώπου, τα μάγουλα, το πιγούνι, κι επομένως οι τρίχες που εκεί φυτρώνουν.

(171)                 Σχετίζοντας το αλβ. διάτα, με το ελλ. δίαιτα ( διαίτημα ), αν και μορφολογικά η διαφορά ανάμεσα στις δύο λέξεις είναι πολύ μικρή, σημασίολογικά πλησιάζει τη λέξη διαθήκη.

(172)                 Έπειτα το αλβ. κου-γό-ιje, ή κουγ-κό-ιje, θα πρέπει να σχετίζεται με τη ρίζα κοιν, του κοιν-ός, ή κυν cf. ξυν-ός, λόγω μιας παραγωγικής κατάληξης κ έγινε κουγ-κ, όπως πeλά-κ, cf. παλ-αι-ός, γjύ-κ, cf. ju-s, judex, και άλλες λέξεις, κυρίως ρήματα ] από τα οποία υπενθυμίζω μεγ-γό-ιje, είμαι πρωινός τύπος, cf. mane, και μερ-γό-ιje, απομακρύνω, ή αφήνω κατά μέρος, cf. μέρος, μερι-κός. – Όμως σχετικά με αυτό το ρήμα θα πρέπει να παρατηρήσουμε πως η ομοιότητα του αλβ. μεργόιje με το ελλ. αμέργω, δεν αποδεικνύει καμία συγγένεια, εφόσον αμέργω, στύβω, ανάγεται στη ρίζα marg’, στύβω, ξεκαθαρίζω, το οποίο ομοίως γίνεται αμέλγω ( αλβ. μjέλje ), και το λατ. mulgeo, και mulceo, το οποίο έχει μια από τις έννοιες του marg΄ (Curt. I.151). Με το προαναφερθέν μεργόιje μπορεί όμως να σχετισθεί το ελλ. αμέρδω, αποσπώ, αποστερώ, κτλ.] αλλά στην ίδια τη ρίζα του mulceo φαίνεται πως ανήκει το αλβ. ουσιαστικό μουλσςία, ή μουλjτςίου, ( σελ. 124 ) το συκώτι ( και το ιταλ. milza ? ), το οποίο όμως θα μπορούσε να έχει σχέση με το mal, mlai, = mollis, ελλ. μώλυς κτλ. ( id. ib. 290 )] και ίσως και το μούλeζα, το στομάχι ( Hh.), εάν αυτό δεν σχετίζεται με το μύλη, γουδί κατά προσέγγιση.

(173)                 Οι έννοιες του δρέμω με εκείνες του deρμόιje, συμφωνούν αρκετά, βέβαια το αλβ. υποδεικνύει περισσότερο το σπεύδω προς τα κάτω, επομένως κατεβαίνω.

(174)                 Το λαβόσe συσχετιζόμενο με λωβάω υποδεικνύει την μετάθεση των φωνηέντων : όμως θα μπορούσαμε να αρνηθούμε την ετυμολογία αυτή και να προτιμήσουμε ( μετά από αφαίρεση του αρχικού β ) το απαρχαιομένο βλάβω = βλάπ-τω, όπου στον Όμηρο βλάψε δε οι φίλα γούνατα ( Ιλ. VII. 271.) μπορεί να ερμηνευθεί ως πλήγωσε.  Στον στοίχο ( Ιλ. ΧΙΧ. 366 ), βλάβεται δε τε γούνατ’ ιόντι, φαίνεται να σημαίνει κουράζονται, το οποίο θα μπορούσε να σχετισθεί με το αλβ. λόδe, κουράζω, καταβάλλω, και που αλλού σχετίζεται με το λώβη, λωβάω ( δ = β ). Βέβαια αυτές οι αλβ. λέξεις είναι συγγενικές με τις ελλ. που αναφέραμε, και πιθανόν σχετίζονται με τις λατ. labor, laboro, labare. Στο επίθ. ι λάβουρ, ο τρελλός, υπάρχει μια ελλειπτική  φρασεολογία εννοώντας μένeν, ως βλαβείς ( βλαφθείς μένος ).

(175)                 Αναγνωρίζοντας ένα τέτοιο πρόθεμα στο ουσιαστικό ταλjούρ, ή τη μετάθεση αυτού στην αρχή, θα είχαμε την αρχαία ηπειρωτική λέξη λύρ-το-ς = σκύφος, παρ’όλον που τα-λjούρ-eσημαίνει πιάτο, γαβάθα ( αλβ.σικ. ). Όμως, ίσως είναι προτιμότερο να το σχετίσουμε με τάλαρ-ος] στην τοσκική πράγματι ηχεί τάλjee πιο κοντά στο τάλαρ-ος, και σημαίνει βάζο, ή βαρέλι : αλλά υπάρχει επίσης, με την επέκταση του α σε αου, ταουλjάρe, με την έννοια του πιάτου, ή της γαβάθας, κατ’επέκταση από εκείνο που κυριολεκτικά σημαίνει ξύλινο αγγείο, ή ψάθινο καλάθι, όπου κάνουν το τυρί, το οποίο ταιριάζει με το τάλjeρ-e, όπως και με το ελλ. τάλαρ-ος.

(176)                 Μου φαίνεται πολύ ενδιαφέρον να προσέξουμε αυτές τις δύο λέξεις, τς-φουλκjία = φουλκjία, και φeλκjίνjα] οι οποίες σημαίνουν και οι δύο η σπιθαμή ανάμεσα στον αντίχειρα και το δείκτη όταν είναι ανοιχτοί, ενώ το δεύτερο σημαίνει και το σαγόνι ] εφόσον σχετίζονται ξεκάθαρα με τη ρίζα φαλκ, φολκ, η οποία υποδηλώνει κάθε κυρτό, καμπύλο αντικείμενο, όπως το κενό που σχηματίζεται ανάμεσα στο δείκτη και τον αντίχειρα αλλά και το σαγόνι : cf. φάλκ-ης, εμ-φαλκ-όω, φολκ-ός, λατ. falx, falc-o, flec-to, και ίσως furca, βλ. CurtiusI, σελ. 138, όπου ο ( Polluce ) Πολυδεύκης αναφέρει ,,φάλκ-ης, το τη στείρα προσηλούμενον,, ή η πλευρά του καραβιού που προσκολλάται στην καρίνα, όπως αυτός σωστά εξηγεί. – Φούρκ-α στην αλβ. σημαίνει η ρόκκα που γνέθουν.

(177)                 Έτσι είναι στο ξενdερόιje, ατιμάζω, ξε και ’νdέερα, η τιμή] ξιjίσe, εξηγώ, εξηγέω, ήσω, συγχρ. ελλ. : και κατά αυτόν τον τρόπο με το ξε, ξ, τςe, κτλ. μπορούν να σχηματιστούν κι άλλες σύνθετες λέξεις, ιδίως ρήματα.

(178)                 Αυτή η λέξη μεταλλάσσεται εξαιρετικά στην τοσκική, καθώς χάνει το ρ ] όπου σςκjίειje, σςκjύειje, ή τςκjύ-, και σςκjύ-ιje : όμως  αυτή τη τελευταία μορφή δε νομίζω ότι θα πρέπει να μπερδεύεται ( όπως στο Diz. Hh. ) με τη σημασία του η έννοια του προσέχω, και απρώσοπ. του εδιαφέρει, που θα μπορούσε καλύτερα να ανήκει στο ρήμα σςκjύιje, το οποίο σχετίζεται με το σςκjιπόιje, αντιλαμβάνομαι, σκέφτομαι αλβ., ή με το *κοέω, kav, που έχουμε δεί παραπάνω, αντί για νοέω. – Το σςκjιπόιje σχετίζεται πιο εύκολα με το σκέπ-τ-ομαι, σκοπ-ός, λατ. spec-t-o, σνσκρ. ρίζα spac, ( Curt.I, 137.) : η λέξη σςκέπe, ομοιάζω ( Hh.) φαίνεται να έχει κοινή καταγωγή, cf. λατ. spec-ies ] όμως σςκέπετe απρώσοπ., μου αρέσει, μου κάνει κέφι ( με ενδιαφέρει ? ), είναι ίσως καλύτερα να σχετίζεται με το σκήπ-τ-ω, κτλ. – Από το σςκjίειje ή σςκjύιje είναι εξίσου διαφορετικό από το  σςκjούαιje ( Hh.), ξεχωρίζω, χωρίζω, αποκλείω, στην αρχ.τσκ. σς-κλούα-νje ( -ιje ), μετοχή σςκλούαρe (Rh.), ο ξεχωριστός, ο εκλεκτός, το οποίο θα πρέπει να σχετίζεται με το εκ-κλείω, cf. αλβ. κλίτς, κjύτς κτλ.

(179)                 Σχετικά με το σbλόιje και με το ’μbλόιje, με τα οποία ταιριάζει το ’μbουλjόιje= μουλjόιjeκαι σbουλjόιje, θα μπορούσε να πιστέψει κανείς πως αυτά τα ρήματα δεν έχουν κοινή ρίζα : εφόσον τα πρώτα, ιδίως το ’μbλjόιje ή  ’μbλό-ιje, γεμίζω δηλώνουν την σύνδεση που υπάρχει με το έμπλεως αλβ. πλώ-τe ] σμbουλjόιje, αποκαλύπτω, απογυμνώνω και ’μbουλjόιje, καλύπτω, σκεπάζω, φαίνεται να έχουν σχέση με το λατ. spolium, και πιθανόν με το ελλ. σκύλ-ον, η έκδηση, cf. τα ρήματα σκυλ-άω, spo-lio, όπως επινοητικά συμπεραίνει ο Hahn( Ι.σελ. 247.), παρατηρόντας πως στην ελληνική και στη λατινική δεν υπάρχει το ρήμα με τη θετική του έννοια.

(180)                 Col-or σχετίζεται με τη ρίζα κολ καθώς το χρώμα αποτελεί την κάλυψη του χρωματιστού αντικειμένου, κατά τον Curtius ] ή όπως πιστεύει ο Hahn, λόγω της πράξης βουτάω, eγγούλje, που γίνεται για να δωθεί το χρώμα. – Δεν γνωρίζω αν θα μπορούσε να υπάρχει σχέση με το σςκούλe και σκύλ-ον, σκυλάω κτλ. – Για τη λέξη κολεός, κουλεός, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε την αλβ. κουλέτα, το σακί, η τσέπη, ιδίως το ταξιδιωτικό σακί.

(181)                 Σε αυτό το ρήμα όμως το σς θα μπορούσε να εκληφθεί ως αρχική  πρόθεση που μεταφέρθηκε : πeσςτύιje = *σς-πeτύ-ιje, εκ-πτύ-ω.

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Saturday the 29th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS