Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 10)

Share

S 152. Οι ίδιες παρατηρήσεις θα μπορούσαν να γίνουν για τα ρήματα που χαρακτηρίζονται από το ου, και υ, αν και λίγα είναι εκείνα που αντιστοιχούν στα ελληνικά σε ουω, ή υω, εκ των οποίων μπορέσαμε να δούμε κάποια στις προηγούμενες παραγράφους : εδώ θα αναφερθώ ακόμα στο αλβ. ελλ. ρούσσe, μέσ. ρούσσεμe, κατεβαίνω ( ρύω = ρέω, ή ρύω = ερύω ? )

      Αλλά όσο για το πρώτο πρόσωπο ενικού στον ενεστώτα όπου είναι το θέμα, ή η ρίζα των αλβανικών ρημάτων, καθώς και των ελληνικών, έχουμε ασχοληθεί αρκετά κατά τη γνώμη μου ώστε να αναδειχθούν οι αναλογίες που έχουν σε αυτό ανάμεσα στις δύο γλώσσες : αν και εκ πρώτης όψεως, αυτές οι αναλογίες δεν είναι σε όλους ευδιάκριτες. Και είναι περιττό να επισημάνω ξανά πως δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε τα ρήματα που σχηματίζονται με τρόπο που ίσως δεν συμφωνεί με την προέλευσή του, λόγω απομίμησης άλλων από διαφορετικό σχηματισμό, όπως το προαναφερθέν σςτελjίσe, αναπτύσσω, αν συγκριθεί με το στέλλω ] μολjέψe με το μολύνω ] και κατά τον ίδιο τρόπο τόσα άλλα, κάποια από τα οποία μπορεί να συναντήσουμε παρακάτω.

      Τώρα θα πρέπει να μελετήσουμε τις άλλες παραγωγικές καταλήξεις, που μπαίνουν για να σχηματίσουν τις αλβανικές λέξεις τόσο τα ρήματα όσο και τα ουσιαστικά, και να περάσουμε τελικά στα άκλιτα.

 

      S 153. Από το πρώτο πρόσωπο ενικού του ενεστώτα που μέχρι τώρα εξετάσαμε θα πρέπει να περάσουμε στον παρατατικό. Ο παρατατικός των ρημάτων της αλβανικής στο πρώτο πρόσωπο ενικού λήγει σε ιjα, ejα, jα, ή ια (47), και λόγω εξασθένισης που συνηθίζεται πολύ στην σύγχρονη τοσκική, και σε ιjeή je, αντί για ιj-α, σε αυτή τη διάλεκτο, όχι όμως στην παλαιά τοσκική την ιταλό-αλβανική. Στην κατάληξη ιjα, ejα, και jα, ια ( μερικές φορές νjα ) εντοπίζεται εύκολα η ίδια παραγωγική κατάληξη που υπάρχει και στον ενεστώτα ιje, eje, je με διαφορά στην προσωπική κατάληξη : στην οποία ο παρατατικός της αλβανικής συμφωνεί απόλυτα με της νεοελληνικής, και εν μέρει με της αρχαίας, όπου η κατάληξη α μπαίνει αντί του κοινού ον. Όσο για τις παραγωγικές καταλήξεις ο παρατατικός της αλβανικής έχει τον ίδιο σχηματισμό με τον ελληνικό, ο οποίος δεν εισάγει άλλες από εκείνες του ενεστώτα. Συγκρίνοντας ως παράδειγμα, τους παρατατικούς bούιjα αλβ.σικ. ( bèιje τσκ.), έκανα, με τον ελληνικό (ε)=ποιε-ον (ον=α=jα), ή με εκείνον του φύ-ω, -ίω, ε-φύι-ον, (-α) : σςκέλe-jα, ή σςκέλλ-jα, -ιjα, ποδοπατούσα, με τον ελληνικό (έ)-σκαλ-λ-ον (-α) του ρήματος σκάλ-λ-ω = *σκάλ-j-ω] κλά-ιjα, έκλαιγα, με τον ελληνικό (έ-)-κλαι-ον ή (έ)κλα-ι-ον, (-jα), στην νεοελλ. και έκλαιγα] και θα αποκαλυφθεί η αναλογία.

      Η σύγχρονη σκοδριανή διάλεκτος όμως απομακρύνεται φανερά από την τοσκική, και από το κεντρικό ιδίωμα, στον σχηματισμό του παρατατικού : εφόσον σε αυτό σχηματίζεται με το ρήμα είμαι : πχ. ούνε dόισςε, εγώ ήθελα, από dόι = dούα] dισςιρό-ισςε (48), επιθυμούσα, από dισςιρόι ( -όιje ) ( βλ. το προαναφερθέν έργο ViadelPar. σελ. 41.), με άλλα λόγια σχηματίζεται από το ριζικό μαζί με το ίσςε = jέσςe τσκ., παρατατ. του jάμe. Κατά αυτό τον τύπο σχηματίζονται γενικά οι παρατατικοί αυτής της διαλέκτου, κυρίως για όλα τα ρήματα που έχουν, ή που μπορούν να έχουν την κατάληξη της ρίζας σε φωνήεν, όπως σςκό-ιje, περνώ, σκοδρ. σςκό-ι, παρατ. σςκό-ισςε κτλ. Στην κοινή διάλεκτο η παραγωγική κατάληξη που προέρχεται από το ρήμα jάμe, ουσιαστικό, έχει κανονικά για τους παρατατικούς σχηματισμούς παθητικής, ή μέσης των ρημάτων σε εμe, και στα ενεργητικά ρήματα που έχουν διατηρήσει την κατάληξη μ, ή μe στον ενεστώτα : δηλαδή κάμe, έχω ( cf. έχω *σχή-μι, *σχά-μι ή *έχη-μι : ρίζα σανσκριτική sage, sah-ami : χωρίς το αρχικό ε )] και θόμe εγώ λέω = φαμί. Όμως για τον μέσο-παθητικό σχηματισμό θα ασχοληθούμε παρακάτω.

      Η βόρεια διάλεκτος των γκέγκων που ερευνήθηκε από τον PadreDaLecce έχει επίσης έναν άλλο δικό του σχηματισμό που λήγει σε gne-te = νjε-τε] όπου εκτός από τη συλλαβή gne = νjε, που πρέπει να επαναλαμβάνεται από τον ενεστώτα ( σε gne = νje, ή ινje : βλ. SS προηγούμενα ), εμφανίζεται μια άλλη παραγωγική κατάληξη στο τέλος te = τε. Για παράδειγμα στο ρήμα mba, κρατώ ( P. DaLecce σελ. 99.) = τσκ. ’μbά-ιje, ή ’μbά-νje, σκοδρ. mba-i, ο παρατ., κατά τον συγκεκριμένο συγγραφέα, γίνεται mba-gne-te, ο αόριστος mbai-ta] ο ίδιος ο παρατατικός στην σκοδριανή θα ήταν mbai-sce, στην τοσκική ’μbά-ιja, ή ’μbά-ιje, κρατούσα. Όμως ο σχηματισμός που αναφέρεται από τον P. DaLecce, καθώς φαίνεται, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί μια ιδιαιτερότητα της διαλέκτου, ίσως εκτός χρήσης τώρα πια, σίγουρα άγνωστη στις λίγες (σελ.148) μαρτυρίες της εν ζωή σήμερα σκοδριανής, και εντελώς αποξενωμένη από τους σχηματισμούς της τοσκικής. Οι παραγωγικές καταλήξεις του ενεστώτα και του παρατατικού περνούν ακόμα, όπως θα δούμε, από την οριστική στην υποτακτική.

      S 154. Σε πολλούς παρακείμενους της αλβανικής, ή αόριστους αν θέλετε, μπροστά από την προσωπική κατάληξη α, κοινή στους αόριστους και στους παρακείμενους της ελληνικής αλλά και της σανσκριτικής ( cf. vi-vaid-a = ελλ. Fοίd-α, οίδ-α παρακ.: βλ. Schl. ll. cc.), εμφανίζεται συχνά η παραγωγική κατάληξη τα, όπου ιδίως η κατάληξη α δεν ακολουθεί αμέσως τη ρίζα, όπως γίνεται συνήθως με τα ρήματα που λήγουν σε σύμφωνο.

      Η παρ. κατάληξη τ, την οποία εξετάζουμε στην προκειμένη περίπτωση, φαίνεται πως θα μπορούσε να έχει περάσει από την σανσκριτική μετοχή με την παρ. κατάληξη tavia, αντί του απλού ta ( βλ. Schl. σελ.351-2 ), και από τα επίθετα της ελληνικής σε το-ς, μετ. της λατινικής σε tu-s, στον παρακείμενο της οριστικής. Και πράγματι οι μετοχές των παρακειμένων στην αλβανική σε τουρ, ή τουν, όπως βeρέι-τουρ = τουν, ’νdάι-τουρ, -τουν, βά-τουρ, -τουν γκ., και άλλα, μοιάζουν κατά πολύ με τα ελληνικά, όπως ορα-τό-ς, δαι-το-ς, βα-το-ς, ή στις μετοχές της λατινικής, όπως da-tu-s, audi-tu-s, κτλ. : όμως αυτή η υπόθεση δεν βασίζεται πουθενά. Ωστόσο θα πρέπει να επισημάνουμε πως πολλοί από τους παρακείμενους ή τους αόριστους της αλβανικής σε τ-α, αναγνωρίζουν το γράμμα τ από τον ενεστώτα όπου αυτό συμπεριλαμβάνεται, όπως για παράδειγμα στο βέ-τε, cf. βα-τέ-ω ( = πατέ-ω ), βά-ω, βαί-ν-ω, παρακ. βάι-τα] ’μbέσe, ή μbέσσe, ’μbέ-τα, ή ’μbέ-ττα] πύεσ-e, παρακ. πύε-τα ( αλβ.σικ. εν. πίε-νje, παρακ. πίει-τα ), σκοδρ. pvèta, cf. πυθ, *πέ-πυθ-α, ε-πυθ-όμην. Σε αυτά και σε άλλα παρόμοια ρήματα το τ του παρελθόντος θα πρέπει δικαίως να θεωρηθεί ως ριζικό, και όχι ως παραγωγική κατάληξη : αυτό που μπορεί να ισχύει επίσης για ορισμένα ρήματα, ακόμα κι αν δεν έχουν το τ, ή το σ στην ρίζα, το αποκτούν στον ενεστώτα χρόνο.

      Από την άλλη είναι βέβαιο ότι το σ και το τ είναι δύο γράμματα, τα οποία τόσο στην ελληνική, όσο και στην αλβανική εναλλάσσονται μεταξύ τους σε πολλές περιπτώσεις ] ιδίως στα ρήματα που λήγουν σε ς, ή σe, όπως φλάσe, 2. 3. φλέ-τα, και στην παθ. φωνή του ενεστώτα φλίτεμe] βράσe, βρέ-τα, στην παθ. βρίτεμe, κ.ο.κ. Αυτό συμβαίνει κανονικά στην συγκεκριμένη κατηγορία ρημάτων, αν και, όπως έχουμε δει, αυτό το σ συχνά προέρχεται από τη ρίζα as που χαρακτηρίζει τον μέλλοντα, και επομένως περνά στον ενεστώτα της αλβανικής ( βλ. S 144 ). Πιστεύεται ωστόσο ότι το τ των αόριστων ή των παρακειμένων της αλβανικής πιθανόν να μην έχει διαφορετική προέλευση από το σ των αορίστων της ελληνικής σε σα, της σανσκριτικής sam, ρίζα as, ελλ. ες, αλβ. α, ες, και ετ, που το σ μετατρέπεται σε τα, καθώς είναι βέβαιο σε πολλούς χρόνους του παρόντος όπως θρέ-σe, θρε-τα, και άλλα. Κατά τον ίδιο τρόπο για παράδειγμα το βάι-τα στην ουσία δεν διαφέρει από το (έ)-βα-σα = έ-βησα] βeρέι-τα, ή βάρει-τα, από *Fώρα-σα, *ώρα-σα] dάι-τα, από (έ)-δαι-σα, κτλ. Χάρη σε αυτό θα ήταν εύκολο να εξηγήσουμε πως πολλά αλβανικά ρήματα έχουν δύο σχηματισμούς του απλού αόριστου, ο ένας σε τα, ορισμένες φορές με μετατροπή στο ριζικό φωνήεν, και ο άλλος σε βα, ή ρα = να : πχ. dά-ιje, ή ’νdά-ιje ( = δαίω ), αόριστος dάι-τα, ή ’νdάι-τα, και ’νdά-βα] χύ-ιje, D.L. hii-gn, ( σελ.147.) ή χί-νje (αλβ.σικ.), αόρ. χύ-να, hii-na, ή χύ-ρα, και χύ-τα, ή χίι-τα] γατούα-ιje, ή γατό-ιje, αόρ. γατό-βα, και γατούαι-τα] (σελ.149) σςκρούα-ιje, ή σςκρό-ι σκοδρ., παρακ. σςκρό-βα γκ., και σςκρούαι-τα ( ιταλό και ελλην.-αλβανική ). Επομένως προσωπικά θα προτιμούσα να ονομάζω αόριστο τον σχηματισμό σε τα, και παρακείμενο εκείνο σε βα, ή να = ρα, καθώς και το πρωτόγονο σε α παραγωγική κατάληξη στη ρίζα, για το οποίο βρίσκουμε πολυάριθμα παραδείγματα σε ρήματα όπως τίερe, τόρ-α, σγλέδ-e, σγλόδ-α, χύπe, χύπ-α, σςκέλλe, ή σςκέλje, σςκέλ-α, και πολλά άλλα.

      Σχετικά με το τ που χρησιμεύει στο να σχηματίζει τους αόριστους υπενθυμίζω πως συχνά μπαίνει μετά από τα σύμφωνα ( βλ. Hahn, Gram. σελ.68.), όπως ακριβώς στην αρχαία ελληνική το σ των αορίστων και των μελλόντων, καθώς και το κ των παρακειμένων. Έτσι για παράδειγμα έχουμε κάλ-α παρακ. και κάλ-τ-α από κλά-σe ή κeλά-σe ( cf. πελάζω, ή κέλλω ), εισάγω : πιο συχνά βρίσκεται στις μετοχές όπως σςκέλ-ουρ, και σςκέλ-τ-ουρ, θίρ-ρ-ουν, και θίρ-τα-ουρ, από σςκέ-λe, και από θρέ-σe παρακ. θίρρα, και θρίτα : cf. το αιολικό όρ-σ-ω μελλ. του όρ-ω, κέρ-σ-ω από κείρ-ω, κτλ. : μολονότι ο σχηματισμός σε τα του αορίστου της οριστικής δεν είναι σε χρήση. Οι δύο διαφορετικοί σχηματισμοί τα, και βα, χρησιμεύουν μερικές φορές και στην ταυτοποίηση των ρημάτων όπως στο πρές, κόβω, παρακ. πρέ-βα] πρές, ή πeρέσe, περιμένω, παρακ. ή αόρ. πeρί-τα. Για αυτό το λόγο ίσως ( τουλάχιστον σε αυτά τα ρήματα ), μπορεί να υπάρχει το σ το παραγωγικό στο πρώτο, το ριζικό στο δεύτερο.

      S 155. Ο Bopp με την συνήθης βαθιά γλωσσολογική του εμπειρία, αποδίδει την άλλη παραγωγική κατάληξη του παρακειμένου της αλβανικής, β, ( που έχουμε δει παραπάνω ) στην ρίζα της σανσκριτικής bhu, είμαι, αντίστοιχη στην ελληνική φυ, λατ. fu] καθώς η προέλευση σχετίζεται με αυτή τη ρίζα απoτον ίδιο τον Bopp (IntornoallAlb. p.19. n.38, 39, και  Grammat. Compar. p. 546. και συνέχεια), αλλά και από τον Schleicher ( op. c. p. 624-25 ), και από τους γλωσσολόγους γενικότερα, το vi, ή το uiτων παρακειμένων της λατινικής, όπως το ama-vi, mon-ui, και το bam των παρατατικών, το bo στους μέλλοντες. Η προαναφερθείσα άποψη σχετικά με τον παρακείμενο της αλβανικής σε βα είναι σίγουρα μεγάλης σημασίας : και αυτή δέχεται πως η αλβανική θα διαμόρφωνε τον παρακείμενο όπως η λατινική την παραγωγική κατάληξη, καθώς για ακόμα μια φορά εκδηλώνει ένα ύφος καθαρά ελληνικό : παρόλο που και η πρώτη πλησιάζει ως προς την κατάληξη τον ελληνικό τρόπο. Ωστόσο αν θεωρήσουμε πως το β δεν επεκτείνεται στον πληθυντικό, και πως αντιθέτως περιορίζεται στα δύο πρώτα πρόσωπα του ενικού, όπως θα δούμε] και από την άλλη πως δεν διατηρείται κανένα βέβαιο ίχνος στην αλβανική από τη ρίζα bhu ( ως παραγωγική κατάληξη, εννοείται ) ( βλ. Bopp, διατριβή, σελ. 75, νούμερο 39.), θα μπορούσε κάποιος να μη τη δεχτεί.

      Αν η υπόθεση ορισμένων, πως η ηχηρότητα των παρακειμένων της ελληνικής, όπως τέ-τυφ-α, λέ-λεχ-α, και παρόμοια, οφείλεται σε ένα δίγαμμα που προηγείται εξαρχής της κατάληξης α, όπου τέ-τυφ-α θα γινόταν = τέ-τυπ-Fα, αν λοιπόν η υπόθεση αυτή είχε ακλόνητα θεμέλια, θα μπορούσε να δικαιολογηθεί κατά αυτόν τον τρόπο ο παρακείμενος της αλβανικής σε βα. Κατά άλλους (49), που δέχονται αυτή την υπόθεση, το F του ελληνικού παρακειμένου, οφείλεται στην παρ. κατάληξη va, vansτης μετοχής του παρακ. της σανσκριτικής, η οποία φανερώνεται, και αναγνωρίζεται στις μετοχές της ελληνικής σε φως, χως, οτ-ος ( βλ. Schl. σελ.316. και συνέχεια ) = πFως, κFως. Όμως αυτή η θεωρία δεν είχε γενική αποδοχή από τους φιλόλογους, αντιτίθεται σε αυτήν ο Curtius ( op.c. II. p. 87 και συνέχεια ), καθώς και ο Schweizer-Slidelκαι άλλοι, αποδίδοντας την ηχηρότητα των παρακειμένων της ελληνικής σε μια από τις συνηθισμένες τροποποιήσεις των ελληνικών γραμμάτων, ιδίως στα σύμφωνα τα ισχυρά άηχα, όπως αποδεικνύει ο ίδιος (ivi). Ωστόσο αφήνοντας κατά μέρος το ζήτημα σχετικά με την προέλευση του άηχου στους παρακείμενους της ελληνικής ( η παρουσία του οποίου κατά τα άλλα είναι ολοφάνερη : φ = πF] χ = κF, ή ph, kh ), θα υπενθυμίσω πως στην αλβανική το β συναντάται μονάχα στα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε φωνήεν, και όχι σε εκείνα που λήγει σε σύμφωνο. Όντας κατά τα άλλα γνωστό το πόσο συχνή ήταν στα αρχαία ιδιώματα της ελληνικής η χρήση του διγάμματος μεταξύ φωνηέντων, όπως στο νάFος = να-ός, αFηρ = αήρ κτλ., δεν θα ήταν αβάσιμο να πιστέψουμε πως θα έμπαινε, σε κάποιες διαλέκτους, μπροστά από την κατάληξη των παρακειμένων σε καθαρό α ] και πως αν για αυτό μόλις που υπάρχει κάποιο γραπτό παράδειγμα, όπως το εδήδοFα το οποίο αναφέρεται από τον ίδιο τον Curtius ( από C. I.n. 15 ), πολύ πιο συχνό θα ήταν ένα τέτοιο φαινόμενο στην καθομιλουμένη κάποιας από τις λιγότερο καλλιεργημένες διαλέκτους. Η χρήση του διγάμματος ήταν πράγματι συχνό σε κάποιες αιολικές διαλέκτους, π.χ. στην κρητική : αFάτα, = αάτη] κάβαξ = κήξ] δάβελος = δάλος] φάβος = φάος, φώς] θάβακος = θάκος (50). Όσο για την αλβανική γλώσσα, η οποία κατά την γνώμη μου, αναμφίβολα συνδέεται με τα αρχαία ιδιώματα της Ελλάδος, νομίζω πως η υπόθεση αυτή επιβεβαιώνεται παρατηρώντας πως ] πέρα από τους αόριστους σε τα, για τους οποίους έχει δοθεί μια πιθανή εξήγηση ] η γενική τάση των ρημάτων είναι να σχηματίζουν τον παρακείμενο κατά τον αρχαίο τρόπο, έτσι στην σανσκριτική, όπως και στην ελληνική, με την προσθήκη δηλαδή της προσωπικής κατάληξης, α ( = ma ), ως επίθεμα στη ρίζα : τέ-τυπ-α, λέ-λοιπ-α, τέ-τοκ-α, έ-στολ-α, κτλ., όμοια με τα αλβανικά, πeρ-τύπ-α, λjίπ-α, ή λίπ-α, πe-σςτόλ-α, από πeρ-τύπ-e, λίπ-e, πe-σςτίελj-e, ή, -σςτίελ-e, που έχουμε ήδη εξετάσει] με τόσα άλλα αμέτρητα (51).

      S 156. Ούτε αντιτίθεται σε αυτή τη θεωρία η περίπτωση των παρακειμένων ή αορίστων της αλβανικής σε να=ρα : εφόσον το ρευστό ν=ρ, που προηγείται της κατάληξης σε α, αναπτύσσεται ομαλά στον παρακ. εκείνων των ρημάτων που το παίρνουν στον ενεστώτα ( βλ. SSπροηγούμενα ), όπου υπάρχει ένα ρηματικό στέλεχος που αναπτύσσεται με την παρ. κατάληξη ν ( από na ) έτσι ώστε σε αυτό το στέλεχος, κατά γενικό κανόνα, μπαίνει η προσωπική κατάληξη του παρακειμένου, α, ενώ τα ρήματα της αλβανικής που παραλείπουν την παρ. κατάληξη ν παίρνουν το β μεταξύ των δύο φωνηέντων του ρηματικού κορμού, και της προσωπικής κατάληξης. Επομένως σςκό-ιje, ή σςκό-νje, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο σςκό-ν, ο παρακείμενος γίνεται σςκό-β-α] bή-ιje, ή bή-νje, δεύτερο, ή τρίτο πρ. bή-ν, γκ. bά-ν, αλβ.σικ. bούν, εφόσον διατηρεί το ν, ο παρακ. γίνεται bά-ν-α γκ., και στη τοσκική σύμφωνα με την συνήθεια του να μετατρέπει το ν σε ρ, ( βλ. S 100 ), bή-ρα, ή bού-ρ-α] πί-ιje, ή πί, πίνω, που δεν έχει το ν, γίνεται πί-β-α, = *πέ-πι-F-α] ρό-ιje, ή ρό-νje, είμαι καλά, ζω, το οποίο αν και έχει το ν στο δεύτερο και τρίτο πρόσωπο ρό-ν, επίσης το εγκαταλείπει στον παρακ., γίνεται ρό-β-α = *έρ-ρο-F-α, από ρόω, cf. ακ-ήκο-α, fs. αιολικό ακ-ήκο-F-α, από ακούω, αρχ. κοέ-ω, κό-ω] γέ-γα-α, το οποίο πιθανόν οι Αιολείς έλεγαν γέ-γα-F-α από *γά-ω = γέ-ν-ω. Η διατήρηση, ή η παράληψη της παραγωγικής κατάληξης ν εξαρτάται από την συνήθεια, και την ιδιοφυία της γλώσσας. Τέλος όποιος δεν δέχεται αυτή την άποψη, παρατηρώντας την αναλογία μεταξύ των αορίστων της αλβανικής σε να=ρα, και εκείνων της ελληνικής σε να, θα μπορούσε ίσως να σχετίσει και τους δύο σε ένα και μόνο τύπο : αν και στα ελληνικά εκδηλώνεται η κατάργηση του σ. Όσον αφορά έπειτα την επένθεση ενός συμφώνου σε παρελθοντικό χρόνο, είναι γνωστό πως οι έλληνες στους παρακείμενους έβαζαν το κ του οποίου είναι άγνωστη η προέλευση, όπως ομολογεί ο Schleicher ( σελ.622 ) : και αυτό το λαρυγγικό δεν έμπαινε μόνο μπροστά από τις καθαρές καταλήξεις, όπως λέ-λυ-κ-α, αλλά ακόμα και μπροστά από αυτές που περιέχουν προσμίξεις, όπως έ-σπαρ-κ-α, έ-σταλ-κ-α, και παρόμοια] παρόλα αυτά ο φιλόλογος που αναφέραμε παραπάνω παρατηρεί πως ο Όμηρος χρησιμοποίησε τους παρακείμενους σε κα, μόνο στα ρήματα καθαρής ριζικής κατάληξης, κέ-κμη-κ-α, τέ-τλη-κ-α κτλ. ( βλ. ivi σελ.621.).

      Θα δίσταζε κανείς να δεχτεί πως το β στον παρακείμενο της αλβανικής προέρχεται από ένα απλό ευφωνικό δίγαμμα, βλέποντας το να διατηρείται στον παρελθοντικό χρόνο της υποτακτικής μπροστά από την κατάληξη σε σςα ( τυπική κατάληξη του αορίστου για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω ) ελαφρώς τροποποιημένη σε φ. Και πράγματι αυτό εξηγείται καλύτερα με την υπόθεση του Bopp. Δεδομένου όμως ότι το δίγαμμα μπαίνει στο σχηματισμό των παρακειμένων σε καθαρό α, δεν θα προκαλούσε έκπληξη η παρουσία του και σε άλλες λέξεις του ίδιου χρόνου ( ή εκείνου που τον αντικαθιστά ), εφόσον το επιτρέπει η αισθητική της γλώσσας. Σε αυτό θα πρέπει να προσθέσουμε πως ο ήχος φ μπροστά από το σς είναι ορισμένες φορές απλά ευφωνικός στην αλβανική, όπως στην γκ. βejέφτςιμ, ή βeλjέφσςιμ = βeλjέτςιμe, χρήσιμος, λειτουργικός, κατάλληλος, από βeλjέιje = βejέιje, βοηθώ, χρησιμεύω ( cf. S60 ). Έχουμε ήδη κοιτάξει πως το ξ (κς) γίνεται φσς στο ουσιαστικό κόφσςα = coxa (ivi): επομένως θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως ο ήχος φσς του αορίστου της υποτακτικής σχετίζεται με τον δωρικό σχηματισμό του μέλλοντα σω, σε ξω : έτσι για παράδειγμα βράφσςια = *βράξεια = *βράσεια, cf. γελάξαι. Η παρ. κατάληξη τ (τ-α) φαίνεται επίσης να διατηρείται στον παρελθοντικό χρόνο της υποτακτικής, αλλά μαζί με την κατάληξη σςα, ή σςια, προφέρεται τςα, ή τςια.

      S 157. Πέρα από τις κοινές μορφές, και τις κανονικές των αορίστων, των παρακειμένων της αλβανικής που έχουμε δει μέχρι τώρα, θα εξετάσουμε μερικούς από εκείνους που παίρνουν την παραγωγική κατάληξη σςα ( ή σςe λόγω εξασθένισης του α, προσωπική κατάληξη ) που προστίθεται στη ρίζα που λήγει σε φωνήεν, όπως θα-σς-e, είπα, ρίζα θα=φα ελλ., από θόμe, θέεμι = φημί] δά-σς-e, ρίζα δα, ελλ. δο, δί-δω-μι, σανσκριτική da] πά-σς-e, είδα, ρίζα πα, cf. ελλ. ο-πά-ω ο-πέ-ω, οπιπεύω, όπωπα (52)] dέ-σς-α, πέταξα, από το ρήμα dούα ( cf. παρατατικός αλβ.σικ. dέ-ιjα, ή dέε-jα ), και κάποιο ακόμα. Στα οποία δεν υπάρχει αμφιβολία για την παρεμβολή του ονοματικού ρήματος με τον ίδιο τρόπο όπως και στους αορίστους της ελληνικής σε σα, σσα, με τον χαρακτηριστικό μετριασμό του σ ή σσ σε σς που συνηθίζεται στην αλβανική γλώσσα (53). Η μετατροπή του σς σε τς είναι επίσης συνήθεια διαλέκτων, όπως έχουμε αναφέρει ξανά σε άλλη περίπτωση : επομένως έχουμε πά-τς-e αντί για πά-σς-e, θα-τς-e αντί για θα-σς-e, και παρόμοια. Μάλιστα τέτοιου είδους μετατροπή κατά πολλούς επεκτείνεται και στην κατάληξη κάποιου αορίστου σε τα, όπως πά-τς-e, είχα, αντί για πά-τα ( ιταλό-αλβ.) (54), ρίζα πα, cf. πά-ομαι, αποκτώ, και πατ-έ-ομαι ( βλ. Curt. I. 235-6 )] γjέ-τς-e, βρήκα, κτλ. αντί για γjέ-τα, ή γjέν’-τα, ρίζα γέν, cf. γέν-ω ( βλ. S 149 )] και τέλος έρδ-α, ήρθα = ήλθον, κατά τον DaLecce γίνεται ersc, ή έρσς-e = έρτς-e.

      Σχετικά με τους παρατατικούς όπως και τους αόριστους της αλβανικής σε σςα, σςε, θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί αν έχουν κάποια σχέση με τους παρατατικούς και αόριστους της ελληνικής σε σκ-ον, όπως έ-σκ-ον, έ-φα-σκ-ον, χαίρ-ε-σκον ( Odyss. XII, βλ. 380 ), και άλλα παρόμοια. Όμως επειδή σε αυτά φαίνεται ξεκάθαρα η επαναληπτική κατάληξη σκ=sk, σνσκρ., δεν μπορεί να βρεθεί κάποιος σύνδεσμος με το αλβ. σς, το οποίο ισοδυναμεί με το σ, ή σς, παρ. κατάληξη της ελληνικής από ες=as. Περισσότερο πιθανό είναι να πρόκειται για κάποιον ξεπερασμένο τύπο παρατατικού της ελληνικής *έσ-ην αντί του κοινού ήν=έην, cf. λατ. er-am, και σε κάποιο τύπο αορίστου *έσ-α, ανάλογα με τον μέλλ. έσο-μια (*έσ-ω). Επιπλέον και στην νεοελληνική γλώσσα υπάρχουν πολλοί σχηματισμοί παρατατικού σε ου-σα, ιδίως από τα ρήματα σε καθαρό ω, όπως επατούσα, ωμιλούσα, κτλ., παίρνοντας δανεικά το χαρακτηριστικό του αορίστου. Η σύγκριση τέτοιου τύπου νεοελληνικών παρατατικών μπορεί να εξηγήσει τους ελάχιστους παρατατικούς της αλβανικής σε σςα] αλλά όσο για τους αόριστους, αυτή η κατάληξη τους αρμόζει : αν και θα μπορούσε κανείς να υποθέσει μια μετατόπιση των χαρακτηριστικών του αορίστου σε κάποιους παρακείμενους της υποτακτικής.

      Οι χρόνοι, στους οποίους εκτός από την προσωπική κατάληξη προστίθεται και η ρίζα του ρήματος είμαι, as = ες, στην ελληνική, και bhu = fuή es, στην λατινική, δικαίως ονομάζονται χρόνοι σύνθετης ρίζας : τέτοιοι είναι οι πρώτοι αόριστοι, με τους μέλλοντες της ελληνικής, καθώς και οι παρατατικοί λατ. σε bam, οι παρακείμενοι, και όσοι άλλοι έχουν τον ίδιο σχηματισμό : έτσι και οι αόριστοι της αλβανικής επίσης, και κάποιοι από τους παρατατικούς που αναφέραμε παραπάνω. Σε αυτούς θα πρέπει για την σκοδριανή διάλεκτο να προσθέσουμε και τον ενεστώτα, και τον παρατατικό της υποτακτικής, ο οποίος λήγει σε –σςεμ, πχ. κίσςεμ, να έχω, ή να είχα, όπως ίσςεμ, της ίδιας διαλέκτου, να ήμουν, ή να είμαι : καθώς και ο παρακείμενος ή αόριστος της υποτακτικής κοινός σε όλες τις διαλέκτους σε φ-σς-α, ή φ-σς-ια, σςια, σςα, ή τς-α, τς-ια, όπου είναι φανερό πως προστίθεται η παρ. κατάληξη σς ρίζα as = ες, που ο Bopp ( op. c. p, 74-5, n. 38-9 ) συγκρίνει αυτό το χρόνο με τα λατινικά *ama-vi-sim = κοινώς ama-ve-rim, ενώ όσο για τη σύνθεση της ρίζας με τους δύο σχηματισμούς του ρήματος, δικαιώνει την άποψη του που μόλις εξηγήσαμε.

      S 158. Η παθητική μετοχή της αλβανικής γλώσσας έχει επίσης τις δικές τις ξεχωριστές παρ. καταλήξεις δύο κατηγοριών, ουν γκ. ( κατά τον P. DaLecce  το απαρέμφατο ) ουρ = τσκ. και μ, μe, ουα-μ, ουε-μ, ουο-μ, και ου-μ γκ., μ, ουα-μ, ουε-μ, ή μe τσκ. Το ου, (u) του σχηματισμού σε ουν, ουν-e = ουρ, ουρ-e, κατά τον Bopp(op. c. p. 25), το οποίο αναφέρεται από τον Hahn ( Gr. p. 68, 5 ), θα ήταν ένα βοηθητικό φωνήεν που μπήκε για λόγους ευφωνίας. Στους σχηματισμούς σε μ, μe, τα φωνήεντα που προηγούνται ου, ουα, ουε, ουο, αποτελούν βέβαια μέρος της ρηματικής ρίζας όπως τα άλλα φωνήεντα που μπορεί να βρεθούν : για παράδειγμα στο baa-m γκ. από bανje ( D. L.), μετοχή του κάνω] βου-μe, μ. του θέτω, από βού, ή βή] πί-μe, μ. του πίνω, από πί] σςκούα-μe, σςκούε-μe, σςκούο-μe, σςκού-μe, μ. του περνώ, από το ρήμα σςκό-ιje, περνώ, με επέκταση του ριζικού ο του ρήματος : το οποίο θυμίζει τους σχηματισμούς της ελληνικής, -ουμε-νο-ς, και ωμε-νο-ς, οωμε-νο-ς, με διάφορες επεκτάσεις του ω, σε οω, εω, αω ( cf. και S44 ).

      Επομένως εμφανίζονται οι πραγματικές παρ. καταλήξεις ν, νe=ρ, ρe, και μ, μe. Όσο για το δεύτερο δεν μπορεί να γίνει λάθος, διότι είναι ξεκάθαρο πως σχετίζεται με το σανσκριτικό mana, το ελληνικό μενο, και με το απλό ma επίσης της σανσκριτικής, στο οποίο είναι πιο κοντά το αλβανικό μ, μe ( βλ.Boppop. c. p. 26 ). Η παραγωγική κατάληξη maτης αρχαίας ινδικής υπάρχει εξίσου στα ρηματικά επίθετα της ελληνικής, πχ. δόκι-μο-ς, πότι-μο-ς, και παρόμοια, καθώς και στα ουσιαστικά, όπως τμή-μα, μνή-μα, ρηγ-μί-ν, και άλλα τέτοια, στα λατ. fu-mu-s, teg-men, incre-men-tum, και παρόμοια, στα οποία εντοπίζεται η παρ. κατάληξη ma, ή mana ( βλ. Schl. op. c. II. p. 329-36 ). Στις μετοχές της αλβανικής σε μe μπορεί να αναγνωρισθεί η απλή παρ. κατάληξη ma ] όπως στα ουσιαστικά επί το πλείστον ρηματικά τα οποία είναι αναρίθμητα, ιδίως σε ίμe] ή θα μπορούσαμε να υποθέσουμε μια συντόμευση του σανσκριτικού mana, μενο ελληνικό, όπως φαίνεται στο γράμe, μ. του ζωγραφίζω (55), από το νεοελλ. γραμ-μένος.  Ωστόσο κάποιο σημάδι της παραγωγικής κατάληξης μενο, mana, εντοπίζεται στο πάμουνe, η όψη ( θεωρία ), η εμφάνιση, για το απλό πάμe, ή πάρe, και σε κάποια άλλη παρόμοια λέξη.

      S 159. Όσο για την παρ. κατάληξη νee, ο Bopp( σελ. 26 ) σοφά την σχετίζει με το σανσκριτικό na, παρ. κατ. της μετοχής, που συναντάται και σε άλλες γλώσσες κυρίως στις γερμανικές, εκτός από την σανσκριτική, και έχει αφήσει τα ίχνη της στα επίθετα της ελληνικής σε νο-ς, όπως εδα-νό-ς, σκοτει-νό-ς, σεμ-νό-ς, στυγ-νό-ς, και παρόμοια ( βλ. id., και Schl. p. 326. και συνέχεια ). Παρόλα αυτά, αν και αναμενόμενη η ομοιότητα,  η οποία έχει ,αν δεν κάνω λάθος, επαρκώς διασαφηνιστεί, μεταξύ αόρ. και παρακ. της αλβανικής με εκείνους της ελληνικής, δικαίως θα παρατηρήσω πως το ν, ή ουν, θα μπορούσε να σχετίζεται με την παρ. κατ. της παθ. μετοχής της σανσκριτικής van-s, van-t, ή οποία διακρίνεται στα ελληνικά ως, Fως, για Fαν-ς, Fον-ς, όπου τετυφ-ως =*τετυπ Fώς, τε-τοκ-ως, και παρόμοια, με την αναίρεση του ρινικού, γεν. -ότ-ος = Fό-το-ς αντί για Fόντ-ος κτλ ( id. p. 315-18 ). Παρόλα αυτά θεωρώ πιο πιθανή την συγγένεια μεταξύ της λεγόμενης παρ. κατ. της αλβανικής με εκείνη των αορίστων της ελληνικής ενεργ. και παθ., όπως στάς = στα-νς, γεν. στάντ-ος, δού-ς = δό-να, γεν. δόντ-ος, λυθ-είς = ένα, γεν. έντ-ος, τυπ-είς = ένα, γεν. έντ-ος, γράψ-ας = ανς, γεν. αντ-ος] στα οποία η ονομαστική έχει χάσει το ν, το οποίο παρέμεινε όμως στις παλαιές διαλέκτους της αιολικής, πχ. στην κρητική που έλεγαν ίστανς, δίδονς, σε σύγκριση με το τονς αντί για τούς. Και επί την ευκαιρία θα πρέπει να υπενθυμίσουμε αιτιολογώντας τα επίθετα της ελληνικής σε εις=ενς, όπως πτερό-εις, εντος, δινή-εις, εντος, και παρόμοια, που θα μπορούσαν να θεωρηθούν αρχαίοι αόριστοι παθ. του πτερό-ω, δινέ-ω κτλ., και θα είχαν ένα σχηματισμό ολόιδιο με εκείνο των αλβ. σε ούεν αντί όεν ( =ούαρ τσκ.) από τα ρήματα σε όιje] ίεν (=ίερ) ή ύεν, από εκείνα σε έιje] και ομοίως για τα άλλα. Η μετοχική παρ. κατ. των αορίστων της ελληνικής είναι επομένως ντ, ή εντ που απομένει συχνά μόνο σε ν, και σε εκείνους της αλβανικής ν, ουν, =ρ, ουρ (56)] εφόσον το τελικό ς, που βγαίνει από την ονομαστική, στην αλβανική καθώς και στην ιταλική είναι πλέον σε αχρηστία. Έτσι το τ, ή ς το τελικό μετά από το ν, έχει επίσης εκλείψει καθώς δεν ήταν αρεστό στα δεδομένα της αλβανικής γλώσσας, αλλά ούτε σε εκείνα της ελληνικής, η οποία όμως προσπαθεί να το αποφύγει. Για αυτό βρίσκουμε παράδειγμα στα τρίτα πρόσωπα του πλ. και στις δύο γλώσσες για την σανσκριτική ant = untλατ. και στην ελλ. ουσ-ι (=οντ-ι), στην σύγχρονη ουν, στην αλβ. ν, eν, ιν. Το άφωνο e το τελικό ( συχνά καθαρό στην γκ.) το οποίο εμφανίζεται σκόπιμα στην μετοχή στο ρ, ν, είναι η συνηθισμένη ανόργανη πρόθεση, με την οποία ασχολούμαστε αλλού, και που γενικά δεν συναντάμε στην αρχ. τσκ. ιταλό-αλβ., ούτε στην σκοδριανή, όπως ακριβώς θα παρατηρήσουμε για την αιτ. εν. σε ν ( βλ. S 186.) : από την άλλη όμως μπορεί να αποδοθεί στις μετοχές η ιδιότητά τους ως επίθετα. Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία οι παθητικές μετοχές της αλβανικής θάν, ή θήν, του λέω] βέν (βάν), βήν, ή βούν, του θέτω] δάν, του δίνω, ή δήν, οι οποίες και στην τσκ. διατηρούν το ν, όπως γράν, eγ-γρήν, του τρώω cf. *γρά-ω, γραί-ν-ω] κjέν, κeλèν αλβ. σικ., ή ελλ.-αλβ. κελένe ( Rh σελ.47 ), cf. πέλ-ω, απαρέμφατο πελέναι και κάποια ακόμα : λάν, ή λήν] ζάν, ή ζήν] eνdσάν, -ήν, με τα συγγενικά τους] στην γκ. λάνε, ζάνε κτλ.] θα ανταποκρίνονταν πλήρως, όσο για το σχηματισμό, στα ελλ. φάν-ς=φά-ς, δόν-ς=δού-ς, αν και τα αλβανικά έχουν παθητική έννοια (57). Με αυτή τν έννοια συμφωνούν με αυτά επιπλέον οι παθ. μετοχές του αορίστου της ελλ. σε εις=ενς, όπως ραγείς, = ράγ-εν-ς, αόρ. 2. του ρήγ-νυ-μι, ρήγ-ω, = αλβ. ράγ-ουν, = ράγ-ουρ τσκ., του νικώ] σςκέλ-ουν,   -ουρ, αλβ, του ποδοπατώ, = σκαλ-είς, = -εν-ς] σγ-λέδ-ουν, -ουρ, του διαλέγω = εκ-λεγ-είς, -εν-ς, κτλ. Αυτά συμφωνούν μεταξύ τους αρκετά στις δύο αυτές γλώσσες, λαμβάνοντας υπόψη τις απαραίτητες φωνητικές μετατροπές, και μεταξύ αυτών του ου=ε, που εξαρχής δίνει ένα α αρχ. (ant), καθώς δεν είναι πιθανόν απαραίτητη η διατήρηση του αλβ. ου και του ελλ. ε ως βοηθητικά φωνήεντα. – Το να θεωρηθεί το αλβ. ουν και το ελλ. εν των παθ. μετ. του αόρ. ίδιας προέλευσης με την παρ. κατ. vanπου αναφέρουμε παραπάνω, ίσως θα ήταν πιο εύκολη η εξήγηση του ου από το v, va, όπως στο tuλατ. = τύ ελλ., από το tvaσνσκρ. Στα ρήματα που λήγουν σε φωνήεν στην ρίζα δεν εμφανίζεται το ου, σαν να ήταν συρρικνωμένο στο ριζικό φωνήεν, το οποίο ορισμένες φορές επεκτείνεται. Αν και αυτό δεν συμβαίνει στην ελληνική, τέτοιου είδους μετοχές της αλβανικής συμφωνούν με τις ελληνικές στο να διατηρούν το φωνήεν της ρίζας : cf. στα-να, θέ-να (=θείς) δό-να (=δούς) κτλ. Για τα ειπωμένα παραπάνω για την αλβανική παραδείγματα είναι : πά-ρe (=πά-ν, -νe), μετ. του βλέπω] βρά-ρe, του σκοτώνω] πί-ρe, του πίνω] λέε-ρe, ή λjέε-ρe, του γεννώ, απο λjέ-ιje, τσκ., γεννιέμαι, κάποιες φορές αναπαράγω ( ανατέλλω, για τον ήλιο ), λέ-χ-εμe, λjέ-χεμe. Αλλά μπορούν να είναι και βραχέα κατά τον ελληνικό τρόπο : ράνe = ράρe, του πέφτω, πάρe = παρe τσκ., δάνe γκ. και τσκ., γράνe, eγγρèνe ( idem) κτλ.

      S 160. Η μετοχή σε μ, ή μe, έχει δοθεί από τον Hahn ως χαρακτηριστική της γκ. διαλέκτου, όπως εκείνη σε ρ, ρe, ανήκει κυρίως στην τοσκ. (58), όντας όμοια με το ν, νe, γκ. Όμως ο πρώτος κυρίως ισχυρισμός δεν θα πρέπει να θεωρηθεί απόλυτος ] εφόσον η γκ. διάλεκτος την χρησιμοποιεί περισσότερο από την τοσκ., χρησιμοποιώντας την στο σχηματισμό των σύνθετων χρόνων ( κάτι που δεν συνηθίζει η τοσκ.), στα απαρέμφατα της, και στα γερούνδια] επίσης η μετοχή σε μ, μe είναι πολύ συνηθισμένη και στη γλώσσα των τόσκων, με ιδιαίτερο τρόπο ως επίθετο, ή ρηματικό ουσιαστικό, και ενωμένο με ένα ουσιαστικό : πχ. jάβα ε σςκούαμε, η περασμένη εβδομάδα] πέτκου ι τέερμe, τα στεγνά ρούχα] ε σςκρούαμejα, η γραφή] ι χελμούαμι, ο πικραμένος, ο δυστυχής, ι σιχjένμι, ο αηδιαστικός κτλ., μαζί με μετοχές σε ρe, σςκούαρe, τέερτουρe, σςκούαρe, και παρόμοια. Στο ίδιο είδος ανήκουν τα bλέεμι, ή bλjέεμι ( καλύτερα, τebλjέμιτ ), τα ψώνια, από bλjέ-ιje, αγοράζω, το οποίο αποκάλυψε ο Boppσελ. 27] dèιμe, ή dέιμe (αλβ. σικ.), ο μεθυσμένος, από το ρήμα dè-ιje, ή dέ-ιje, μεθώ, το οποίο καταγράφηκε από τον ίδιο τον Hahnστο λεξικό καθώς και πολλά άλλα δυσκολονόητα ουσιαστικά σε μe, θυλ. μejα ( μεια, μια ), που δεν είναι άλλο παρά λέξεις άλλων τόσων μετοχών σε μe, από τις οποίες διαμορφώνονται τα ουσιαστικά με θηλυκή κατάληξη, ή με την ουδέτερη σε ιτ, όπως από μετ. σε ρe, υπάρχουν τέτοιου είδους ουσιαστικά, για παράδειγμα ε ίκουρα, η δραπέτης και η φυγή] ε τρèμbουρα, η τρομαγμένη, και η τρομάρα] ή τ’ίκουριτ (-ιτe) κτλ.: για τα οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

      S 161. Υπάρχει ακόμα στην αλβανική γλώσσα μια μετοχή του ενεστώτα ενεργ. σε ις, ή ες, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γκ., αλλά συναντάται και στους τόσκους αρκετά συχνά ως ποιοτικό ουσιαστικό : γεγονός που πραγματικά από όσο μου φαίνεται δεν της αφαιρεί την φύση και την ιδιότητα της ως μετοχή. Αυτή διατηρεί πάντα το ς, και παίρνει τις ονομαστικές καταλήξεις των αρσενικών ουσιαστικών σε ι, ή των θηλυκών σε ε, εια, ejα, ια. Είναι από αυτό ξεκάθαρο πως τόσο αυτές οι μετοχικές, όσο εκείνες σε ν=ρ, έχουν χάσει τη πλήρη κλίση τους, λόγω του ότι αφομοιώνονται με τα ουσιαστικά, ή με τα επίθετα. Όμως στις μετοχές σε ουν = ουρ έχει εξαφανισθεί κάθε ίχνος του τ από το ντ ( ελλ. εντ=ενς : τυπ-είς, -έντ-ος] ή ντ : δό-νς κτλ.), εκεί που σε εκείνες στον ενεστώτα εν. σε ις, ες, δεν γίνεται το ίδιο. Εφόσον το σ θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια τροποποίηση του τ της αρχικής μετ. της παρ. κτ. ant, όπως ακριβώς στις θηλυκές μετοχές της ελλ. σε ουσ-α = ονσ-α ( οντ-ja ), αιολικές, και δωρικές οισ-α] στα κοινά σε ασ-α, εισ-α κτλ. ( βλ. Boppσελ. 28 ), όπως ιστάσ-α, δεικνύσ-α, λέγουσ-α, λυθείσ-α, και παρόμοια. Το ι που προηγείται του σ δεν είναι παρά μια αντικατάσταση του ν, το οποίο έχουμε δει να συμβαίνει και σε άλλες αλβανικές λέξεις ( βλ. S 98.), και συμφωνεί με την ελληνική συνήθεια, όπου τα ενς, και ονς, μετατράπηκαν, όπως όλοι ξέρουμε, σε εις, και ους. Αλλά πιο συγκεκριμένα υπ΄ρχει το ίδιο φαινόμενο της μετοχής της αλβανικής στις αιολικές, ή αίολο-δωρικές μετ. σε αις, εις οις, που αντιστοιχούν στις κοινές σε ων (=αονς, ανς ), ων (=ονς) : γελάις = γελών] -αισ-α = ώσα] λέγοις = λέγων] –οισα, ουσα] τίθεις = τιθείς το οποίο έμεινε στην καθομιλουμένη, εκτός από τον τόνο] η οποία αρμονική συνήχηση μου φαίνεται πως χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Συναντάμε στην τοσκ. διάλεκτο ένα μεγάλο αριθμό τέτοιων μετοχών, ή ουσιαστικών που προέρχονται από αυτές, που λήγουν σε ες, eς, εες, εσ-ι, αντί για ισ-ι, ή εισ-ι : cf. τα ελλ. επίθ. σε εις, θηλ. εσσα, όπως χαρίεις, -εσσα. Ο Hahnαναφέρει αρκετά στην σελ. 40 της Γραμματικής του : πχ. μbύλ-eσ-ι, αυτός που κλείνει] χέκj-εσ-ι, αυτός που υποφέρει] κeνdέ-εσ-ι, ο τραγουδιστής (59)] μαλκέ-εσ-ι, αυτός που καταριέται ] νέμ-εσ-ι, ή νèμ-eσ-ι, αυτός που αναθεματίζει] χάπ-eσ-ι, αυτός που ανοίγει, και το κλειδί] ρeμbέ-εσι, ο απαγωγέας] κόρρ-εσ-ι, ο θεριστής] λίπεσ-ι, αυτός που ζητά, επαίτης, ελλ.] θίρρ-εσ-ι, αυτός που φωνάζει, ή θίρμεσ-ι ( Rh.), και άλλα πολλά.

      Ωστόσο η κατάληξη εσι υπάρχει και στην γκ., στην οποία κάποιες μετοχές του εν., ή τα ουσιαστικά που προκύπτουν από αυτές, μπορεί να αλλάζουν την πρώτη κατάληξη (ις) οις, η οποία μπορεί να γίνει ούεσ-ι, ούοσ-ι, και ούσ-ι : πχ. σςελbόισ-ι, ο σωτήρας ( από το ρήμα σςελbό-ιje ) (60), και παρομοίως σςελb-ούεσ-ι, -ούοσ-ι, και –ούσ-ι] ρό-ισ-ι, ο φύλακας, ( από ρό-ι σκοδρ.= ρούα-ιje τοσκ., φυλάω, επιτηρώ ) = ρού-εσ-ι. Αυτό συνηθίζεται όταν το ρήμα έχει το ο=ούα=ούαι, στον ενεστώτα, για τις προαναφερθείσες επεκτάσεις του ο, ιδίως μακρά (=ω)] και επί την ευκαιρία υπενθυμίζουμε πως ο δίφθογγος της αλβ. οι κανονικά μετατρέπεται σε ουα, ουε, πχ. σε dό-ι γκ.= dούε, id., και dούα τοσκ. Στα ρήματα που έχουν τη ριζική κατάληξη σε α, όπως bά-νje, κάνω, κατά τον P. daLecce, bά-ι σκοδρ.] το α φαίνεται να αφομοιώνει το φωνήεν της παρ. κατάληξης, όπου η μετοχή γίνεται, του bά-ι, bάσι, του χά-ι, χάσι = bά-ισι, χά-ισ-ι : cf. τύψαις αιολικό = τύψας κοινό. Τα υπόλοιπα γενικά, αλλά ιδιαίτερα εκείνα από τα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε σύμφωνο, όπως προκύπτει από τον ίδιο συγγραφέα ( D. L.) καθώς και από τον Hahn, παίρνουν την παραγωγική κατάληξη ες ( ή εσσ ) : τςέλ-εσ-ι, λίδ-εσσ-ι, bρίττ-εσ-ι κτλ.] αλλά χί-ιje, ή χί-νje, γίνεται χί-ισ-ι, αυτός που περνά (σελ.148). Αν και η κατάληξη εσ θα μπορούσε να θεωρηθεί όμοια με την ισ λόγω της εύκολης αντικατάστασης μεταξύ του ε, και ι ( βλ. S 30.), δεν θα ήταν εκτός θέματος αν βλέπαμε σε αυτή μια μετατροπή της αρχικής μορφής ( ant ) όμοια με την λατινική ens, μετά από αφαίρεση του n, ή καλύτερα όμοια με την ελληνική εις μετά από αφαίρεση του ι : και ίσως θα μπορούσε να γίνεται το ελληνικό έκλεσι του ελκεσι-πέπλος, που φαίνεται όμοιο με το αλβ. χέλκjεσι, και με κάποια άλλη λέξη αυτού του είδους, κατά τον ίδιο τρόπο.

      Ο D.L. συνηθίζει κατά κανόνα να αντικαθιστά σε αυτό το χρόνο με τ το τελικό ς των ρημάτων που λήγουν με το συριστικό, δηλαδή για παράδειγμα του πυές, ερωτώ, δίνει την μετοχή πυέτ-εσ-ι] και ορισμένες φορές φαίνεται α σχηματίζει την μετοχή σε σ-ι από τον αόρ. σε τα, όπως στο ’μbά-νje, κρατώ, ’μbάι-τα αόρ., ’μbάιτ-εσ-ι μετ.] bρέ (=bρέ-ιje ), ρυθμίζω, bρί-τα αόρ., bρίτ-εσ-ι μετ.] έτσι που σε αυτή τη περίπτωση υπάρχει ένας ανάλογος σχηματισμός με εκείνο του μέλλοντα, και του αόρ. 1 ελλ. -σ-ων, σ-ας ( cf. το συγκεκριμένο στο S154 ). Επομένως η παρ. κατ. της μετοχής του εν. ant ( βλ. Schl. 312-14 )] ελλ. οντ (=ονς), ντ, κοινό ων, λατινικό ant, ent, nt(=ns) και το αρχ. ont, unt] στην αλβανική κατά τον ίδιο τρόπο με την αίολο-δωρική γίνεται κανονικά για ις, οις, ή ες, eς, με άλλες χαρακτηριστικές παραλλαγές του ιδιώματος (61). Τέλος θα πρέπει να σημειώσουμε πως υπάρχουν ουσιαστικά που σχηματίζονται αντιγράφοντας τις μετοχές σε ες, eς, χωρίς να προέρχονται  από κάποιο ρήμα, ή με τρόπο αταίριαστο, όπως κάγγεσ-ι ( D.L.), ο τραγουδιστής ( βλ. s.n.59.)] κjίνdεσι, ο εκατόνταρχος, από κjίντe, εκατό.

      S 162. Η παρ. κατ. των παθ. μετοχών της σανσκριτικής ta = tusλατ., δεν έχει διατηρηθεί, με αυτό τον τρόπο, και στην αλβανική, ούτε στην ελληνική] εφόσον δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι έχει σχέση αυτή η κατηγορία μετοχών με τις αλβανικές σε τουν, τουρ που σχηματίζονται από τους αόριστους σε τα με την παρ. κατ. ουν = ουρ. Αναρίθμητα είναι όμως τα ρηματικά επίθετα σε τe, που αντιστοιχούν στα ελληνικά, επίσης ρημ. επίθ., σε το-ς. Ο Bopp(σελ.28) παρατηρεί το πλjό-τe, ο πλήρης ( =πλό-τeαλβ.σικ.), το οποίο φαίνεται σαν μετοχή του ασυνήθιστου ρήματος πλjό-ιje, ή πλό-ιje, και συμπεριλαμβάνεται στο σύνθετο eμ-πλjό-ιje, ’μbλό-ιje ( βλ. S 51 ) : όμως υπάρχουν ακόμα πολλά αυτού του είδους τα οποία σχετίζονται με τα ρήματα, εκτός από το πλjό-τe] και κjού-τe, ο ξύπνιος] θα-τe, ο σκληρός] φτόχee, ο κρύος, τα οποία αναφέρονται από τον ίδιο συγγραφέα σε μια σημείωση ( σελ. 90-1 ) του πολλές φορές αναφερθέντος φυλλαδίου. Αυτός λέει πως αυτά μπορούν να θεωρηθούν ως πραγματικές μετοχές, όμοια με τα σανσκριτικά σε tas, των ρημάτων κjό-ιje γκ., ξυπνώ ( αλβ. σικ. σ-γjό-ιje, -νje )] θα-ιje, παρακινώ (62)] φτόχ, ή φτόχe, κρυώνω, που έχουμε ήδη αναφέρει αλλού. Θα πρέπει να σημειώσουμε όμως ότι αυτά δεν χρησιμοποιούνται ως μετοχές, αλλά μόνο ως επίθετα ομοίως με τα ελληνικά κλυ-τός, δε-τό-ς, ψυκ-τό-ς κτλ. Σε εκείνα που αναφέρει ο Boppμπορούν να προστεθούν eγγρόχ-τe, ο ζεστός, ο ζεσταμένος, από το ρήμα eγγρόχe] χάπ-τe, ανοικτός από χάπe] μένee, ο κουτός, από μέν-ιje, μικραίνω] πίκee, ο πικρός, από πίκe, πικραίνω] λjόδee, ο κουρασμένος, από λjόδe, κουράζω, εξασθενίζω, αλβ. σικ. λόδe ( βλ. S57 και ν. 174 )] βράνee, ο θολός, ο συννεφιασμένος γκ., βρήρee τσκ., συνδεόμενο με το βρανό-ιje, θολώνω, συννεφιάζω (63)] βάγee, ή βάκee, ο υγρός, και ο χλιαρός, από βάκe, ή βάγe, χλιαίνω (64)] κeρρούσ-τe, ή κουρρούσ-τe, απομονωμένος, κυρτός, από το ρήμα κeρρούς, ή κουρρούς, ( -σe, ή -τe ), λυγίζω, διπλώνω, κλίνω (65)] λάγee, ο βρεγμένος, από λάγe, ή λjάγe, βρέχω, συγγενικό με λάιje, ή λjάιje, πλένω] γeλά-τe, ο μακρύς από eγ-γeλά-ιje, άνje, μακραίνω, και πολλά άλλα. Πράγματι πολλά φαίνεται να προέρχονται από πολλά ρήματα όπως πχ. κανόσ-τe, απειλητικός, από κανόσe, απειλώ ( DeRadapoesiealb. Nap. 1837, σελ. 296 ).

      S 163. Περνώντας στα ουσιαστικά, και στα επίθετα, η παρ. κατ. τe είναι συχνή, αλλά περισσότερο τα επίθ. που σχηματίζονται με το τe δείχνουν την ποιότητα του αντικείμενου : πχ. γούρ-τe, από πέτρα, άρ-τe, από χρυσό, χέκουρ-τe, από σίδηρο, dρούιje, από ξύλο, μέλje, από κέχρι, από μέλje, το κέχρι : όμως ούρee, σημαίνει ο πεινασμένος, από ούρ-e, ουρί-α, η πείνα, επιθυμία, λαχτάρα ( cf. ur-o, λατ., ελλ. αύ-ω, αύσ-ω, εύ-ω, σανσκριτικό ush, βλ. Curt. Ι. 336, και το αλβ. ούρ-α, ο αναμμένος μεγάλος δαυλός (66) : έτσι ardeo, σημαίνει επιθυμό ).

      Κατά αναλογία με τα προαναφερθέντα ρηματικά, και τα επίθετα που δεν είναι ρηματικά, υπάρχουν τα αφηρημένα σε τe, όπως παρατηρεί ο Bopp σελ. 34, όμοια με τα σανσκριτικά σε ta-s: πχ. τè λjέχ-τe, η ελαφρότητα] ιταλό-αλβ. λέφτ] τè γjέρeτe, η ευρύτητα, τè λjάργee, η μεγάλη απόσταση, τα οποία αντιστοιχούν στα ουδέτερα επίθετα της ελληνικής που έχουν αφηρημένη έννοια : το άτοπον, το φρικτόν κτλ.

      Καθότι χρήσιμη στο να επιδείξει την ποιότητα η παρ. κατ. τe= τη-ς ελλ., συναντάται στα επίθετα που δηλώνουν το έθνος, ή τον τόπο καταγωγής, όπως στα ελληνικά Σπαρτιά-τη-ς, Ιταλιώ-τη-ς, Σιναί-τη-ς, κα παρόμοια, έτσι στα αλβανικά Ιδριό-τe, Σουλjό-τe, Σοφιά-τe ( ιταλό-αλβ.), και άλλα. Όμως σε αυτή την κατηγορία των επιθέτων υπάρχουν ακόμα εκείνα που ενισχύονται από άλλη παρ. κατ., δηλαδή ασ, αν, σ, ν, που αντιστοιχούν με τα ελληνικά σε ασ-ιο-ς, οσ-ιο-ς, αν-ο-ς, όπως Φλιάσιος, Συρακόσιος] σε σύγκριση με τα αλβανικά Βεράdασ-ι, από το Berat, Καβάjασ-ι, Kavaja] και για εκείνα με αν, ή ν, όπως Ασι-ανό-ς, Βυζαντι-νό-ς, Αθαμάν-ες, κτλ., τα αλβ. Σκοδράν-ι, Ματjάν-ι, Dιβράν-ι (67). Υπάρχουν ακόμα σε ακ, όμοια με τα ελληνικά σε κό-ς : Dουρσάκ-ου, Σπαταράκ-ου, από το Durazzo, από τα Σπάτα ( cf. σςπά-τα, όν.= σπάθη ελλ.). Η παρ. κατ. τα, το = τe, θα πρέπει να εντοπίζεται ομοίως στα επίθετα σε ισς-τe, ή επιρρήματα της ίδιας κατάληξης, όπως βλαζeρίσςτe, ο αδελφικός ( αδελφικά ), bουλjαρίσςτe, ο αρχοντικός, αρbeρίσςτe, ο αλβανικός, νjερίσςτe, ή νιερεζίσςτe, ο αρρενωπός, ή ο ανθρώπινος, μικjεσίσςτe, ή μικjeρίσςτe, φιλικά, κτλ.: αν και σε αυτά υπάρχουν μάλλον οι δύο παρ. κατ. του υπερθετικού ισ-το, σνσκρ. ish-tha, όπως δίκαια σημειώνει ο Bopp( op. c. p. 30 )] και με την ευκαιρία παρατηρεί ότι και στην λατινική η κατάληξη του υπερθετικού timu-s έχει χρησιμοποιηθεί στα απλά επίθετα, όπως mari-timu-s, fini-timu-s, legi-timu-s. Στην αλβανική όμως υπάρχουν ακόμα και ουσιαστικά, στα οποία συναντάμε το σςτe για παρ. κατ., ή εσςτe] σε ορισμένα από τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί το σς ριζικό, ή ένθετο, σε άλλα εφαρμόζοντας τους ολόκληρη την παρ. κατ., πχ. στο βέν-eσςτ-α, ή βeν-έσςτα γκ. = βeρ-έσςτ-α, ( ή βέσςτ-ι, έπειτα από  συγκοπή ) τοσκ. το αμπέλι, ή ο αμπελώνας, cf. βένe, βέρe = Fοίνο-ς. Στο πeλέσςτ-α, ή πλέσς-τα, ψύλλ-α, λατ. pulex, ίσως υπάρχει μεταφορά ήχων, ως πλυσ = πσυλ, από όπου πλεσς αλβ. προσθέτοντας τe, πλέσς-τα ( pala-s σνσκρ., Curt. Ι. 342-3 ) : μαρέσςτ-α, η φράουλα, αν σχετίζεται με το μάρον, είδος κηπευτικό ( λόγω μιας συχνής αλλαγής σημασίας, για την οποία έχουμε δει κάποια παραδείγματα παραπάνω ) (68) θα έπαιρνε την παρ. κατ. εσςτ, σςτ, ή τe, με το επενθετικό σς, ή ευφωνικό όπως στο επίρρ. α-σςτ-ού έτσι, από α, και τe : όμως στο κόπe-σς-τe, ο κήπος, cf. κάπ-ο-ς, κήπ-ο-ς, πιθανόν σς=ς είναι η κατάληξη της ονομαστικής, στην οποία έχει προστεθεί η παρ. κατ. τe.

      Η απλή παρ. κατ. τe στα ουσιαστικά δεν σπανίζει : dί-τe, τα, η μέρα, ρίζα div, λατ. di-es, cf. ελλ. δίον] ζό-τe, ο κύριος, όπου εμφανίζεται η παρ. κατ. τe από τη σύγκριση του θηλ. ζό-ια σκοδρ. ζό-νjα, τοσκ.] ούje, -α, και ούjε-τe, τα νερά] κρίε, και κρίε-τe, η κεφαλή, cf. κρά-ς, ή κρή-ς = κάρα κτλ.] μό-τe (69), ο χρόνος ρίζα μα, cf. μόι, ο μήνας, ή μούαιje ( ελλ. μην, σνσκρ. ma-n-a-s ) ] eμbρέ-τe, ή ’μbeρέ-τe, ο αρχηγός, ο βασιλιάς, ο ηγέτης, cf. των όσκων το embra-tur = λατ. impera-tor, από το ρήμα impero, όντας turtor, η παρ. κατ. της σανσκριτικής tar, ελλ. τηρ, τωρ, που συναντάται και στην αλβανική, καθώς και τα υπόλοιπα που μοιάζουν, για τα οποία θα πούμε τώρα μερικά πράγματα.  

      S 164. Η πιο συνηθισμένη παρ. κατ. στα ουσιαστικά τόσο της αλβανικής όσο και της ελληνικής γλώσσας έχουμε πει πως είναι το σανσκριτικό aja, ja, που εμφανίζεται στην ελληνική τις περισσότερες φορές ως ο, α, η, εια, ια, στην αλβανική ι, α, ε, εια, εjα, ι ( ία, ιου ) ή το άφωνο e ] και με αυτά θα ασχοληθούμε όταν θα εξετάσουμε τις κλίσεις των ουσιαστικών, εφόσον συνθέτουν τις καταλήξεις της άμεσης πτώσης. – Όταν ασχοληθήκαμε με τις μετοχές μ, μe, επισημάναμε πως η παρ. κατ. της σανσκριτικής ma, η οποία αποδίδεται με διάφορους τρόπους στην ελληνική, και στην λατινική, εμφανίζεται πολύ συχνά στα ουσιαστικά της αλβανικής, όχι σπανιότερα από ότι σε εκείνα της ελληνικής. Και πράγματι τα ουσιαστικά σε ίμe, κατάλληλα στο να εκφράζουν την ενέργεια, μπορούν να σχηματισθούν από το μεγαλύτερο τμήμα των ρημάτων, ιδίως εκείνων που τονίζονται στην παραλήγουσα : πχ. ρeκί-μe, dουρί-μe, γjeμί-μe, ρeμbί-μe, βαιτί-μe, ιδενί-μe, κeνdί-μe, από ρeκό-ιje, θρηνώ, παραπονιέμαι,  dουρό-ιje, υποφέρω, στηρίζω, γjeμό-ιje, κάνω θόρυβο, φωνάζω, ρeμbέ-ιje, παρασύρω, βαι-το-ιje, ή βαj-το-ιje, κλαίω, ή κλαίω ένα μακαρίτη, ιδeνό-ιje, εξοργίζω, κάνω κάποιον να θυμώσει, πικραίνω, κeνdό-ιje, τραγουδώ, και άλλα αναρίθμητα αυτού του τύπου] ο οποίος τύπος μου φαίνεται ότι πλησιάζει αρκετά στον ελληνικό σε ημα, αν και διαφέρει στον τονισμό, και σε εκείνους σε μα, μος, κτλ. (70). Υπάρχουν επίσης και εκείνοι που προσθέτουν απευθείας την κατάληξη, μ, ή μe στη ρίζα, όπως χέλ-μ, ή χέλ-μe, το δηλητήριο, η εμπάθεια, η σκοτούρα, μεταφορικά, cf. χελ, χολ, χολή, λατ. fel ] ζjάρ-μe, σανσκριτικά ghar-ma-s, ελλ. θέρ-μ-η ] σίρ-μe, το σύρμα, και μεταφορικά το να ακολουθεί κανείς τη μόδα, και σέρ-μe, νήμα από ασήμι, κυρίως, ή από μετάξι, cf. σύρ-μα, συρ-μός, η ίσως καλύτερα σειρά, ο δεσμός, η γραμμή κτλ., σερ-ί-ς=ζωσ-τήρ ( Ησύχ.), ρίζα σερ, σαρ ( Curt. Ι. 320, αναφέρει και είρ-ω ), με την οποία συνδέεται και η αλβανική λέξη σιρί-α, η γραμμή του γένους (71), και επίσης ήθος, κανόνας. Πολυάριθμα είναι επίσης τα επίθετα σε μe, eμ, ιμ, εκτός εκείνων που σχηματίζονται από τις μετοχές. Αυτά τα επίθετα προέρχονται συχνά από ρήματα] υπάρχουν όμως και εκείνα που προέρχονται από τα ουσιαστικά, και ακόμα και από τα επιρρήματα, ή από τις προθέσεις, όπως τα επίθετα που αναφέρονται από τον Hahn ( ΙΙ. σελ.44-5.), και από τον Bopp ( op. c. p. 26 ), ο οποίος εκεί σωστά αιτιολογεί το σ του jάσς τeσ-μι, ο εξωτερικός, και το ρ του πόσς-τερ-μι, ο κατώτερος, αποδίδοντας τους προέλευση από έναν αρχαίο πλήρη σχηματισμό του jάσςτe, jάσςτeς = εκτός ελλ., και του πόσςτe, πόσςτeρ, ρίζα πάς με παρ. κατ. tar, όπως στο σανσκριτικό antàr=inter λατ., στο pratar, prius, mane, και στα λατινικά inter, subterκτλ. Η παρ. κατ. μe = maσε αυτού του τύπου τα τοπικά επίθετα υπάρχει επίσης και στην σανσκριτική, όπως στο ava-ma-s ( από ava), ο κατώτερος, pas΄c΄i-ma-s, ο μεταγενέστερος, από pas΄c΄a, pas΄c΄at ( Bopp.). Έπειτα όσο για την μετοχική παρ. κατ. ma η οποία πέρασε ώστε να εξυπηρετεί τα χρονικά επίθετα, όπως βjέ-μe, του περασμένου χρόνου, σι-βjέ-μe, του τρέχοντος χρόνου (72) ( για το οποίο υπάρχει ένα παράδειγμα στο ελληνικό πρώι-μο-ς, από πρωί ), παρατηρεί ότι και τα επίθετα της ελληνικής σε νος, όπως χθεσ-ι-νός, σημερ-ι-νό-ς κτλ., φέρουν την παρ. κατ. των παθ. μετ. της σανσκριτικής και των κτητικών επιθέτων. Σε αυτό μπορούμε να προσθέσουμε, γενικά για τα επίθετα, την χρήση εκείνων της ελληνικής σε μος, που είδαμε αλλού : δόκ-ι-μο-ς, μόρσ-ι-μο-ς, πότ-ι-μο-ς, νόστ-ι-μο-ς, και παρόμοια, τα οποία συμφωνούν με τα αλβανικά, όπως ι μά-ι-μe, ο παχύς, ο εύσαρκος, από μά-νje, αλβ. σικ., ή μά-ιje, παχαίνω ] κολά-ι-μe, ο εύκολος, από το επίρρ. κολάι, cf. εύ-κολ-ο-ς ] σςκeλκjέν-μe, (αλβ. σικ.) ο στιλπνός, ο λαμπρός, από σςκeλκjέ-ιje, ή –νje, ακτινοβολώ (73), λάμπω ] πeρπjέκ-μe, ο ομοιοκατάληκτος (74), και άλλα πολλά.

      Στα επίθετα σε μe που διαμορφώνονται από τοπικά επιρρήματα συμπεριλαμβάνεται και το πράπee, ή πράπ-μe, ο μεταγενέστερος, και επίσης ο τελευταίος, ή πρά-πe-σ-μe ( αλβ. σικ. σπρά-σ-μe, και για μερικούς πρά-σ-μe ) με το σ μπροστά από το μ που ίσως δεν πρέπει να το αποδώσουμε σε κάποιον πρωτόγονο σχηματισμό του πράπe, όμοιο με το jάσςτeς, με το τελικό ς] εφόσον πολλά επίθετα σε μ έχουν το συριστικό σ, για μερικά fs. ευφωνικό, μπροστά από την κατάληξη σε μ, ή μe, όπως λjάρτe-σμι, υψηλός, ανώτερος, πασό-σμe, δίχως τέλος, ο ατελείωτος, στολί-σμe, ο στολισμένος, ο διακοσμημένος, φαρμακό-σμe, ο δηλητηριασμένος, και άλλα αυτού του τύπου, τα οποία όμως για την ακρίβεια θα πρέπει να λέγονται περισσότερο μετοχές των ρημάτων σε -σ-e, ή –ς, από τα οποία προέρχονται, σχετίζοντας τα με τις μετοχές της ελληνικής σε σμεν-ος, όπως εστολι-σμέν-ος, πεπει-σμέν-ος, κτλ. Όμως άλλα που προτάσσουν το σςι, ή σς, σε μ, όπως φουκjί-σς-μe, ο δυνατός, ο ισχυρός, από φουκjί-α, η δύναμη, βeλjέ-σςμe, ή βejέφσςιμe, ( βjέφτςιμ ), ο χρήσιμος, ο ικανός, από βeλjέ-ιje, χρησιμεύω, είμαι ικανός] ή τς, και τςι, λόγω της ένωσης ενός τ του ουσιαστικού με το σς της παρ. κατ., όπως πeρ-dίτςμe, ο καθημερινός, από dίτe, μότςιμe, ο πρεσβύτερος, ή μότς-μe, από μοτ, ο χρόνος, πα-σςτάτς-μe, ενσωματώνω, από πα αρνητ. και σςτάτ-ι, η σωματική κατασκευή ( στήθος ; ), βjέτς-μe = βjέμe : ομοίως τα επίθετα των γκέγκων ( σκοδρ.) σε ούςμ, ούοσςμ, ή ούσςeμ, και όμοια : πχ. πουσςτ-ούσςμe, ή –ούοσςμe (75), ο ισχυρός, μάρρeσςμe, ή μαρρούοσςμe, ο αισχρός, ο άτιμος, από μάρρεjα, η ντροπή] cf. μάρρe, ο ανόητος, κολά-ισςμe, ο εύκολος, λjάρτςιμ, ο ψηλός, ο ανώτερος, παρουσιάζουν την παρ. κατ. σςeμ, σςιμ, που κατά την γνώμη μου, συμφωνεί με εκείνη των επιθέτων της ελλ. σε σιμο-ς, όπως οδεύ-σιμο-ς, οπτή-σιμο-ς, καρπώ-σιμο-ς, νεκρώ-σιμο-ς, μόρ-σιμο-ς, κτλ.] και την ίδια στιγμή συμφωνεί και με το simu-sτων υπερθετικών της λατινικής, fortis-simu-s, puris-simu-s κτλ. από το πρωτόγονο timus, όπως στο op-timu-s, όμοιο με την παρ. κατ. tama-s της σανσκριτικής. Έτσι ο Bopp( σελ. 29-30, ib.) αναγνωρίζει κάποια παρ. κατ. του συγκριτικού βαθμού στο πόσς-τeρ, επίθ. πόσςτeρ-μe, όμοιο με το λατ. posterus, δηλαδή pos-ter-u-s, όπως στα ελληνικά πρό-τερ-ος, οπίσ-τερ-ος, κτλ.] και κάποια παρ. κατ. του υπερθετικού ishtha, ελλ. ιστο, στα επίθ., ή επιρρήματα σε ίσςτe, όπως έχουμε ήδη επισημάνει.

      S 165. Υπάρχουν ακόμα κάποια ουσιαστικά με την παρ. κατ. ιν, ή νe, πχ. γρομί-νe (ιταλό-αλβ.), και γρεμί-να ( Hahn), ο γκρεμός, ο απότομος βράχος, το σπήλαιο, αλβ. σικ. κατά επέκταση, cf. γρεμίσe ή γρώνη] τσί-νe, ο παγετός, cf. χιών, αρχ. hima-s, ghima-s, και κάποια ακόμα, όμοια με τα ελληνικά, όπως ρηγ-μίν, ακτίν, κτλ. Από αυτά όμως θα πρέπει να ξεχωρίζουν εκείνα σε σίνe, τα οποία χρήζουν προσοχή για την ταύτιση της παρ. κατ. με εκείνη των ελληνικών σε σύνη, όπως δικαιο-σύνη, καλλο-σύνη, από το σανσκριτικό tu-na, tva-na( βλ. Schl. 371-4 ). Να συγκριθούν τα αλβ. μeτςεφ-σίνα, το μυστικό, το μυστήριο, = φσςεχ-σίνα, ή φσςεχe-σίνα, πσςεφ-σίνα, ρίζα πσςέχ, φσςεχ, ελλ. ψεφ, που έχουμε ήδη επισημάνει] βρανe-σίνα, ο σκοτωμός, ρίζα βρα, cf. βράσe] φελe-σίνα, το βάθος, από φελ, ή θελ, ο βαθύς] θατe-σίνα, η ανθεκτικότητα, από θάτe, και άλλα. Από τα οποία στην τοσκ. ορισμένα μπορεί να λήγουν σε ρα (ρ=ν), όπως θατe-σίρα, κjελbe-σίνα, η κακοσμία, τοσκ. κjελbeσίρα, εξαιτίας της συνήθους εναλλαγής μεταξύ ν, και ρ. Παραδείγματα συναντάμε στο ανε, ονe, ουνε, όπου μπορούμε να εντοπίσουμε την παρ. κατ. ana, ή na σανσκριτικό, ελλ. ανο, ονη, και παρόμοια, όπως στο όργ-ανο-ν, βελ-όνη, αμπεχ-όνη, δρέπ-ανον κτλ.: πχ. δι-κτι-άνe, -ι, το δίκρανο] στα-νe, -ι, η στάνη, το μαντρί όπου κλείνουν μέσα το κοπάδι (76), ρίζα στα, cf. στα-λη] dιγ-άνe (ι) = τήγ-ανο-ν, ρίζα τηκ ] κοπ-άν-ι, το γουδοχέρι = κόπ-αν-ον, όπου κοπανίσe = κοπανίζω (77)] δού-νe, -α, η ντροπή, cf. δέ-ος, ή αιδώ-ς, ( δεν-νο-ς ; ) ] λjεχ-όν-e, -α, η λεχώνα, η μαία ] περ-όν-α, το καρφί, κτλ., ανάλογο με πιρ-ούν-ι, αλβ. σικ., το πιρούνι, cf. περ-άω, και το νεοελλ. πειρ-ούνι, -όνιον] τσιλ-όν-α, η φούστα ( πολυτελείας ), αλβ. σικ., διαφορετικό από dςeγ’-όν-α, η καθημερινή φούστα, και από το ελλ. αλβ. γούν-α, το επικάλυμμα, ( cf. ιταλ. gonna ? ). Με την παρεμφερή κατάληξη ονjε σχηματίζονται κάποια θηλυκά : πχ. ουικόνjε, η λύκαινα, από ούικου ( ούλκου )] σςκjιπόνjε θηλ. από σςκjιπόνι, ο γύπας : υπενθυμίζω το ελλ. ηρώνη από ήρως.

      Με κάποια παρόμοια παρ. κατ. πρέπει να σχετίζονται οι καταλήξεις, όχι ριζικές, των ουσιαστικών σε ρe, αρe, ορe, ουρe, όπως πeλχ-ούρα, ή πλεχ-ούρα, το ύφασμα, το υφαντό, cf. πλέκω] φλοέ-ρ-e, και φλοjέ-ρ-e, ο καυγάς, ρίζα φλά-ω, flo λατ.] deτί-ρ-α (78), το χρέος, αλβ. σικ. ] dριτσ-όρ-α, αλβ. καλ., το παράθυρο, από dρίτe, το φως] πλιθ-άρe (ι), το τούβλο, πλίνθ-ος] με το οποίο σχηματίζονται τα νεοελλ. σε άριον, παιδ-άριον κτλ., και κάποιο αρχαίο με τον ίδιο τρόπο, ή σε αρον, όπως βλέφ-αρον. Και ίσως είναι της ίδιας προελεύσεως η παρ. κατ. των ουσιαστικών της ελληνικής σε ωρή, ωλή, όπως θαλπ-ωρή, ευχ-ωλή, τερπ-ωλή. Από τα προσδιοριστικά ουσιαστικά σε όρe, ή ώρ, υπάρχουν ωστόσο αρκετά στην αλβανική] και σε άρe, άρ, παράγωγα των ουσιαστικών, ή των ρημάτων : πχ. χjεεζ-όρe, ο σκιερός, και ο ευχάριστος (79), (βλ. χjέε = σκιή, υποκοριστικό χjέεζ-α, S.73 ) ] bαρδου-λ-όρe, ασπριδερός] πουπeτ-όρe, ο έξυπνος, ο προσεκτικός, από κουπeτό-ιje, ή κουπτό-ιje, προσέχω, θεωρώ, εννοώ, ( cf. σκέπτ-ομαι, ή κύπτ-ω, κυπτ-άζω )] καλανdρ-όρe, όμοιο με την γαλιάντρα : για εκείνα σε άρe, ή άρ : χαιδι-άρ, ο στοργικός, ή ο χαϊδεμένος από χαιδί-α, το χάδι ] μαργαριτ-άρ, ακριβό σαν πετράδι, ή άψογο σαν μαργαριτάρι] διπλάρ, -ρe, από το διπλός] λjειμον-άρ (80 ), ο αξιολύπητος, και άλλα που μοιάζουν στη χρήση κυρίως με την αρχαία τοσκ. Αυτού του είδους επίθετα, ή ουσιαστικά προσδιοριστικά, συνηθίζονταν και στον ύστερο ελληνισμό, όπως αποκρισ-άριο-ς, καγκελλ-άριο-ς κτλ., καθώς δεν έλειπαν και από την λατινική. Έπειτα, όπως έχουμε αναφέρει, σχετίζονται και με τα υποκοριστικά της ελληνικής σε αριον] εκτός από τα πολλά ουσιαστικά με την παρ. κατ. ρ, αρ] και πιθανόν τα επίθετα σε ρό-ς, όπως τυχη-ρό-ς = *τυχάρος (;), οδυνη-ρός = οδυνα-ρό-ς, φοβε-ρό-ς, αλμυ-ρό-ς, κτλ.] σχετίζεται με τα ουσιαστικά που έχουν στο τέλος το λ, μεταξύ των οποίων και πολλά επίθετα : οργί-λο-ς, χαμη-λό-ς, ομα-λό-ς, τρυχη-λό-ς, κτλ] και ουσιαστ.: δα-λό-ς ( cf. δαί-ω ), ο μεγάλος δαυλός ] σπή-λαιο-ν, cf. σπέος, και με άλλα πολλά.

      Με την παραγωγική κατ. λ σχηματίζονται και στη αλβανική αρκετά ουσιαστικά και επίθετα πχ. άκ-ουλ-e, το τσουχτερό κρύο, ο πάγος, cf. ak, τσούζω σανσκριτικό, ακή κτλ.] άβ-ουλ-e, ή άβ-eλ-e, ο ατμός, ο καπνός cf. αύ-ω, αύε-λ-λ-α=άελλα] σςτjέγ-ουλ-α, η υδρορροή, cf. στέγη] και τjέγ-ουλ-α, το κεραμίδι επίπεδης οροφής, πιθανόν από την ίδια ρίζα ( η οποία δεν γνωρίζω αν σχετίζεται με το στρέχ-α, το τμήμα που εξέχει από τη σκεπή, μετά την εισαγωγή του ρ, ή με το τρέχω )] τρούb-ουλe, η τύρφη,  turbi-dus, cf. τύρβη, κτλ.] ούθ-ουλ-e, το ξίδι, cf. το ελληνικό ρήμα αίθ-ω, με το αλβανικό επίθ. άθε-τe, ο ξινός, ο πικάντικός] σςάκ-ουλ-e, το ασκί (81), η τσάντα, cf.  σάκκ-ος, και το λατ. saccu-lus, ή sacc-ulus] έτσι μάσςκ-ούλ, ο αρσενικός, masc-ulus, όπου υπάρχει η ίδια παρ.  κατ. της αλβανικής ουλ, όμοιο με το ελλ. ωλ, και με τα προαναφερθέντα : γjά-λ-e, ο ζωντανός, ρίζα γjα, = giv, giau σανσκριτικό, και το σχηματισμό που πλησιάζει το ζή-λ-ο-ς, ζά-λ-ο-ς (ζέ-ω), ή καλύτερα το δία-λ-ος = λαμπρός, ρίζα div, diau] μjέγ-ουλ-α, που έχουμε δει] ρεμ-άλ-ι, ο ψεύτης, από ρέμε, -jα, το ψέμα] ερσι-λ-ίου, ο τιμώμενος, από έρσ-ι, η τιμή ( cf. άρσιος, αρετή ; ή το γερμανικό ehre] και ήρως ; ) ] ρεμb-ούλ-α, η λεηλασία, από ρeμbέ-ιje, αρπάζω, παίρνω μακριά, και άλλα παρόμοια. Μεταξύ των οποίων υπενθυμίζω ιδιαιτέρως το ουσιαστικό κοπίλe, το παιδί του μαγαζιού ( θηλ. κοπίλε ), ή γενικότερα ο νεαρός, όπως ο παίς ελλ., puerτης λατινικής. Κοπ-ίλe, το οποίο κατά λέξη σημαίνει ο νεαρός που υπηρετεί ( βλ. HahnDiz.), πιστεύω πως πράγματι θα πρέπει να σχετίζεται με το κόπος, με την παραγωγική κατάληξη όμοια με εκείνη του οργ-ίλ-ος, ή οργί-λο-ς. Στην ελληνική υπάρχει το επίθετο κοπη-ρό-ς, ή κοπια-ρό-ς, παρόμοιο με τη λέξη που προαναφέραμε.

      S 166. Αξίζει να προσέξουμε ιδιαιτέρως τα αλβ. ουσιαστικά αιτίας σε τάρ, και τώρ και κατά επέκταση επίσης τούερ, και τούαρ, οριστ. τάρ-ι, τόρ-ι, εφόσον ανταποκρίνονται τέλεια στα σανσκριτικά με την παρ. κατάληξη tar ( Bopp. ib. σελ. 36), που στην ελληνική, και στην λατινική προκύπτουν ομοίως σε τήρ ( =*τάρ ) ή σε τωρ, τορ, και στην λατ. tor. Αυτά κυρίως σχηματίζονται από τα ουσιαστικά, όπως ουδe-τάρ, -τάρ-ι, ο οδοιπόρος, via-tor, cf. ελλ. ευ-οδω-τήρ ] γjουκje-τάρ, -ι, ο δικαστής] λjουφτe-τάρ, -ι, ο πολεμιστής ( BianchiDiz. Lat. Ep.), ή λουφ-τάρ, -ι, (αλβ. σικ.) ] χηννe-τάρ, -ι, όμοιο με το φεγγάρι στη λευκότητα και στην λάμψη ] mife-tar, sartor, από  me-mifune, (82) ( Id. ib. Boppσελ. 37 )] γαζe-τούερ, ή τούαρ, και –τώρ, -τόρ-ι, από γάζε, η χαρά ] ’νdjεκe-τάρ, -ι, persecu-tor-e, από ’νdjέκ-e, καταδιώκω, κυνηγώ, διώκ-ω (83)] πουνe-τώρ, τούαρ, ο επίπονος, από πουνό-ιje = πον-ώ] βρεκ-τώρ ο φονιάς, από βράς, ή από ραγ, όπου το κ δεν πιστεύω ότι αντικαθιστά το σ] γjακe-τώρ, -τούαρ, ο αιμοβόρος, από γjάκe, το αίμα, μουι-τώρ, ο νικητής ( σκοδρ.) ως μουν-τώρ, cf. αμύν-τωρ, -τήρ] και άλλα παρόμοια.

      Από την παρ. κατ. της σανσκριτικής tra, τρον, θρον, θλον, θλη, τρα ελλ., συναντάμε λίγα ίχνη στην αλβ., όπως στο βά-τρα, η εστία, ο τόπος διαμονής, cf. βά-θρο-ν, βα-τήρ κτλ.] μό-τρα, η αδελφή, cf. μή-τρα, μή-τηρ ( με το ο, ή το ω αντί του η όπως στο μώλ-e = μήλ-ο-ν ) ρίζα ma, η γνώμη, με κάποια ποικιλία στη σημασία της, για την οποία μιλήσαμε παραπάνω] λό-dρα, το παιχνίδι, από λός, ή λόζ-e, παίζω, πιθανόν αντί για λόζ-τρα (d=ζτ)] bούσς-τρα, που κατά τον Hahn, Xylander, και Bianchiσημαίνει σκύλα ( StierAlb. Thiernamen επισημαίνει και το bούσςτερρe, και το γκ. bούτςα ) ως ουσιαστικό, το οποίο ο Hahn( Ι. σελ. 227 ) πιστεύει πως μπορεί να το σχετίσει με το μακεδονικό εστερικάς = κύνας : στην αλβ. σικ. υπάρχει σαν επίθ. bούσς-τρe, και έχει την έννοια του θανάσιμου, του θανατηφόρου, cf. λατ.  bust-um, -uarius. – Ίσως στο κjέρθελj, σε κύκλο, πρόθεση και επίθ., ρίζα κjάρ-κe = κίρ-κος, μπορεί να εντοπισθεί το ελλ. θλή, θλον, λόγω πιθανής συντόμευσης της λέξης αντί για *κjέρκe-θλ-e, και με το ε μεταξύ του θ και του λ κjέρθελ-e, όπου γίνεται έπειτα το ρήμα κjερθελό-ιje, περικυκλώνω, πολιορκώ.

      S 167. Στα αφηρημένα ουσιαστικά σε ί-ου, ή ί-α, αόρ. σε ί (=ιι) όπως μeνίι, το μίσος, ουρτ-ίι, η σοφία, τερνίι (84), το σκότος, ( βλ. S 17 ) ο Bopp (op. c. σελ. 35-36) εντοπίζει την παρ. κατ. της σανσκριτικής ya (ja), θηλ. ya: έτσι στο bουκουρ-ία, η ομορφιά ] βαρφeρ-ία, ή βορφeν-ία, η ορφάνια, ή η φτώχεια] κeκj-ία, η κακοβουλία] ζαλj-ία, η ζάλη, και η δίνη του ανέμου] ομοίως στο λjιψ-ία, η έλλειψη ] μολj-ία, η μόλυνση ] λjεχον-ία, ο τοκετός (85), και άλλα που ταιριάζουν τέλεια με τα ελληνικά σε ία, φιλ-ία, αγγελ-ία, ανδρ-ία, και με τα λατινικά, feroc-ia, audac-ia κτλ.] αν και συχνά αντιστοιχούν στα ελληνικά σε ή, όπως αβλία = αυλή. Υπάρχουν όμως αρκετά που προτάσσουν το σ στην κατάληξη σε ία, όπως στο ελληνικό ανοη-σία, δικα-σία, θυ-σία, θερμολου-σία, υιοθε-σία, κτλ.: τέτοιου τύπου είναι τα γρυκ-σία, η λαιμαργία ] γjακ-σία, η αιματοχυσία, ο φόνος, ή καλύτερα γρυκe-σία, γjακe-σία] σγλεδε-σία, η επιλογή ( αλβ. σικ.)] λιπι-σία, η συμπόνια (id.)] μικje-σία ( από μόκ-ου, ο φίλος, μίκε, ή μίκj-α, ή φίλη ) η φιλία ] πραπ-σία, η σύγχυση, ή η ανωμαλία ] κeμbe-σία, η βρεφική ηλικία ] πλεκje-σία, η γερουσία ] πουγαν-σία, η ακαθαρσία] παρe-σία, η αριστοκρατικότητα ενός τόπου, οι φεουδάρχες ( από πάρe ο πρώτος )] μbαρe-σία, ή μαρε-σία, η ευκαιρία, η τύχη κτλ. Και εξαιτίας της συνήθους μετατροπής του σ σε ζ, ή τσ, έχουμε μαρρe-ζία, και, σία, η βλακεία, από μάρρe] πραπe-τσία, και -σία] βαπe-ζία, η φτώχεια από βάπee, ο φτωχός ( αλβ. σικ.), χωρίς την παρ. κατ. κe όπως από ένα ριζικό βαπ] dιααλe-ζία τοσκ., η διαβολιά, η κακία κτλ., dιααλe-σία στην γκ., ενώ djαλλje-ρία, από djάλλj-e ( Hahn) το παιδί, η παιδική ηλικία. Με την παρ. κατ. ία, ί, υπάρχουν πολλά άλλα που προηγούνται του ρ, ή στην γκ. ν : τριμe-ρία, -νία, η αξία, η νεανική δύναμη, από τρίμe, ο άξιος, ο νέος, ο γενναίος ( βλ. S53, n. 28 )] πλεκje-ρία, -νία, τα γηρατειά] βαιζε-ρία, -νία, η θηλυκή νεότητα, από βάιζ-α, η παιδούλα, ή βάσς-α (86)] ζοτe-ρία, -νία, και άλλα. Όμως σε αυτά ο Boppαναγνωρίζει περισσότερο μια επέκταση της ρίζας παρά την παρ. κατ. na, αλβ. νe = ρe, που φαίνεται να εκδηλώνεται και στα ρήματα, όπως είδαμε. – Κατά την γνώμη μου, με τα ουσιαστικά με σ θα πρέπει να σχετίζεται η παρ. κατ. σα, σο, κοινή και στα ρήματα. Πιστεύω ακόμα πως στην ίδια παρ. κατ. σα, θα πρέπει να αποδίδονται πολλά ουσιαστικά σε εσα, ή εσσα (87), τα οποία προέρχονται κυρίως από ρήματα, που συναντώνται στην αλβανική : πχ. μαρτέ-σα, σσα, ο γάμος, από το ρήμα μαρτό-ιje, παντρεύομαι, cf. ομαρτέ-ω, συνοδεύω, και το λιθουανικό martja, i, η καινούρια νύφη ( Schleicher, op. c. σελ. 121), και το λατ. maritus (;)] σςπeρέ-σα, ή σσα, ( ή, σπeρέ-σα ), η πίστη, η ελπίδα, η καρτερία, cf. το ρήμα πeρέσe, καρτερώ (88), και από το ίδιο ρήμα ( αόρ. πeρίτα ) στην σκοδρ. πριτέ-σσα, ή πe-ριτέ-σα, η οκνηρία, η νωθρότητα ] deρτέ-σα, το έργο αξίας, το κατόρθωμα, cfdeρτό-ιje, τακτοποιώ, ολοκληρώνω. Αλλά το σ των ουσιαστικών της αλβανικής σε σία, όπως εκείνο της ελληνικής, μπορεί κάλλιστα να σχετίζεται με την παρ. κατ. της σανσκριτικής ti, ελλ. σι, και τι, η οποία συναντάται στο πό-σι-ς, φά-τι-ς, ή σία, όπως στο θυ-σία ( Ιd. 362-5 ). Για τα ουσιαστικά της αλβ. σε σα, ή εσ-α, στο εσ θα μπορούσε ακόμη να εντοπιστεί η παρ. κατ. της σανσκριτικής as όπως στο man-as, gan-as, κτλ. το ελλ. ος, και ες : γέν-ος, ευ-γεν-ές ( Id. ib.), στο οποίο η αλβ. προσθέτει την κοινή κατάληξη των θηλυκών : εφόσον και οι καταλήξεις  ur, eris, των Λατίνων σχετίζονται με την παρ. κατ. as, όπως στα rob-ur, cin-is (er), και παρόμοια. Στην αλβανική υπάρχουν ορισμένα και σε ουσσα, όπως αγγούσσα (Rh. Πρ. Α. 4.), η αγωνία, από το ρήμα αγγόιje, ή αγκόιje ( παθ. ancochemσκοδρ.), βασανίζω, δέχομαι πόνο κτλ., cf. άγχω, άχος, άχνυμαι, και το λατ.ango. Όσο για την κατάληξη ί των αόρ. αρσενικών, ί-ου στα οριστικά, σχετίζεται κι αυτή με την παρ. κατ. της σανσκριτικής ya, ja, ελλ. ιο-ς, ι-α, κτλ. Ομοίως το ε των αόρ. θηλυκών όπως νούσε, και κάποιο ακόμα, δεν φαίνεται να διαφέρει από το σανσκριτικό a, α, η, ελλ. στα αρσενικά α-ς, η-ς, ο-ς κτλ. – Όμως ο Bopp (σελ. 33-4) πιστεύει πως θα πρέπει να διακρίνονται μεταξύ τους το άφωνο τελικό e των αόρ. ουσιαστικών των αρσενικών, και εκείνο των θηλυκών, καθώς και το ε των θηλ., θεωρώντας το πρώτο όμοιο με το βραχύ a της σανσκριτικής, το δεύτερο όμοιο με το μακρύ ι, παρά με το επίσης μακρύ a : πχ. κjένe, κjένe-jα, η σκύλα = suni ( ή kun-i )] μάδε θηλ. η μεγάλη, σανσκριτικό mahati] bούκουρ-e (89), pulcher, σανσκριτικό sundar-a. Επιπλέον ο ίδιος ο Bopp σημειώνει πως το iείναι όμοιο με το ya, ya, ja, ή συρρίκνωση αυτής της παρ. κατ., της οποίας ίσως δεν είναι παρά μια συγκοπή, με την κατάργηση του συριστικού.

      S 168. Oίδιος συγγραφέας έχει την άποψη πως το κ σε μερικά επίθετα της αλβανικής, για την ακρίβεια στα κούκj, κέκj, πάκj, ο κόκκινος, ο κακός, ο καθαρός, είναι από την παρ. κατ. της σανσκριτικής ka ( aka) ] και πιστεύει σε μια σύμπτυξη του pav-a-ka-s, ρίζα pu ( όπου το λατ. pu-r-u-s ) το επίθ. πάκj, ο καθαρός ( Hahn) : πλησιάζει έπειτα το κούκj, ο κόκκινος, στη ρίζα suk ( αρχικά kuk), ακτινοβολώ. Εγώ θα παρατηρήσω πως στο αλβ. κούκj-e αντιστοιχεί το κόκκι-νο-ς των σύγχρονων ελλήνων, και στο κέκj-e, ο κακ-ό-ς. Πιθανόν οι ελληνικές, καθώς και ο αλβανικές λέξεις, θα έχουν κάποια συμμετρική αντιστοιχία στην σανσκριτική, αλλά περισσότερο ταιριάζουν μεταξύ τους, αν δεν κάνω λάθος. Υπάρχουν όμως άλλα ίχνη της παρ. κατ. της σανσκριτικής kaστην αλβανική γλώσσα, όπως στο ζeμeρ-άκ-e, ο οξύθυμος] βjεδερ-άκ-e, ο κλεψιμαίικος (90)] διν-άκ-e, ο πονηρός, ο σβέλτος (cf. δειν-ός), όπου δινακe-ρία, η ευστροφία] τρeμeρ-άκ-e, ο ντροπαλός, και άλλα παρόμοια : κορρ-ίκ-ου ( κορρ = κορς ), ο μήνας των βλαστών ( ο Ιούνιος ), cfτè κόρρα-τe, οι βλαστοί, ρήμα κόρρe] βeρσe-νίκ-e (91), ο συνομήλικος, από βèρσe, η ηλικία, cf. σανσκριτικό varsha-s ( Boppop. c. σελ. 56.), το έτος] ματς-όκ-e, ο γάτος] πατ-όκ-ε, η αρσενική χήνα] βάπe-κ-e, ο φτωχός, και βόπε-κ-e, ( D.L. vopek), το οποίο μπορεί να συγκριθεί με το λατ. opus, η ανάγκη, ιταλ. uopo(92): πλjά-κ-e, ο παλιός, ή πeλά-κ-e, θα πρέπει να σχετισθεί με το πάλαι, παλαιός, δίχως την παρ. κατ. κ, με την οποία ίσως κάποτε να έλεγαν *παλαια-κό-ς στα ελληνικά (93). Και πρ΄γματι υπάρχουν στην ελληνική επίθετα που ενισχύονται από μια τέτοια παρ. κατάληξη, όπως όλα εκείνα που λήγουν σε –κός : αχαιός, αχαϊ-κό-ς, αρχαίος, αρχαϊ-κό-ς, ελληνι-κό-ς, γενεθλια-κός, και άλλα πολλά. Μεταξύ των ουσιαστικών της αλβανικής μπορούν να αναφερθούν κλότς-κ-e, ( και κλόσσ-e, αλβ. καλαβρ.) η κλώσα, = κλωσσώ] πιθανόν πέτ-κ-ου, ο πλούτος, τα υπάρχοντα,  cf. πατέ-ομαι, κατέχω (94) ( και πά-ομαι )] λόdς-κ-e, και λότςκe (αλβ. σικ.) = λjόκj-α τοσκ. όρχις, cf. λωγάς, λωγ-άνιον, -άνιοι] κλίτς-κ-e (αλβ. σικ.) σαν ένα κομμάτι σίδερο, από κλίτς-e, το κλειδί (;) : το ουσιαστικό σςάπe-κ-α, το καπέλο ( αλβ. σικ., και ελλ.-αλβ.), cf. chapeauγαλλ., cappello ιταλ. ] και κάποια άλλα. Στα επίθετα με την παρ. κατ. κ θα πρέπει να προστεθούν κάποια σε ικje, όπως χαλίκje, ο πέτρινος,  cf. χάλιξ, κος] θατίκje, ο ξερός από θα-τe. Τέλος αντιστοιχούν στα ελληνικά σε κός κάποια επίθετα σε κόje, κόι : πχ. ελλινι-κόje, -κό-ι = ελληνικός.                                         

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Saturday the 29th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS