Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 11)

Share

      S 169.  Hαλβανική γλώσσα έχει πολλές καταλήξεις υποκοριστικές, ή χαϊδευτικές, τις οποίες δεν έχει ερευνήσει κανείς εκτενώς, που να γνωρίζω μέχρι τώρα (95). Αυτές οι καταλήξεις, ή σχηματισμοί υποκοριστικών, χρησιμοποιούνται συχνότερα στην παλαιά τοσκ. ιταλό-αλβ., και ελλ.-αλβ. Οι πιο συχνές για τα αρσενικά είναι ιθ, ή θι ] ζα, ζe, για τα θηλυκά, και για όλα τα οριστικά σε α. Όμως αν και η υποκοριστική κατάληξη θe, θι, χρησιμοποιείται γενικά για τα αρσενικά, και ζe για τα θηλυκά, υπάρχουν ωστόσο παραδείγματα με το ακριβώς αντίθετο, τουλάχιστον για το θe το οποίο εφαρμόζεται στα θηλυκά όπως  φλούτουρeθα, η πεταλουδίτσα αλβ. σικ., υποκοριστικό του φλούτουρα. Πραγματικά δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν οι υποκοριστικές καταλήξεις που μόλις ανέφερα, μπορούν να εφαρμοσθούν σε υπάρχουσες μορφές της αρχ. ινδοευρωπαϊκής, ή στην σανσκριτική. Θα μπορούσαν όμως να σχετίζονται με την ινδική παρ. κατ. dha, dhe, dhi, που συναντάται στα ρήματα και στα ουσιαστικά] και αυτή η άποψη μου φαίνεται πολύ πιθανή : ωστόσο θα της αναζητήσω στην ελληνική γλώσσα η οποία είναι πιο κοντά στην αλβανική. Πράγματι υπάρχουν μεταξύ των ουσιαστικών της ελληνικής τα υποκοριστικά σε ιδιον, όπως χωρ-ίδιον, πτυ-ίδιον, πολ-ίδιον, με την παρ. κατ. δι, δ, που υπάρχει στην ίδια την ελληνική μια άλλη παρόμοια, θ, ή θο, η οποία εντοπίζεται σε πολλά ουσιαστικά σε θο-ς, όπως στρου-θό-ς ( βλ. Curt. II. σελ. 267 ). Στην κατηγορία των υποκοριστικών ανήκουν και τα θηλυκά ουσιαστικά σε ις, ιδ-ος, όπως ελλη-ν-ίς, ίδ-ος, μερίς, ίδ-ος, νεοελλ. μερίδ-α κτλ.: και στην ίδια κατηγορία, μολονότι με μια παρ. κατ. πιθανόν διαφορετικής προέλευσης από την πρώτη (96), γίνονται τα ουδέτερα σε φιον, όπως ζωύ-φι-ον, χωρά-φι-ον και άλλα. Όμως στα θηλυκά ουσιαστικά σε δών, δή, εντοπίζεται ξανά η παρ. κατ. δ, δο, όπως στο αλγη-δώ-ν, κομι-δή κτλ. ( βλ. id. II. 219). Δεδομένης της στενής σχέσης μεταξύ των δύο οδοντικών δ, και θ, οι παρ. κατ. των ουσιαστικών όπως μερίς, μερί-δ-ος, χωρί-δι-ον, στρου-θό-ς θα πρέπει να είναι οι ίδιες. Η αντικατάσταση των δυο οδοντικών που μόλις αναφέραμε συμβαίνει πολύ πιο συχνά και κατά κανόνα στην αλβανική γλώσσα (97) ( βλ. SS 76-81 ) : επομένως είναι ξεκάθαρη η σχέση μεταξύ των συγκεκριμένων μορφών των υποκοριστικών της ελληνικής, και της αλβ., όπως πχ. στο βόγeλ-ιθ-e, ο μικρούλης, δήνδeρ-ιθ-e, ο γαμπρούλης, djάλ-θ-ι, το παιδάκι, ( και djάλ-ιθ-e ) bίρ-θ-ι, ο γιόκας, και πολλά άλλα αυτού του τύπου : εκεί που στην ελληνική δεν είναι τόσο συχνά τα χαϊδευτικά και τα υποκοριστικά που αναφέραμε, στην αλβανική μπορούν να εφαρμόζονται σε όλα τα αρσενικά ουσιαστικά προσθέτοντας ιθ, ή θ στο τέλος (98). Γενικά όμως το θ παραμένει αμετάλλακτο.

 

      S 170. Αξίζει ιδιαίτερα να εξετάσουμε ως υποκοριστική την κατάληξη σε ισςκe, ή σςκe, κυρίως του αρσενικού γεν., που συναντάμε σε κάποια ουσιαστικά, πχ. djαλ-ίσςκ-e (-ου ), το αγοράκι, το παιδάκι (αλβ. σικ.), και φαίνεται όμοιο με το ίσκος της ελληνικής σε νεαν-ίσκο-ς, και άλλα τέτοια. Και αυτό ανήκει ακόμα σε κάποιο επίθετο όπως ι ζέ-σςκ-e, ε ζέ-σςκ-e, ο μαυριδερούλης, α, από ί ζι, ε ζέζ-e, το οποίο μειώνεται σε σςκe, και εφαρμόζεται και στα δύο γένη αρσ. και θηλ., με τις οριστικές καταλήξεις.

      Η άλλη υποκοριστική κατάληξη, που συναντάμε συχνά στην αλβανική, είναι εκείνη των θηλυκών, η οποία ηχεί ζe, ζα : πχ. στο dόρe-ζα, ο δείκτης σε σχήμα χεριού] μήμμe-ζα, η μανούλα] βάσςe-ζα, η παιδούλα, ή βάι-ζα] μνί-ζα, η ανάμνηση  (-σούλα) (99). Η θηλυκή κατάληξη ζe, ζα, νομίζω πως έχουν την ίδια προέλευση με το άλλο, δ, δο : αφού ενώνοντας αυτό με την κατάληξη jα των θηλυκών, από δ-jα γεννιέται αυτόματα το ζα, όπως στην ελληνική το ουσιαστικό τρά-πεζ-α (αλβ. τρίεζ-α), το τραπέζι, αποτελείται από τρα, αντί για τετρα, και *πεδ-jα, = πέζα ] ελπίζ-ω διαμορφώνεται από *ελπίδ-jω ] έζ-ομαι, από *έδ-jο-μια ( βλ. SS72, 105-6.) κτλ., και στην αλβ. γάζ-e, γeζό-ιje, η χαρά, χαίρομαι, αντιστοιχούν στα γάδ-ομαι = *γάδ-jομαι, επομένως γάζe = *γάδ-jα, με τα παράγωγα. Είναι αλήθεια πως στην αλβανική το ζ συχνά ακολουθεί το σ, όπως έχουμε επισημάνει και αλλού, όμως δεν φαίνεται δυνατό να εφαρμόζεται το ίδιο και στην παρούσα περίπτωση, εφόσον δεν θα υπήρχε λόγος υποκοριστικής ή χαϊδευτικής επίδρασης σε τούτη την παρ. κατ. του θηλυκού (100).

      Υπάρχουν ωστόσο παράγωγα θηλυκά ουσιαστικά, τα οποία σχηματίζονται με την παρ. κατ. εσς-α, η οποία αντιστοιχεί στο ελληνικό ισσ-α, ιταλ. essa, όπως περeνd-έσς-α (αλβ. σικ.), η βασίλισσα, πιθανόν όμοιο με περeνdόρ-εσςα, από περeνd-όρ-ι, ο ηγεμόνας, imperator] bουλjουρ-έσς-α, ή bουjουρ-έσςα (αλβ. σικ.), η κυρία, από  bουλjάρ, ή bοjάρ, bουjάρe, ο άρχοντας, ο ευγενής, ( cf. βουλή, βουλευτήρ-ιος, βουλευτήρ : ή το σερβικό boljar (101), ottimate? ) ] πριφτeρ-έσς-α, το αίτημα. Αυτά μπορούν να έρθουν σε σύγκριση με τα ελληνικά βασίλ-ισσ-α, προφήτ-ισσ-α, πρεσβύτ-ισσ-α, και τα παρόμοια] εφόσον το αλβ. σς είναι όμοιο με το σ, ή σσ, ελληνικό.

      Στην αλβ.-σικ., και ίσως και σε άλλες διαλέκτους της αλβανικής, υπάρχουν επίσης οι αυξητικές ( ή μειωτικές ) παρ. καταλήξεις, σε άτσ-e, και ούν-e, όπως γρου-άτσ-e, η γυναικάρα, από γρούα, η γυναίκα ( cf. γραύ-ς )] bουρρ-ούν-e, ο άντρακλας, από bούρρ-e, ο άντρας, ( vir)] djαλ-άτσ-e, ο αλήτης, από djάλ-e ( αλβ. σικ.) = djάλj-e, κτλ. Αυτές οι παρ. κατ. πράγματι σχετίζονται λόγω μορφής με τα ιταλικά accio, one: επίσης μπορεί το πρώτο ατσe να σχετισθεί με το ελληνικό ακη-ς, ακι-ον, που μερικοί το προφέρουν aci-s, aci-on] και το δεύτερο ουν, το αυξητικό, θα μπορούσε να σχετισθεί με την συγκριτική κατάληξη σε ων, ιων.

      S171. Με τις καταλήξεις που χρησιμεύουν για να σχηματισθούν τα εγκλιτικά ουσιαστικά, καθώς και με εκείνες που ξεχωρίζουν τα πρόσωπα από τα ρήματα, θα ασχοληθούμε όταν θα εξετάσουμε τις κλίσεις των ουσιαστικών και των ρημάτων. Εδώ θα κάνω την παρατήρηση που έκανα εκτενώς για τα ρήματα, πως δηλαδή τα ουσιαστικά της αλβανικής, εάν τα λάβουμε υπόψη δίχως τις συμπτωματικές καταλήξεις συμφωνούν γενικά με τα ελληνικά ] αλλά μεταξύ αυτών τα τριτόκλιτα ουσιαστικά, τα οποία δεν παίρνουν κάποια παρ. κατ. στην ονομαστική πέρα από το ς, και το τ στις πλάγιες πτώσεις, πλησιάζουν πολύ τα αλβανικά, ως προς τον σχηματισμό τους, λαμβάνοντας υπόψη τις χαρακτηριστικές ιδιότητες στα δύο ιδιώματα.

      S172. Στην αλβανική γλώσσα δεν υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος σχηματισμός ο οποίος να δηλώνει τους βαθμούς ενός επιθέτου, εφόσον σε αυτή, καθώς και στην πλειοψηφία των σύγχρονων γλωσσών, πχ. στην ιταλική, την γαλλική, και στην καθομιλουμένη ελληνική, ( στην οποία οι αρχαίοι σχηματισμοί του συγκριτικού και υπερθετικού βαθμού χρησιμοποιούνται κυρίως από τους μορφωμένους, και όχι από τον λαό ), έχουν χαθεί οι παρ. καταλήξεις που καθόριζαν τους βαθμούς στην αρχαία έκφραση, στην ελληνική, και στην λατινική. Ωστόσο στην αλβανική ο συγκριτικός σχηματίζεται από το επίρρημα μά γκ., μή τοσκ., το οποίο σημαίνει περισσότερο (πιο), και το αντίστοιχο στην νεοελλ. είναι το πλέον.

      Το αλβ. μά = μη αναγνωρίζεται ως ριζικό τμήμα του επιθέτου ι μάθ, ι μάθ-ι, ο μεγάλος, παρεμφερές με το σανσκριτικό mahat, με τα ελλ. μέγας, μάδδων, μάλλον, και σχεδόν ίδιο με το μάτι-ς, το οποίο επισημαίνει ο Ησύχιος, και αναφέραμε αλλού.

      Ο υπερθετικός δεν διαφέρει από τον συγκριτικό παρά μόνο στην έννοια, και στην κατάληξη του επιθέτου : συνεπώς μά, ή μη ι μάθ σημαίνει πιο μεγάλος, μη ι μάδι, ο πιο μεγάλος. Υπάρχει όμως ακόμα ένας άλλος τρόπος με τον οποίο αποδίδεται ο υπερθετικός, που χρησιμοποιείται ιδικά στην βόρειο-δυτική γλώσσα των Γκέγκων, όπου γίνεται χρήση του επίρρ. φόρτ ( φόρτe ) το οποίο προηγείται του επιθέτου έτσι ώστε να το ανεβάσει στο βαθμό του απόλυτου υπερθετικού : από όπου μά (μη) ι μίρe, ή ι μίρι, σημαίνει καλύτερος, ή ο καλύτερος, φόρτ ι μίρe, ηχεί ο βέλτιστος. Αυτή η λέξη, που είναι επίθετο ( φόρτ ) φόρτe, σχετίζεται με το λατινικό forti-s, καθώς κα με το ελληνικό φέρτερος, φέρτατος, θετ. φερτός, και έχει την έννοια του δυνατός, ακλόνητος, ζόρικος, ή παρόμοια, και μπορεί να θεωρηθεί ως παράγωγο από το ουσιαστικό φόρe, η ορμή, η δύναμη, η ισχύς, ( cf. ελλ. φορά ), μέσω της παρ. κατ. τe που γίνεται φόρ-τe, και κατά άλλες τροποποιήσεις φόρ-τςι-μe, ενώ υπάρχει και φόρτσe = φόρe, όπου φορτσό-ιje, ενισχύω, και άλλα παράγωγα. – Ο τρόπος που αναφέραμε με τον οποίο σχηματίζεται ο απόλυτος υπερθετικός συναντάται και στην ιταλό-αλβανική] και ο DeRadaχρησιμοποιεί το φορ- ενώνοντας το με το επίθετο, όπως πχ. φορ-μάδ-ι, ο πολύ μεγάλος, φορ-μίρ-ι, ο καλύτερος, ένας τρόπος αρκετά ωραίος, και αποδεκτός. Αξίζει νομίζω έπειτα να αναφέρουμε την έκφραση που χρησιμοποιείται από την διάλεκτο του Σκόδρα για να αποδοθεί η έννοια του δυνατός ανάμεσα στους δυνατούς, ο κατεξοχήν δυνατός, το οποίο προσδιορίζει τον ήρωα Καστριώτη, δηλαδή fortifort ( φόρτ ι φόρτe ), με τη λέξη φόρτ να χρησιμοποιείται πρώτα ίσως σαν επίρρημα, και κατόπιν σαν επίθετο.

      Η ιταλική, η γαλλική και η καθομιλουμένη ελληνική παρόλο που υπακούουν στην τάση των σύγχρονων γλωσσών έχουν γενικά υιοθετήσει τον σχηματισμό των συγκριτικών και υπερθετικών μέσω των επίρρ., και έχουν όπως είναι γνωστό κρατήσει, άλλη λίγο άλλη πολύ, πολλές λέξεις που αναπαράγονται πιστά από τους αρχαίους σχηματισμούς της λατινικής, ή της ελληνικής : και αυτό ισχύει κυρίως για τους υπερθετικούς. Η αλβανική ακολουθεί εν μέρει την ίδια πορεία : αν και έχει εξαφανισθεί εξολοκλήρου ο κανονικός σχηματισμός των συγκριτικών μέσω των παρ. κατ. της ελληνικής ιων = jansαρχ., ( λατ. ior, ius ) ή τερο-ς, και των υπερθετικών σε τα-το-ς, = ta-tas, ή ισ-το-ς = jans-ta-s, παρόλα αυτά διατηρεί κατάλοιπα εκείνων των παρ. καταλήξεων σε διάφορες λέξεις. Αυτό συναντάται για παράδειγμα στο λjίκ-σςτe, επίρρ. πολύ κακό ( Hahn), ή κάκιστος ( κυρίως για αρρώστιες ) από λjίκ, ή λίκ, malus : θjέ-σςτe γκ., ο ειλικρινής, ο γνήσιος, κι έπειτα ο αγνός, ο αθώος ( ρίζα θε, σανσκριτική dha, αλβ. θε, ή θιε, στο κe-θέ-ιje, ή κe-θίε-ιje ) ] λjάσςτe, ο αρχαίος, ο πρεσβύτερος, ο προκάτοχος, κτλ. ( ρίζα λjά, λjή ? ), όπου λjασςτόιje ] ίσως το αλβ. σικ. λόσςe, λόσςτe, που χρησιμοποιείται για βέλτιστος, θα μπορούσε να σχετίζεται και με το λώος, λώ-στος. Αρχικά όμως τα επίθετα, και τα επιρρήματα σε ισςτ, ισςτe, αναγνωρίστηκαν από τον Bopp ( βλ. S 163.) μια και σχηματίζονται από την παρ. κατ. του υπερθετικού ] και το ίδιο πιθανόν, κατά την γνώμη μου, πρέπει να αναγνωρίζεται σε κάποια παράγωγα ουσιαστικά, όπως μαδ-εστ-ία, ή μαδ-εσςτ-ία, η αλαζονεία, η αλαζονική περηφάνια, το οποίο εικάζει *μαδ-εστ, ή *μαδ-εσςτ από τον θετικό μάθ, μάδε, ο μεγάλος, ο ψηλός. Διαφορετικό είναι το ουσιαστικό μαλjεσςτία, η περηφάνια, η υπεροψία, με τα παράγωγα του που ίσως σχετίζονται με το λατ. majestas : ίσως όμως εδώ να υπάρχει η παρ. κατάληξη του υπερθετικού εσςτe = ιστο ελλ.

      Παρομοίως της παρ. κατ. του συγκριτικού τερο-ς συναντάμε κατάλοιπα στο προαναφερθέν πόσς-τερ-e ( HahnDiz.), όπου πόσςτeρμe, από τον θετικό πός = πάς] στο βjέ-τρe, ο παλιός, από τον θετικό βjέτe = Fέτος (102), το έτος, ( cf. λατ. vetus, eris ) : και κατά τον Bopp στο jά-τeρe, ή jέ-τeρe = άτερος, έτερος, σανσκριτικό an-tara-s, ta-tara-s, και ya-tara-s ( βλ. Bopp, op. c. σελ. 31-2.). Αν και ο Bopp (σελ.35) κλίνει στο να πιστέψει σε μια απλή επέκταση της ρίζας που σχηματίζει τα ουσιαστικά σε –eρία, γκ. –ενία, όπως ζοτeρία, τριμeρία, και παρόμοια, άλλος θα μπορούσε να δει την παρ. κατ. του συγκριτικού ρe = ra, αρχ., που σχηματίζει ένα μέρος του ελλ. τερο, = ta-raτης αρχ. ινδ., και βακτρ. ( βλ. Schl. 383-91 )] ή το jans = ιων, = λατ. ior (103). Αν μια τέτοια υπόθεση φαίνεται λίγο πιθανή, θα ήταν ίσως περισσότερο βάσιμο να θεωρήσουμε ότι προέρχεται από την παρ. κατ. του συγκριτικού ra, η συλλαβή ρα (γκ. να), όπου πολλά αλβανικά ουσιαστικά παίρνουν αύξηση, εφόσον μπαίνει σε αυτά για να σχηματίσει το περισσότερο, όπως θα μπορέσουμε να επισημάνουμε στις κλίσεις. 

 

                                                           XII.                                                                                                                                                                                                

                                              Για τα αριθμητικά ουσιαστικά.

      S 173. Αφού ασχοληθήκαμε με τις παρ. καταλήξεις θα πρέπει να υπενθυμίσουμε σχετικά με τα αριθμητικά ουσιαστικά ότι σε πολλά από αυτά υπάρχει η παρ. κατ. ta αρχ., αλβ. τe, όπως έχουμε επισημάνει και σε άλλες περιπτώσεις : δηλαδή στα νούμερα έξι, επτά, οκτώ, εννιά, και ίσως και στο δέκα, που λέγονται γjάσς-τe, σςeττά-τe, τέ-τe, νήν-de (= νήν-τe, γκ. και νάν, χωρίς παρ. κατ.), αν και σε αυτό το νούμερο η παρ. κατ. τe ακούγεται de λόγω επίδρασης του οδοντικού. Στο νούμερο δέκα διέ-τe, και δjέ-τe, γκ. και δε-τe ( σκοδρ.), δεν γνωρίζω αν η κατάληξη τe πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μια αλλαγή του ka αρχ. ή kan, ελλ. κα, ή ως παρ. κατ. των προηγούμενων αριθμών : πράγμα που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να διακρίνει.

      Για τα πρώτα δέκα νούμερα, αν αναζητήσει κανείς τη ρίζα τους, μπορεί να την εντοπίσει τόσο στην σανσκριτική, όσο και στην ελληνική : αν και μερικοί πλησιάζουν στην πρώτη γενικά μου φαίνεται πως θα μπορούσαν πολύ εύκολα να ανάγονται στους αρχαίους σχηματισμούς της ελληνικής. Το νούμερο ένα στην αλβανική είναι νjè τσκ., νjί, ή νjά (Bianchi) γκ., και κατά επέκταση και νjάνι ( DaLecce), που όμως κατά λέξη σημαίνει ο ένας, στην τοσκ. νjέρι, το οποίο προκύπτει από την συνηθισμένη εναλλαγή του ν με το ρ. Η μορφή νjά-νι πιθανόν δημιουργήθηκε από τον διπλασιασμό της ριζικής συλλαβής νjα, νjι, ή νje. Σε αυτές τις συλλαβές, κατά την άποψη μου, εντοπίζεται εύκολα το έν-ς = είς ελλ., έν, ενός, νεοελλ. ένας, ένα, αρχ. aina, λατ. uno, αρχ. *oino (οινόν) : αλλά στην αλβανική συνηθίζεται το μαλάκωμα του ν, καθώς και σε τόσες άλλες περιπτώσεις, όπως συχνά και στην καθομιλουμένη ελληνική. Αμφιβάλλω αν στο νjα, νjι, νje, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε μια αποκοπή του ινδοευρωπαϊκού aina, ένα ελλ., ή μια μεταφορά των στοιχείων εν, τα οποία βρίσκονται στην πρόθεση νe = εν, στο μόριο νή, αν, ή να = αν, και σε άλλες λέξεις. Εν πάση περιπτώσει το αλβ. νjα ( υπενθυμίζω το τσακώνικο νjα = μία ), νje, συμφωνεί εύκολα με το ελλ. έν-ς, έν, ινδοευρωπαϊκό aina, περισσότερο από ότι με το σανσκριτικό ekas. – Δύο, αλβ. dύ ( DaLecce, και Hahn ), ή dί ( αλβ. σικ. και Κ.Δ.), δεν μπορεί να μη σχετισθεί με το ελλ. δύο, οπού και εδώ έχουμε μετατροπή σε φωνήεν του vσυγκρινόμενο με το σανσκριτικό dva : αν και το αλβ. χάνει το τελικό φωνήεν, και φαίνεται να περιορίζεται στο πρώτο, το οποίο προφέρεται κυρίως ως μακρύ. – Τρία, αλβ. τρέ αρσεν., τρί θηλ. = triσανσκριτικό, ελλ. ρίζα τρι, κοινή ονομαστική τρεί-ς, τρι-ών, τρι-σί, κτλ. – Τέσσερα, αλβ. κάττeρ, ή κάττρe, αρχ. katvar, σανσκριτικό  katvàr, και katùr, ελλ. τέσσαρ (-ες, -α ), τέτταρ = *κάτταρ, αντί για *κάτFαρ, *κέτFαρ, *τέτFαρ, δωρικό τέτορ. Το αιολικό πίσυρ απομακρύνεται περισσότερο από το αρχ. φωνήεν : το λατινικό quatuor, και το αλβ. κάττeρ, πλησιάζουν περισσότερο στο katvar, παρά στο ελληνικό. – Πέντε, αλβ. πές, ή καλύτερα πέσσe (Hahn), σανσκριτικό pank΄an (p=k), ελλ. πέντε (π, και τ, αντί για k), αιολικό πέμπe, λατ. quinque. Η αλβανική μορφή πές, πέσσe, θα πρέπει να ήταν πρώτα *πένσe, ή *πένς, και δίνει την έννοια της συντόμευσης στην κατάληξη των μετ. των αορίστων της ελληνικής, όπως τύψ-ας, αντί για -αντ, ανς. Το νούμερο έξι, αλβ. γjάσς-τe, κόβοντάς του την παρ. κατ. μένει γjάσς = *jάσς, = *άσς = *άξ, ελλ. εξ ( βλ. SS 103, 115.) = Ηέξ, ή *jέξ, *jάξ. Το j, ή γj αλβ., και το ελληνικό δίγαμμα, ή το πνεύμα, μπαίνουν στη θέση του συριστικού αρχ. το οποίο φαίνεται στο σανσκριτικό shash (‘sas)] το ελληνικό ε μπαίνει αντί του α. – Επτά, αλβ. σςeττά-τe, ή σςeτά-τe, σςτά-τe, και sta-te (Bianchi), αρχ. saptan, ελλ. αρχ. σεπτά ( όπου σεπτάς ), κοινό επτά, λατ. septem. Το αλβ. έχει τα φωνήεντα e=ε, και α, όπως το ελληνικό, αλλά μαλακώνει το συριστικό, και αφομοιώνει το π με το τα, ή το αποκόπτει, αλλά προσθέτει επιπλέον την παρ. κατ. τe, όπως και σε άλλα νούμερα ] παραγωγική κατάληξη η οποία έχει διατηρηθεί στους κύριους αριθμούς από τους αριθμούς σειράς. – Στο νούμερο οχτώ η αλβανική προσφέρει ένα παράδειγμα αντάξιο στις σπάνιες αφαιρέσεις κόβοντας την πρώτη συλλαβή από το αρχ. akta, ή aktan, σανσκριτικό ashthàn, και διατηρεί μόνο το  ta, το οποίο προσθέτει την συνηθισμένη παρ. κατ. τe, όπου γίνεται τέ-τe (104). Πιθανόν πρώτα πρέπει να ασχοληθούμε με τα *κτέ-τe, ή *χτέ-τe, αντί για *ακτέ-τe, *αχτέ-τe, και μετά τέ-τe. – Το εννέα, αλβ. νήνde ( νήν-τe ), και καλύτερα το σκοδρ. νάν, μας παραθέτει το αρχ. navan, με το vνα χάνεται, όπως στο ελληνικό εννέα αντί για *νέFαν, *νέαν = *νήν, *νάν ] εφόσον το ε αποτελεί μια ανόργανη προσθήκη ( από όπου ο διπλασιασμός του ν ) αντίθετη με την αρχική, και ασυνήθιστη στην αλβανική. Για την παρ. κατ. τe σε αυτή τη λέξη έχουμε μιλήσει παραπάνω. Τέλος το δέκα, αλβ. δjέτe, ή διέτe, και δέτe σκοδρ., ως *δέκe, αντιστοιχεί στο ελληνικό δέκα, dakan αρχ., το  οποίο πιθανόν σχηματίζεται ( κατά τον Schleicher σελ.400-1 ) από το dva, due, και kan αντί Kankan, πέντε.                  

      S 174. Από το δέκα στο είκοσι τα νούμερα ενώνονται μέσω της πρόθεσης της αλβανικής ’μbί ( eμbί ) ή ’μbè, επί, που μπαίνει μπροστά από το δέκα μετά από το μικρότερο νούμερο, όπως νjebι-διέτe, dυμ-bι διέτe, ή νjebe-διέ-τe κτλ., που αντιστοιχούν στο έν επί δέκα, δύο επί δέκα κτλ. Ο τρόπος αυτός να σχηματίζονται τα νούμερα δεν θα πρέπει να θεωρηθεί άγνωστος για τους Έλληνες (105), εφόσον τον χρησιμοποιούσαν για να μετράνε τις μέρες του μήνα : πρώτη επί δέκα κτλ.: αν και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση έλεγαν έν-δεκα, δυο-και-δεκα, τρις-και-δεκα, ενώνοντας με τον σύνδεσμο και το μικρότερο νούμερο με το μεγαλύτερο, ή κατά πιο πρόσφατη συνήθεια δώδεκα, δεκατρείς, κτλ., χωρίς καμία συνδετική λέξη. Το νούμερο είκοσι στην αλβανική εξαιτίας μιας από τις συνηθισμένες αφαιρέσεις γίνεται ζέτe, και σε άλλες διαλέκτους ζάτe, όπου εμφανίζεται το κλείσιμο της σανσκριτικής vin-cati, όπου cati αποτελεί επίσης το υπόλοιπο του dacati το οποίο προέρχεται από το dakan, ή dacan, ενώ το vin είναι αντί του dvin, δύο, από dva: για αυτό το vin-cati, σημαίνει δύο φορές δέκα (106). Το αρχαίο ελλ. εί-κατι, κοινό είκοσι, εκθέτει το εί=Fει αντί του dvi, ή vi ινδικό, κατι αντί για cati. Το πρώτο μέρος dvi, Fει ελλ. φαίνεται να αναιρείται εξολοκλήρου στην αλβανική, και αντικαθίσταται από το νjè, ή νjί, ένα, όπου νje-ζέτe είκοσι. Το πρόθεμα του νje, μπορεί να δημιουργήθηκε από μια παραποίηση του vin, Fει, Fιν (cf. νjè = εί-ς έν ) ] υπάρχει όμως άλλος λόγος που αυτή η προσθήκη διαδίδεται για να σχηματίσει τις επόμενες δεκάδες, στις οποίες πολλαπλασιάζεται το είκοσι : έτσι για παράδειγμα σαράντα, dι-ζέτe, ή δύο-είκοσι, με τον ίδιο τρόπο που τριάντα γίνεται τρείς-δέκα, τρι-δjέτe] εξήντα τρε-ζέτe] πενήντα, πεσσejέτe] εβδομήντα, σςeττατe δjέτe] ογδόντα, καττeρ-ζέτe (=γαλλ. quatre-vingt)] ενενήντα, νηνde –δjέτe, (σκοδρ. ναν-δέτe). Αυτός ο τρόπος διαμόρφωσης των δεκάδων βέβαια είναι άγνωστος στην ελληνική, αν και όχι τόσο ουσιαστικά, όσο φαινομενικά : δεδομένου ότι τόσο στη σανσκριτική όσο και στην ελληνική, για την διαμόρφωση των δεκάδων λαμβάνουν μέρος τα ίδια αρχικά στοιχεία, δηλαδή το νούμερο, τρία, τέσσερα κτλ., και η δεκάδα στην σανσκριτική cat, όπως στο trim-cat, τριάντα ( cat = dacati), shash-ti, εξήντα ( ή έξι-δέκα, shash, και ti αντί cati) : έτσι στην ελληνική έχουμε κοντα αντί για κατα, ή καντα, όμοιο με kati, cati σανσκριτικό αντί για dakati ( cf. εί-κατι )] ακολούθως τριά-κοντα, τεσσαρά-κοντα, που στην πραγματικότητα σημαίνουν τρείς-δέκα, τέσσερεις-δέκα. Η αλβανική είτε έχασε ήδη από αρχαιοτάτους χρόνους τη λέξη που στο σχηματισμό μοιάζει με την σανσκριτική, η οποία κατάντησε πια δυσνόητη, και υιοθέτησε την παρούσα, η οποία σίγουρα είναι πιο ξεκάθαρη, είτε την αντέγραψε αργότερα από τους Σλάβους : εφόσον και στη βουλγαρική, όπως και στην λιθουανική λέγεται με τον ίδιο τρόπο π.χ. tri-deseti, τριάντα, κτλ. Επιπλέον μεταξύ των νεολατινικών γλωσσών μας δίνει κάποιο παράδειγμα η γαλλική, όπως ο καθένας μπορεί να παρατηρήσει. Η λατινική αντί για vin-catiκάνει vi-ginti, = dvi, και centiαπό decent, χρησιμοποιώντας gintaστις ακόλουθες δεκάδες, με το ρινικό όπως στο ελληνικό κοντα. Αυτό το ρινικό όμως δεν εμφανίζεται στο εί-κατι εί-κοσι ελλ., ούτε στο νje-ζέτe, ή –ζάτe αλβ., και στο σανσκριτικό cati.

      S 175. Αντιθέτως στο νούμερο εκατό, η λατ. και η αλβ. έχουν διατηρήσει το ρινικό από το αρχ. kantam το οποίο χάνεται στο ελληνικό ε-κατόν, σανσκριτικό kata, ή ca-tà. Όμως δεν αποκλείεται στην αρχαία ελληνική να λεγόταν *ε-κάντον, *ε-κήντον, έτσι που να μοιάζει περισσότερο με το λατ. centum, και το αλβ. κjίντe. Το ε του ε-κατόν πιθανόν σημαίνει έν, ένα ( Schl.)] και στην αλβανική συνήθως λέγεται ομοίως νjejίντe ή ένα εκατό, έν-εκατόν ( κατά προσέγγιση ένα-*κάντον ). Στις υπόλοιπες εκατοντάδες στην αλβανική δεν υπάρχουν κατάλοιπα από την ινδική cate (cf. catà, ka-ta), στην ελληνική κοστο = κοτιο, = κατιο δωρικό, στην λατ. cento, gento, αλλά τις σχηματίζει απλά με τις δύο αρχαίες λέξεις dί, τρέ, κάττρe ( κάττeρ ) πέσσe κτλ. μπροστά από το κjίντe : πχ. dι-κjίντe, τρε-κjίντe ( ή τρι-κjίντe ), καττρejίντe, ( καττeρ-κjίντe ), κοκ. Ο ίδιος τρόπος χρησιμοποιείται στην βουλγαρική, στην λιθουανική, στην γοτθική, καθώς και στην κελτική : όμως για να κρατήσουμε την προσοχή μας στις λατ.- ελληνικές γλώσσες, το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την ιταλική : για παράδειγμα στο due-cento, tre-cento, quattro-cento, και τα ακόλουθα ] ομοίως και στην γαλλική, deux-cents, trios-cents, κτλ. Ούτε η λατινική είναι πολύ διαφορετική από το εκατό και μετά, πχ. στο du-centi, ter-centi, κτλ.] όπως έχουμε δει το ελληνικό γίνεται κόστος = κάτιος. – Το νούμερο χίλια στην αλβανική εκφράζεται με μια λέξη η οποία έχει την ίδια ρίζα με την λατινική, μίλje, ή μίje ( Hahn )] η οποία ίσως θα μπορούσε να διαφέρει ριζικά από το ελληνικό χίλιο, βοιωτικό χείλιο, λέσβιο χέλλιο, δωρικό χήλιο, αρχ. *χέλjo, όσον αφορά την πιστοποιημένη σχέση που υπάρχει μεταξύ του μ, και του αρχικού άηχου, ή του διγάμματος ( βλ. Curt. ll. cc.). Αξίζει όμως να παρατηρήσουμε πόσο μοιάζει με το λατ. mille, αλβ. μίλje, στον ήχο αλλά και στη μορφή, το ελλ. μύριο : για το οποίο δεν γνωρίζω αν θα μπορούσαμε να υποθέσουμε μια κοινή προέλευση μεταξύ αυτών των δύο λέξεων, αν αποδεχτούμε  από την μια πλευρά, ή από την άλλη, μια παραλλαγή στη σημασία. – Από το χίλια και πάνω, ο σχηματισμός της ελληνικής, της λατινικής και της ιταλικής συμφωνούν περίπου με εκείνον της αλβανικής, εκτός από το ότι η ελληνική συνηθίζει να συνθέτει σε μια λέξη το επίρρημα που δηλώνει το νούμερο των χιλιάδων : δις-χίλιοι, τετρακις-χίλιοι κτλ.] ενώ η λατ. και η ιταλική, καθώς και η αλβανική, χρησιμοποιούν δύο ξεχωριστές λέξεις.  

 

 

 

 

 

                                            Σημειώσεις ( Γ ).

 

(1)   Δίχως πολλούς περιορισμούς μπορούμε να πούμε πως αυτό είναι ένα προνόμιο των συνθετικών γλωσσών σε αντίθεση με τις μονοσυλλαβικές από την μια, με τις συγκολλητικές, και τις πολυσυνθετικές από την άλλη. Βλ. Benloew, op. cit. – Βλ. και Ascoli, op. c. σελ. 5 και συν., 17-8.

(2)   Σχετικά με τον σχηματισμό των λέξεων στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες : βλ. Schleicherop. cit. II. σελ. 285 και συν., και τους άλλους διδάσκαλους της συγκριτικής φιλολογίας, μεταξύ των οποίων πρώτος ο Bopp, Gramm. Comparata.

(3)   Dara-s, dara σανσκριτικό ερμηνεύεται από τον Boppως ο φέρων, ο έχων, ενώ το ελληνικό χείρ, ρίζα kar, εξηγείται ως ο λαμβάνων. Βλ. σελ. 34. Ueber das Albanes κτλ.

(4)   Αυτό υπενθύμιζε ο Ascoli, St. Cr. σελ. 95-6, με την ευκαιρία, αλλά δεν ξέρω πως του διέφυγε η σχέση, ή μάλλον η ταύτιση της ρίζας ικ, με την ελληνική που είδαμε εδώ.

(5)   Πιστεύω πως και το λάπτω συνδέεται με το ρήμα γλαπeτίνje, καταπίνω χωρίς να μασήσω, κατά την μετάφραση του Reinh. σελ. 31. Πeρπίνje πά πeρτίπουρe, με πρόθεμα ένα γ, όπως στις ελληνικές λέξεις γλήμη = λήμη, γλαύσω = λεύσω, το οποίο θα μπορούσε ορισμένες φορές να είναι ευφωνικό. Με το ρήμα λάπe, φαίνεται να σχετίζεται και το λούπe, καταπίνω κάτι ολόκληρο ] και ο Hh. σωστά αναφέρει το όνομα Λjουbία, το πνεύμα των καταιγίδων, όπου και ο τυφώνας, και ένα τέρας που καταβροχθίζει, το οποίο εντοπίζεται στο μύθο IV., μεταξύ των καταγραφέντων από τον Hh. ΙΙ. σελ. 176.

(6)   Λjί, λί, πράγματι συμφωνούν με το λεί-ο-ς κτλ., ενώ με το αλείφω, λίπα, σχετίζεται το ουσιαστικό jάλπe, ή γjάλπe ( βλ. S113 ). Όμως με το λευ-ρ-ό-ς (=λείος) σχετίζονται καλύτερα το επίθ. λjίρ, ή λίρ, ο αργός, ο ελαφρύς, ο κενός, ο ελεύθερος με τα ρήματα λjιρό-ιje, χαλαρώνω, αδειάζω, ελευθερώνω, και λευρό-ιje = λjeβρό-ιje, ελαφραίνω, ελευθερώνω : στο λεί-ος ανάγεται επίσης το αλβ. λέε, ο ελαφρύς, ο εύκολος, cf. λατ. le-v-is ( βλ. Curt. S331-2.). Στο προαναφερθέν λjίρ, λίρ, πρέπει ακόμα να προστεθεί το ρήμα dejίρ-e, ελαφραίνω, και το επίθετο dejίρ-e, ο ελαφρύς (Hahn), στο ιταλ. αλβ. καθαρός, γνήσιος, απλός, με μεταφορική έννοια : στα οποία εντοπίζεται μια πρόθεση de που σχετίζεται πιθανόν με το λατινικό de, η οποία ίσως δεν συναντάται σε άλλες λέξεις.

(7)   Με αυτή τη λέξη θα πρέπει να σχετίζονται εκτός από το πώλος = νεογνόν ζώον ελλ., το αλβ. πέλ-α, ή πέλλ-α, η φοράδα, και πουλίσςτι, και πούλjο τοσκ. = το πουλάρι νεοελλ. ( βλ. StierAlb. Th. n. 33.), και το ουσιαστικό πούλ-α, η κότα, με το λατ. pullus, και το πουλί νεοελλ.

(8)   Βλ. Schl. l. c. σελ. 288. – Benloewop. c. σελ. 22-6, αποδεικνύει πως αυτή η ιδιότητα του συμβολισμού είναι ιδιαίτερο χαρακτηριστικό των σημιτικών γλωσσών, αλλά συναντάται ακόμα και στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, και συγκεκριμένα στις γερμανικές. – Ascoliop. c. σελ. 17, όπου αντιλαμβάνεται ως συμβολισμό και τον αναδιπλασιασμό των ριζικών συλλαβών.

(9)   Ο Bopp, UeberdasAlb. n. 33, το σχετίζει με το σανσκριτικό ap, φτάνω, με την αιτιολογική έννοια κάνω να φτάσει.

(10) Το ουσιαστικό της ελληνικής λεώς, ο λαός, θα σχετίζονταν πράγματι με το ρήμα της αλβ. λjέ-ιje, ή λέ-ιje, γεννώ, κάνω να γεννηθεί, κατά την ίδια σχετικότητα που υπάρχει ανάμεσα στο gens και gan, ρίζα αρκετά γνωστή. Ούτε που θα μπορούσα να πιστέψω στην τόσο ριψοκίνδυνη εικασία πως όχι μόνο η αλβ. λέξη λjεχόνα, η λεχώνα, κτλ., αλλά και οι ελληνικές λέξεις λεχώ, λοχεία, και οι συγγενικές θα μπορούσαν να σχετισθούν καλύτερα με το λέ-ιje, αμετάβ. λέχεμe, παρά με το ελληνικό ρήμα λέγω : για το οποίο αφήνω την απόφαση στους φιλόλογους.

(11) Το λατ. catus, ο έξυπνος, το οποίο μοιάζει με το αλβ. γάτι, θα πρέπει ίσως να σχετισθεί με τη ρίζα khav, λατ. caveo, μετ. cautus, αν και ο Curt. (Ι.σελ.129) τους αποδίδει διαφορετική προέλευση όμοια με του cos, tis, παίρνοντας σαν βάση την έννοια του οξύς, ρίζα ak. – Το αλβ. γάτι., και πιθανόν το ελληνικό α-γαθ-ός μπορεί να προσαρμόζονται στη ρίζα που με την ευκαιρία αναφέρει ο Bopp ( op. c. σελ. 79 ) gath, που σημαίνει έρχομαι, συνδέω, κάνω, πραγματοποιώ, με τις οποίες τελευταίες αυτές έννοιες συμφωνεί το αλβ. ρήμα παράγωγο του γάτι, γατούα-ιje, ή γατό-ιje, διαθέτω, πραγματοποιώ, ετοιμάζω.

(12) Υπενθυμίζω την νεοελληνική λέξη καρφί] ενώ στην αλβανική είναι σς-κάρπα ( cf. σκαρφίον, σκάριφος, Curt. ΙΙ.263 ), ή σς-κάρφ-α = κάρφ-η, το άχυρο, το κλαδί, ή φρύγανον, Rh. πρ. Λ. σελ. 30] id. 6 : ούσςεζe, καλίβε bήννe με σςκάρπα, καλύβα φτιαγμένη από κλαδιά, ή άχυρα.

(13) Ή πέταχνον, με το ρήμα πεταχνόομαι, ανοίγομαι, κτλ.: και πέταλον στην νεοελληνική σημαίνει το πέταλο του αλόγου.

(14) Για το λjeφύτ-ι, ο καμπυλοειδής λαιμός αγγείου, ή ολόκληρο το σκεύος με τέτοιο λαιμό, cf. λαφύσ-σ-ω.

(15) Επισημαίνω πως η λέξη βεκός των Φρύγιων ανήκει και στην διάλεκτο της Κύπρου, που σήμαινε ψωμί και καταγράφεται από τον Ηρόδοτο, Β. ΙΙ. 2. – Ησύχ. – Το λατ. panis φαίνεται να σχετίζεται με το pasco, = πάομαι, πατέομαι, ομοίως με το αλβ. bούκα, ή bούκκα σε σύγκριση με το βόσκω.

(16) Μου φαίνεται πιο αληθοφανές αυτή η ετυμολογία του βραχ-ί-ων παρά εκείνη που αναφέρεται από τον Curt. I. 256, από βραχύ-ς.

(17) Μπορεί να παρατηρηθεί κάποια ομοιότητα μεταξύ του σς-κλέπ-ουρ και του κλέπ-τ-ω, το οποίο είχε ακόμα την έννοια του εξαπατώ, διαφθείρω κτλ., αν και δεν θα πρέπει να ξεχνάμε το καλπ-ά-ζω, και επιπλέον το λατ. cloppus.

(18) Θα μπορούσε, νομίζω, να προστεθεί το ουσιαστικό νούν-ι, ο κουμπάρος, ως αντιπροσωπευτικό.

(19) Με το βρίθ-ω, το οποίο σημαίνει ακόμα κλίνω προς μια πλευρά, χαμηλώνω, πρέπει να σχετίζεται το ρήμα της αλβ. σ-bρίτ-εμe ( ή σ-bρές ) κατεβαίνω. Τα άλλα ρήματα με τη ίδια έννοια, δηλαδή τρύπe, στρίπe, ή σdρίπ-εμe, και σdρυπ, με το υ, μπορεί να συγγενεύουν με το τρέπ-ω, στρέφ-ω, ιδίως αν λάβουμε υπόψη το ρήμα σdρίπ ( cf. eνdρέπe ) με την ενεργητική έννοια όπως χύπ, σηκώνω, ενεργ. του χύπ-εμ-e, σηκώνομαι, ή ανεβαίνω : στην περίπτωση που αυτά τα ρήματα δεν αποτελούν κάποια μετατροπή του σbρίτεμe, σbρές.

(20) Φατί-α έπειτα είναι στα αλβανικά το όνομα μιας από τις Μοίρες ( βλ. HahnDiz.), οι οποίες γενικά λέγονται μίρε, και από μερικούς dρέκjεζe, ως οι δίκαιες.

(21) Με το λί, λjί (-ου) πρέπει ίσως να σχετίζεται το λίσ-ι, ή λjίσσι, το δέντρο, όπως το ελλ. λισσός, ο μακρύς και λεπτός, λείος.

(22) Εκτός από τα ρήματα που αναφέραμε σχετικά με αυτές τις ρίζες, αναφέρω ακόμα λjενό-ιje, ελαφραίνω, ανακουφίζω, το οποίο μοιάζει αρκετά με το λατ. leni-o : όμως ο Curt. (Ι. 92, 196) αποδίδει το len-is, len-tu-s, σε άλλη ρίζα.

(23) Ίσως η διαφορά που σημειώνεται στα σύνθετα αυτών των προθέσεων πρέπει να επαναληφθεί από προθέσεις διαφορετικής προέλευσης ( περί, παρά, υπέρ, κτλ.) ακαθόριστες στην αλβ. πèρ, πέρ.

      Η πρόθεση πάρα (παρά) συναντάται κατά την ελληνική συνήθεια στο σύνθετο της αλβ. παρα-λjάμι, η αποβολή, από πάρα, και το ρήμα λjέιje, γεννώ, μετ. λjέμe, κτλ.] στο παρα-πίκjεμe, σαπίζω ( για τα φρούτα ), από πjέκe=πέπτω, και σε κάποιες άλλες λέξεις.

(24) Πιθανόν την ίδια καταγωγή έχει και το ρήμα της τοσκ. eμbί-je, ή ’μπίν’ γκ., ναρκώνω, τα δόντια, τον αγκώνα, κτλ. Όμως και αυτό μπορεί να έχει σχέση με το παίω, εμπαίω, αλβ. bίε, βαρώ.

(25) Εγγjίς, -ίτ, πιστεύω πως είναι διαφορετικό από το σκοδρ. νjι-ι, ενώνω, το οποίο φαίνεται πως προήλθε από την αντωνυμία νjί, ένας.

(26) Μπορεί να ονομάζεται στέλεχος ( stamme ) η ρίζα ( wurzel ) που έχει ήδη δεχτεί μια παραγωγική κατάληξη, η οποία παραμένει ακόμα κι αν χάνεται η κατάληξη στην κλίση βλ. Schl. σελ. 288, κι επομένως ονομάζεται παρ. κατάληξη που αναπτύσσεται με την ρίζα.

(27) Ο Curtiusεπαναλαμβάνει από αυτό και ορισμένες μετατροπές των νεοελληνικών ρημάτων όπως κλαίγω, αντί για κλαίω, πεινάγω αντί για πεινάω κτλ.

(28) Άλλα πολλά παραδείγματα του ι στον ενεστώτα προσφέρουν οι διάφορες αιολικές διάλεκτοι, κυρίως η κρητική : βλ. το αναφερθέν άρθρο του Zeitschr. B. XII. H. 3. σελ. 221 και συν.: πχ. ορκίω, κοσμίω, λειψίω, τραψίω, πολεμίω, και παρόμοια. Στον κοινό λόγο εσθίω = έσθω.

(29) Η κατάληξη ιje, επισημαίνεται λανθασμένα από τον Hahn με ιγ για το πρώτο πρόσωπο της οριστικής του ενεστώτα δίνοντας στο γ την νεοελληνική προφορά του όμοια με το j ( βλ. S 8, και τον ίδιο τον Hh. Gramm. σελ.2-3 ) : με τον ίδιο τρόπο στις προθέσεις της γενικής όπως ατίιγ=ατίje, το οποίο καταγράφεται από τον  DaLecce ως atii, και σε ορισμένα ουσιαστικά, πχ. μούαιγ = μούαιje, ή μούαje αλβ. σικ. από όπου το παράγωγο μούαισςμe, ή μούαjισςμe ( στον Hahnμούαιjσςμ ) ο μηνιαίος. Σωστά παρατηρεί ο Bopp (op. c. σελ. 8-9) την ταύτιση αυτού του γ του Hahn με το j, το οποίο μετατρέπεται εύκολα, ιδίως στην ΒΔ διάλεκτο των Γκέγκων σε i. Ο ίδιος ο Hahn γράφει ιjeστους παρατατικούς, και στο τρίτο πρόσωπο του ενεστώτα στην υποτακτική, έτσι ώστε φαίνεται να έχει υιοθετήσει το ιγ στο πρώτο πρ. του εν. της οριστικής. Όμως για λόγους και προφοράς αλλά και φιλολογικούς προτιμάται να γράφεται ιje, και όχι ιγ, ή ιj’.

(30) Ομοίως ο Bopp(op. c. σελ. 16, και σημ. 32, σελ. 71, και αλλού) αναγνωρίζει στο αλβ. ιje, je, και ι, το ja, ή aya, aja της δέκατης κατηγορίας των ρημάτων της σανσκριτικής, όπως αυτός διδάσκει. – Όμως η κατηγορία ιj μπορεί να αποτελεί μια απλή επέκταση του j ( βλ. Schl. 581 ).

(31) Με το ρήμα της ελλ. ποι-έ-ω = *ποέ-j-ω, σχετίζονται περισσότερο οι σχηματισμοί bό-ι, divr.= bό-ιje, και bά-ι σκοδρ.= bά-ιje. Το ιταλ. αλβ. bού-νje ( βλ. S51 ) το οποίο σχετίζεται από τον Bopp με το σανσκριτικό bhu (φύω), με αιτιολογική έννοια bhu-ja-mi, κάνω να είναι, μπορεί να θεωρηθεί ως μια απλή μετατροπή προφοράς της τοσκ. ή bή-ιje ( η=ου, βλ. S34 ) bè-ιje, ή φυσικά από το bο = πο που έγινε bου.

(32) Με το κjιλόιje πιθανόν να σχετίζεται το ουσιαστικό κjeλίμe, η πρόληψη, η προσοχή, ο κατάλληλη φράση για καταφέρνω κτλ., cf. κυρίως κτλ.

(33) Αν και στο έλ-κ-ω, και στο αλβ. χέλκe μπορεί να θεωρηθεί ως παρ. κατάληξη το κ, συγκρίνοντας το με το έλ-ω.

(34) Το ρήμα bριτάσe έχει γίνει εξαιτίας της μετάθεσης και bερτάσe, και εξαιτίας της αφομοίωσης του τ, βeρράσe προφέροντας β αντί για b. Τέλος δεν ξέρω αν με την αναίρεση του ρ, και με το κ στη θέση του τ, μπορούμε να διακρίνουμε το ρήμα βικάσe (βρυκάο-μια κτλ.) HahnDizion., εφόσον αυτή η μορφή (βικάσe) θα πρέπει καλύτερα να σχετίζεται με το βύ-ω, βυκά-ν-η, βυκα-να-ω, cf. λατ. bucina.

(35) Μίρος, -σe, μερικοί το χρησιμοποιούν με την ίδια έννοια που έχει και το ελλ. μυρό-ω] επομένως τè μιρόσμιτ αλβ. σικ., σημαίνει το χρίσμα, το μύρωμα, και έπειτα από παραποίηση τα μαρόσμι : μιρ-όιje, -όνje, που σημαίνει καλυτερεύω κτλ.

(36) Αυτά μπορεί να προκύψουν λόγω παραποίησης όπως το τοσκ. και το ιταλ. αλβ. πjανέψe, εξαπατώ, αντί για πλανές, -σe (αλβ. σικ.) ] στο μέσο πλανέσεμe, γυρίζω τα μυαλά.

(37) Επομένως λιψία, η έλλειψη, λjίψιμe, ο εκλιπών, και ο αναγκαίος: για την οποία τελευταία σημασία οι Σκοδριανοί χρησιμοποιούν το nevoishme, με ουσιαστικό το nevoia, ο απαραίτητος, η ανάγκη, από το σερβικό nevolja, η έλλειψη, η ανάγκη, στην αλβ. χρία = χρεία ελλ.] eμπeχία id., cf. αμφήκης.

(38) Ο Bopp, op. c. p. 67 n. 24, αμφιβάλει για το αν ακόμα και στο πρές κόβω, το σ είναι ριζικό, φέρνοντας στο νου του την σανσκριτική ρίζα kars: όμως μου φαίνεται πως το πρές θα πρέπει να σχετίζεται με το πρί-ω] αν και κούαρρe, κόρρe πρέπει να σχετίζεται με το kars, ελλ. κείρ-ω = κέρσ-ω.

(39) Ο Reinhold όμως καταγράφει με αυτές τις σημασίες τα πικελόιje, cf. ποκίλλω.

(40) Υπάρχει ακόμα το ζοτό-ιje με την έννοια του ‘’μπαίνω εγγυητής’’, υπόσχομαι, όπου ζοτούμειjα γκ., η υπόσχεση, από την μετοχή : έπειτα αυτή η έννοια μου φαίνεται παρεμφερές με την φράση dάλje ζοτ, για εγγυούμαι, και προστατεύω.

(41) Το ουσιαστικό τούρπ-ι, ή τρούπ-ι, το ανθρώπινο πτώμα, και η σωματική κατασκευή (στάτι ή σςτάτι), φαίνεται να σχετίζεται με τη λέξη τρόπος, τρέπω, αποτρόπαιος.

(42) Έτσι για παράδειγμα το λατ. odi, odisse παράγει το ιταλ. οdiare, tremo, is, ere, το ιταλικό tremare ] από το αρχ. ελλ. τίθημι γίνεται το σύγχρονο τίθω, από το δίδωμι, δίδω κτλ.: στην σικελική μπερδεύονται τα ιταλικά ρήματα της δεύτερης συζ. σε ere με εκείνα της τρίτης σε ire.

(43) Το λατινικό capio, παίρνω, κατά τον Curt. I. 111, πρέπει να σχετίζεται με τη ρίζα καπ, όπου κώπη, η λαβή, το σκεύος με λαβή, το κουπί. Σε αυτή τη ρίζααπαντά το αλβ. ρήμα κάπe, πιάνω] και ίσως το ουσιαστικό κοπέε, το κοπάδι ζώων, και κατά επέκταση, όπως στην ιταλική unamanodiuomini,  για την απόδοση της λέξης τσούρμο.

(44) Σχετικά με το πιπινje = πeπέσe, ή πιπέσe, υπενθυμίζω το ουσιαστικό πίπ-ι, ή πίππ-ι (αλβ. καλαβρ.) για την απόδοση της λέξης γαλόπουλο, cf. ελλ. πίππος, το πουλάκι, πιπ-ώ, -ούς, είδος πτηνού κτλ.

(45) Αν δεχτούμε το κ στη θέση του σ, όπως συμβαίνει στην σανσκριτική με το k με το ç, s, θα ήταν στίσe = κτίσω, και με την ευκαιρία θα συγκρίνονταν μεταξύ τους το σςτίελe, και ctiel, ( DaLecce). – Με τη ρίζα στα πιστεύω πως σχετίζεται και το σςτόνje, προσθέτω, επιθέτω.

(46) Κοινό σςόσςe όμοιο με το ουσιαστικό που σημαίνει η σήτα, το οποίο λέγεται και σέτ-α, ή σίτ-α, ή το κόσκινο, cf. σητά-νειος.

(47) Κατά τον Leacke, Xylander, και άλλους επίσης το να ή νjα ( που σημαίνει jα ) : βλ. Xyl. op. c. p. 47] και βλ. παραπάνω S 142.

(48) Dισςιρόιje, ή deσςιρόιje, φαίνεται να προκύπτει από το dάσςουρ μετ. του dούα, θέλω, cf. και επιθυμώ κτλ.

(49) Βλ. στον Zeitschr. furvergl. Sprachforsch. κτλ. Αd. K. Berlin 1863. Band XII. Drittes Heft, έναάρθροτου Schweizer-Sidler πάνωσεκάποιοφυλλάδιοτουκαθηγητή Leon Fafel : Filadelf. & New-York 1860.                   

(50) Βλ. το αναφερθέν άρθρο Deinscript. Cret. κτλ. σελ. 215, καθώς και Ahrensdial. eol.

(51) Ο Curtius ( στην σημείωση του έργου Ι. σελ. 52 ) αναφέρει μια άποψη παρμένη από τον Zeitschr. (VI.94) σύμφωνα με την οποία το κ των παρακειμένων της ελληνικής θεωρείται όμοιο ή παράγωγο του v (=β) που συναντάται σε ορισμένους σχηματισμούς παρακειμένων της λιθουανικής. Εκείνος όμως λέει ότι δεν θα δεχόταν μια τέτοια άποψη δίχως κάποια μαρτυρία εναλλαγής μεταξύ v, και κ. Ή μήπως δεν θα μπορούσε αυτό το γεγονός να διαφωτίσει την ηχηρότητα των παρακ. της ελληνικής σε φα κτλ., και κατά συνέπεια εκείνων της αλβανικής σε βα ;

(52) Με το όπ-ω-πα, *όπ-τομαι, όψομαι κτλ. σχετίζεται η σανσκριτική ρίζα ak, το μάτι, λατ. oc-ulu-s, και το ελλ. ουσιαστικό όσσε = *όκjε, με το όσσομαι = *όκjομαι ( βλ. Curt. II.51.). Είναι εύκολο να ανάγουμε το pa σε ak = kaλόγω της εναλλαγής ανάμεσα σε p και k( βλ. S 59, 62-3 ), όπως στο ελληνικό όπ = ak, με την μετάθεση του σύμφωνου, που συνηθίζεται στις ρίζες της σανσκριτικής. Αν θέλαμε να δώσουμε στο αλβ. πα μια προέλευση λιγότερο απόμακρη θα μπορούσε να δικαιολογηθεί με μια αφαίρεση του ο από το οπά-ω = πά-ω, όπωπα. Είναι αλήθεια πως υπάρχει η σανσκριτική ρίζα pash, βλέπω (Bopp. op. c. p. 72. n. 35.), αλλά η αλβανική εμφανίζεται ως καθαρή ρίζα, ή δίχως τελικό σύμφωνο.

(53) Όσο για την παρ. κατάληξη σς βλ. και Βοppop. c. p. 14, 17, και αλλού. Όμως δεν θα πρέπει να συγχέεται αυτή η παρ. κατ. με την κατάληξη σςα από σς της ρίζας ορισμένων ρημάτων όπως βέσςe, ντύνω, βέσς-α, έντυσα.

(54) το πάτα ανήκει στην γκ. διάλεκτο την κεντρική βλ. HahnII, σελ 146. στοίχος 3. ’σ πάτα πάμ, δεν είχα δει : και πρόκειται για τον γνήσιο σχηματισμό αυτού του χρόνου.

(55) Υπάρχουν παραδείγματα της μετοχικής παρ. κατάληξης μe : τς’ι κάμ bάμe ούνε ι μjέρι] ‘’τι του έχω κάνει  ο κακομοίρης ;’’ Dό τe να πύσιν, έ dό τe να θόνε – κjύσς κέε σςκούμe με dυλbέρι, ‘’Θα σε ρωτάνε και θα σου λένε πως τα πέρασες με τον φίλο σου;’’- Dυλbέρι, είναι τούρκικη λέξη και σημαίνει ο εραστής – ( Hh. ΙΙ. σελ. 145.): ε γjέττα πά λjάμe, τη βρήκα άπλυτη, ( ib. σελ. 141.). Σχετικά με τις αλβ. φράσεις, οι οποίες είναι παρμένες από τραγούδια που κατέγραψε ο HahnII. σελ.132, ο Ascoli, St. Crit. σελ. 98, κάνει κάποιες παρατηρήσεις πάνω στη λέξη γράμe, ο στοίχος είναι ‘’ σύ-ζέζeέ βέτουλeγράμe,- βάνeμέντe εμία, βάνe,’’ Μαυρομάτα, και τα βλέφαρα βαμμένα – εκεί είναι το μυαλό μου, είναι εκεί.

(56) Ως επιβεβαίωση στην αναλογία που υποστήριξα μεταξύ των μετοχών της αλβ. σε ουν = ουρ, και εκείνες της ελληνικής σε ν, θα ήθελα να αναφέρω την ελλ.- αλβ. λέξη μέλλουρ (-e ), το πεπρωμένο, ή αυτό που πρέπει να γίνει, = το μέλλον ( Rh. σελ. 36.)

(57) Θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε με την ευκαιρία, πως η κατάληξη κα των ενεργ. παρακ., στην νεοελληνική είναι προσαρμοσμένη και στους παθ. αόρ., όπως εσκοτώθη-κα] επιάσθη-κα] εγεννήθη-κα κτλ. χάρη σε ένα γραμματικό λάθος αντίθετο από εκείνο που θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει στις μετοχές της αλβανικής σε ν = ρ. Αλλά για τις μετοχές που μόλις αναφέραμε δεν υπάρχει λόγος για τέτοιες υποθέσεις.

(58) Επίσης, ακόμα και στην κεντρική διάλεκτο των Γκέγκων χρησιμοποιείται κάποια  μετοχή σε ρe όπως στα ποιήματα του Necinbeyτα οποία κατέγραψε ο Hahn ΙΙ. σελ. 143-7. Εκεί για παράδειγμα στη σελ. 146, στο στοίχο 5, διαβάζουμε εδέ νd’ ανdeρ τeκάμ πάρe, ‘’ακόμα και στο όνειρο σε έχω δει’’.- Είναι λυπηρό το γεγονός ότι αυτά τα τραγούδια αυτού του χαρισματικού ποιητή έχουν γραφτεί περισσότερο με τουρκικές λέξεις, παρμένες από τους ομόθρησκούς του, παρά με αλβανικές.

       Μια άλλη μετοχή σε ρ, υπάρχει στη σελ. 147, σε ένα τραγούδι των Γκέγκων, όπου λέει κλείνοντας : κjάνι ώ σύτe εμί κjάνι – σέιj τejένι πά βερbούαρ : ‘’κλάψτε ματάκια μου, κλάψτε, μέχρι να τυφλωθείτε’’] από το ρήμα βερbόιje, cf. ι βέρbeρ, ο τυφλός.

(59) Κατά τον P. DaLecceκάγγεσσι, ανάλογα με το ουσιαστικό κάγκe, ή κήγγe, γκ. και κάνeκ-α, το τραγούδι, με το οποίο συγγενεύει και το ιταλ.- αλβ.  καγγjέλε, χορός με τραγούδι,  cf. καναχ-ή, -έω, που πιθανόν σχετίζονται με τη ρίζα can του cano, και canto.

(60) Το ρήμα σςελbό-ιje στον Hahnσςελλbό-ιje, ελευθερώνω, ή σώζω, είναι συγγενικό με το λατ. salvo, και με το servo, τα οποία σχετίζονται με το sarvasomnis, σανσκριτικό salvus λατ., cf. ούλος, ολοός ελλ. και όλβος όλβιος ( βλ. Curt. Ι. 339 ) αντί για *σόλβ-ιος. Πιθανόν σχετίζονται με την ίδια ρίζα τα sarv και servioλατ., και servus, με το αλβ. σςερbέιje.

(61) Παραδείγματα για τις διάφορες τροποποιήσεις της λεγόμενης κατάληξης της μετοχής του ενεστώτα μπορούμε να βρούμε στα αναφερθέντα φυλλάδια σε σκοδριανή διάλεκτο, όπως στο ViadelPar. p. 18, 37, 22.] στην D. Cr. p. 23, 27, 101, κτλ., όπου έχω βγάλει τους σχηματισμούς που αναφέραμε παραπάνω.

       Ο P. DaLecce αλλάζει κατά κανόνα στο σχηματισμό των μετ. του ενεστώτα την κατάληξη un, ή uem ( των παθ. μετοχών, ή των απαρεμφάτων όπως τα ονομάζει ο ίδιος ) σε esiδηλαδή εσι (σελ. 192), αλλά ο ίδιος αποδεικνύει πως είναι εσφαλμένη στο byesi μετ. εν. του bye που έχει τον αόρ. raam( σελ. 139 ).

(62) Αυτός σχετίζει το αλβ. θάτeμε το σανσκριτικό sthitas = statas ( ελλ. στατός ) όπου sthiràs, που σημαίνει ο άκαμπτος, ο σταθερός. Σε άλλη περίπτωση μου φαίνεται πως θα πρέπει το θάτe να σχετισθεί με το ελλ. δασύς, (βλ. S 82) με το οποίο μοιάζει περισσότερο. Το θ της αλβανικής θα έμπαινε στη θέση του αρχικού δ, όπως κανονικά μπαίνει το ελλ. θ αντί του σανσκριτικού dh, cf. ann. (B) 126. Επιπλέον το θάτe, με το ρήμα θά-ιjε, σκληραίνω, ξεραίνω, κτλ. θα μπορούσε να σχετίζεται με το θέρe (=θα-ιje), ή θέ-κe, ξαναζεσταίνω, αποξηραίνω. – Να υπάρχει σχέση ανάμεσα στο ρήμα θέκe, και το ουσιαστικό θέκe (-α), το κρόσσι, και θέκeρ-α, η σίκαλη, και η ζωοτροφή, λόγω ομοιότητας ; Υπάρχει και θέκα, η αρτηρία ή οι κεντρικές φλέβες (θήκη ;).

(63) Cf. ουραν-ός : υπάρχει και βρενία, το σύννεφο (ιταλ.-αλβ.). Ίσως θα μπορούσε να υπάρχει σχέση μεταξύ αυτών των λέξεων και του ρήματος ραίνω, ράναι = βράναι αιολικό, αν και αβέβαιης παράδοσης ( βλ. Curt. II 315.). Σχετικά με το βράνe, βρανόιje, και με τις συγγενικές λέξεις, παραθέτει τις απόψεις του ο Hahn Ι. σελ. 249.

(64) Ο Hahnσχετίζει αυτή τη λέξη με το κέρας, τος, λόγω αναλογίας με την καμπυλότητα : κερρού-τeστο Diz. εξηγείται ως ζώο με κέρατα, και για το επίθ. φαλακρός. Το κέρατο όμως στα αλβανικά είναι bρί, το οποίο ως σύμβολο δύναμης για τους αρχαίους μπορεί να σχετίζεται με το γραμματικό μόριο βρι, και με το βρί-θω, βρι-άω. Νομίζω πως κουρρούσe, και τα παράγωγα του, θα μπορούσε επίσης να σχετίζεται με το κυρτός, -όω, με ρτ=ρρ. (βλ. S 110. 215) : αν και το επίθ. κερρούτe = κερατά-ς, κερατία-ς, πρέπει σίγουρα να σχετίζεται με το κέρα-ς. Ο Reinhold στη θέση του κeρούσe, έχει κρούς συγκεκομμένο.

(66) Σε αυτό επίσης ανάγεται το ουρούαρ-ι, η εστιακή πέτρα, ( βλ. Hh. Σελ 154 και Diz.) : σί έσςκα με ουρούαρe,, σαν το δαδί με την εστιακή πέτρα,, σαν το σκύλο με τη γάτα.,,

(67) Είναι γνωστό πως πολλά ονόματα των ηπειρωτικών ή πελασγικών φυλών της Ελλάδος κατέληγαν σε αν-ες, Αθαμάνες, Καδμάνες, Καμμάνες, Ακαρνάνες, Δυμάνες, Αζάνες, και άλλα.

(68) Τέτοια είναι μεταξύ των άλλων : θjέρρe, η φακή, όμοιο με θέρ-μ-ος, το λουπίνο, ή με το θύαρ-ος, το ζιζάνιο] bάθe η φάβα (αλβ. σικ.), και λουπίνο (Hahn), και φάβ-α αντί για μπιζέλι (id.), το οποίο λέγεται και μόδουλ-α, και ρύλ-α, ενώ μόδ-α σημαίνει ζιζάνιο (id.), διαφορετικά από το ελλ. μόδ-ο-ς, ο κισσός, η κουπερνιά. Ωστόσο ρίλ-κου αλβ. σικ. σημαίνει η ρίζα, το ραπάνι, που θα μπορούσε να σχετίζεται με το ράπυ-ς, βάζοντας το λ, και με το κ = π πρώτα *ρίκυ-ς, έπειτα ρίλ-κ-e.

(69) μότeμπορεί να σημαίνει και ο χρόνος, όπως στην νεοελλ. χρόνος : (Hh. II. 147.) dύ χέρeνeμότe,,δύο φορές το χρόνο.,,

(70) Άξιο αναφοράς νομίζω πως είναι το ιταλ.-αλβ. αργόμ-α, το χωράφι που είναι έτοιμο για να δεχτεί τον σπόρο, λόγω της σχέσης του με το αρχαίο άργος = αγρός, καθώς και με το αργάτι = εργάτης.

(71) Αυτή τν έννοια έχει επίσης και το σειρά, σειρή ιων.

(72) Στην αλβ. σικ. εισάγεται από μερικούς το λ, σιβjέ-λ-μe, βjέ-λ-μ.

(73) Από κjέλκje, το γυαλί, το ποτήρι, κήλυξ : και βίτρe σημαίνει το γυαλί (αλβ. σικ.)

(74) Από περ-πjέκe, συναντώ, πετυχαίνω κάποιον.

(75) Το επίθ. πουσςτούοσςμeγκ. το οποίο δεν καταγράφεται από τον Hahn έχει παρόλα αυτά ολοφάνερη σχέση με το ρήμα πουσςτόιje (Hh.Diz.), κατακτώ, κυριαρχώ, (κρατώ), πουσςτ-έτι, -ίμι, η κατάκτηση, κτλ. Αυτός μπερδεύει το πουσςτόιje με το πουσςτρόιje = πeσςτρόνje, καλύπτω, αγκαλιάζω, και όμοια : είναι ολοφάνερο = επι-στρώννυμι (βλ. S34, 35)] όμως πουσςτόιje πρέει πιθανόν να σχετισθεί με το επί-στάω ( ή apotestasκτλ ; )] υπενθυμίζω ακόμα το αλβ. σςτόιje, προσθέτω.

(76) τςè μeβένι ’νd’αί στάνe] ,, γιατί πάτε σε αυτή τη στάνη ;,,

(77) Θα πρέπει να σχετίζεται και το ουσιαστικό κοπάτς-e, oκορμός, το κλαδί του δέντρου : το τελικό τς είναι μια παραλλαγή του τ.

(78) Cf. dούαιje, είμαι οφειλέτης (Hh.), γαλλ. dois, λατ. debeo.

(79) Αλλά με την έννοια του χαριτωμένος λέγεται περισσότερο ι χjέσςμe, ιταλ.- αλβ., cf. ann.(B) 95.

(80) Cf. το ρήμα λjειμονίς, = ελεημονώ, έω, και το ουσιαστικό λjειμοσίνe, λέξεις με τις οποίες θα πρέπει να σχετίζεται η επιφώνηση αιλιμανώ! και αλλιμανώ! Στην νεοελλ. αλλοίμονο !

(81) Στην ιταλ.- αλβ. λέγεται ρeσςέκ-ου, πλ. ρeσςίκjε-τe, cf. ρώξ, αλβ. ρούσς-e, η ρώγα, γιατί απευθύνεται κυρίως στο κρασί (;).

(82) Το ρήμα me-mifune, από το παράγωγο mifetar, sartor, ο ράπτης, για το οποίο ο Boppl. c. δεν προσθέτει κάτι άλλο, θα μπορούσε να δηλώνει το ράψιμο. Καθώς δεν έχω μπροστά μου τον Bianchi ώστε να είμαι σίγουρος για την αντίληψη του θα παρατηρήσω πως στην Gramm. του D. L. σελ. 66, εντοπίζεται το me-miffune με την έννοια του σκαλίζω] επομένως θα μπορούσαμε να λάβουμε υπόψη το sartor του Bianchi, ως παράγωγο από το λατ.  sarrio, ξεχορταριάζω, το οποίο δηλώνει την ίδια ενέργεια με το σκαλίζω, τσαπίζω. Η αναλογία του ρήματος mif-inj (D. L.) με αυτή την έννοια μπορεί να αναζητηθεί στην ελλ. λέξη σμήχω ριζικό σμά-ω, σμέ-ω, τρίβω, καθαρίζω κτλ., δίχως το σ (cf. μάομαι)] ή στο μάσσω = *μάκjω ( Curt. I. 289 ), που σημαίνει και εξαπατώ κτλ., με το φ το γκέγκο αντί του χ ( βλ. S 60 και συνέχεια ), όπου μίφe, -ινje θα ήταν = μίχ-e, -ινje, θρυμματίζω το χώμα κτλ. όπως κάνει αυτός που σκαλίζει, ή τσαπίζει. – Στην ελληνική λέξη σμήχω, ξω, όμως πλησιάζει περισσότερο η αλβ. σικ. σμέξεμe, καταναλώνομαι, γίνομαι μικροσκοπικός, από φόβο, πόνο κτλ. με το ενεργ. σμέξe, το οποίο έχει ανάλογες σημασίες.

(83)  OBopp ( op. c. n. 65.) σχετίζει το αλβ. ρήμα ’νdjέκ-e, με το διώκ-ω, ρίζα aku-s = asu-s σανσκριτικό = ωκύ-ς ελλ.] εδώ θα σημειώσω πως στο δι-ώκ-ω μπορεί κανείς να εντοπίσει την πρόθεση διά, ή ένα δ που αναπτύσσεται από το j, cf. ιώκ-ω : στην αλβ. ομοίως dι, ή dj μπορεί να θεωρηθεί προθετικό ( βλ. S 118.) ή και εξελισσόμενο από την πρόθεση νe = νde, όπου ’νdιέκ-e = διώκ-ω, ή ’νdjέκe = νιέκ-e ( εν-ιώκω ) όπως στο σκοδρ. ( βλ. S 94.).

(84) τερνί-α (σκοδρ.), ίσως αρχικά ήταν τενe-ρία από τη ρίζα τεν, τιν : υπενθυμίζω το επίρρ. τίνες (βλ. SS 246-7.) σανσκριτική ρίζα tam.

(85) Η λέξη λjεχόνα, όπου λjεχονία, από ορισμένους ερμηνεύεται ως μαία, αλλά η πιο κατάλληλη σημασία είναι η λεχώνα, που είναι και αυτή που δίνει ο Hahn, και που ανταποκρίνεται στην ελληνική λεχώ (cf. n. 10). Aν δεχτούμε ως σωστή αυτή την ερμηνεία ως μαία θα μπορούσε η λέξη να επεκταθεί με μια σημασία όχι και τόσο παράξενη, balia(παραμάνα) λέγεται η μαία, και εκείνη που βυζαίνει το μωρό.

(86) Στην γλώσσα των Γκέγκων επίσης βάρζα, με ένα παρενθετικό ρ. – Βάσς-α, το οποίο σχετίζεται με το σανσκριτικό vaksh, = ελλ. αυξ, αυξ-αν-ω, θα αντιστοιχούσε στο adolescens, απευθυνόμενο στις γυναίκες. Αν ο ριζικός σχηματισμός δεν ήταν βάσς-α, (-ια), αλλά βάι-ζ-α, θα μπορούσε να πάει ο νους μας στο παί-ς (π=β), παι-δ-ός] και είναι πολύ πιθανό το ζ του βάι-ζ-α ( το οποίο προκύπτει από το δ, ή όπως αυτό από το j ) να έγινε έπειτα σς: βλ. SS104, και συνέχεια, 118. Ορισμένοι σχετίζουν το βάιζα με το αιζηός.

(87) Τα ουσιαστικά που τελειώνουν έτσι (ή με την παρ. κατ. ες) είναι γενικά θηλυκού γένους, αλλά σε ορισμένα υπάρχουν και εξαιρέσεις : πχ. στο ουσιαστικό σςeρbέσe, το πράγμα, η υπόθεση, η υπηρεσία, παράγωγο του ρήματος σςeρbέ-νje, -ιje, υπηρετώ, δουλεύω, εργάζομαι, cf. λατ. servio, στον ενικό αφού στον πληθυντικό είναι πάντα γένους θηλ.] επίσης κουιd-έσ-ι, -έσσ-ι, η στοργή, η έγνοια, είναι αρσενικό, και ίσως και κάποιο άλλο.

(88) Σχετικά με αυτή τη λέξη θα υπενθυμίσω πως υπάρχει και παντέχe = ελλ. ελπίζω, προσμένω, στην νεοελλ. απαντέχω (Rad?)

(89) Το επίθ. ι bούκουρe, ο ωραίος, είναι το ίδιο με το λατινικό pulcher, με αναίρεση του l, όπως στο χέκje = χέλκje, στο ούκου = ούλκου. Στο bούικου, ο χωριάτης, και ο γεωργός κατά επέκταση, μπορεί κανείς να εντοπίσει το λ να μετατρέπεται σε ι, cf. bubulcus, ή να αναπτύσσεται από ου = ω από το δωρ. βώκος = βούκος.

(90) Το ουσιαστικό, ίδιας κατάληξης, πενάκ-e (ελλ.αλβ.) ο καυχησιάρης, σχετίζεται με το επαινώ, ή με το φενάκη, φέναξ ;

(91) Τα επίθετα σε νικ βγαίνουν κυρίως από την γκ. σκοδρ. και νομίζω περισσότερο από την σερβική, η οποία χαρακτηρίζεται από αυτή την κατάληξη. Η παρ. κατ. ικ είναι όμως συχνή στην ελληνική : με την ευκαιρία αυτή θα υπενθυμίσω την λέξη πογανίκα που αναφέρεται από τον HahnΙ. σελ. 149, για την οποία όμως ο ίδιος παραδέχεται πως δεν γνωρίζει την ετυμολογία. Οι ηπειρώτες ονομάζουν έτσι μια οικεία γιορτή που λαμβάνει χώρα λίγες μέρες μετά την γέννηση του μωρού, και τα δώρα που κάνουν οι συγγενείς σε αυτή τη γιορτή. Η λέξη αυτή αποσαφηνίζεται από το πολύτιμο ελληνικό περιοδικό Φιλίστωρ ( Αθήνα 1862. Τ. ΙΙΙ. τεύχος 3, σελ. 219 ) σε μια σημείωση για τις ελλ.- μακεδονικές λέξεις της σύγχρονης γλώσσας, από ’πογονίκια νεοελλ. παράγωγο του απόγονος.

(92) Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε πως υπάρχει στην σερβική μια λέξη όμοια με την αλβανική, δηλαδή ‘’ubog’’] όπως για την απόδοση του αντίθετου, δηλαδή πλούσιος, έχουμε bugat στην αλβ. = bogat στην σερβική, από όπου προήλθε.

(93) Μου φαίνεται δύσκολο να σχετισθεί το πλάκ, με το σανσκριτικό gar και garant, = γεροντ, όπως θαήθελε ο Bopp. Αξίζει να υπενθυμίσουμε την διαβεβαίωση του Στράβωνα ( fragm. Palat. Vatic. T.I. p. 274 edit. Firmin. Didot) πως οι Μολοσσοί ( Ηπειρώτες ) έλεγαν πέλιον και πελάκον ‘’ο γέρος’’ = πeλάκουν στην σύγχρονη αλβανική.

(94) Μπορεί να πάει ο νους επίσης στο πετ, καθώς το πέτ-κου χρησιμοποιείται κυρίως για τα υφάσματα, και άλλα ελαφρά πράγματα.

(95) HahnGram. σελ. 41 αναφέρεται σύντομα στα θηλυκά σε ζα.

(96) Ίσως το υποκοριστικό φι να σχετίζεται με τη ρίζα του φύ-ω κτλ., όπου θα είχε μια σημασία όμοια με εκείνη του νεοελλ. πουλο, α, πχ. η ξανθο-πούλα, βοσκο-πούλα, κτλ.

(97) Συναντάται επίσης συχνά το θ στη θέση του φ, ( βλ. S 60 )

(98) Σημειωτέο ότι μερικές φορές συναντάμε την παρ. κατ. την υποκοριστική ή χαϊδευτική και σε κάποια επιρρήματα, όπως σόντενιθ, αυτό το βράδυ, αντί για σόντε ( Παραδοσιακά ιταλό-αλβ. τραγούδια ) ] το κjιρίθι γκ. είναι επίσης επίρρημα όρθιος σαν λαμπάδα, από κjιρί-ου, η λαμπάδα (Hh.). Όμως, πράγμα το οποίο είναι παράξενο, κάποιοι θεωρούν ότι μπορούν να τα κολλήσουν στα πρόσωπα του ρήματος] το οποίο δεν φαίνεται να είναι καθιερωμένο από στη χρήση, ούτε αποδεκτό.

(99) Με την παρ. κατ. σςκe, φαίνεται να σχηματίζεται το αρούσςκ-α, η αρκούδα, από αρί-ου, ή αρρί-ου, cf. άρκτος : κα με εκείνη σε ζα, άρρeζ-α, ο αυχένας από άρρ-α, το καρύδι.

(100) Κατά τον P. DaLecce σελ. 192, από την μετοχή όλων των ρημάτων, που να καταλήγει σε εσ-ι στους χρόνους του παρόντος, όπως λίδ-εσ-ι, ο συνδέων, μπορεί να σχηματισθεί του ουδέτερο ουσιαστικό, σε εζ-e: πχ. λίδ-εζ-α, ο δεσμός, το δέσιμο. Όμως σε αυτούς τους σχηματισμούς κατά την άποψη μου, δεν θα μπορούσε να εντοπισθεί η υποκοριστική παρ. κατάληξη, αλλά μόνο η ενίσχυση του μετοχικού σ. Βλ. στον ίδιο τον D. L.

(101) Όμως και η σερβική λέξη θα μπορούσε να έχει σχέση με τις συγκεκριμένες ελληνικές, και να προκύπτει όπως και στην αλβανική.

(102) Αυτό το ουσιαστικό, το οποίο συναντήσαμε πολλές φορές, κάποιες φορές χάνει στα παράγωγα το τ, όπως στο βjέ-μe, πέρυσι, σιβjέμe φέτος, αλβ. σικ. σιμβjέλμe με το μ, εκτός από το λ, το οποίο εξετάζουμε στην σημείωση 72.

(103) Μπορούμε να διακρίνουμε την διαφορά μεταξύ ελλ. και λατ. η οποία συνίσταται στο ν=r, καθώς και στην γκ. με την τοσκ.

(104) Είναι ευκαιρία να συγκρίνουμε με το αλβ. τέτeτο αγγλικό et για το ted. acht.

(105) Η μέθοδος που χρησιμοποιείται στην αλβανική συναντάται επίσης και στις σλαβικές όπως στην βουλγάρικη (Schl. 402)] εννοείται με την πρόθεση της ίδιας σημασίας, αλλά διαφορετικού ήχου και σχηματισμού : jedinunadesete, έντεκα, (ib.)

(106) Κατά αναλογία με την σανσκριτική θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως το αλβ. ζέτe, ( ζάτe ) προκύπτει από το dι-δjέτe, *djέτe = *d-ζέτe, αλλά μια τέτοια υπόθεση θα ήταν αβάσιμη.                                                                    

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Friday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS