Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 12)

Share

                                                        XIII.

                           

                             Οι κλίσεις των ρημάτων, ή των ουσιαστικών.

 

      S 176. Η αλβανική, όπως η λατινική, και οι σύγχρονες γλώσσες της ίδιας οικογένειας, καθώς και η καθομιλουμένη ελληνική, έχει μόνο δύο αριθμούς, τον ενικό και τον πληθυντικό, τόσο για τα ουσιαστικά, όσο και για τα ρήματα. Θα πρέπει όμως να υπενθυμίσουμε πως ανάμεσα στις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους η αιολική δεν είχε αυτόν το δυισμό ] εκείνη δηλαδή που πλησίαζε τις δυτικές γλώσσες περισσότερο από όλες τις θράκο-πελασγικές γλώσσες (1).

      Οι πτώσεις των ουσιαστικών της αλβανικής είναι έξι, τρείς για τον ενικό, και τρεις για τον πληθυντικό, εκφράζοντας την ταυτότητα της αιτιατικής με την ονομαστική σε αυτό τον αριθμό : έτσι, όλοι μαζί, οι σχηματισμοί των πτώσεων είναι  έξι, τρείς για κάθε αριθμό. – Οι παρ. κατ., ή οι πτωτικές κατ. των ουσιαστικών στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από τις αντωνυμικές ρίζες, a, ja, sa, ta, τις οποίες έχουμε αναφέρει ξανά ] επομένως τα περισσότερα ουσιαστικά της σανσκριτικής καταλήγουν στον ευθύ λόγο σε as, και στη θέση του, στην ελληνική υπάρχουν οι καταλήξεις ας, ης, ος, α, η, ες ] όσο για τα ουσιαστικά δεν στερούνται παρ. κατάληξης, εκτός από την κατάληξη ς της ονομαστικής που μπαίνει στην γυμνή ρίζα, όπως συμβαίνει σε πολλά.- Η κατάληξη της σανσκριτικής m, ή am των ουδέτερων, ανήκει στην αιτιατική, όπου στη ελληνική οι καταλήξεις των ουδέτερων είναι σε ον, ( λατ. um )  και στην αιτιατική σε ον, ν, ή α αντί για am μετά από σύμφωνα (2).

 

      Εκείνη που πιστεύεται πως είναι η πρώτη ινδοευρωπαϊκή κλίση ( είναι ανάγκη να το επισημάνουμε ) συναντάται στις διάφορες γλώσσες της οικογένειας λίγο πολύ ατελής, ή διαστρεβλωμένη, όπως και στην σανσκριτική και την ελληνική ( βλ. Schl. 443 και συνέχεια ). Πράγματι η κατάληξη s που προορίζονταν πρώτα για τα θηλυκά και έπειτα εφαρμόστηκε στα αρσενικά αντί για ta, το οποίο εξαρχής ανήκε σε αυτά. Το ίδιο το s έπειτα έλειπε σε πολλά θηλυκά της σανσκριτικής, και στο μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών τα οποία καταλήγουν περισσότερο σε α, η. Ομοίως το s, που παρέμεινε από την αρχική κατάληξη as της δυικής ονομαστικής και αιτιατικής, χάθηκε στο δυικό της ελληνικής σε ε ] και αυτό το ε, έπειτα ενσωματώθηκε με τις ριζικές καταλήξεις που λήγουν σε φωνήεν όπως φαίνεται στο μένε-ε, μένη, κέρα-ε, κέρα κτλ. Το t των ουδέτερων ( βλ. id. 419, 484.) μόλις που επέζησε σε κάποιες αντωνυμίες της σανσκριτικής και της λατινικής, όπως ki-t = qui-d, quod ] ta-tινδ. = το ελλ. αντί *το-τα ] στα άλλα ουδέτερα αντικαθίσταται με το m, ελλ. ν, της αιτιατικής, όπως μόλις ανέφερα. Μετά από αυτές τις παρατηρήσεις, αντί να ασχοληθούμε κατευθείαν με τις κλίσεις της αλβανικής, καθώς γνωρίζουμε τον χαρακτήρα αυτής της γλώσσας, θα είναι τώρα εύκολο να υποθέσουμε, πως σε αυτή μπορούμε να συναντήσουμε μονάχα εν μέρει τις πιο αρχαίες κλίσεις, των οποίων τα ίχνη χάθηκαν στις υπόλοιπες σύγχρονες γλώσσες της ίδιας οικογένειας, αν εξαιρέσουμε την νεοελληνική.

      S 177. Το αλβανικό ιδίωμα ξεχνώντας παντελώς την κατάληξη σε ς στην ονομαστική (3), όχι μόνο στα θηλυκά ουσιαστικά, όπως κάνει η ελληνική, και η λατινική, αλλά ακόμα και στα αρσενικά, υιοθέτησε έπειτα την ίδια μέθοδο από την ιταλική. Αλλά θα πρέπει να επισημάνουμε πως αυτής της μεθόδου εντοπίζονται παραδείγματα στις αρχαίες γλώσσες, όχι μόνο στον πληθυντικό, και τον δυικός, αλλά και στα αρσενικά του ενικού τα οποία γενικά καταλήγουν σε ς. Επί την ευκαιρία θα αναφέρω τα ουσιαστικά της δωρικής σε τα, ιππότα, αντί για ιππότης, ( ιππότα Νέστωρ, Όμηρος ) και παρόμοια : και για την λατινική εκτός από τα αρσενικά σε α, όπως poeta = ποιητής, τα άλλα σε u, αντί για us, τα οποία χρησιμοποιούνται συχνά  από τον Έννιο, αλλά συναντώνται και σε αρχαίες επιγραφές. Τα οποία της ονομαστικής σε u, συμφωνούν απόλυτα με τα αλβανικά σε ου. Spernituroratorbonus, horridmilesamatur : έγραφε αυτός ο ποιητής, χρησιμοποιώντας πολλές άλλες καταλήξεις όμοιες με τα ουσιαστικά. Η ίδια κατάργηση γινόταν στα επιρρήματα : nonexjuremanumservatumsedmagiferro ] και στα ρήματα : ostendatnobissivivimu, sivemorimur (4). Αξίζει όμως να υπενθυμίσουμε, καθώς έχουμε επισημάνει και αλλού, πως για την κατάληξη σε ς στη ονομαστική συναντάμε ίχνη στην αλβανική, σε κάποιες αντωνυμίες, και ουσιαστικά : αλλά το ς μαλακώνει σε σς, ή μετατρέπεται σε ρ κατά την λακωνική μέθοδο. Όμως σε μερικά έχει διατηρηθεί το σ ως τμήμα της ρίζας, καθώς επισυνάπτονται οι συνηθισμένες παρ. καταλήξεις : πχ. λjαούσ-ι, = λαό-ς (λέγεται και λαό-ι) ] κοπόσ-ι (αλβ. σικ.) = κόπο-ς, με την έννοια της σκοτούρας, του πόνου ] θαρρόσ-ι, το θάρρος (5). Η κατάληξη a, ja, ajaτης ινδοευρωπαϊκής, στην ελληνική α, ή ο, η, εια κτλ., σπάνια συναντάται στη αλβανική υπό την μορφή α, για τα αρσενικά ουσιαστικά ] την συναντάμε όμως κανονικά στα θηλυκά, όπως α, ε, εια, ή εjα, και jα : στα αρσενικά έπειτα η συγκεκριμένη κατάληξη μετατρέπεται κατά κανόνα σε ι, πτώση του jα που χρησιμοποιείται στην ίδια την σανσκριτική ( Schl., Bopp, ll. cc.). Hίδια πτώση του αρχικού jα συναντάται ομοίως στην καθομιλουμένη ελληνική και στην κατάληξη των ονομάτων σε ι-ς αντί για ιο-ς, για παράδειγμα Διονύσι-ς, Δημή-τρι-ς, Κύρι-ς (βλ. Schl. σελ. 426.), τα οποία κατά αυτή τη μέθοδο συμφωνούν με την αλβανική κατάληξη εκτός από το τελικό ς. Το ίδιο φαινόμενο εντοπίζεται στην αρχαία λατινική, για παράδειγμα στις επιγραφές Iuliαντί για Iuli-us, Atiliαντί για Atili-us, κτλ. με τον ίδιο τρόπο όπως και στην αλβανική ( βλ. Galvani, op. c. σελ. 315 ). Στα υπόλοιπα αρσενικά ουσιαστικά της αλβανικής το α, ή το αρχ. as περιορίζεται σε ου, το οποίο ισοδυναμεί με το ελληνικό ο, ο-ς, και είναι όμοιο με το λατινικό u, us, το οποίο στην ιταλική ξαναέγινε ο εκτός από ορισμένες διαλέκτους όπου παρέμεινε u, όπως σε κάποιες της Σικελίας, και γενικότερα στις νησιωτικές διαλέκτους και σε εκείνες της Ν. Ιταλίας.

      Ωστόσο οι καταλήξεις της ονομαστικής στην αλβανική ι, ου, μερικές φορές α αρς.] α, jα, εjα, ε, θηλ. αντιστοιχούν αρκετά στις αρχικές ινδοευρωπαϊκές καταλήξεις] αλλά συμφωνούν ιδιαίτερα (εξαιρείται πάντα το ς) με τις ελληνικές των ονομάτων σε ι-ς (=ιο-ς), ο-ς=usλατ. για τα αρσ.] α, η (=e), εια για τα θηλυκά.

      S 178. Πως αυτοί είναι οι πλήρεις σχηματισμοί των αλβανικών ουσιαστικών στην ονομαστική δεν τίθεται θέμα, καθώς αυτό είναι γεγονός. Όμως οι περισσότεροι θεωρούν αυτές τις κλίσεις πιο πολύ άρθρα, παρά καταλήξεις της ονομαστικής. Ο ίδιος ο Bopp τις ονομάζει άρθρα, και ο Hahn κλίνει προς την ίδια άποψη που έχουν όλοι όσοι γενικότερα έχουν ασχοληθεί με αυτό το θέμα. Παρόλα αυτά δεν είμαι πεσμένος για το πόσο αυτή η άποψη είναι αληθές. Αφού αν το ι, και το ε, είναι πράγματι τα άρθρα της ονομαστικής στην αλβανική, για το αρσενικό, και για το θηλυκό ενικού βαθμού, δεν υπάρχουν όμως σαν αυτά ούτε το ου, ούτε το α ] και πολύ λιγότερο jα, ή εjα : επομένως δεν ξέρω για ποιόν λόγο πρέπει να ονομάζονται άρθρα στην κατάληξη των ουσιαστικών, ενώ θα ήταν ίσως πιο σωστό να πιστέψουμε πως σε αυτά βρίσκεται συρρικνωμένο το άρθρο. Πέρα από αυτό ι, και ε, ως άρθρα βρίσκονται μονάχα στην ονομαστική ενικού, εκεί όπου αυτές οι παρ. καταλήξεις παραμένουν ενωμένες με το οριστικό ουσιαστικό σε όλες τις πτώσεις, και δημιουργούν αναπόσπαστο μέρος αυτού όπως το ι, ο, α, με τα ουσιαστικά της ελληνικής ] και μάλιστα το ι παραμένει και σε κάποιες πτώσεις του αόριστου ουσιαστικού, στο οποίο δεν μπορεί να έχει θέση το άρθρο : έπειτα το ε στα αόριστα θηλυκού γένους, τα οποία ενισχύει, διατηρείται σταθερά σε όλες τις πτώσεις ] ενώ (αν και υπάρχει το άρθρο ε) αυτό το φωνήεν δεν υπήρξε ποτέ ως οριστική κατάληξη, αλλά μονάχα ως αόριστη, δηλαδή χωρίς άρθρο. Ούτε μου φαίνεται αρκετό για να εκλάβω ως απλά άρθρα τα φωνήεντα ή ως καταλήξεις των ουσιαστικών πλήρη σχηματισμού το γεγονός ότι αυτές έχουν την ιδιότητα του άρθρου να καθορίζουν το νόημα : εφόσον το ουσιαστικό στον συγκεκριμένο σχηματισμό, αν δεν κάνω λάθος, μπορεί να περιέχει την αποτελεσματικότητα σε μια γλώσσα, όπου είναι διπλή η κατάσταση, ή ο σχηματισμός των ουσιαστικών, πλήρης δηλαδή και ατελής, ή οριστικός και αόριστος. Αλλιώς, προσθέτω, δεν θα υπήρχε λόγος για τον οποίο η αλβανική να βάζει το προθεματικό άρθρο μπροστά από κάποια ουσιαστικά ακόμα και αν αυτά είναι οριστικά, και από τα επίθετα, αν οι καταλήξεις αυτών δεν ήταν άλλο από πραγματικά άρθρα.

      Και πως θα μπορούσε άλλωστε να θεωρηθεί άρθρο η κατάληξη ν όλων των αιτιατικών ενικού της οριστικής ; Το ίδιο μπορούμε να πούμε για την κατάληξη σς η οποία χαρακτηρίζει την γενική στον πληθ., που δεν έχει τίποτα από άρθρο. Έτσι αν φέρουμε ως παράδειγμα τα ουσιαστικά της αλβανικής, τα οποία είναι όμοια με τα ελληνικά, και βγαίνουν από αυτά, ή τα όμοια με τα λατινικά, όπως κονομία = οικονομία, νικοκjίρι = νοικοκύρι-ς, μίκου = a-micu-s, νομίζω πως δύσκολα θα μπορούσαν να θεωρηθούν απλά άρθρα το α, και το ι, ή το ου (u). Ίδια κατάσταση με αυτά της αλβανικής μας παραθέτει η ρουμάνικη, ή η μολδο-βλάχικη, στην οποία το ουσιαστικό που δεν έχει το άρθρο l χάνει και το τελικό u το οποίο ανήκε στο θέμα του, όπως το χάνει επίσης όταν το ουσιαστικό εισηγείται της δεικτικής αντωνυμίας : πχ. λέγεται grosslupαντί για lupu, εκεί όπου αν υπήρχε το άρθρο llupu-l ] omu-l, ο άντρας, omucela, homoille, αλλά celaom, illehomo ( AscoliStud. Crit. σελ. 54-55 ). Ωστόσο αυτό το u δεν είναι σίγουρα άρθρο αλλά τμήμα του ονομαστικού θέματος, όπως σωστά επισημαίνει ο Comparetti σε όσα γράφει στο έργο που μόλις αναφέραμε του Ascoli (6)] με το οποίο συμφωνούσε αυτός ο μορφωμένος φιλόλογος.  Κατά τον ίδιο τρόπο οι οριστικές καταλήξεις των ουσιαστικών της αλβανικής μου φαίνονται ακριβώς σαν ένα τμήμα του ονομαστικού θέματος. Ως στήριγμα σε αυτή την άποψη υπενθυμίζω το γεγονός της αρχαιότερης λατινικής γλώσσας, όπου, όπως αποκαλύπτουν τα μνημεία, συχνά παραλείπονταν οι πτωτικές καταλήξεις, κυρίως το s και το m, που επίσης αποτελούσαν μέρος της κλίσης των ουσιαστικών. Tέλος η ίδια η αλβανική γλώσσα, κατά την γνώμη μου, προσφέρει την καλύτερη απόδειξη για αυτή την άποψη, εφόσον δίνει παραδείγματα τέτοιου είδους αποκοπών στις κλίσεις ακόμα και των ρημάτων. Παρουσιάζεται πράγματι το πρώτο πρόσωπο του ενεστώτα να διατηρεί ολόκληρη την κατάληξη ιje(=ιγ) ή να την συρρικνώνει (βλ. S 140 και συνέχεια). Έτσι το τρίτο πρόσωπο του παρατατικού μπορεί να λήγει σε τε, να εμφανίζεται χωρίς αυτή την πτώση, και ορισμένοι παρατατικοί μπορεί να αφήνουν εξολοκλήρου τις κλίσεις και του πρώτου και του δεύτερου προσώπου του ενικού ( βλ. Hahn II, σελ. 71-2.).

      Ωστόσο νομίζω πως θα ήταν φρόνιμο να αξιολογήσουμε τις καταλήξεις των αλβ. ουσιαστικών, που ανέφερα παραπάνω, ως πραγματικές παρ. καταλήξεις των κλίσεων που σχετίζονται με το ουσιαστικό στον ευθύ λόγο στην πλήρη μορφή του, η οποία είναι η οριστική ] εκεί οπού στην ατελή μορφή, ή στην αόριστη κατάσταση, τα ουσιαστικά συρρικνώνονται κατά γενικό κανόνα στη ρίζα, και θυμίζουν μόνο στην ονομαστική την αρχ. παρ. κατάληξη a, ja, με το άηχο φωνήεν e, ή με την επιμήκυνση στο φωνήεν που θα προηγούταν της παρ. κατάληξης : πχ. ί, για τα ουσιαστικά σε ίου, ή ία ] ούαρ = ώρ, για εκείνα σε όρι. Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί για κάποιες άλλες καταλήξεις.

      S 179. Σε εκείνο που δεν μπορεί κανείς να διαφωνήσει είναι στο να αναγνωρίσει ότι τόσο τα άρθρα ι και ε, όσο και οι οριστικές καταλήξεις των ουσιαστικών, αντικαθιστούν, και προέρχονται από τις αρχικές ινδοευρωπαϊκές αντωνυμίες a, jaκτλ. που στην ελληνική έγιναν ό, ός, η, α, ή κτλ. (βλ. Schl. ll. cc.). Αλλά εκεί όπου ούτε στην σανσκριτική, ούτε στην λατινική, ούτε στην σλαβική αυτές οι αντωνυμίες, με τις συγγενικές τους sa, ta, δεν ενδίδουν στη λειτουργία των προθεματικών άρθρων, στην αλβανική, καθώς και στην ελληνική, αυτές γίνονται άρθρα, και χρησιμεύουν στο να σχηματίσουν τις κλιτές καταλήξεις των ονομαστικών θεμάτων. Και πράγματι φαίνεται αναμφισβήτητο πως οι καταλήξεις των ουσιαστικών της ελληνικής α-ς, α, η-ς, η, ε-ς, ο-ς, έχουν την ίδια προέλευση με της αλβανικής α, ι, ε, ου, από τις αναφερθείσες αντων. a, ja, που γίνεται και jije, e, i, κτλ. Από αυτές τις παρατηρήσεις προκύπτει, αν δεν κάνω λάθος, η ομοιότητα, σε μεγάλο βαθμό, της διαμόρφωσης μεταξύ των ελληνικών και των αλβανικών ουσιαστικών, όχι μόνο λόγω κοινής προέλευσης, αλλά και έγκλισης. Αυτό που μπορεί εξίσου να ειπωθεί για την λατινική σε σχέση με την ελληνική ] επίσης το ίδιο αναγνωρίζουν όλοι στις νεολατινικές γλώσσες σε σχέση με την λατινική, παρά της κατάργησης των κλίσεων, κα παρά των πολλαπλών μετατροπών που εισήχθησαν στους σχηματισμούς της ονομαστικής. – Όμως η κοινή προέλευση, και η βασική έγκλιση δεν σημαίνει πως θα αντιστοιχούν πάντα οι λέξεις που έχουν κοινή ρίζα στα δύο αυτά ιδιώματα, το ελληνικό και το αλβανικό, καθώς το ένα συχνά χρησιμοποιεί διαφορετικές καταλήξεις από το άλλο στην ίδια λέξη, όπως βλέπουμε να συμβαίνει και σε άλλες συγγενικές γλώσσες που συγκρίνονται μεταξύ τους. Έτσι για παράδειγμα στο αρχ. ουσιαστικό narο άντρας, η ελληνική διατηρεί την απλή ρίζα, χωρίς να προσθέσει κάποια παρ. κατάληξη ( εκτός από την ανόργανη πρόθεση α ), στην λέξη α-νήρ, αλλά η αλβανική έχει την απλή ρίζα σε νέρ, ή νιέρ γκ. (7) με την επέκταση του ε (e=η) σε ιε, και το ίδιο ουσιαστικό, με την παρ. κατ. ι σε νίερ-ι, ο άντρας, στην οριστική μορφή ] επιπλέον στην τοσκ. γίνεται νjερί αόρ., και νjερί-ου οριστ., σύμφωνα με την αναλογία των υπόλοιπων αρσενικών ουσιαστικών σε ι. – Πολλές φορές διαφέρει ο σχηματισμός, και το γένος των ουσιαστικών, όπως για παράδειγμα στο ουσιαστικό χίρe, χίρι, η χάρη, αρσ. σε σύγκριση με το χάρι-ς θηλ., ή αντιθέτως dόρe, dόρα, το χέρι, θηλ. σε σύγκριση με το δώρον ( το πεντεδάκτυλον, Ησύχ.) ουδέτερο] βιβλί-α, θηλ. = βιβ-λίον] μέλ-α, = το μέλος ] κρίε, κρίεjα, η κεφαλή, θηλ. όμοιο με κρά-ς, κρή-ς, ουδέτερο ( το οποίο όμως αντιστοιχεί στο ελληνικό η κάρα, θηλ.). Μέσω των παραδειγμάτων αυτών  επιβεβαιώνεται επαρκώς η διαφορετική εξέλιξη, ενώ ομοίως μας προσφέρουν πολυάριθμα παραδείγματα οι σύγχρονες γλώσσες που προέρχονται από την λατινική. Αξίζει επίσης να παρατηρήσουμε πως μερικές φορές οι δύο διάλεκτοι τις ίδιας γλώσσας εκδηλώνουν την ίδια διαφωνία : πχ. στο άρκ-α γκ. = άρκ-ου τοσκ., λατ. arca. Έτσιστηνιταλική la sinodo, και il sinodo, la fantasima, και il fantasma κτλ.

      Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στις οποίες η αλβανική συμφωνεί με την ελληνική στο να δίνει μορφή στα ουσιαστικά της ίδιας προέλευσης : όπως για παράδειγμα στο ούλκ-ου, ο λύκος, = λύκ-ο-ς (εκτός από την μεταφορά), λατ. lup-u-s (8)] και πιο εύκολα στα θηλυκά : πχ. πeλήμ-e, -α, η παλάμη, παλάμ-η] γλούχ-e, γλούχ-α, γλώσσ-α, και πολλά άλλα αυτού του είδους.

      S 180. Ένα άλλο ζήτημα το οποίο γεννά αμφιβολίες, παρά την άποψη του Bopp, και του Hahn, σχετικά με τα ουσιαστικά της αλβανικής, είναι το ουδέτερο. Πως στο ιδίωμα για το οποίο μιλάω, υπάρχει πράγματι μια πλήρης κλίση του ουδέτερου, η οποία στην ελληνική, ή στην λατινική, δεν αποδεικνύεται εύκολα : οφείλουμε όμως να παρατηρήσουμε πως σε αυτές τις ίδιες γλώσσες πως η κλίση του ουδέτερου διαφέρει από το αρσενικό μόνο στις τρείς όμοιες πτώσεις ( ονομαστ., αιτ., κλητ. ) του εν. και του πληθ. βαθμού και όχι στις άλλες πτώσεις. Η κατάληξη των ουδέτερων ήταν αρχικά t, από την αντων. ta, όπως έχουμε ήδη αναφέρει (βλ. Schl. 417-19) : ki-t, λατ. qui-d (d=t), quod. Τώρα τα ουσιαστικά, ή τα επίθετα της αλβανικής που χαρακτηρίζονται ως ουδέτερα από τον P. DaLecceσελ. 21 και συνέχεια, από τον Xylanderσελ. 20-1, από τον Dorsa ( Ricercheepensieri κτλ.) σελ. 121, στους οποίους θα πρέπει να προσθέσουμε τον Reinhold ‘’πελασγικά’’ σελ. 14, έχουν ως διακριτικό ένα t, ή τe, te, που είναι επίσης προθεματικό άρθρο και κατάληξη των πλάγιων πτώσεων στα αρσ. του ενικού ] του ευθύ και του πλάγιου πληθ. αρσ. και θηλ.] και αντιστοιχεί στο σανσκριτικό ta, το-ς, τη αρχ. ελλ. και δωρική, το κοινό το που διατηρήθηκε στην ελληνική κυρίως για το ουδέτερο, για το οποίο γίνεται λόγος στον ευθύ, και στην αιτιατική. – Είναι αλήθεια, όπως επισημαίνει ο Hahn σελ. 27 (Gram.), και ο Boppσελ. 59 (op.c. σημείωση 20), πως αυτές οι μορφές της αλβανικής οι οποίες εκλαμβάνονται ως ουδέτερες αντιστοιχούν σχεδόν εξολοκλήρου με τις αρσενικές πληθ., ή με τις θηλ. των επιπρόσθετων : πχ. temire, bonum, αόρ.] temirete, οριστ. του P. DaLecceτeμίρρετe του Xylander (ll. cc.). Όμως αυτό δεν θα συμβαίνει πάντα, και πράγματι οι ουδέτεροι σχηματισμοί με τους πληθυντικούς δεν συγχέονται σε άλλα ουσιαστικά : πχ. το ουδέτερο του μάθ, μάδe, ο μεγάλος, θηλ. ε μάδε, που γίνεται temade, temadete ( D.L. σελ.23.), είναι αρκετά διαφορετικό από τον πληθυντικό αρσενικού temedègne( με την κατάληξη νje, νjε : βλ. S189.) και από το temedògna, -ate, θηλ. (ib.) : έτσι στην κτητική αντων. èm, ουδέτερο t’èm, t’èm-te, μου, το δικό μου ] πληθ. αρσενικού t’èmi, θηλ. t’èma, οριστ. -ìite, -ìjat. Αντιθέτως συμφωνεί πάντα το ουδέτερο πληθ. με το θηλυκό πληθ., όπως temira, temirat ] temedègna, ή medògna, οριστ. gnat (D.L. ib.), έτσι και σε όλα τα άλλα. – Τα ουσιαστικά που προέρχονται από τις μετοχές που καταγράφει ο Hahn (σελ.87) που καταλήγουν σε τe, ιτe, τ, τα οποία αυτός χαρακτηρίζει ως αρσενικά εν., πρέπει να ανάγονται στην ίδια κατηγορία. Πράγματι και ο Reinhold αποδίδει ομοίως στην κατηγορία των ουδέτερων τα ρηματικά σε τe, τè ρjέδουριτe, τè ίκουριτe κτλ., και δεν συμφωνεί σε αυτό με τον Hahn, τα αναγνωρίζει και τα ονομάζει ουδέτερα.

      Δεν γνωρίζω αν η συνταύτιση σε διάφορες πτώσεις των καταλήξεων μεταξύ αυτών των ουδέτερων ενικού, και των αρσενικών ουσιαστικών, ή θηλ. πληθ., αρκεί για να αποκλείσουμε την ύπαρξη του ουδέτερου γένους στην αλβανική, ενώ έτσι στην ελληνική όπως και στην λατινική οι καταλήξεις εν. και πληθ. των ουδέτερων συνταυτίζονται επίσης με ορισμένες του αρσ. και θηλ., και το ίδιο συμβαίνει και σε κάποιες άλλες γλώσσες. Πράγματι κακώς θα μπορούσε να δοθεί η έννοια πληθ. σε κάποια που προσωπικά θεωρώ ουδέτερα εν., τα οποία όμως συγχέονται με τα αρσενικά και θηλ. πληθ. : και θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί, πως δεν υπάρχουν στην αλβανική ουσιαστικά ενικού στον ευθύ λόγο, που να έχουν την κατάληξη, και ούτε το άρθρο τè, ή τ’] τόσο που αυτό το γράμμα, ή η συλλαβή, για τον ευθύ λόγο εν., αποτελεί μια αποκλειστική ιδιαιτερότητα του  ουδέτερου, όπως το το για τα άρθρα της ελληνικής. Τώρα στην κατάληξη τ των ουδέτερων της αλβανικής δεν θα μπορούσε να εντοπισθεί η αρχαία κατάληξη των ουδέτερων της σανσκριτικής και της ελληνικής σε τ, όπως *πράγμα-τ, -τ-ος, *σώμα –τ, -τ-ος, *το-τ = το, και παρόμοια (βλ. Schl. 331. και αλλού), με τον ίδιο τρόπο στο άρθρο τè δεν θα έπρεπε να εντοπισθεί το ελληνικό το ;

      S 181. Τα λεγόμενα ουδέτερα ] όπως και να λέγονται, όχι για άλλο λόγο, παρά για να τα ξεχωρίζουμε ] καταλήγουν γενικά στην γκ. διάλεκτο σε ετ, ή ετε (D.L.), και στην τοσκ. σε eτ, eτe, ή ετ, και συχνά σε ιτ, ή ιτe (9) για το οριστ. εν.] σε ε γκ., eτοσκ. για το αόρ. : ο πληθ. γίνεται σε α αόρ., ατ οριστ., ή α, ατe τόσο στην γκ. όσο και στην τοσκ. – Αρκεί το ιτ να επαναλαμβάνεται από την πλήρη κατάληξη των ουσιαστικών σε ι, συν το διακριτικό τ του γένους ] για τα ουσιαστικά σε ου, η ουδέτερη κατάληξη θα ήταν ουτ, για την οποία δεν έχω κάποιο σίγουρο παράδειγμα. Αλλά γενικά στα επίθετα τόσο για το ι, όσο και για το ου, μπαίνει ( όπως έχω αναφέρει ήδη ), στην γκ. ένα καθαρό ε, στην τοσκ. ένα άφωνο e, μερικές φορές ι, τα οποία αντικαθιστούν το αρχικό φωνήεν της παρ. κατ. α, ελλ. α, ή ε κτλ. – Τα ουδέτερα ουσιαστικά σε ιτ που σχηματίζονται από την μετοχή σε ουν, ουρ, και μ, υπάρχουν επί το πλείστον και στην βόρεια γκ. διάλεκτο ( βλ. op. spirit. cc. ), ;opvwpx. tdiergun-it, thim-it, tdalun-it, tbam-it, που σημαίνουν ο τοκετός, η είσοδος, η έξοδος, το γεγονός, ή με το τ μόνο του, όπως tnnim-t, η βοήθεια (σκοδρ.), διαμορφωμένα όμοια με τα τοσκ., όπως τè ίκουρ-ιτ (-τe), η φυγή, ή η αναχώρηση, τedjέγουρ-ιτ, το κάψιμο, τè φόλουρ-ιτ, η ομιλία κτλ., που χωρίς την πλήρη κατάληξη ή την οριστική είναι τedjέγουρ (ρe), τè φόλουρ κτλ.: έτσι τè θάνe, το λεγόμενο, που το οριστικό γίνεται τè θάνετ γκ., τeθήνeτ τοσκ., με eτ, αντί για ιτ, όπως τè ’γγρήνeτ, και κάποιο ακόμα αυτού του είδους.

      Αυτά συμφωνούν κυρίως στην έννοια με τα απαρέμφατα των ελληνικών και ιταλικών ρημάτων που χρησιμοποιούνται για τα ουσιαστικά, όπως το γεννώ, το βγαίνω, το κάνω, και παρόμοια] και παίρνουν τη θέση των ουσιαστικών εν., όπου αυτά υπάρχουν, ή μπορούν να σχηματίζονται από τα ίδια ρήματα : πχ. τè ίκουριτ = ε ίκουρα] τè σςκρούαμιτ = ε σςκρούαμejα (-μεjα), το γραπτό : το οποίο δεν μπορεί να μπερδευτεί με τα πληθ., παρόλο που τους μοιάζει στον σχηματισμό. Πιστεύω επομένως πως θα πρέπει να θεωρηθούν περισσότερο ουδέτερα εν. πολλά ακόμα από εκείνα τα ουσιαστικά, τα οποία ο Hahn(σελ. 39) πληθυντικά που χρησιμοποιούνται ως ενικά : πχ. ούjετe, ή ούjeτ, (τe=τ) το νερό] κρίετe, το κεφάλι] djάθeτe, το τυρί] dρίθeτe, το σιτάρι] βάjeτe, ή βάλjeτe, το λάδι] δjάμeτe, το λίπος] γjάλμeτe, το σχοινί : και σε αυτό συμφωνεί μαζί μου ο Reinhold. Όμως είναι πιο πιθανόν πληθ. κόρρeτe, ή κόρρατe, τα δημητριακά ] και ίσως κάποιο ακόμα (10).

      S 182. Είναι όμως πια καιρός να ασχοληθούμε με την κλίση των άρθρων της αλβανικής εξολοκλήρου. – Έχουμε ήδη πει πως η ονομαστική εν. γίνεται ι στα αρσενικά, ε στα θηλυκά : και αναφέρθηκε η συνταύτιση με τις καταλήξεις πολλών ουσιαστικών οριστ. σε ι, αόρ. σε ε, καθώς και η διαφορά από αυτές σε α, jα, εjα, ου, και τέλος η καταγωγή τους, και η ομοιότητα με την ελληνική.

      Στα άρθρα που προαναφέραμε προστίθεται το προθεματικό τè για τα ουδέτερα ευθύ λόγου εν., και για τις πλάγιες πτώσεις σε όλα τα γένη, και για τους δύο αριθμούς. – Το άλλο άρθρο των πλάγιων πτώσεων είναι το σε, ή σè = sa σανσκριτικό (συγγενές με το ta) = α, ο, ελληνικό, το οποίο δεν χρησιμοποιείται πια με την μορφή σα, σο, αλλά υπάρχουν τα ίχνη του σε κάποιες λέξεις, όπως στο σήτες δωρ., = σά-έτος, Fέτος, αυτό το χρόνο, ( cf. αλβ. σι-βjέτe )] στο σήμερον = σά ημέρα, αλβ. σό-τe, γκ. σοd, από *σό-deτe, ή *σό-dίτe ( βλ. Bopp σελ. 2 ) (11).

      Αξίζει να σημειώσουμε ότι όπως στην ελληνική η αντωνυμία το-ς, δεν χρησιμοποιείται ως άρθρο, ούτε στις πλάγιες πτώσεις, και στο ουδέτερο ονομαστικής, αλλά για τον ευθύ λόγο αρσ., και θηλ. χρησιμοποιείται μόνο το ο, η ] το-ς για τις πλάγιες πτώσεις, και για όλο το ουδέτερο, έτσι στην αλβανική για την ονομαστική χρησιμοποιούνται μόνο τα ι, ε, για τα δυο γένη αρσ. και θηλ. ] τè για το ουδέτερο, και  για τις πλάγιες πτώσεις, συμπεριλαμβάνοντας όλο τον πληθ. Από το οποίο φαίνεται πως το σύστημα των άρθρων της αλβανικής και της ελληνικής, καθώς και οι ρίζες τους, είναι μεταξύ τους όμοιες : αν και η ελληνική γενικότερα παίρνει στην ονομαστική του πληθ. οι, και αι, για τα άρθρα, είναι γνωστό πως η αρχαία δωρική χρησιμοποιούσε τοί, και ταί, όπως η αλβανική με τον δικό της τρόπο χρησιμοποιεί το τè για το άρθρο πληθ. Στην αλβανική όμως υπάρχει επιπλέον η αντωνυμία σè = σα ως προθεματικό άρθρο της γεν. δοτ, εν. και πληθ. σε όλα τα γένη. – Το μόριο ε, το οποίο ο Hahn (σελ.28) χρησιμοποιεί ως οριστικό άρθρο και για τα δυο γένη ( με αυτή την έκφραση θα εννοούμε πάντα το αρσενικό και το θηλυκό ) για την αιτ. εν., και για την ονομαστική και αιτιατική πληθ., νομίζω πως θα πρέπει περισσότερο να εκληφθεί ως αντωνυμικό μόριο, το οποίο παρεμβάλλεται μεταξύ των ουσιαστικών για λόγους ευφωνίας για να τα συνδέσει μεταξύ τους, και να σταματήσει την τριβή των συμφώνων ] και παρόλο που έχει αντωνυμική προέλευση σε αυτές τις περιπτώσεις παίρνει τη θέση του άρθρου.

      Ας συγκρίνουμε τώρα στον πίνακα τις κλίσεις των προθεματικών άρθρων της αλβανικής με εκείνες της ελληνικής :

                              Εν. Αλβανικής                  Ελληνικής

             Α.                   Θ.                            Α.              Θ.

        Ον. ι,                 ε.                            ο (=jα, ι),     η=εε                        

        Γ. Δ. τè, σè,       σε (τè, σπάνιο)         του,             τής

        Αιτ. τè,              τè.                           τον,             τήν

        Aφ. σè,              τè                            (τώ),            (τη)

                            Πληθ. Αλβ.                 Ελλην.           Ουδέτερο

                         Α.      κ      Θ.               Α.     Θ.          Αλβ.     Ελλ.                           

        Ον.          τè,        (ή τέ, γκ.)      οι = τοί, αι = ταί.      Ενικού

        Γ.Δ.         τè, σè,  (σε, γκ.)         των,       των.           τè = τό

        Αιτ.         τè                              τους,      τάς.            Πληθ.

        Αφ.          σè                             (τοίς),    (ταίς).        τè = τά.

      Στα υπόλοιπα το ουδέτερο δεν διαφέρει από το αρσενικό άρθρο.

      Σχετικά με το χαρακτήρα του αλβανικού ιδιώματος, το οποίο από την αρχή έχουμε ξεκαθαρίσει πως αρέσκεται στις αποκοπές, και στους ταχείς ήχους, και στους βραχείς, είναι επόμενο οι καταλήξεις των άρθρων να διαφέρουν ελάχιστα μεταξύ τους, και το άφωνο e ( καθαρό στην γκ., και συχνά αποκομμένο ) να αντικαθιστά το αρχικό a των δεικτικών αντωνυμιών που έγιναν άρθρα, παραλείποντας τις πλήρεις καταλήξεις : τόσο ώστε οι ίδιες καταλήξεις επί το πλείστον εξαφανίζονται και στις κλίσεις των ουσιαστικών. – Ως απόδειξη των απόψεων μου τίθενται σε σύγκριση τα ιταλικά άρθρα il, lo, la, li, le] και τα γαλλικά le, la, les, με τις αντων. της λατ. ille, illa, illud, illiusκτλ., από τα οποία προήλθαν με τον τρόπο που έγιναν και τα αλβ. ι, ε, τè, απέναντι στα ελληνικά ο, η, το. – Τα άρθρα όμως στην αλβανική χρησιμοποιούνται εν μέρει και ως δεικτικές αντωνυμίες, όπως θα δούμε στη συνέχεια.

      Στα άρθρα που αναφέραμε παραπάνω θα πρέπει να προστεθούν οι πλήρεις σχηματισμοί τούε, ή τούι, γκ., και αρχ. τοσκ. (ιταλ. αλβ.), που στην σύγχρονη τοσκ. γίνονται τούκε, ή τούκ με το επενθετικό κ, ή ως παρ. κατάληξη. – Τα μόρια τούε, ή τούι χρησιμοποιούνται γενικά για να σχηματίσουν το γερούνδιο, καθώς εισηγούνται των παθ. μετοχών των ρημάτων, στα οποία δίνουν εγκλιτική ιδιότητα. Αυτά τα μόρια έπειτα, τα οποία ταιριάζουν θαυμάσια με τα βοιωτικά τόε, τύι, αντί για τα κοινά του, τώ, εμφανίζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η αριθμητική αντων. νjè, νjά, χρησιμοποιείται και σαν αόριστο άρθρο, ή ως τέτοιο συγκρίνεται με το ιταλικό : πχ. νjè bούρρe = unuomo, είς ανήρ. – Ας ασχοληθούμε τώρα με τα εγκλιτικά ουσιαστικά.

      S 183. Η κλίση των ουσιαστικών στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες διαμορφώθηκε προσαρτώντας τις δεικτικές αντωνυμίες στην ονομαστική ρίζα (12): αυτό πράγματι εντοπίζεται τόσο στην ελληνική όσο και στην λατινική, και επομένως και στην αλβανική. Πράγματι αν συγκρίνουμε στην ελληνική τις καταλήξεις των ουσιαστικών, και των άρθρων που προκύπτουν από αυτές τις αντωνυμίες, αυτό το φαινόμενο γίνεται αντιληπτό. Ωστόσο είναι αποδεδειγμένο επιστημονικά πως οι πτωτικές καταλήξεις των ουσιαστικών δεν είναι άλλο παρά υπολείμματα των αντωνυμιών. Έτσι οι ίδιες οι αρχ. αντωνυμίες a, aja, ja, sa, ta, am, παρήγαγαν τις καταλήξεις της ελληνικής ο-ς (με το άρθρο ο), ιο-ς = ι-ς (13), α, η, το, ον κτλ., και της αλβ. ι, ε, ου, σe, τe, ν με τις άλλες, που χρησιμεύουν ως κατάληξη στα εγκλιτικά ουσιαστικά. Η ταυτότητα των ελληνικών καταλήξεων, και ιδιαίτερα των αλβανικών, επαληθεύεται με την άποψη του Schleicher (σελ. 180) πως το ελλ. ό-ς είναι το ίδιο με το ja, παρά με το sa=ta ] σε περίπτωση που αυτό επεκτείνεται και στην κατάληξη ος, η, των ουσιαστικών στον ευθύ λόγο ] αλλά περισσότερο αν το μόριο με το σανσκριτικό ja αποδίδεται στο άρθρο ο, η, και στις καταλήξεις ο-ς, η, κτλ., το οποίο είναι πολύ πιθανό : το ja, και sa έπειτα ίσως δεν διαφέρουν στη ρίζα δεδομένης της σχέσης μεταξύ του άηχου j, και του συριστικού s. Από αυτή την οπτική τα άρθρα και οι ονομαστικές καταλήξεις της αλβανικής και της ελληνικής θα συμφωνούσαν απόλυτα, εφόσον ο, η, ος, ιο-ς, καθώς και α, η, όντας όμοια με ja, ja-s (i, je, e) μεταποιημένα με διάφορους τρόπους, δεν θα διέφεραν από τα αλβ. ι, ε, ου (=ο), α, ε. Επομένως αν ρίξουμε μια ματιά στα άρθρα, θα ήταν αντιληπτός ο λόγος που το ελληνικό άρθρο, και το αλβανικό δεν έχουν στην ονομαστική ενικού το αρχικό σύμφωνο τα, το οποίο εμφανίζεται σε όλες τις άλλες πτώσεις ] σχετίζοντας τα ελλ. ο, η, αλβ. ι, ε, από πιο κοντά με το ja και του, τώ κτλ., το αλβ. τè, ή σè, με το sa, ta. Αυτή η διαμόρφωση των άρθρων αποτελεί οπωσδήποτε αποτελεί ακόμα ένα στοιχείο ιδιαίτερης συγγένειας μεταξύ των δυο ιδιωμάτων.

      Στις καταλήξεις των εγκλιτικών ουσιαστικών όμως, υπάρχει μια σημαντική διαφορά μεταξύ της ελληνικής και της αλβανικής, καθώς στα ουσιαστικά της ελληνικής αυτές οι καταλήξεις είναι αναφαίρετες, ενώ στην αλβανική τα ουσιαστικά μπορεί να στερούνται του μεγαλύτερου μέρους των πτωτικών, ή αντωνυμικών καταλήξεων. Η αλβανική επιπλέον, λόγω κλίσης προς την ομοιογένεια, επιθέτει σε όλα τα ουσιαστικά τις οριστικές καταλήξεις σε ι, ή ου, ή α] ενώ στην ελληνική υπάρχουν πολλές που λήγουν στην απλή ρίζα, όπως στην αλβ. τα αόριστα στα οποία προστίθεται μονάχα το συριστικό της ονομαστικής. Παρατηρείται εντούτοις πως μια τέτοιου είδους διαφορετικότητα περνά από την λατινική στην ιταλική, εφόσον η ιταλική πράγματι δίνει σε όλα τα ουσιαστικά τις καταλήξεις a, ή e, ή ο, κι ας ποικίλει η κατάληξη τους στην λατινική.

      Περνώντας στην εξέταση του πληθ. αριθμού των ουσιαστικών, και υπενθυμίζοντας την χρήση των αντωνυμιών στην δωρική τοί, ταί, αντί για οι, αι, φαίνεται πως πλησιάζουν σε αυτές οι καταλήξεις των οριστικών ουσιαστικών της αλβανικής στον πληθυντικό. Αλλά στην αόριστη μορφή αυτά τα ουσιαστικά καταλήγουν κατά γενικό κανόνα σε ι, ε, αν είναι αρσενικά] α, αν είναι θηλυκά ή ουδέτερα. Καταλήξεις στις οποίες και ο Bopp (σελ.60-1.) δεν δυσκολεύεται να αναγνωρίσει την συγγένεια με τις ελληνικές οι, αι, ες, α. Αλλά μπορούν να συγκριθούν, κατά την γνώμη μου, και οι διπλές καταλήξεις α, ε ( όπου χάνεται το τελικό ς όπως στην αλβανική ), οι οποίες θα προσαρμόζονταν εύκολα στον πληθυντικό ] εφόσον υπάρχουν παραδείγματα περάσματος από τους δυο παραπάνω βαθμούς στον ενικό. – Πιστεύω έπειτα ότι είναι μπορεί να είναι αποδεκτή η συγγένεια μεταξύ των αόρ. καταλήξεων του πληθ. της αλβανικής με τις ελληνικές πληθ. και διπλού, χωρίς να χρειάζεται να αρνηθώ την υπόθεση μου σχετικά με τις πλήρεις διαμορφώσεις της αλβανικής, ή τις οριστικές (S 188). – Υπενθυμίζω επίσης ότι με την ιδιότητα της αλβανικής να καταργεί την πλήρη κατάληξη, τα ουσιαστικά μοιάζουν κατά κάποιο τρόπο με τα ελληνικά ουδέτερα της τρίτης κλίσης σε ας, γεν. τος, στα οποία επιτρέπεται νε καταργηθεί το τα, όπως τέρας, ατος, αος, ως, τέρατι, τέρα κτλ. Θα υπενθυμίσω επίσης πως άλλες γλώσσες μεταξύ των ινδοευρωπαϊκών εκδηλώνουν επίσης, αν δεν κάνω λάθος, στην κλίση χαρακτηριστικά όμοια με την αλβανική στο να μην χρησιμοποιούν πάντα τις πλήρεις καταλήξεις των ουσιαστικών, ή των επιθέτων. Τέτοιες είναι η λιθουανική και η γερμανική : μεταξύ των νέο-λατινικών είναι η μολδο-βλάχικη, για την οποία έχουμε ήδη αναφέρει ορισμένα πράγματα.

      S 184. Οι πλήρεις καταλήξεις των ονομαστικών εν. της αλβανικής είναι λοιπόν για το αρσενικό γένος οι ι, ου ] για το θηλυκό α, jα, εjα = εια] για το ουδέτερο τ (ή τe). Οι ατελείς, ή αόριστες, αποτελούνται από τα ριζικά σύμφωνα, στα οποία ακολουθεί ( κυρίως στα θηλυκά ) ένα άφωνο e] ή από ένα φωνήεν ομοίως της ρίζας, ή που αναπτύσσεται με αυτή, το οποίο στα θηλυκά συχνά είναι το ε, και μερικές φορές στα ουδέτερα. – Οι τρείς καταλήξεις της ονομαστικής εν. της αλβανικής ι, ου, α, (ή εjα), χρησιμεύουν ως χαρακτηριστικό στις τρείς κλίσεις των ουσιαστικών : στα οποία μπορεί να ακολουθεί η ουδέτερη σε τ.

      Οι γενικές, δοτικές, και αφαιρετικές εν. οριστικής του αρσενικού γένους σε όλα τα αλβανικά ουσιαστικά λήγουν σε τα, ή τe, προσθέτοντας αυτά τα γράμματα στην πλήρη κατάληξη του ευθύ λόγου : πχ. κjένι, ο σκύλος, κjέν-ιτ, -τe, του, στον σκύλο]  ούλκ-ου, ο λύκος, ούλκ-ουτ, τe, του, στο λύκο. – Οι καταλήξεις ι-τe, ου-τe, αντιστοιχούν στις σανσκριτικές a-sja (=a-tja), αρχ. ελληνικές *οσjο = *ο-τjο ( cf. Schl ΙΙ, 660, παράδειγμα της κλίσης του ουσιαστικού akva-s = ίππο-ς ), χαρακτηριστικά μιας κατηγορίας κλίσεων. Το τ, κατάληξη των γεν. της αλβανικής, θα πρέπει ακόμα να σχετισθεί με το s, κοινή κατάληξη αυτής της πτώσης στην σανσκριτική, και στην ελληνική, που στην αλβανική έχει διατηρηθεί στα θηλυκά, ή στα ουσιαστικά σε α. Αλλά όσο για την κατάληξη t, τ, θα ήταν καλό να επισημάνουμε ακόμα πως πως είναι χαρακτηριστική στην αρχαία ινδοευρωπαϊκή, στην αφαιρετική πτώση : όπου στις αρχαίες μορφές αφαιρετικής στην λατινική σε od, ed, των οποίων τα χνάρια εντοπίζονται στα επιρρήματα της ελληνικής σε ως, αντί για ωτ (14), που αρχικά ήταν οι αφαιρετικές πτ., όπως τα λατινικά επίρρ. σε o, e, αντί για od, ed. Τώρα η γενική και η αφαιρετική ήταν δυο πτώσεις τόσο σχετικές μεταξύ τους που στην ελληνική μπερδεύονταν : και πράγματι s, t (sa, ta) οι καταλήξεις των δυο πτώσεων δεν διαφέρουν περισσότερο από την ελληνική αντωνυμία σύ, και δωρ. τύ. – Όσο για την γενική της αλβανικής επαληθεύει την άποψη πως η κατάληξη τ, ή τe, από το οποίο ξεχωρίζει, μπορεί να αποδίδεται στο αρχικό s (=t), sja, παρά στο άρθρο, καθώς δεν συναντάται στις άλλες πτώσεις ενικού παρά μόνο στην γενική, και στις όμοιες σε αυτή δοτική και αφαιρετική.

      Η δοτική, η οποία έχει διαφορετική προέλευση από την γενική, ή συγχέεται με αυτή, όπως στην πρώτη κλίση της λατινικής (musae), ή που την πλησιάζει πολύ όπως στη δεύτερη κλίση της ελληνικής, που είχε την γεν. οιο ποιητ., και την αρχαία δοτ. οι, ή ωι : αν και η δοτική σήμερα στην ελληνική επαναλαμβάνεται περισσότερο από εκείνη της τοπικής πτώσης της ινδοευρωπαϊκής, και σανσκρ., η οποία διατηρείται σε ορισμένα επιρρήματα της ελληνικής και της λατινικής, όπως οίκοι, domi. – Σχετικά με την συγγένεια ανάμεσα στη δοτ. και την αφ. η λατινική γίνεται μάρτυρας της καθώς συχνά αυτές μπερδεύονται στον εν. και περισσότερο στον πληθ.

      Στην αλβανική ωστόσο η γενική και η δοτική δεν διαφέρουν μεταξύ τους : το ίδιο συμβαίνει και στην καθομιλουμένη ελληνική. Με αυτές τις δυο πτώσεις ενώνεται εξίσου η αφ. (15), η οποία όμως, κι ας έχει την ίδια κατάληξη, ξεχωρίζει από το προθεματικό άρθρο σè ( εκτός από την πρόθεση πρέι ) στα επίθετα, και στα ουσιαστικά που παίρνουν άρθρο. Είναι επίσης αξιοσημείωτο, πως σύμφωνα με την κλίση του P. DaLecce, και η αφ. θηλυκού γεν. στον ενικό σε t, σε αντίθεση με την γεν. δοτ., που στα θηλυκά και σε όλα τα ουσιαστικά σε a, καταλήγει σε se: πχ. grùeia, η γυναίκα ] γεν. δοτ. grùese ] αφ. prèigrùet, από τη γυναίκα (D.L.). Η τοσκ. δεν απομακρύνεται από τον γενικό κανόνα ] έχει όμως και αυτή τον συγκεκριμένο σχηματισμό όπως επισημαίνει ο Hahnπου την εντοπίζει με την γεν. δοτ. (βλ. Gram. σελ. 29 στη σημείωση) μεταφέροντας τα παραδείγματα από την Κ. Δ. : φυλιέτ, L. VI, 32, dίττeτ, Mat. VI. 23] περνdίετ L. III. 2. Στο πρώτο και το δεύτερο παράδειγμα πράγματι το κόντρeκeσάιje φυλίετ ] νjέρeκeσάιjedίττετ, έχει έννοια δοτικής : στο τρίτο φιάλjeπερνdίετ, μπορεί να έχει εκείνη της γενικής, και της αφαιρετικής.

      Η γεν. δοτ. θηλ. οριστικού στον ενικό καταλήγει σε ς, ή σe (γκ. σε) στην κατάληξη της οποία δεν μπορούμε να μην αναγνωρίσουμε την συγγένεια με το ελλ. και σανσκρ. s, ή sja, σjα, τα οποία επανασυνδέονται με την γνωστή αντωνυμία sa. Όμως σχετικά με αυτό θεωρώ σωστό να υπενθυμίσω πως το άφωνο τελικό e της σύγχρονης τοσκ.  διαλέκτου, ή το καθαρό e μετά από s το οποίο καταγράφεται από τον P. DaLecce, δεν ακούγονται πάντα. Έτσι στην παλαιά τοσκ. ιταλό-αλβανική, και στην γκ. σκοδρ., για παράδειγμα, προφέρεται νούσες, όχι νούσεσε, της, στη νύφη ] ζόνjeς, ή (σκοδρ.) ζόιες, όχι ζόνjεσe, και ζόιεσe, της, στην κυρία.

     Σύμφωνα με τα όσα είπαμε παραπάνω μερικά θηλυκά ουσιαστικά σε ο-α, και ο-jα, ή αρσενικά θηλυκής κατάληξης, έχουν την γενική να λήγει σε οσe, δηλαδή ος, Μάρο-jα, μάρο-σe, -ς, Λουδοβίκο-α, -σe, -ς ( Rh. σελ. 9. 10).

      Μετά από όσα μόλις ανέφερα μπορεί ακόμα να οριστεί η ύπαρξη της αφ. πτώσης του θηλ. σε ετ, η οποία έχει την ιδιότητα να δηλώνει την σημασία του οριστικού, και του αόριστου (16).

      S185. Ο αόρ. σχηματισμός της γεν. δοτ. αφ. του αρσενικού γεν. στον ενικό της αλβανικής δεν έχει διαφορετική κατάληξη από εκείνη του πλήρους ουσιαστικού στον ευθύ λόγο, έτσι για παράδειγμα από κjέν, γίνεται η γεν. δοτ. κjένι ] από ούλκ, γ. δ. ούλκου, του, σε από σκύλο ή λύκο. Αυτός ο σχηματισμός εμφανίζει μια αποκοπή από την πλήρη μορφή ] και αξίζει να επισημάνουμε την συμφωνία της ίδιας με την γεν. ή αφ. της λατινικής σε I, u, όπως pueri, turri, fructu ] και με την γεν. της ελληνικής σε ου, λύκου, δοτ. σε ι κυνί, οπί (όψ) κτλ. Όσο για την κατάληξη σε ι είναι όλος ο συνδυασμός των γεν. δοτ. της αλβανικής με τα ελληνικά που σχηματίζονται από τα ουσιαστικά σε ι-ς = ιο-ς, όπως ο Διονύσι-ς, του, τώ Διονύσι, ο κύρι-ς, του, τώ κύρι, καθώς και με την γεν. των ουσιαστικών της λατινικής σε ius, γ. ii = I, και με τη δοτ. ορισμένων : alius, δ. alii.

      Η αόρ. μορφή της γεν. δοτ. θηλυκού αποτελεί κατάλοιπο της σανσκρ. κατάληξης sia, που στην ελληνική, καταργήθηκε το σ και έγινε ιο, (από σjο), το οποίο φαίνεται κυρίως στις αντωνυμίες, πχ. με-ιο, τε-ιο, και παρόμοια (=μού, του = σού), και στα αρχαία της γεν. σε ο-ιο. Η αλβανική ωστόσο, αφήνοντας το σ, στην ελληνική, γίνεται σε ιε, jε, ή απλά σε ε : πχ. νούσ-jα (αλβ. σικ.), ή νούσ-ε jα, η νύφη, έχει την γεν. δοτ. αόρ. νούσ-ιε, -jε, ή νούσ-ε] κάσςτ-α, το άχυρο, γ. δ. αόρ. κάσςτ-ιε, -jε, του άχυρου (αλβ. σικ.). Φαίνεται να είναι η συνήθεια αυτή που ορίζει αν η κατάληξη θα είναι ιε, ή απλά ε, στις διάφορες διαλέκτους. Η αρχαία τοσκ. προτιμά το ιε, η νέα ( σύμφωνα με τον Hahn ) ε ] αλλά στα ουσιαστικά σε ί-α πρέπει να καταλήγει πάντα σε ί-ε : στολί-α, η διακόσμηση, στολί-ε. Σε αυτό που μόλις ανέφερα μπορεί να προστεθεί η φαινομενική συγγένεια με την γεν. της ελληνικής σε εος = *εjος] με τη δοτ. σε ει, αι, = εί, ά ] και με την λατ. γεν. δοτ. ae, αρχ. ai (=e), i=ei, που δεν χρειάζεται πολλά λόγια. Αν και η διαδικασία διαμόρφωσης δεν ήταν ίδια και στις τρείς γλώσσες : εφόσον το αλβ. ιε, ε, φαίνεται, από τη σύγκριση με τις αντωνυμίες, να προήκθε από το αρχ. sia, όπως η ελληνική κατάληξη οιο, ιο ] αλλά η λατ. ae, ai, από as, aesστα ελληνικά ας, ης : και αυτά ακολουθεί πιστά η αλβανική ορ. ς, eς, ή ες, εσe, για το οποίο έχουμε μιλήσει παραπάνω. ( βλ. Schl. στα παραδείγματα των κλίσεων σελ. 654 και συνέχεια ).

      Σχετικά με την αφ. θηλ. οριστικής, και αόρ. θα αναφερθούμε όταν παρακάτω θα μας δοθεί η ευκαιρία.

      Τέλος πρέπει να επισημάνουμε πως οι θηλ. καταλήξεις ταιριάζουν και σε ένα μικρό νούμερο αρσενικών σε α, όπως έχω αναφέρει αλλού (17).

      Κατά την γνώμη των γλωσσολόγων, η κλητική δεν είναι απόλυτα μια κλίση, αλλά περισσότερο ένα είδος επιφωνηματικό. Στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες συνηθίζει να είναι επί το πλείστον όμοια με την ονομαστική, ή με θέμα της ρίζας ] αλλά στην λατινική, και την ελληνική μερικές φορές τροποποιείται.

      Η αλβανική χρησιμοποιεί για την κλητική το ουσιαστικό ή στην απλή μορφή της ρίζας, ή με τις αόρ. καταλήξεις του ευθύ λόγου, ή με εκείνες της οριστικής όταν ακολουθεί μια κτητική αντωνυμία, ή κάποιο επίθετο : πχ. ζότι jίμe, μήμμα ίμε κτλ. Η τοσκ. διάλεκτος όμως παραθέτει συχνά το εμπόδιο ‘’ο’’ : bιρό, βαιζό, ή ο γιός, ή η κόρη, ή η μικρούλα, και το οποίο μερικές φορές προηγείται : ο (ώ) μeμμό, ώ μητέρα (βλ. Hahn σελ. 29 Gram.), το οποίο θα έπρεπε να γράφεται ώ μeμμώ.

      S 186. Από τις πτώσεις μένει η αιτιατική εν., η οποία στη γλώσσα μας σχηματίζεται στην οριστική αναμφίβολα με την κατάληξη ν, όπως στην ελληνική. Το ν αναγνωρίζεται ομοίως και στην σανσκριτική am, m, αντωνυμικής προέλευσης ( βλ. Schl. 438. και συνέχεια ), λατ. m. – Στην αλβανική προηγείται ένα ι, ή ου πριν από την πλήρη κατάληξη των αρσενικών ουσιαστικών : πχ. κjένι-ν, ούλκου-ν, όπως στο ελληνικό πόλι-ν, πέλεκυ-ν, λύκο-ν ] στα θηλυκά πριν από ένα άφωνο e, ή καθαρό ε, ιδίως στα ουσιαστικά που το θέμα τους τελειώνει σε ε ] ζόνje, ζόνje-ν, νούσε, νούσε-ν] αλλά στην βόρεια διάλεκτο των γκέγκων μπαίνει πάντα το ε, ζόνjε-ν, γρούε-ν, από γρούε-jα σκοδρ. zòien ( βλ. DelPar. σελ. 52 ), naten, diten(σελ.53). Στην παλαιά τοσκ. ( τουλάχιστον στην αλβ. σικ.) υπάρχουν ορισμένα που διατηρούν το τελικό α της ρίζας, όπως γρούα, η γυναίκα, γρούα-ν. Μια συνήθεια της σύγχρονης τοσκ., όχι όμως και της παλαιάς, ούτε της γκ., είναι να καθιστά άφωνο, ή να αποκόπτει το τελικό ου το οποίο προηγείται του ν στα αρσενικά ουσιαστικά, όπως στο κουσςeρί-νe, μίκ-νe (Hahnσελ. 38), αντί για κουσςιρίου-ν, μίκου-ν, όπως στην αρχ. τοσκ. και στην γλώσσα των γκ. – Αν και στον Hahn στην κατάληξη ν υπάρχει πάντα δίπλα ένα άφωνο e ] και επιπλέον στον DaLecce συναντάμε τα θηλυκά με ένα καθαρό e, κατά την συνήθεια της βορείου διαλέκτου των γκ., όχι όμως και στα περισσότερα αρσενικά ουσιαστικά (βλ. Gr. D. Lecceσελ. 13 και συνέχεια )] η πραγματική κατάληξη της αιτιατικής είναι ν, και το e ή το τελικό e δεν πρέπει παρά να θεωρηθεί ως μια ανόργανη προσθήκη για λόγους ευφωνίας, ή ένα τράβηγμα της προφοράς (18), όπως σχεδόν θεωρούσε και ο ίδιος ο Bopp (op. c. σελ. 4) : ούτε ακούγεται κάτι περισσότερο από αυτό στην αρχ. τοσκ. ιταλό-αλβ., και ούτε στην ίδια την βορειοδυτική διάλεκτο των γκέγκων, όπως αποδεικνύεται από κείμενα γραμμένα σήμερα στην διάλεκτο του Σκόδρα.

      Η κατάληξη ν της αιτιατικής οριστ. δεν μπορεί ποτέ να λείπει από την αλβανική, παρόλο που δεν ισχύει το ίδιο για τα ελληνικά ουσιαστικά με αιτ. σε α αντί για *αν (σανσκρ. am), όπως τα κύνα, ρύακα, και τόσα άλλα των οπίων η ρίζα τελειώνει σε σύμφωνο. Σε πολλά επίσης ουσιαστικά αρσ. της αλβανικής των οποίων το θέμα τελειώνει σε τe ( το οποίο συχνά αποτελεί την παρ. κατάληξη ) και σε άλλα ακόμα : πχ. ζότι, μότι, αργ’άτι, ζήρι κτλ. ο κύριος, ο καιρός, ο εργάτης, η φωνή : βεβαίως συμβαίνει αποκοπή του τι, ή ρι, αλλά διατηρείται το ν, λέγοντας ζότιν, και ζόν, μότιν, και μόν (ή ζών, μών), ζήριν, και ζήν, αργ’άτιν, και αργ’αν : είναι τόσο ακλόνητο το χαρακτηριστικό του ν στην αιτιατική της οριστικής.

      Όταν όμως το ουσιαστικό είναι αόρ., η αιτιατική και η ονομαστική δεν ξεχωρίζουν από το αόρ. θέμα της ονομαστικής : πχ. κjέν, ή κjένeπου σημαίνει κύων, και κύνα ] ούλκ, ή ούλκe, λύκος, και λύκον] νούσε, νυός, και νυόν.

      S 187.                    Πίνακας της κλίσης ενικού βαθμού

                              Η αλβανική σε σύγκριση με την ελληνική.

                                Οριστικό ουσιαστικό αρσενικού γένους                          

                   Αλβανική                                                    Ελληνική

         Ον. Κλ. κjέν-ι (ο σκύλος)                                    κύρ-ι-ς (-ιο-ς)                            

          Γεν. κjέν-ι-τe                                            Kύρ-ι (του, τώ)=κυρί-ου, -*ο-σjο,    

          Δοτ. κjέν-ι-τe                                                    κυρί-ο-ιο

          Αφ. πρέι κjέν-ι-τα

          Αιτ. κjέν-ι-ν                                                   κύρ-ι-ν (=ιο-ν)

                  Αλβανική                                                    Ελληνική

           Ον. Κλ. ούλκ-ου (ο λύκος)                           λύκ-ο-ς (λατ. lup-u-s)

           Γεν. ούλκ-ου-τe                                          λύκ-ου (του)=*λύκ-ο-σjο, -ο-ιο

           Δοτ. ούλκ-ου-τe

           Αφ. πρέι ούλκ-ου-τα

           Αιτ. ούλκ-ου-ν (-νe)                                      λύκ-ο-ν (λατ. lup-u-m).

                               Oριστικό ουσιαστικό θηλυκού γένους

                   Αλβανική                                                  Ελληνική 

           Ον. Κλ. χέρ-α (η ώρα)                                   ώρ-α

           Γεν. χέρ-e-ς (-ε-ς), -σe                                  ώρ-α-ς (-ης)

           Δοτ. χέρ-e-ς (-ε-ς), -σe

           Αφ. πρέι χέρ-e-ς, ή χέρ-ε-τ

           Αιτ. χέρ-e-ν, -ε-ν (-νe)                                  ώρ-α-ν (-ην)

                  Αλβανική                                                  Αλβανική

           Ον. Κλ. νούσ-ε-jα (η νύφη) ή νούσ-jα         κερθί-α (ο ομφαλός) (cf. η καρδί-α)

                      (cf. γοητεί-α, για τη μορφή ) 

            Γεν. νούσ-ε-ς, -σe                                   κeρθ-ί-ς (-ίε-ς), -σe(cf. καρδί-ας)

            Δοτ. νούσ-ε-ς, -σe                                   

            Αφ. πρέι νούσ-ες, -ε-τα                            κeρθ-ί-ς, -ίε-τα

            Αιτ. νούσ-ε-ν (-e-ν)                                  κeρθ-ί-ν (-ίε-ν, -ίνe) (cf. καρδί-αν)

 

                               Αόριστο ουσιαστικό της αλβανικής γλώσσας

                                                       Αρσενικό

           Ον. Κλ. κjέν (-e)                                      ούλκ (-e)

           Γεν. κjέν-ι                                               ούλκ-ου

           Δοτ. κjέν-ι                                               ούλκ-ου

           Αφ.  πρέι κjέν-ι                                        ούλκ-ου

           Αιτ. κjέν (-e)                                            ούλκ-(-e)             

 

                                                      Θηλυκό

           Ον. Κλ. χέρ-e                                           νούσ-ε : κeρθί (ίe)

           Γεν. χέρ-ιε (χέρ-ε)                                    νούσ-ιε (-ε): κeρθί-ε

 

           Δοτ. χέρ-ιε (χέρ-ε)                                    νούσ-ιε (-ε): κeρθί-ε

           Αφ. χέρ-ε-τ                                              νούσ-ε-τ: κeρθί-ε-τ

           Αιτ. χέρ-e                                                νούσ-ε : κερθί (ίe).

              Για να αποδώσουμε μια πιο σωστή εικόνα της κλίσης της αλβανικής θα ήταν         χρήσιμο να επισυνάψουμε εδώ ένα παρόμοιο πίνακα με τα προθεματικά άρθρα.

            

                               Ουσιαστικό που προηγείται του άρθρου

                                                        Αρσενικό

               Αλβανική                            Ελληνική                           Αλβανική

 

          

           Ον. Κλ. Ι bίρ-ι (ο γιός)             Ο υι-ός                    Ι λίγ-ου ( ο κακός, ή ο 

                                                                                      λυπημένος ) (cf. ο λοιγός)     

           Γεν.      τè (σè) bίρι-τe               του υι-ού, -οιο                         τè (σè) λίγ-ου-τe                                                                     

         Δοτ.                                            = *υι-ό-σjο

         Αφ.       πρέι σè (τè) bίριτ                                                             …….-ου-τ

         Αιτ.      τè bίρ-ι-ν                     τον υι-ό-ν                    τè λίγ-ου-ν                                                                     

                                                         Θηλυκό

 

         Ον. Κλ. Ε bίj-α (η κόρη)          Η φιλί-α (η)                 Ε άμ-α, τοσκ. ήμ-α (η

                                                                                          μητέρα) (cf. μάμμη)  

         Γεν.     σè (τè) bί-je               της φιλί-α-ς (ης)         σè (τè) αμ-e-ς (ε-ς),eσe                                                                    

         Δοτ.    ε-ς, -σe                                    

         Αφ.      πρέι σè bίj-e-ς, -ε-τ                                        ………-eς, -ε-τ

         Αιτ.      τè bίj-e-ν, -ε-ν.              την φιλί-α-ν (ην)         τ’αμ-e-ν (ε-ν).

      Για μια πλήρη πραμάτεια της κλίσης ενικού της αλβανικής θα προσθέσω    εδώ ένα επίθετο με τον σχηματισμό του λεγόμενου ουδέτερου, εκτός από το αρσενικό και το θηλυκό.

                                               Επίθετο σε τρία γένη

               Αρσενικό                         Θηλυκό                          Ουδέτερο

 

 

         Ον. Κλ. Ι μίρ-ι (ο καλός)    Ε μίρ-α, (D.L.) –εια           τè μίρ-e-τ, -τe, (D.L.)   

                                                                                             -ε-τε

         Γεν. -  τè (σè) μίρ-ι-τe        σè (τè) μίρ-e-ς (-ε-ς),                                                                                                                                             

         Δοτ.                                  e                                    

         Αφ.   πρέι σè (τè)                σè (τè) μίρ-e-ς, .. –ε-τ           (όπως το αρσενικό)

         Αιτ.  τè μίρ-ι-ν                  τè μίρ-e-ν (-ε-ν), (D.L.)          τè μίρ-e-τ, -τe, (D.L.)

                                                  -ε-νε                                     ..ε-τε

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Friday the 24th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS