Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 14)

Share

S 203. Η αντων. του δεύτερου προσώπου εν. τί, και τίνe (Hahn 31] Xyland. 22), συμφωνεί με την ελλ. δωρ. τύ = σύ, και τύνη, ή τούνη λακων. με την παρ. κατ. νη (=na), από τα οποία δεν απέχει πολύ το λατινικό tu] ενώ όλα σχετίζονται με το σανσκριτικό tvàm = tuàm. Στις πλάγιες πτώσεις η αντων. της αλβανικής ξαναεμφανίζει το υ = v, έτσι στην γκ. όπως και στην σύγχρονη τοσκ., οι οποίες έχουν την γεν. δοτ. αιτ. τύ, ή τύι (Xyl. τού), και τύιj (Hahnτύιγ)] στην ιταλό-αλβ. τύj. Όμως η πλήρης μορφή της γεν. δοτ. αφ. είναι τέjε ή τέιε όμοια με εκείνη του πρώτου προσώπου μέjε : cf. ελλ. τείο, και τεοίο = τεού, τεούς δωρ. (Ahrens 249), σανσκρ. tvasja. Ως αντωνυμικό μόριο υπάρχει το τέ, τe, αιτ. δοτ., και κατά τον D. L. (σελ. 217) και το τί, τα οποία συγκρίνονται με τα ελληνικά τέ = σε, τοί = σοί] και με τα λατινικά te, ti-bi, από τα οποία παρέμεινε η οργανική κατάληξη.

 

      Για τον αριθμό του συν η αλβανική έχει το jού, ή jου (55), το οποίο ίσως αρχικά ήταν *jού-μe, -με. Η λέξη jού ωστόσο συναντάται στην βακτρ. ju-s, και ju-zem, = σανσκρ. ju-jam, και jus΄mevedico, το οποίο μαζί με το σανσκριτικό va-s, θεωρείται ότι προέρχονται από την ρίζα εν. tva, και va, μετά την αναίρεση του t. Η ελληνική έχει την πλήρη μορφή άμμες αιολ., και ύμμες, κοινή υμείς = jus΄meινδ. Παρομοίως η λατινική στην αντων. πρώτου προσώπου πληθ. παίρνει την σανσκριτική λέξη των πλάγιων πτώσεων vas, που έγινε vos.

      Στην αλβ. jού, ή jου, εντοπίζεται το ριζικό μέρος του ύμμες (ου-μές) = υ-μείς, μετά την πτώση της κατάληξης μείς, σανσκρ. me, με τον ίδιο τρόπο που από *ιjούν, ούνε, εγώ, έγινε ού (βλ. το προηγούμενο S.). Από την ονομ. αιτ. jού, κατά την γενική συνήθεια της κλίσης των ουσιαστικών, διαμορφώνεται κανονικά η γεν. δοτ. αφ. jούβε (και jούβετ) : και η αφ. jούσςe, ή jούσς (Hahn). Ως αντωνυμικό μόριο υπάρχει το ού (Hhκαι D.L.) αντί για jού, δίχως το άφωνο, το οποίο αποδίδεται στην ελληνική με την δασεία, στο οποίο συμφωνεί το αλβ. ού με το αιολικό ύ(-μμε) το οποίο δεν έχει την πυκνή ηχηρότητα, και επιπλέον με το βοιωτικό ου(μές).

      S 204. Η προσωπική αντων. του τρίτου προσώπου αντικαθίσταται από την προαναφερθείσα δεικτική αντων. αjί, αί. Αλλά ως αντων. μόρια υπάρχουν τα ε, ι, στην πλάγια πτώση της γεν. δοτ. αιτ.] και ου (Hahn) γεν. δοτ. Το μόριο ι μπαίνει για την δοτ. στον εν. και ε για την αιτιατική : όμως ( τουλάχιστον για την ιταλό-αλβ.) το ι στον πληθ. έχει την θέση και των δυο πτώσεων, δηλαδή της δοτ. και αιτ.] ενώ στη σύγχρονη τοσκ. το ι χρησιμοποιείται μόνο για την αιτιατική πληθ., και το ου για την γεν. δοτ. του ίδιου αριθμού. Αυτά τα μόρια ι, ε, ου φαίνεται πως μπορούν να συσχετισθούν με τα ελληνικά ού, έ, οί, τα οποία προέρχονται από τα ινδικά sva, sve] αλλά στην αλβανική θα εξαφανίζεται εντελώς το άηχο που στην ελληνική αποδίδεται με τον τόνο] γεγονός το οποίο επισημάναμε παραπάνω για το ού μόριο δευτέρου προσώπου πληθ., όπως στο αιολικό ύμμες. Πέραν τούτου η αλβανική δεν θα διατηρούσε την αυτοπαθή σημασία της αντων. sva, ελλ. έ = Fέ, λατ. se. Για αυτό το λόγο θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως αυτά τα μόρια της αλβανικής θα πρέπει να σχετίζονται περισσότερο με την αντων. αί, αύ, ή με τις ρίζες της σανσκριτικής a, ja] αλλά το αί και το αύ, δεν είναι ποτέ πλάγιας πτώσης.

      Η αυτοπαθή αντων. τρίτου προσώπου γίνεται σε βε = sva, = Ηέ, Fέ, ελλ.] το οποίο όμως χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με την γνωστή ρίζα ta, βέ-τe, άκλιτο. Αυτό ισχύει και για το επίθετο ο ίδιος, και χρησιμοποιείται σε όλα τα πρόσωπα, όπως στην ελληνική το έ στο σύνθετο ε-αυτού (όμοιο με το βέ-τe = Fέ-τe κατά προσέγγιση ε-το), και στο κτητικό ε-ός. Έχουμε δει το ού βέτe, εγώ ο ίδιος, αί βέτe, αυτός ο ίδιος : και μπορεί να χρησιμοποιηθεί και μόνο του το βέτe : ε bούρα βέτe, το έκανα εγώ ο ίδιος, μόνος μου. Ο DaLecce βάζει βέτι, ή υέτι για όλες τις πλάγιες πτώσεις, sui, sibi, στο se ] εκτός της αιτιατικής βέτεχεν, ή υέτεχεν, se] ως αυτοπαθή αντων. όμοια με την κοινή βέτe, που στην σκοδριανή προτιμάται το βέdι, και βέτ, και κλίνεται και στον πληθ., ως αρσ. σε ι, όταν ισχύει για πρόσωπο, δηλαδή με την έννοια του ιταλικού propriose: όπου τρέ βέτε σημαίνει τρία άτομα, τρέ βέτε-τe, τα τρία άτομα. Εκτός από την παραπάνω χρήση αυτής της αντων., με τον διπλασιασμό της ρίζας σχηματίζεται η λέξη βετβέdι στην γκ., η οποία κλίνεται (56): έπειτα στην τοσκ. διάλεκτο χρησιμοποιείται ευρέως ο σχηματισμός βετeχέε, εν., που κλίνεται σαν τα θηλυκά ουσιαστικά : ονομ. βετeχέjα, ilpropriose] γεν. δοτ. βετeχέ-ες, -σe] αιτ. βετe-χέεν, -χένe] ή βέτeχε άκλιτο. Σε αυτές τις λέξεις της τοσκ. αποκαλύπτεται το γεγονός πως για να αποφύγει την επανάληψη της πρώτης ριζικής συλλαβής βε μετατρέπεται στο δεύτερο μέρος σε χ (57) το v=β. Με τη λέξη βέτeχε δηλώνεται η αμοιβαιότητα σε κάθε πρόσωπο : όπου πχ. θάσςeμε βέτeχε (ή μè κτλ.), είπα στον εαυτό μου, κτλ.] αλλά μπορεί να προστεθεί η γεν. της προσωπικής αντων., όπως : έρδι νdeβέτeχε τè σάje] δηλαδή ήρθε μόνη της: έτσι στο ουσιαστικό βέτeχέjα, το οποίο ομοίως σχετίζεται με κάθε πρόσωπο όταν δεν χρησιμοποιείται μόνο του, μπορεί να προστεθεί η κτητική αντωνυμία. Κάτι παρόμοιο στο σχηματισμό, και στη χρήση των αλβ. τοσκ. λέξεων βέτeχέjα, βέτeχ, κτλ., μπορεί να αντιστοιχεί στο ελληνικό εαυτού (άκλιτο), ή  καλύτερα στο σύγχρονο το εαυτόν μου, μας, με το οποίο ενώνονται όλα τα προσωπικά μόρια, καθώς και το παράδειγμα ,, έρδι νdeβέτeχε τè σάιje, το οποίο θα μεταφράζεται στην καθομιλουμένη ελληνική ήρθε ’στον εαυτόν της, αντί για είς εαυτήν] έτσι : θάσςe μέ βέτeχε (58) = είπα με τον εαυτό μου (αντί για εμαυτόν, αλβ. μούα βέτe). – Όσο για τα αντωνυμικά μόρια θα πρέπει να επισημάνουμε πως αυτά, όπως στην ιταλική, και στην σύγχρονη ελλ., μπαίνουν μπροστά από το ρήμα, εκτός από το δεύτερο πρόσωπο της προστακτικής, στην οποία μπαίνει μετά :και στο [ΛΕΙΠΕΙ ΣΕΛ. 219] θηλ. : η αφ. σè, σeτούσςe, αρσ.] σè, σέ τούασςe θηλ., σύμφωνα με την κλίση της αλβανικής. – Το ουδέτερο πληθ. το οποίο καταγράφεται από τον D.L. είναι κατά συνήθεια ίδιο με το θηλ. πληθ.: tetua] κτλ.

      S206. Η κτητική αντων. πρώτου προσώπου πληθ., δικός μας, έχει μια απλή διαμόρφωση εν μέρει όμοια με εκείνη που μόλις είδαμε για την αντων. δεύτερου προσώπου εν.: αυτή έχει για το ριζικό μέρος πληθ. δηλαδή να, εμείς, στην οποία προτάσσεται το δεύτερο μέρος της δεικτικής αντων. α-jί = α-ί = α-ύ, θηλ. α-jό. Επομένως jί-νe, = ί-νe, = ύ-νe σημαίνει δικό μας] και με την οριστική κατάληξη της ονομαστικής αρσ. εν., jί-νι = ί-νι = ύ-νι, ο δικός μας ] jό-νe, jό-νε, θηλ., δική μας, και jό-να, η δική μας. Έπειτα οι πλάγιες πτώσεις εξελίσσονται κανονικά με τα προθέματα τους τα, τe, σο, σe: όπου η γεν. δοτ. αρσ. τ’, σ’ίνe ή καλύτερα τι-νe, σί-νe, και με το υ, τύ-νe, σύ-νe, στα οποία προστίθεται η συνηθισμένη οριστική κατάληξη, τύ-νιτe, σύ-νιτe. Χρησιμοποιώντας το άφωνο ε αντί για ι στο πρόθεμα γίνεται με τον ίδιο τρόπο τè-νe, τè-νιτe, και σè-νe, σèνι-τe (63). Η αιτ. είναι τè-νe ή τά-νe γκ., τè-νιν, τά-νιν (στον D.L. tanen), ή και τι-νιν] η αφ. (πρέι) σύ-νιτ, σί-νιτ (64). Στοθηλ. εν. jό-νe, -νε, jό-να : ηγεν. Δοτ. είναισè-νe, ήσά-νe, καισό-νe] οριστ. σά-νeς, σό-νe-ς (-σe, -σε) : ηαιτ. τè-νε, τά-νe, -νε, το-νe] οριστ. τè-νeν νεν, τάνeν (D.L. tanene), καιτο-νeν : ηαφ. (πρέι) σά-νe, ή σό-νe.

      Ο πληθ. αρσ., δικοί μας, κατά τον ίδιο τρόπο γίνεται τά-νe, τά-νeτe, -νετε : γεν. δοτ. τάνeβε, -τ (στον D.L. tinevet): αιτ. τά-νe –νετe : αφ. (πρέι) σύ-νεσς = σί-νεσς, σά-νεσς (-σςe). – Το θηλ., δικές μας, το-να, -νατe: γεν. δοτ. σό-ναβε, -τα, ή το-ναβε, -τ : αιτ. το-να, -νατe ] αφ. (πρέι) σό-νασς (σςe). – Το ουδέτερο στον D. L. είναι tane, -te, με την γεν. δοτ. tine-te, και την αφ. sine (prèi): της οποίας ο πληθ., ως συνήθως, δεν διαφέρει από το θηλυκό. – Τα προθέματα τά, τό, σό, σχετίζονται με τα α-τά, α-τό, κτλ., όπως έχουμε αναφέρει : καθότι φαίνεται πιο σύμφωνο με κάποιο κανόνα να αποφεύγονται εδώ οι σχηματισμοί με ta, αν και χρησιμοποιούνται στην βορειοδυτική διάλεκτο των Γκέγκων, στον πληθ. όπως και η τοσκ. (βλ. HahnGram. σελ. 27) : εκείνοι με το τό, σό, παρότι είναι πιο κατάλληλοι στον πληθ. τους συναντάμε στις πλάγιες πτώσεις του θηλ. jό-νe, τόσο στον εν. όσο και στον πληθ., δίχως εμπόδια (65). Στις γεν. δοτ. αφ. ο Hahnυιοθετεί μόνο το πρόθεμα σ’, σύμφωνα με τη σύγχρονη τοσκ. διάλεκτο, με την οποία ασχολείται στην γραμματική του, εκείνο δηλαδή που ευνοεί την ευφωνία και την διαύγεια.

      Ο τρόπος σχηματισμού αυτής της κτητικής αντων. του πρώτου προσώπου αποσαφηνίζεται από την ανάπτυξη που της έγινε. Φαίνεται πως αυτή η αντων. έχει μια μορφή απόλυτα αλβανική ] αλλά έτσι που θα μπορούσε ίσως καλύτερα να θεωρηθεί μια αντωνυμική κτητική έκφραση, παρά αντωνυμία, ισοδύναμη με την ελληνική φράση ο, η, τό ημών (νών), ο, η, δικό μας : αλλά σε αυτή τη κατηγορία λέξεων γίνεται επίθετο λόγω προσφύματος των καταλήξεων, όπως είδαμε να συμβαίνει και σε κάποιες αντωνυμίες παραπάνω. Ο σχηματισμός αυτών των αντωνυμιών πιστεύεται ότι προκύπτει από την κατάργηση του πρώτου κτητικού ] και πάνω σε αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πώς στην ίδια την ελληνική συναντάμε πιο σπάνια τις κτητικές αντων. από ότι τις ισοδύναμες τους εκφράσεις : πχ. ο πατήρ ημών, το οποίο συναντάται συχνότερα από ότι ο πατήρ ημέτερος.

      Ο παρόμοιος σχηματισμός  της κτητικής αντων. δευτέρου προσώπου εν. jί-τe (jύ-τι), jό-τε, δικό σου, δική σου, θεωρήθηκε από τον Bopp (σελ. 62-3, n.2), όμοιο με την ελληνική ο, η, σού. Αλλά σχετικά με αυτή την αντωνυμία θα μπορούσαμε να υποθέσουμε κάποιο κατάλοιπο από το πρώτο μέρος της κτητικής *τFε-ός, *τεF-ός έπειτα τεός, *τός = σός, λατ. tu-us, έτσι που jί-τι, jό-τεjα, ο δικός σου, η δική σου να αντιστοιχεί περισσότερο στο ο-τεός, α-τεά: πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται από τον πληθ. του (=*του-ι, -ε), τού-τe, που αντιστοιχούν στο ελλ. τεοί (=σοί) = *τFε-οί, (=*τFε-τοι), και από το παράδειγμα του κτητικού του πρώτου προσώπου εν. έμ-e = εμ-ό-ς, δικό μου.

      S 207. Το κτητικό δευτέρου προσώπου πληθ., που προέρχεται από το jού, εσείς, έχει την όψη μιας αντωνυμικής γεν., όμοια με εκείνη των προσωπικών αντων., όπως επισημαίνει και ο Hahn (Gr. σελ.61): ενώ την ίδια πορεία έχει το κτητικό τρίτου προσώπου εν. Εφόσον τα δυο αυτά κτητικά φαίνεται να διαμορφώνονται από την αντωνυμική ρίζα και από την αντων. jί (α-jί) που μπαίνει μετά από την ίδια τη ρίζα] και επομένως παίρνουν τις ίδιες καταλήξεις με όλα τα επίθετα. Από το jού ωστόσο προκύπτουν τα jού-αje, jού-αjι, δικό σας το δικό σας, jού-αjε, jού-αjα, δική σας, η δική σας, ή καλύτερα jούα-jι κτλ. λόγω επέκτασης του ου σε ουα ] Όμως για το jού-αjι, jού-αjα κτλ. ο Hahnγράφει   jούα-ιjι, -ιjα με την επέκταση του α, σε αι, όπως και σε άλλες περιπτώσεις. – Το κτητικό τρίτου προσώπου εν. είναι ομοίως, ι-τι-jι, ε-τι-jα, ο δικός του, η δική του] αλλά έχει το προθεματικό άρθρο όπως όλα τα επίθετα : και αν το κτήμα ανήκει σε κτήτορα θηλ. γένους παίρνει την θηλυκή  αντωνυμική ρίζα σα, ι-σά-jι, ε-σά-jα, ο δικός της, η δικιά της. Όταν το αντικείμενο αφορά περισσότερα πρόσωπα του ενός (τουλάχιστον στην τοσκ. διάλεκτο) μπαίνει το κτητικό που διαμορφώνεται από τον πληθ. τύρε, ή τίρε, ο δικός τους, γεν. δοτ. και για τα δυο γένη: ι τύρ-ι, ε τύρ-ε, ή ε τύρ-jα, και ε τύρ-α, ο δικός τους, η δικιά τους. Προφανώς αυτά τα κτητικά τρίτου προσώπου προέρχονται από τις γεν. των προσωπικών αντων. (ιδίως ι τύρ-ι) προσαρτώντας τις καταλήξεις των επιθέτων. Επί τη ευκαιρία θα πρέπει να υπενθυμίσουμε την ίδια συνήθεια των Αιολών που από μερικές γεν πληθ. διαμορφώνονταν τα επίθετα : αλλών-ιος από άλλων, παντων-ιος από πάντων (βλ. Ahrensαιολ. διάλεκτος σελ. 159). – Στα υπόλοιπα της κλίσης αυτές οι κτητικές αντων. εξελίσσονται κανονικά όπως τα επίθετα. Θα πρέπει μόνο να επισημάνουμε πως jούαjι, jούαjα, ή jούαjι κτλ., χάνει το αρχικό jόταν παίρνει το προθεματικό άρθρο τ’, ή σ’(66): πχ. στην γεν. δοτ. εν. σ’ούαjιτe, σ’ούαjες : αιτ. τ’ούαjιν, εν: στον πληθ. ονομ. τ’ούαjετε, ιτe, τ’ούαjατe: γεν. δοτ. σ’ούαje-βε, ή σ’ούαι-, σ’ούαj-βετ, κτλ. Ο σχηματισμός που είδαμε παραπάνω ι τύρι, ο δικός τους κτλ., δεν καταγράφεται στην Γραμματική του DaLecce] αλλά στην γκ. θα ήταν ατούνι η κτητική αντων. τρίτου προσώπου πληθ., αυτώνι-ος. Ο συγγραφέας που μόλις αναφέραμε απομακρύνεται από τους σχηματισμούς της τοσκ. στην κτητική αρσ. του δευτέρου προσώπου πληθ., η οποία κατά την άποψη του (λανθασμένα) είναι εν μέρει όμοια με τον ενικό: δηλαδή (βλ. D.L. σελ. 27. 30.) ut, ut-i, δικός σου, ο δικός σου] uj (67), uj-i, δικός σας : γεν. δοτ. tit, από, στο δικό σου] tuit, από, στο δικό σας : αιτ. tanden, ο δικός σου] tain ο δικός σας : πληθ. tait, γεν. δοτ. tuiet. Όπου φαίνεται πως η αντωνυμική ρίζα του δευτέρου προσώπου εν. ή μέρος της κτητικής jύ-τe = ί-τe μπαίνει στην κτητική πληθ.  uj, δικός σας, tuit, του δικού σας κτλ.] ενώ ο ίδιος ο D.L. σε εκείνη του δευτέρου προσώπου πληθ. θηλ. δεν απομακρύνεται από την τοσκ., γράφοντας: iuej, δική σας, iueja, η δική σας,= jούα-je, jούα-jα. Έτσι οι διάλεκτοι διαφέρουν για άλλους λόγους μεταξύ τους, στην χρήση των κτητικών, από όπου πηγάζει η διαφωνία μεταξύ του DaLecce, του Xylander, και του Hahn. Όμως ο τελευταίος έδωσε αναμφίβολα μια περισσότερο πλήρη εικόνα, και με περισσότερες διορθώσεις, στον πίνακα του για τις κτητικές αντωνυμίες της αλβανικής, τον οποίο παρακολούθησα από πιο κοντά αναλύοντας τους σύμφωνα με τους ορθούς κανόνες της φιλολογίας, και επισημαίνοντας τις πτώσεις (68).        

 

                                                Σημειώσεις  (Δ) 

(1)    Ο Θεοδόσιος ο Γραμματικός δίνει το παράδειγμα της αιολικής λόγω της απουσίας του διπλού στην λατινική : οι Αιολείς ουκ έχουσι δυικά, όθεν ουδέ οι Ρωμαίοι, άποικοι όντες των Αιολέων : σε σύγκριση με τον Beckeranecdot. Βλέπε και Ahrensaeol. σελ. 108, ο οποίος καταλογίζει το ίδιο γνωμικό στον Χοιροβοσκό.

(2)    Όσα λέω εδώ δεν είναι παρά μια επανάληψη της γνώμης του Schl. και άλλων, δίχως να αγνοώ τις παρατηρήσεις του καθηγητή Ascoli, ο οποίος στο σχετικό άρθρο του Nessoario-semitico ( βλ. PolitecnicodiMilano, Maggio 1864., vol. XXI. fasc. II. p. 190-226 ) σελ. 192-5, εκθέτει την κατάληξη am, της αρχαίας κλίσης, η οποία είναι κοινή και στα τρία γένη.

(3)    Η κατάληξη σε ς διατηρείται όμως σε αρκετές γενικές και σε ορισμένες ονομαστικές πληθ. όπως θα δούμε στην συνέχεια.

(4)    Cf. Enianae poesis reliquiae per Johan. Vahlen : Lipsiae 1854. V. Journal des Savants, Mai 1863.

(5)    Με αυτό το ουσιαστικό ίσως να συνδέεται, αλλά δεν είναι ίδιο το καταγεγραμμένο από τον Rh. θράσ-ι (cf. θράσος), που θα μπορούσε να σχετίζεται με το θρά-ω, το οποίο φαίνεται πιο παλιό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το αλβ. σικ. ουδόσ-ι, το τυρί, το οποίο φαίνεται να συγγενεύει με το σανσκριτικό udhas, = ελλ. ούθαρ ( Schl. 715). Μια μετατροπή του τελικού ς θα πρέπει πιθανόν να αναγνωρίσουμε και στο τουμάτσ-ι αλβ. σικ., το λεπτό μακαρόνι ( στην καλαβρ.-αλβ. maccherone ), cf. τόμος, τομή, τεμάχιον.

(6)    Βλέπε La Rivista ital. ed Effemeridi della pubblica istruzione, Torino 16 Febbr. 1863. N. 126.

(7)    Via del Par. P. 73: zoti vertèt, enierbasck : αληθινόςΘεός, καιάνθρωποςμαζί. Στην γκ. ζότe σημαίνει και Θεός, που στην ιταλό-αλβ. υπάρχει το σύνθετο Ινζότe, κατά λέξη ο Κύριος μας, ή ο Θεός.

(8)    Αν και εμφανίζεται πρώτα το αλβ. ούλκου μετάθεση από λύκο-ς, όπως έχω επισημάνει αλλού, σωστά ο Schleicherκαι ο Curtius θεωρούν ότι ο αρχαίος ινδοευρωπαϊκός τύπος varka-s, το σλαβικό vluku, το ελληνικό λύκος, το λατ.  lupus επιδεικνύουν τη μεταφορά του ρευστού με την αναίρεση στην ελληνική και την λατινική του αρχικού v = F, από *Fύλκο-ς, *Fλύκος, λύκος (βλ. Curt. Ι. σελ. 130-1).

(9)    Επομένως το γκ. e, και το τοσκ. τελικό e, κατά την δική μου υπόθεση, θα αποτελούσαν απλές ανόργανες προσθήκες στο τελικό ουδέτερο τ της ονομαστικής ενικού.

(10)                       Επί το πλείστον τα ουσιαστικά που αναφέραμε έχουν κοινό σχηματισμό στον ενικό και τον πληθυντικό : πχ. ούj-ι, και ούj-α] κρίε, κρίε-jα ή κρέ-jα, πληθ. κρέρα] djάθ-ι (το οποίο ο Hahnσχετίζει με το επίθετο djάθeτ-ι, ή djάθτι, ο ευθύς, δεξιός] dρίθ-ι] βάλj-ι, ή βάj-ι] δjάμ-α, -ι] γjάλμ-ι] τρού-jα, τρούτe. – Εφόσον η ετυμολογία των άλλων λέξεων επισημαίνεται αλλού, εδώ θα σημειώσω πως το διάμ-ι, το ξύγκι, το λίπος, ή ο λιπαρός, θα πρέπει να σχετίζεται με το διαίνω, μουσκεύω, λαδώνω ( cf. το ιτάλικό secco αντί για magro με αντίθετη σχέση από εκείνη του αλβ. δjάμ-ι)] γjάλμ-ι με το κάλ-ως, το οποίο πιστεύω πως σχετίζεται με το κόλε, (ή κόε;) το οποίο ο Rh. το καταγράφει ως αλυσίδα κεραίας ] όπως κολέ-α (ib.) μπορεί να σχετισθεί με το ελληνικό κωλή.

(11)                       Για την αλβανική μπορούμε ομοίως να υπενθυμίσουμε το σο-μενάτe, σήμερα το πρωί, σό και mane λατ.] σό-ντε, σήμερα το απόγευμα αντί του σό και νάτe (Boppl. c.) συνοπτικό όπως στο mhd. hintαντί του hinaht(ib.). – Με το αναφρθέν *σοdίτe ίσως να σχετίζεται το ρήμα σοddίτe, παρατηρώ προσεκτικά, εξακριβώνω, τουλάχιστον στο πρώτο μέρος σο, καθώς το δεύτερο dιτeπλησιάζει το dί, γνωρίζω.

(12)                       Αυτή την άποψη συμμερίζεται και ο Schleicher (op. c.), και ο Galvani (delleGenti κτλ. σελ. 83, 313, και συνέχεια), καθώς και άλλοι συγγραφείς : βέβαια, για να αποφύγουμε τυχόν παρεξηγήσεις, αυτή είναι η άποψη γενικά των γλωσσολόγων.

(13)                       Στην νεοελληνική εκτός από πολλά ουσιαστικά σε ις αντι του ιος, όλα γενικά τα ουδέτερα σε ιον παίρνουν την κατάληξη ι, τό χέρι, τό ποδάρι, τό μάτι, τό ποτάμι κτλ. με τον ίδιο ακριβώς τρόπο με την αλβανική κατάληξη σε ι..

(14)                       Η ελληνική εφαρμόζοντας τον κανόνα να μην λήγει λέξεις σε άλλα σύμφωνα πέρα από ς, ρ, ν, θα πρέπει να μετατρέψει σε αυτά τα άλλα σύμφωνα: αλλά η αλβανική δεν συμμερίζεται αυτόν τον κανόνα. Έτσι η ιταλική πρέπει κατά κανόνα να λήγει τις λέξεις σε φωνήεν, όχι όμως και οι υπόλοιπες νεολατινικές γλώσσες.

(15)                       Σχετικά με αυτό αντιπαραθέτει τις απόψεις του με σοφία ο HahnGr. σελ. 28 στις σημ. : καθώς δεν μου φαίνεται απίθανη η υπόθεση του πως ο διαχωρισμός των τριών πτώσεων που δηλώνουν την κίνηση του, σε, από, είναι μεταγενέστερος από την ομοιομορφία τους.

(16)                       Κατά ομοιότητα με αυτή την πτώση θηλ., και κατά αναλογία με την αφ. αρχικά σε τ, και η αφ. αρσ. της αλβανικής θα μπορούσε να ξεχωρίζει από την γεν. δοτ. από το τ χωρίς το τελικό άφωνο e : κjένιτe, ούλκουτe, του, στον σκύλο, ή λύκο] (πρέι) κjένιτ, ούλκουτ, από τον σκύλο ή λύκο. Εφόσον το τe αντιπροσωπεύει καλύτερα τη συλλαβή sja = tja, κι όχι μόνο του το τ, χαρακτηριστικό της αφαιρετικής. – Και κάποιος άλλος θεωρεί την πτώση θηλ. ετ ως αφ. ( βλ. Blau. op. c. p. 669 ).

(17)                       Ο ίδιος ο Schleicher σελ. 417 παρατηρεί πως τα γένη των ουσιαστικών δεν ξεχώριζαν από την αρχή στην ινδοευρωπαϊκή γλώσσα.

(18)                       Η ίδια συνήθεια, όπως έχω επισημάνει κι άλλες φορές, είναι κοινή στην καθομιλουμένη ελληνική στις αιτιατικές των ουσιαστικών εν. των ουσιαστικών, και στις γεν. πληθ. σε ων, όπου ωνε : πάρ’τόνε = πάρε τον, (έπαραι αυτόν)] αφέντηνε κτλ.] και στα τρία πρόσωπα των ρημάτων. Το τελικό άφωνο e της αλβανικής φαίνεται πως ορισμένες φορές μπαίνει στην τελευταία μακρά συλλαβή των αιτ. : κeρθίν, κeρθίνe] το οποίο μπορεί παρομοίως να ειπωθεί για το τρίτο πρόσωπο πληθ. των ρημάτων. – Η ιταλό-αλβ. το χρησιμοποιεί σε ορισμένες περιπτώσεις για λόγους ευφωνίας.

(19)                       Στον DaLecce, σελ. 22, υπάρχει το ουδέτερο δίχως τις πλήρεις καταλήξεις t, te, στην ον. κλ. και αφ.: ον. κλ. temire, αφ. semiri.

(20)                       Στο θηλ. άρθρο σè kaioBopp, σελ. 9, εντοπίζει μια αποκοπή της πλήρους μορφής σάιje της δεικτικής αντων. – Πιστεύω πως θα έπρεπε εδώ να επισημάνω πως επειδή το γεγονός των πληθ. της ελλ. που μελετήσαμε φαίνεται πως επαληθεύει τις υποθέσεις μου σχετικά με το σύστημα κλίσης της αλβανικής, έτσι καθώς οι αντωνυμικές παρ. καταλήξεις υπόκεινται σε διάφορες εναλλαγές ( εφόσον για παράδειγμα στις αντωνυμικές γεν. δοτ. δεν υπάρχει ίχνος του ς, ή του τ ) δεν φαίνεται πως θα πρέπει να αμφισβητηθούν.

(21)                       Το ριζικό κ σε αυτά τα ουσιαστικά μαλακώνει σε κj, λόγω μιας συχνής εναλλαγής σε αυτό το λαρυγγικό ] και το χ, σε χj.

(22)                       Τα αρσενικά σε α μετατρέπουν στον πληθυντικό το α με το ε : πχ. papa, papete, D.L. σελ. 7.

(23)                       Το πλίσι σημαίνει και η πλάκα από χώμα κατά το Hh. Diz., και κατά άλλους κεραμικό αγγείο : έννοιες με τις οποίες μπορεί να σχετισθεί ο πλίνθος, πλιθ.

(24)                       Στην αλβ. σικ. και τοσκ. γίνεται βάιζα αντί του βάσςεζα, αλλά ο πληθ. βάσςαστe, βάσςας βλ. S 167.) – Αυτή η κατάληξη είναι συχνή στην κεντρική διάλεκτο των Γκέγκων, όπως : μότραζε, ζόγeζαζ’, πουρτέκαζε, βλ. C. gh. Hh. II. σελ. 141.

(25)                       Ο πληθ. σςκοπίνjετe, ή σςκουπίνjετe στην ιταλό-αλβ. έχει την έννοια του ξυλοκοπήματος, σςκουπίνje, χτύπημα με μπαστούνι.

(26)                       Είναι διαφορετικό το λjιμάν-e, -ι, το λιμάνι = λιμήν, -ένος.

(27)                       χούρ-ι, fs. *χούρeν-ι, κορύν-η. Όμως κατά άλλους θα πρέπει να συγκριθεί και με το χαίος.

(28)                       Τώρα η κατάληξη ίje, ία, με την συγκεκριμένη μετατόπιση του τόνου, μπορεί ίσως να έχει κάποια σχέση με τον δίφθογγο των πληθ. της ελληνικής οι, αι, δίχως αντίθεση σε όσα στηρίζω παραπάνω.

(29)                       Αυτή η λέξη θα μπορούσε ίσως να συγγενεύει με τη ρίζα giv, giau, αλβ. γjά, όπου γjάλ-e ο ζωντανός (βλ. S105, 118) κατά μια άποψη όμοια με εκείνη σχετικά με το λατ. natus αντί για γιός : cf. η γκ φράση γjάνια ε γjάλe, για τα κατοικίδια ζώα, κατά λέξη  resvivens: αλλά πιστεύω πως πιο πιθανόν συνδέεται με την αρχαία ελληνική λέξη δαλίς (Ησύχ.) που σημαίνει μωρός, όμοιο με το επίθ. της ελληνικής νήπιος, το οποίο έχει και τις δυο έννοιες, του νήπιου, και του χαζού, εφόσον djάλι, είναι πράγματι = νήπιος, και επομένως = δαλ-ί-ς. Το μ είναι παρ. κατ. στον πληθ.

(30)                       Ο Boppυποψιάζεται το συγκριτικό πρότερος από πρό, cf. πράτος, πρώτος.

(31)                       Ο Blau στο προαναφερθέν σύγγραμμα του, dasAlban. AlsHulfsmittelκτλ. στη σελ. 663, υποψιάζεται έναν ενικό *ζότερ, που πραγματικά δεν συναντάται σε καμία διάλεκτο , και τον σχετίζει με το Zaotar, ο θύτης, κάτι ου δεν θεωρώ βέβαιο. Παίρνοντας το ζο σαν ρίζα, το τ, τe, σαν παραγωγική κατάληξη, και συγκρίνοντας το ελλ. ζεύς, ζηνός, ρίζα ζευ, ζη, λατ. djov-is, προκύπτει μια λογική εξήγηση του ζό-τe, ο Θεός, και ο Κύριος, στην αλβανική.

(32)                       Η λέξη dουκjέν, ή καλύτερα dugai, τα κατάστημα, με την συγκεκριμένη έννοια θεωρείται κοινώς τουρκική. Στην αλβ. σικ. είναι δουκjέν-e, -α, μαρμάρινος πάγκος, ή πέτρινος ή κάτι άλλο, το πεζούλι. Αυτό μου φαίνεται πως θα μπορούσε να σχετίζεται με το δοκός, ή δοκάνη (Ησύχ.):  cf. και προς-δοκά-ω, περιμένω.

(33)                       Διαβάζεται στον Rh., σελ. 13.: ού τeλή με σςeνdέτe,,τί ρώ dίττe, έ νέττe: σε αφήνω με υγεία, να ζήσεις πολλά χρόνια, κατά λέξη πολλές μέρες, και νύχτες.

(34)                       Άλλοι όμως λένε θέσετ-e, -ε. Έτσι πολλές φορές λείπουν αυτές οι ανωμαλίες από τις διάφορες διαλέκτους

(35)                       Και στα άλλα ουσιαστικά σε λ, λe, το ρευστό διατηρείται σε ορισμένες διαλέκτους, έτσι που λέμε : έγγjελιτe = άγγελοι, κοκ., με τρόπο πιο σύμφωνο με το ονομαστικό θέμα: αυτό που θα προτιμούσε.

(36)                       Με αυτόν τον τρόπο ο DaLecce κλίνει κανονικά όλα τα ουσιαστικά που λήγουν σε u, ου : bάρκ-ου, πληθ. bάρκj-ι, οι κοιλιές (και bίρκjετe, Hh.] τςιάρκ-ου, το τουφέκι, πληθ. τςιάρκj-ι (ciarku, kji), το οποίο πιθανόν δε διαφέρει από το κjάρκ (=κίρκο-ς), ο κύκλος, και που θα πρέπει να χρησιμοποιήθηκε αρχικά για την έννοια του τόξου και έπειτα για το τουφέκι : όμως για το φίκ-ου, το σύκο, αυτός καταγράφει τον πληθ. φίκj-e.

           Το φαινόμενο των ουσιαστικών της αλβ. σε ι, πληθ. ε] ου, πληθ. ι] θα πρέπει να έχει σχέση με εκείνα της ελληνικής σε ο-ς, πληθ. οι, λατ. u-s, πληθ. i: εν. ς κτλ., πληθ. ε-ς, διπλός ε, λατ. της τρίτης κλίσης του πληθ. e-s.Αυτό μάλιστα είναι σίγουρο. Έπειτα δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ορισμένοι πληθ. μπορούν να έχουν το α, ή το ε μπροστά από την οριστική κατάληξη, όπως έχουμε επισημάνει για εκείνα σε ίμe, και για εκείνα που παίρνουν τη συλλαβή ρα στον πληθυντικό, η οποία γίνεται ρε κατά τον Hh.: προφίτeρετe, ’μbέρτeρετe κτλ.: ενώ γενικά στην ιταλό-αλβ. είναι ρα, όπως και στην ελλ.-αλβ. (βλ. Rh.).

(37)                       Ο DaLecceγια παράδειγμα στο gurescit, graascit, και σε παρόμοια, βάζει τις περισσότερες φορές την οριστική παρ. κατάληξη.

                Θα υπενθυμίσω ακόμα πως ο ίδιος συγγραφέας παραλείπει στα ουσιαστικά σε ου, όπως barku, η κοιλιά, ciardaku, η στοά, την παρ. κατάληξη βε στις γεν. δοτ. πληθ. : barchiert, ciardachietκτλ., τα οποία όμως διαφέρουν από την ονομαστική, και αιτ. από τη συλλαβή ie αντί για i] barchi, -iteονομ.] barchiet, γεν. δοτ. Αυτός ο σχηματισμός παραπέμπει σε μια κατάργηση του χειλικού β, όπως συνέβη στα ελληνικά του διπλού σε οιν, αιν αντί για *οφιν, *αφιν.

                 Η ίδια κατάργηση στα άλλα ουσιαστικά, ή επίθ., μπορεί να εφαρμοσθεί, κατά πολλούς, στον πληθ. οριστ. της τοσκ. διαλέκτου : πχ. σè μίρeβετ, και σè μίρετ, νjέρες, των, στους καλούς ανθρώπους (βλ. HhanGr. σελ.47.)

(38)                       Το e σε αυτή την πτώση εντοπίζεται και στα κείμενα του Hahn: ,,πρέι σύσςeγjάκeπό μe κουλόν,, από τα μάτια πάντα μου τρέχει αίμα : ib. ΙΙ. σελ. 147.

(39)                       Πολλοί θεωρούν πως μήμμα, μπορεί να σημαίνει ίμε ήμμe, δηλαδή η μητέρα μου] όμως μήμμα είναι η ίδια λέξη με την αρχ. λατινική mamma, και έπειτα την ιταλική κτλ., η οποία βρίσκει αναλογία στην ελληνική μάμμα, και μάμμη.

(40)                       Το ουσιαστικό σςκρόνjα, προκύπτει σίγουρα από το σςκρόιje = σςκρούα-ιje, -νje, και σημαίνει κατά λέξη το διάγραμμα, το γραπτό, και έπειτα και αυτό που έχει γραπτό η μοίρα, το πεπρωμένο, το οποίο ταιριάζει με αυτή τη φράση,, κeσςτού ε σςκρούανeΦατίτe, έτσι είχαν γραφτό οι Μοίρες.

(41)                       Μερικές φράσεις με επίθετα δίχως προθεματικά άρθρα κατέγραψε ο AscoliSt. Cr. σε κείμενα της αλβ., μεταξύ των οποίων στην σελ. 98, σημειώνει στον τρίτο στοίχο του έβδομου τραγουδιού στην σελ. 129 του Hh. II. : ού τς’ ι bήρα φασςάτιτeσςκρέτe,, σε πeσέ σςκόιjeπόσςτ’ έ ρeπjέτe,, δηλαδή, γιατί πάω πάνω κάτω σε αυτό τον τόπο τον φτωχό;  

          Αλλά και εδώ (φσςάτιτeσςκρέτe) λείπει το άρθρο από το επίθετο γιατί προηγείται το ουσιαστικό στην οριστική. – Για την λέξη φσςάτι, ή φeσςάτι θα μιλήσουμε παρακάτω

(42)                       Εκείνο που λίγο πριν αναφέραμε σχετικά με την ελευθερία που υπάρχει στην χρήση των άρθρων μπορούμε εν μέρει να το πούμε και για το προθεματικό άρθρο μπροστά από τα ουσιαστικά, όπου διαβάζουμε πχ. τè μαρτέσεσeσά-νe, στον Rhσελ. 13. Τραγούδια του γάμου μας.

(43)                       Στην διάλεκτο της Τραπεζούντας για παράδειγμα λέγεται α-τός, α-τοί αντί για αυτός, αυτοί (βλ. το αναφερθέν άρθρο Kindστον Zeitschr.), και μάλιστα στην κοινή ελληνική χρησιμοποιείται το ατός αντί του αυτός σε ορισμένες φράσεις .

(44)                       Ο Βopp, op. c. p. 62-3, n. 18, καταγράφει ορισμένα παραδείγματα για τις δυο απλές αντων. ta, και sa, στους ακόλουθους στοίχους της Κ.Δ. Έ ι έρδι κέκjeπèρ τή (τè), L. XV. 20 : Νdeβένdeτè τίje, ε νdeσςτeπί τè τίje, Marc. XI, 4 : Έ ου α δα μαθιτίβετ σè τίje, Marc. VIII, 6 : Έ βάνeπάς σίje, Marc. I, 18: Έ πίνe πρέι σίjeγjίθe,, Marc. XIV, 23.

           Στην Gram. σελ. 51, του Hahn, αναφέρεται ο σχηματισμός σούρεσς, από εκείνους, από τη ρίζα sa: αυτός ο σχηματισμός φαίνεται πως δημιουργείται από μια γεν. *σούνε, *σούρε (όμοιο με το ατούνε, ρε) το οποίο αναιρείται, ή όπως πιστεύει ο ίδιος ο Hahnαπό τον συνδυασμό του σè και του ατούρε. Όπως και να είναι αυτός ο σχηματισμός μου φαίνεται ανώμαλος.

(45)                       Στο αjό, ή καλύτερα αjώ, πιθανόν το ο, ώ, προκύπτει από το a, ή αα ή ίσως av. Μπορούμε να υποψιαστούμε μια πρώτη μορφή αjάα, ή αjαύ : cf. αυ, ου, ωυ του ελλ. σε αυ-τός, ού-τος, ωυ-τός δωρ. ιων., και τωυτό.

(46)                       Quis ea est quam vis ducere uxorem? Plaut. – Ο Bopp, p. 5, παρατηρεί πως το ίδιο συμβαίνει στην λιθουανική.

(47)                       Ο Bopp, op. c., σελ. 59, θεωρεί πως θα μπορούσε να σχετίζει το αλβ. τςί-ρι, -λι με το πρακρίτο ,,kerisa,, όπου αυτός αναγνωρίζει το ,,ri,, = λατ. ,,li,, του ta-li-s, qua-li-s.

(48)                       Στο έ-κα-στος, το πρώτο φωνήεν ε προκύπτει πιθανόν από το ενς, εις, ένας. – Αν και δεν είναι αντωνυμίες υπενθυμίζουμε τους αριθμούς, που κλίνονται σαν απλά επίθετα. Αυτοί διαμορφώνονται από τους πρωτεύοντες αριθμούς μέσω της παρ. κατ. τe, εκτός από τον πρώτο ι πάρι, ε πάρα, τè πάρeτ (cf. πάρος κτλ.: καθώς και όμοιο με το δωρ. πράτος όπου υπάρχει το ουσιαστικό πράτι, ο προάγγελος). Τα υπόλοιπα είναι ι dύι-τι, ή dίι-τι, ο δεύτερος (cf. διττός;) ι τρέ-τι, ο τρίτος] ι κάττeρ-τι] ι πέσ-τι] ι γjάσς-τι] ι σςτά-τι ή σςeτάτ-τι] ι τέ-τι, ή τέτ-τι] ι νήν-τι, ή νήνde-τι] ι διέ-τι, ή διέτ-τι. Στα οποία φαίνεται ξεκάθαρα η αναλογία στη μορφή με τα ελληνικά (εκτός από το δεύτερος) τρί-τος, τέταρ-τος, πέμπ-τος, έκ-τος, κτλ. λόγω της ίδιας παρ. κατ. το. Έχω αναφέρει πως ι σςeτά-τι, ή σςeτάτ-τι, ι τέ-τι, ή τέτ-τι κτλ., είναι οι σχηματισμοί της γκ. και κάποιοι μου φάνηκαν της τοσκ. : ι τέτeτe και παρόμοιες, τις οποίες ο Boppδικαίως ονομάζει τερατώδεις. Και αν σε μερικούς φαίνεται πως δεν θα μπορούσαν να αποφύγουν την επανάληψη της παρ. κατ. τe, επειδή έχει γίνει πια μέρος του αριθμού, θα αρκούσε να το προφέρουμε με τον διπλασιασμό του τ, σςeτάτ-τι = σςτάτeτι, τέτ-τι = τέτeτι, χωρίς να δώσουμε θέση σε μια ανώφελη κακοφωνία.

(49)                       Εκτός από το γjίθe υπάρχει το τούτι, ή τούττι στην ελλ.-αλβ. το οποίο στην σικ. αλβ. εντοπίζεται στο σύνθετο eνdούτου, eν-τούτου, ολοκληρωτικά, πολύ. Η λέξη τούττι συναντάται στον Rh. 60, 61.,, τούττι ρίνe πά κουιdέσe, αι βεσςdόν σςeρbέσιν ε τίje, και αλλού : cf. totu-s, *tutu(βλ. S249).

(50)                       Υπενθυμίζω πως η λέξη κjίσςe = τα πράγματα, πιθανόν να προέρχεται από τον εν. του κάφσe ή καύσςe,= λατ. causa, ιταλ. cosa, το οποίο κλινεται ακόμα ομαλά : cafscia (sha)] γεν. cafsceseκτλ.] πληθ. ονομ. cafsciate, κτλ., στον D.L. σελ. 33: cf. S48. Ομοίως στην ιταλό-αλβ. λέγεται κάφσςατe, αλλά εννοώντας τα ζώα που κατέχει κάποιος, res, όπως το γκ. γjάν’ια ε γjάλe, resriva, ή genusvivum.

(51)                       Κάποιος θα μπορούσε στη θέση του dιτσά, ο αρκετός, να σχετίσει με το ελλ. επίρρ. δηθά, μακρόχρονα. κτλ.

(52)                       Παρόμοιες συνθέσεις συναντάμε στην ιταλική που σχηματίζονται από τις λατ. αντων., και από άλλες λέξεις : chicchesia] qualsiasi] qualsivoglia] questo = quisiste] quello = qui-ille ( hic-iste, hic-ille)] cadesto] ognuno] ciascuno κτλ.: το ίδιο μεγάλη είναι και η διαφορά ανάμεσα στις ιταλικές αντωνυμίες και τις λατινικές, ίσως και μεγαλύτερη από ότι ανάμεσα στην ελληνική και την αλβανική. Ας συγκρίνουμε το stessoμε iste-ipse] essoμε ipse] medesimo με memetipsissimum, και τα άλλα, με τους λατινικούς σχηματισμούς, με τους οποίους σχετίζονται.

(53)                       Ο σχηματισμός ’γκά = eγ-κά θα μπορούσε ακόμα να οφείλεται στο έν-κά = *ε-κα-ς, θετικός του έκαστος. – Το αλβ. τίλι σε σύγκριση με το τηλί-κος, αφήνει υποψίες για ένα πρώτο σχηματισμό ελλ. *τήλιος = λατ. talis (?)

(54)                       Στα τραγούδια της γκ. που καταγράφει ο HahnII, 145., συναντάμε ούνα = ούνε : τςè ι κάμ bάμeούνα ι μjέρι ] τι του έκανα εγώ ο άθλιος;,,

(55)                       Στον Hahn και jούβετ, κατά λέξη εσείς οι ίδιοι, όπως νάβετ, για το οποίο έχουμε μιλήσει παραπάνω.

(56)                       Αυτός ο σχηματισμός θυμίζει το δωρ. αυτ-αυτού ο οποίος αφορά όλα τα πρόσωπα, και διαμορφώνεται επίσης από τον διπλασιασμό της αντωνυμίας: cf. Ahrensdor. 275.

(57)                       Το χ όμως το συναντάμε και στον D.L. στην αιτιατική του βετιβετιουτ, αυτού, σε αυτόν τον ίδιο, όπου αυτός γράφει vetevètehen όμοιο με το τοσκ. βετeχέεν, βλ. D.L. σελ. 26] για την αφ. βάζει βετιβέτι. – Ο Hahnστο Diz. σελ. 9. καταγράφει βετίουτ, ή βετίου, ως επίρρ., κατά ιδίαν. 

(58)                        Η επανάληψη της ρίζας sva στο βέ-τe-χε αναγνωρίζεται και από τον Bopp σελ. 20, ο οποίος εκθέτει ως παράδειγμα το kha = svaσανσκρ., λόγω του περάσματος από svσε χ = kh.

(59)                       Στο ρήμα άπe, ή jάπe, δίνω, και στον εν. συμβαίνει μια ίδια σύνθεση καθώς γίνεται έμμe, ήμμe αντί του έπe μούα, ή μί, ιταλ. dammi. Αν και το έμμε, ήμμε πολλές φορές αντιλαμβάνεται απλά ως δώσε, χωρίς να δηλώνει το πρόσωπο.

(60)                       Ορισμένοι λένε και τ’ίμετe, τ’ίμετe, τ’ίμ, αλλά δεν είναι τόσοι σωστό. Το ίδιο θα λέγαμε και για την γεν. δοτ. σ’ίμ αρσ., σ’ίμε θηλ. για τον πληθυντικό αριθμό.

(61)                       Βέβαια είναι λιγότερο σωστό να γράφει κανείς τeμίιτe κτλ., ή όλα ενωμένα όπως στον D.L. temiite. Αλλά σε αυτή τη περίπτωση μπρεί εύκολα να εκλείπει το αρχικό ε.

(62)                       Ορισμένοι λένε και ότε μετά από ένα φωνήεν : πχ. φjάλjα ότε, ο λόγος σου, καταργώντας το αρχικό άφωνο.

(63)                       Μεταξύ των λιγότερο σωστών σχηματισμών θα πρέπει κατά την γνώμη μου να συμπεριλάβουμε το τάν, και το σόν για την γεν. δοτ. εν. αρσ., που χρησιμοποιούν κάποιοι.

(64)                       Από την αντων. ίν-eδιαμορφώνεται το ουσιαστικό της τοσκ., και κυρίως ιταλό-αλβ., Ινeζότe, ή Ινζότe, αντί για Iddio, δηλαδή ο Κύριος Μας και ο Θεός, που έχουμε δει παραπάνω, το οποίο κλίνεται με την γεν. δοτ. τινe, ή τeνe-ζότιτe] αιτ. τèνe-ζότιν (ή –ζόν).

(65)                       Αφήνοντας κατά μέρος την ετυμολογία, το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για το πρόθεμα τα, στην αντων. δευτέρου προσώπου εν. jί-τe, δικό σου] εφόσον αυτό έχει τον πληθ. του, τούτe κτλ., το οποίο διαφέρει αρκετά από τον ενικό.

(66)                       Από αυτό φαίνεται πως το j, προσθήκη του πνεύματος, καταντάει να είναι ανώφελο, αμέσως όταν συνδυάζεται με κάποιο άλλο στοιχείο η λέξη που το έχει.

(67)                       Όμως στο uj, του D.L., θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει το ίδιο φαινόμενο που μόλις ανέφερα σχετικά με την κατάργηση του αρχικού άφωνου του jού, που θα ξαναγίνονταν υ όπως στο ύμμε. Όπως και να είναι στον D.L. οι δεικτικές δηλώνουν πολλές ασυναρτησίες, και ελλιπείς σχηματισμούς.

(68)                       Αναφέρω ωστόσο πως δεν μεταφέρονται πολύ σωστά από τον Hahn, Gram. στην σελ. 114, όπου μιλά για συγγενικά ουσιαστικά, όπως ο Berat, και ο Premeti, τα ι ματe, ι τατe, ο πατέρας μου, ο πατέρας σου, ενώ θα έπρεπε να γράφει ίμ’άτe(άττe), ιτ’άτe ] η οποία αποτελεί ενεργή συνήθεια και στην αλβ. σικ. διάλεκτο.                                                               

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Friday the 18th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS