Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 15)

Share

                                                      XV.

                           

                                           Οι κλίσεις των ρημάτων.

      S 208. Έχουμε δει ποιές παρ. καταλήξεις χρησιμοποιούνται στα ρήματα (βλ. ΧΙ. S 138., και συνέχεια). Τώρα θα πρέπει να εξετάσουμε τις κλίσεις, ή προσωπικές καταλήξεις, που παίρνει το ινδοευρωπαϊκό ρήμα, αν και σε πολλές γλώσσες έχουν εξαφανιστεί, και σχεδόν σε όλες έχουν λίγο πολύ τροποποιηθεί: κάτι που συμβαίνει και στην αλβανική.

      Το ρήμα, όπως και το ουσιαστικό, έχει στη γλώσσα αυτή μόνο δύο αριθμούς, τον ενικό, και τον πληθυντικό, όπως και στην λατινική, στην νεοελληνική, και στην ιταλική, καθώς και στις υπόλοιπες συγγενικές γλώσσες.

      Οι εγκλίσεις είναι η οριστική, η υποτακτική, και η προστακτική] έπειτα η ευκτική περιλαμβάνεται στην υποτακτική : το οποίο συνεπάγεται και για τις γλώσσες που μόλις αναφέραμε. Για την μετοχή και για το απαρέμφατο θα μιλήσουμε παρακάτω ] όμως είναι γνωστό πως αυτές δεν θεωρούνται απόλυτα ως εγκλίσεις.

      Για τον αριθμό των χρόνων και των εγκλίσεων, και για την μέθοδο με την οποία διαμορφώνονται, ιδίως στους σύνθετους χρόνους με βοηθητικά ρήματα, το αλβανικό ιδίωμα ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο μια πορεία παράλληλη με εκείνη της νεοελληνικής. Πράγματι έχει σχεδόν τον ίδιο αριθμό απλών και σύνθετων χρόνων, στους οποίους χρησιμοποιείται το ίδιο βοηθητικό ρήμα και στις δύο γλώσσες. Τέλος φανερώνει μια κοινή συνήθεια στο να σχηματίζει ορισμένους χρόνους ή εγκλίσεις, και συγκεκριμένα τον μέλλοντα, το απαρέμφατο, και την δυνητική : και συμφωνούν και σε άλλες ιδιαιτερότητες. Οι απλοί χρόνοι της νεοελληνικής και της αλβανικής είναι λοιπόν οι ίδιοι, δηλαδή ο ενεστώτας, ο παρατατικός, ο αόριστος : οι άλλοι διαμορφώνονται με τον τρόπο που θα δείξουμε.

      Φτάνοντας στις προσωπικές καταλήξεις των χρόνων του ρήματος θα πρέπει εισαγωγικά να πούμε πως αυτές ορισμένες φορές, και στο πρώτο πρόσωπο ενικού, ενώνονται με τις παρ. καταλήξεις τις οποίες έχουμε ήδη εξετάσει.

 

      S 209.  Εκείνη του πρώτου προσώπου εν. στον ενεστώτα του ρήματος jάμe, είμαι, και στα δύο ενεργητικά ρήματα, θόμe, λέω, κάμe, έχω, έχει διατηρήσει την αρχαία ινδοευρωπαϊκή μορφή, στην σανσκριτική maή mi, στην ελληνική μι. Ας συγκρίνουμε το jά-μe ή jάμ-μe με το σανσκριτικό as-mi, ει-μι = έσ-μι ελλ., και έμμι δωρ.] θό-μe, και θέε-μι (HahnDizion.), με το φη-μί, φα-μί] κά-μe, με μια αρχαία μορφή *σχή-μι, *σχά-μι, από σχέω = έχω, cf. σανσκρ. sah, sahamivahami, vaghami). Αλλά σε όλα τα υπόλοιπα ενεργητικά ρήματα γενικά, τόσο στην ελληνική όσο και στην αλβανική, στην λατινική, και στις άλλες συγγενικές γλώσσες, το πρώτο πρόσωπο ενικού στον ενεστώτα, είτε έχει χάσει παντελώς την αρχαία κατάληξη, είτε την έχει σε μεγάλο βαθμό τροποποιήσει.

      Πράγματι η συλλαβή me, ή mi, έχει καταργηθεί στην πλειοψηφία των ρημάτων της ελληνικής, και σε όλα τα ενεργητικά της νεοελληνικής] σε εκείνα της λατινικής μόλις που συναντάμε κάποιο ίχνος (inquam)] κανένα έπειτα στην ιταλική, και στις νεολατινικές. Θα πρέπει μάλιστα να υπενθυμίσουμε πως αυτή η ίδια κατάληξη πρώτου προσώπου εν. είχε ήδη αρχίσει να εξασθενεί στους παρακειμένους της σανσκριτικής, οι οποίοι κατέληγαν σε a αντί για ma με την πτώση του m, όπως στο ba-bhar-a, αντί για ba-bhar-ma(βλ. Schl. 507, 554): και αυτό γενικεύεται και σταθεροποιείται στους παρακειμένους της ελληνικής, καθώς και της αλβανικής.

      Όμως, για να επιστρέψουμε στον ενεστώτα, στα ρήματα της ελληνικής και της λατινικής το πρώτο πρόσωπο ενικού τελειώνει γενικά σε ω, ο, αντί για ma, mi, (μι)] εφόσον καταργώντας την κατάληξη που μόλις αναφέραμε, μετετράπη σε ω = ο το αρχ. a που έμπαινε μπροστά, όπου από bhar-a-miπροέκυψε το ελλ. φέρ-ω αντί για *φέρ-ω-μι = λατ. fer-o] ή το ελλ. ω, ό λατ. έγινε από ja, και aja = ajo = ao= ο, ω, με την κατάργηση του άφωνου : έτσι στα ρήματα της ελληνικής που έχουν υποστεί αποκοπή αναγνωρίζεται η προέλευση τους από την παρ. κατ. aja (βλ. S131 και συνέχεια). Στην αλβανική το αρχ. a, που στην ελλ. και την λατ. έγινε ω = ο, συνήθως εξασθενεί σε ένα άφωνο e, όπου φέρ-ω, μακεδονικό θεσσαλικό βέρ-ω, γίνεται bjέρ-e(=*bέρ-e), από στίβ-ω, σςτίπ-e, κοκ.] αν και πολλοί δεν βάζουν την κατάληξη e, γράφοντας για παράδειγμα νjόχ, αντί για νjόχe, ίκ, αντί για ίκe, jάπ, ή άπ, αντί για άπe  (βλ. S 140 και συνέχεια). Επισημαίνω ωστόσο πως ο Hahnστο Diz. και στην Γραμματική του δεν συνηθίζει να βάζει το άφωνο e στο πρώτο πρόσωπο ενικού του ενεστώτα οριστικής (που γράφεται από αυτόν ιγ βλ. Ann. (C) 29), και επομένως ούτε στην υποτακτική, η οποία γενικά δεν ξεχωρίζει από την άλλη, όμως αυτός την βάζει σε πολλές περιπτώσεις, κυρίως στην υποτακτική, όπως φαίνεται από τα Τραγούδια, και από άλλες γλωσσικές μαρτυρίες, που εμπλουτίζουν το βιβλίο του. Θα αναφέρω ορισμένα παραδείγματα που θεωρώ σημαντικά. Από τα ανώμαλα ρήματα, Gr. p. 82 : τeβίje(βίνje), τeρίje] στα Τραγούδια ΙΙ. σελ. 128, τeγjεσdίσje, τeβίje, τeχίππιje, τeφουτέσe : και μάλιστα στο τρίτο πρόσωπο του ουσ. ] το οποίο στην αλβανική έχει την ίδια κατάληξη με το πρώτο πρόσωπο, τόσο στην γκ. (D.L.), όσο και στην αρχ. τοσκ., την ιταλό και ελλ.-αλβ. ] ο Hahnβάζει κανονικά ή την παρ. κατ. ιje, ή μόνο το άφωνο  e : πλjάκιje, πjέλe, κeρκόιje κτλ.: και στα Τραγούδια ΙΙ. σελ. 133, τeμeφeρκόιje (να με έτριβε, να με έξυνε)] σελ. 139. τeμeκρέιje, τeμeνίσιje, χίππιje, γjεστίσιje] σελ. 140, τeμ’ ι σςέσe, τeάπe] κα με τον ίδιο τρόπο σε πολλές άλλες περιπτώσεις.

      Το ίδιο με το αλβανικό ιδίωμα συμβαίνει, όπως έχω επισημάνει και αλλού, και στην γαλλική, όπου το λατ. ό, ή το ιταλ. του πρώτου προσώπου του εν. στα ρήματα μετατρέπεται σε άφωνο e, όταν δεν καταργείται εξολοκλήρου : jeexprime, egoexprimo, εκφράζω, jeparle, μιλώ, jeveux, egovolo, κτλ. Ας συγκρίνουμε το αλβ. ούνε τρέμe γκ., ενεργητικό, τρομάζω, τοσκ. τρèμbe, με τογαλλ. jetremble, ιταλ. και λατ. tremo, ελλ. τρέμω] το αλβ. λίπe, ζητώ, με το ελληνικό λίπ(τ)ω] σςτίελe ή σςτjέλje, εξηγώ, αναπτύσσω, εκτυλίσσω, με το στέλ-λω (-λjω)] σίελe ή σέλe, φέρω, με το δωρικό σέλω = έλω, και πολλά άλλα παρόμοια.

      Γενικά μιλώντας σε όλα τα ρήματα που η ρίζα τους τελειώνει σε σύμφωνο, και χωρίς μεταθετές παρ. καταλήξεις, θα πρέπει στο τέλος της ρίζας να ακούγεται το άφωνο e: αλλά σε εκείνα που η ρίζα τους τελειώνει σε φωνήεν, όταν δεν έχουν άλλη παρ. κατ., το άφωνο e ενσωματώνεται στο ριζικό φωνήεν, όπως στο πί, πίνω, ζά, ή ζή, παίρνω, βέε, βά, βή, ή βού (αλβ. σικ.), θέτω, βάζω = πί-ιje, ζή-ιje, ή ζά-ιje, βέ-ιje. – Αφού τα ρήματα της αλβανικής, αν δεν το έχουν, μπορεί πάντα να παίρνουν λόγω κλίσης προς την ομοιογένεια, στην κατάληξη του πρώτου προσώπου εν. την παρ. κατ. ίje, eje(Hh. ιγ, eιγ), ή ινje, και νje(βλ.S98), κατάλοιπο από τα αρχαία aja-mi, anja-mi(βλ. S 139, 140, και συνέχεια)] επομένως σε όλα εμφανίζεται κατά τον ίδιο τρόπο το άφωνο e που αντικαθιστά το αρχικό a, εκτός κι αν προηγείται της παρ. κατάληξης ιj, ινj, νj. Αυτό θα συμβαίνει όταν το ιje, (eje, je) κτλ. δεν συρρικνώνεται σε ì, i(cf. S 140-1)] όπως στην σκοδριανή, πχ. σςκό-ι = σςκό-ιje, ή σςκό-νje, περνώ] dό-ι = dό-ιje, θέλω] ή στο φωνήεν της ρίζας.

      Έχουμε ήδη αναφέρει την αναλογία μεταξύ των αλβανικών ρημάτων σε αιje, ειje, οιje, je ή eje, νje, και των πιο αρχαίων σχηματισμών των ελληνικών σε *αjω, εjω, οjω, jω, νjω, τα οποία μας φανερώνουν σε μεγάλο βαθμό την σύγκριση με την σανσκριτική και την λατινική, μετά την πρόοδο της σύγχρονης φιλολογίας. Ωστόσο ο αλβ. σχηματισμός δεν είναι πραγματικά παρά η αντήχηση (αν και ασθενής) του αρχαίου ελληνικού σχηματισμού, γεγονός το οποίο φαίνεται ξεκάθαρα αν συγκρίνουμε για παράδειγμα το αλβ. κλάιje, με το ελλ. κλαίω = *κλά-j-ω] dάιje, διαιρώ, ή ’νdάιje, με το δαίω (ενδαίω) = *δά-j-ω] eντέενje με το εν-τείνω, = *εν-τέν-j-ω, και άλλα τέτοια ρήματα. Αλλά αφού η πλήρη κατάληξη του πρώτου προσώπου εν. του εν. οριστικής μπορεί να αποδεσμεύεται από την παρ. κατ. ιj, ejκτλ., όπως επισημάναμε, επόμενο είναι όλα τα φωνήεντα, καθώς και το άφωνο e, ή το η, να μπορούν να παίρνουν την θέση της περιορίζοντας το άφωνο e = παραγωγικό a (bhar-a-mi, φέρ-ω), ή καλύτερα κατάλοιπο του ιje : κλά ή κjα = κλάιje] εκτός από την περίπτωση του ι γκ. σκοδρ. (βλ. SScc.). – Έτσι όλα τα σύμφωνα μπορούν να βρίσκονται σε αυτήν την κατάληξη, αν και κάποιες πιο σπάνια, μεταξύ των οποίων το δ, που στην τοσκ. γίνεται θ, όπως στο λίθ, ή λίδe, και λίδινje (D.L.), δένω, λατ. ligo] το τα σε έτσe, ή έτσιje, έτσeιje (Hh.), περπατώ] το ζ, που εναλλάσσεται με το ς στην τοσκ. όπως στο δές (=δέσe), αλλιώς δέζe, ή δέζιje(δέζeje) ανάβω] το b το οποίο εναλλάσσεται με το π, όπως στο κάλπ, = κάλjebe, χαλάω] χούμπ, βυθίζω, εμβαθύνω, και χούμbe] δèμ-π, -be (τοσκ.), απρόσωπο (με το οποίο αντιστοιχεί το γκ. δèμ, δάμ, και δίμεμe, ή δάμεμe, cf. δειμαίνω, ή δαμάω).

      S 210. Η κατάληξη του πρώτου προσώπου του παρατατικού δέχεται κάποιες μετατροπές σύμφωνα με τη διάλεκτο, καθώς κα εκείνη του ενεστώτα. Είναι βέβαιο ότι πρώτα τελείωνε σε a, αντί για am σανσκρ., ον ελλ. (α νεοελλ.) am λατ. Η κατάληξη α έχει πράγματι διατηρηθεί στην νεοελληνική αντί του ον της αρχαίας γλώσσας, στην οποία όμως υπήρχαν ορισμένες διάλεκτοι που την είχαν να λήγει σε α. Η κατάληξη του παρατατικού σε α, με τις παρ. κατ. ιjα (ejα) ή jα, και ια, μετατρέποντας σε φωνήεν το j, διατηρήθηκε σταθερά στην ιταλό-αλβανική. Εκτός αυτού είναι αξιοσημείωτο ότι ορισμένοι παρατατικοί στην αλβ. σικ. συγκρατούν μεγαλύτερη ομοιότητα με το θέμα του ενεστώτα, ή αντιπροσωπεύουν καλύτερα την αρχαία ρίζα του ρήματος : πχ. στο dούα, θέλω, αγαπώ, σανσκριτική ρίζα day, αγαπώ, επιθυμώ, ελλ. *δέω (δέο-μαι), ο παρατ. αλβ. σικ. γίνεται dέ-ιjα, ή dέ-ejα (με ένα ριζικό επου σε αυτό το ρήμα εμφανίζεται σε όλες τις διαλέκτους στον αόριστο dέσςα, ηθέλησα)] στο βέτε, πάω (ρίζα βα, βε) παρατ. βέ-ιjα, στον Hh. βέεje, τρίτο πρόσωπο βίνe.

      Η κατάληξη σε α, ισοδύναμη με το am, ον, που δηλώνει την προσωπική σχέση, εμφανίζεται γενικά στον παρατατικό μετά από την παρ. κατ. ιjej, και μόνο j), το οποίο ανήκει στον ενεστώτα (cf. S 153.) συνθετικό στοιχείο του παρατατικού, όπως και στην ελληνική αλλά και την σανσκριτική. – Έχουμε επισημάνει και αλλού ότι σε ορισμένες διαλέκτους το τελικό α του παρατατικού εξασθενεί σε άφωνο e. Αυτό συμβαίνει κυρίως στην σύγχρονη τοσκ., στην οποία ο παρατατικός αν και διατηρεί την παρ. κατ. του ενεστώτα, λήγει στο άφωνο e, όπως στο πλjάκ-ιje, dό-ιje κτλ. κατά τον Hahn, που το ξεχωρίζει έτσι από τον ενεστώτα. Όμως τέτοια εξασθένηση υπάρχει και σε κάποιους αόριστους ή παρακειμένους, αν και αυτοί έχουν γενικά σε όλες τις διαλέκτους την κατάληξη α : γεγονός το οποίο επιβεβαιώνει την θεωρία σχετικά με τον παρατατικό. Στην σύγχρονη τοσκ. μάλιστα η κατάληξη ιjα, jα του παρατατικού όχι μόνο μετατρέπεται σε ιje, je (1), αλλά μερικές φορές ελαττώνεται σε άφωνο eστο πρώτο και δεύτερο πρόσωπο εν. του ενεστώτα όπως στο βράς (=βράσe), σκοτώνω, παρατατικός βράσ-e αντί για βράσ-ιje = βράσ-ιjα, σκότωνα (βλ. HahnGram. σελ.71-2] Bopp16). – Τόσο στον παρατατικό της αλβανικής, όσο και στον αόριστο δεν υπάρχουν σημάδια αύξησης] η οποία θα μπορούσε όμως, ως γνωστόν, να λείπει και από την σανσκριτική, και συχνά λείπει στην ελληνική, ιδίως από τους ποιητές, ούτε και διατηρήθηκε σε κάποια έγκλιση στους παρατατικούς της λατινικής.

      Συναντάμε λίγους παρατατικούς ενεργ. που να διαμορφώνονται από τον συνδυασμό με τη ρίζα του ρήματος είμαι, jάμe ή jάμμe, που στον παρατατικό γίνεται έσς-jα, ή ίσς-jα, και έσς-ejα, τοσκ. jέσςe = jέσς-ιjα, -ejα (-jα), στην σκοδρ. isce, ήμουν. Τέτοια είναι στην τοσκ., και ιταλό-αλβ. τα κέσς-ιjα ή κέσς-e τοσκ. (-jα) είχα,ή κίσς-ιjα (-ejα), από κάμe, σκοδρ. kesce] θόσς-ιjα (-ejα), έλεγα, από θόμe, λέω, που όμως θα μπορούσε σύμφωνα με την γενική συνήθεια να γίνεται θό-ιjα, ή θό-jα, (DeRada, Milosao σελ. 60.): κι όμως μειώνονται στα ρήματα που στον ενεστώτα λήγουν σε μe, μ, όμοια σε αυτή την κατάληξη (αλλά όχι εντελώς όπως θα δούμε) με τα παθητικά, για τα οποία είναι επομένως γενική η κατάληξη των παρατατικών σε σςα. Θα πρέπει εδώ να επαναλάβω ορισμένα πράγματα που έχω ξαναπεί για τους παρατατικούς, αφού πρέπει να θυμηθούμε συγκεκριμένα την συνήθεια της σκοδριανής ή της σύγχρονης δυτικής διαλέκτου των Γκέγκων, που διαμορφώνει τους παρατατικούς τους, κατά γενικό κανόνα με εκείνον του βοηθητικού ρήματος το οποίο σχηματίζει την κατάληξη : πχ. dò-isce, ήθελα (από το ρήμα dό-ι = dούα, dούαιje), αντί του σύγχρονου τοσκ. dό-ιje, ιταλό-αλβ. dό-ιjα, dούα-ιjα, ή dέ-ιjα] shcrò-isce, έγραφα, (από σςκρό-ι = σςκρούα-ιje τοσκ., και -νje), τοσκ. σςκρό-ιje ή σςκρό-ιjα, και σςκρούα-ιjα, -jα. Ο ήχος της σκοδρ. sce είναι ίδιος με εκείνον της τοσκ. σςα] αφού το τελικό α των Τόσκων, ή και το εσωτερικό, από τους Γκέγκους συχνά προφέρεται ε, όπως στο dούe = dούα, μούε, και μούα, στις μετοχές σε ούαμe τοσκ., ούεμe, γκ., ή ούομe, το ίδιο και σε άλλες περιπτώσεις.

      Αυτός ο σχηματισμός της σκοδριανής σε sce για τους παρατατικούς ενεργ. φαίνεται να έχει εισαχθεί πρόσφατα, καθώς και άλλοι σχηματισμοί αυτής της διαλέκτου : εφόσον πράγματι δεν συναντάται (εκτός από τα δυο ρήματα σε μ, μe) ούτε στις διαλέκτους της τοσκ., ούτε στην πιο παλιά γκ. του P. D. L. – Έτσι η κατάληξη πρώτου προσώπου σε gnete, η οποία καταγράφεται από αυτόν για όλους τους παρατατικούς, πρέπει να θεωρηθεί ως μια ιδική περίπτωση σχηματισμού της βόρειας διαλέκτου, της οποίας δεν έχουν μείνει κάποια ίχνη, από όσο φαίνεται, ούτε στην ίδια την σκοδριανή, ούτε στην αρχαία αλλά και την σύγχρονη τοσκ. Αν αποδεχτούμε όμως ως βάσιμη την άποψη του Bopp (op. c. p. 15.) πως η συλλαβή te, από το gnete, αποτελεί μια παραλλαγή της παρ. κατ. s, ή sc, του βοηθητικού ρήματος, η οποία συναντάται στο κέ-σςε, είχα, = κέ-σςjα, ή κί-σςjα] και συμπληρώνοντας πως το gne αποτελεί μια μετατροπή της παρ. κατ. je του ενεστώτα, η κατάληξη gnete θα ήταν εν μέρει ίδια με την σύγχρονη σκοδριανή sce= σςjα τοσκ. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο ήχος gne, ή νje(cf. S98, 142) μετατρέπεται εύκολα σε ιje, ή je, ή και σε j, το οποίο επιβεβαιώνεται μεταξύ των άλλων από τον ίδιο τον D.L., σε εκείνα δευτέρου προσώπου ορισμένων παρατατικών, όπως στο kesc, είχα (=κέ-σςjα, ή κί-σςjα), δεύτερο πρόσωπο tikiscgnie(D.L. σελ. 43.), και στο jescete ήμουν, (D.L. σελ. 159.) δεύτερο πρόσωπο iscgnie(=κέ-σςιjε, ή κί-σςjε, ίσς-je, -ιjε) : όμως δεν φαίνεται να συμφωνούν οι σχηματισμοί ke-sc(=κέ-σςjα), σκοδρ. ki-sce, είχα, με την υπόθεση του Bopp σχετικά με την προέλευση του teαπό το sc, ούτε εκείνη του βοηθητικού ρήματος jescete (D.L.), ήμουν, = σκοδρ. isce(τοσκ. jέσςe, ιταλ. αλβ. έσςjα, ή ίσςejα), όπου το sc είναι αμετάβλητο, αν και εκτός από αυτό στο jescete υπάρχει η προσθήκη του te. Αυτή τη συλλαβή τέλος τη συναντάμε μόνο στο πρώτο πρόσωπο εν. ενώ το sc παραμένει σε όλα τα πρόσωπα ενικού και πληθυντικού ενώ συγχρόνως αποτελεί παρ. κατάληξη. Θα μπορούσαμε επομένως να πιστέψουμε πως αυτή η προσθήκη te, των παρατατικών σύμφωνα με τον D.L., είναι μια απομίμηση της κατάληξης πολλών αορίστων της αλβανικής σε ta. Τέλος, όπως έχουμε επισημάνει, αυτή η μέθοδος του συγγραφέα που μόλις αναφέραμε, δεν γνωρίζουμε αν χρησιμοποιείται τώρα πια από κανέναν.

      Ωστόσο η πιο σωστή, και πλήρης μορφή του παρατατικού της αλβανικής σε ιjα, (ejα), jα, ια, δεν είναι παρά μια μετατροπή του ενεστώτα, όπως φαίνεται στην ελληνική, καθώς έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, προσκολλώντας τις δικές του προσωπικές καταλήξεις. Ας συγκρίνουμε τον ενεστώτα eνdέε-νje, ή eνdέ-ιje, με τον παρατατικό eνdέε-νjα, ή eνdέ-ιjα] στο ελληνικό εντείνω = *εντέν-jω, παρατατικός εν-έ-τεινον (-α) = *εν-τέν-jα (βλ. S 153). – Θα πρέπει όμως να υπενθυμίσουμε πως αν και οι ενεστώτες της αλβανικής στην γκ., και στην αρχαία τοσκ., παίρνουν συχνά το ρινικό με την παρ. κατ. je, που γίνεται ινje, νje (=gn, ign, της γκ.), αυτή η προσθήκη, εκτός από το τρίτο πρόσωπο εν., γενικά δεν περνά στον ενεργ. παρατατικό της τοσκ.

      S 211. Έχουμε δει το πρώτο πρόσωπο του αορίστου, ή του παρακειμένου της αλβανικής να λήγει σταθερά σε α, ακριβώς όπως στους παρακειμένους της σανσκριτικής, στους αόριστους και στους παρακειμένους της ελληνικής. Γενικά η προσωπική κατάληξη α προσκολλάται στην ρίζα του ρήματος που καταλήγει σε σύμφωνο, όπως στην σανσκρ. (a, αντί για ma), και στην ελληνική, όπου οι παρακείμενοι στις πιο αρχαίες μορφές σχηματίζονται ακριβώς με αυτόν τον τρόπο : πχ. λέ-λοιπ-α, τέ-τυπ-α, τέ-τοκ-α, και παρόμοια, στα οποία αντιστοιχούν τα αλβανικά λίπα, ίκ-α, eγ-γρόχ-α, σςτίπ-α και πολλά άλλα, στην ελληνική μπορεί να αποτελούν τους πραγματικούς δεύτερους παρακειμένους.

      Η τοποθέτηση των προσωπικών καταλήξεων τόσο στον παρατατικό όσο και στον παρακείμενο προκαλούν όμως διάφορες μετατροπές στις ριζικές συλλαβές : σχετικά με το οποίο θα πρέπει να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις. – Μια από τις πιο συνήθεις μετατροπές στον παρατατικό είναι η εξασθένηση του ριζικού ε σε ι : πχ. βέσςe, ντύνω, παρατ. βίσς-ιjα, -ejα (παρακ. βέσ-ςα)] σςέσe, πουλώ, διακινώ, (cf. σεύω), παρατ. σςίσ-ιjα, -ejα] πρέσe, κόβω παρατ. πρίσ-ιjα, ejα κτλ. Κατά τον Hahn(Gram. σελ. 68), αυτή η μετατροπή περιορίζεται στα ρήματα που έχουν μονοσύλλαβο ριζικό σε ες, ή εσς (=εσe, εσςe) εκτός από κjέσςe, γελώ, παρατ. κjέσς-ιjα (παρακ. κjέσςα)] αλλά σε κάποιες διαλέκτους συμβαίνει και σε ορισμένα περισσότερων συλλαβών, όπως πχ. στο αλβ. σικ. πeρσέσe (2), εξαντλούμαι, παρατ. πeρσίσ-ιjα, -ejα, και σε άλλα] όχι όμως στο παρκλέσe (παρακαλώ, έσω) και όμοια, η προέλευση των οποίων είναι πιο κοντά στην ελληνική, και τα οποία κρατούν το ε, παρκαλέσ-ιjα, -ejα, παρακαλούσα (cf. νεοελλ. παρακαλούσα). Σε αυτό το σχηματισμό προσαρμόζονται (τουλάχιστον σε κάποιες διαλέκτους) τα άλλα ρήματα που έχουν jε, ή ιε (συχνά διεύρυνση του ε), ή μόνο ε, στον ενεστώτα, όπως βjέθ ή βjέδe, κλέβω, παρατ. βίδ-ιjα, -ejα] σγjέθ, ή σγλέδe, διαλέγω, παρατ. σγjίδ-ιjα, ή σγλίδ-ιjα.

      Σε κάποια το ριζικό α δέχεται την ίδια εξασθένιση στα ρήματα σε ασ = ασe, όπως στο αλβ. σικ. βρίσ-ιjα από βράσe, σκοτώνω] φλίσ-ιjα (-ejα) από φλάσe, μιλώ. Αυτό συμβαίνει, μιλώντας γενικά, σε όλα εκείνα τα ρήματα που δέχονται την ίδια αλλαγή στον ενεργ. αόριστο, και στον παθ. ενεστώτα και παρατ. (βλ. Hahnσελ. 68, 72). Ούτε το ο εξαίρεται από αυτή τη μετατροπή, ιδίως στα ρήματα που στο δεύτερο και τρίτο πρόσωπο εν. του ενεστώτα μετατρέπουν το ο σε ε, όπως σςόχe, βλέπω, νjόχe, γνωρίζω, δεύτερο και τρίτο πρόσωπο σςέχe, νjέχe] και στο δεύτερο πληθ. σε ι, νjίχνι, σςίχνι, γνωρίζετε, βλέπετε. Ο παρατατικός τους στην αλβ. σικ. γίνεται νjίχ-ιjα, σςίχ-ιjα, (-ejα), με το ι αντί του ο, όπως στον ενεστώτα και παρατ. παθ. και της τοσκ., νjίχ-εμe, σςίχ-εμε (βλ. Hahnl. c. p. 83, 84)] αλλά ο παρακείμενος κρατά το ο, νjόχ-α, (cf. έγνωκ-α). Η μετατροπή του α, και του ο σε ι, στον ενεργ. παρατ. αυτών των ρημάτων όμως δεν καταγράφεται από τον Ηahn, ο οποίος γράφει μόνο βράσιje (=βράσιjα) αντί του βρίσιjα αλβ. σικ., νjόχιje(=νjόχιjα) αντί του αλβ. σικ. νjίχ-ιjα (βλ. ll.cc.), έτσι που δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται στην σύγχρονη τοσκ., όπου και στην παθ. γίνεται νjόχ-εμ (και νjίχ-εμ) ίσως με κάποιους άλλους παρόμοιους τρόπους πιο σύμφωνους με τις ρίζες. Μου είναι δύσκολο να δικαιολογήσω με ακρίβεια μια τέτοια μετατροπή σε ι αυτών των τριών φωνηέντων α, ε, ο, στον παρατ. αυτών των ρημάτων] μια μετατροπή η οποία κατά τα άλλα θα μπορούσε να αποφευχθεί, καθότι δεν συνηθίζεται γενικά και σταθερά, και για αυτό είναι σωστό το βράσιjα, και το βρίσιjα] θρέσιjα, και θρίσιjα] νjόχιjα, και νjίχιjα. Το ίδιο συμβαίνει και στους αόριστους ή παθ. παρακειμένους σε τα των συγκεκριμένων ρημάτων (τα οποία έχουν δηλαδή τέτοιο σχηματισμό), όπως σςί-τα, πούλησα, από σςέσe] eγγί-τα, άγγιξα, από eγγάσe] σςκί-τα, γλίστρησα, από σςκάσe : και αυτό είναι γενικότερα σταθερό σε όλες τις διαλέκτους, όχι μόνο σε αυτούς τους αόριστους, καθώς και στους ενεστώτες και παθ. παρατ., στους οποίους το συριστικό σ μετατρέπεται σε τ.

      Παρόμοια φαινόμενα με αυτά που είδαμε ως εδώ για την αλβανική συναντάμε στην ελληνική, τόσο στον δεύτερο αόριστο (του οποίου ο σχηματισμός προσαρμόζεται σε εκείνον του παρατ., έτσι που πολλοί τον θεώρησαν έναν αρχαιότερο παρατ.), όσο και στον πρώτο αόριστο, και στους παρακ.] όπου η αλλαγή των φωνηέντων γίνεται κατά κανόνα, ή η μετατόπιση των διφθόγγων, ή αντιθέτως, η σύνθεση αυτών. Υπενθυμίζω τους σχηματισμούς έ-λιπ-ον από λείπ-ω, έ-φυγ-ον, από φεύγ-ω, έ-φαν-ον από φαίν-ω, και τον πρώτο αόρ. έ-φην-α, έ-στειλ-α από στέλλ-ω, έ-νειμ-α από νέμ-ω, έ-σπειρ-α, μέλλ. σπερ-ώ, από σπείρ-ω, και τα άλλα της ίδιας κατηγορίας, καθώς και οι αόρ., οι μέλλ. οι πρώτοι και οι παρακ. που μετατρέπουν κατά κανόνα το α, ε, σε η] καλέσω, κλή-σω, κέ-κλη-κα, τιμά-ω, ε-τίμη-σα, τε-τίμη-κα, ποιέ-ω, ε-ποίη-σα κτλ. Ούτε η ίδια η λατινική και η ιταλική εξαιρούνται από τέτοιες μετατροπές : υπενθυμίζω το fallo, fe-felli, pango, pe-pigi, facio, feci, reor, ratus ] και στην ιταλική : ioodo, noiudimmo, ioudii, ioesco, egliuscì. Εφόσον είναι χαρακτηριστικό των φωνηέντων, στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, να υπόκεινται σε πολλές μετατροπές στις διάφορες μορφές λέξεων, όπως επισήμαινε ο Bopp, οποίος αποδίδει σε αυτή την προδιάθεση των φωνηέντων τις αλλαγές που παρατηρούνται στην αλβανική. Όμως η συνταύτιση και η αναλογία τέτοιων φαινόμενων στον αλβ. αόριστο σε τα, το οποίο έτεινα να σχετίσω περισσότερο με ελλ. αόριστο σε σα (βλ. SS 154-7), και σε αυτόν τον ίδιο χρόνο της ελληνικής γλώσσας, ίσως είναι κάτι ακόμα υπέρ της άποψης μου σχετικά με την προδιάθεση του συγκεκριμένου χρόνου στην αλβανική. Και η επανάληψη του ίδιου φαινομένου στους παθ. ενεστώτες και παρατ. των ρημάτων σε –σe, νομίζω πως την επιβεβαιώνει υπενθυμίζοντας πως τα ρήματα αυτού του τύπου πρέπει να προέρχονται ακριβώς από τον σχηματισμό του αόρ. ή του πρώτου μέλλ. του ελλ. και σανσκρ., οι οποίοι διαμορφώνονται από τη ρίζα as, του βοηθητικού ρήματος δηλαδή. Για την προτίμηση της αλβανικής στο τ, αντί του σ, έχουμε αναφερθεί πολλές φορές.

      S 212. Μια άλλη συνήθης μετατροπή στους αόριστους της αλβανικής, οι οποίοι κατά την άποψη μου θα έπρεπε να λέγονται παρακ., χρήζει ιδιαίτερης προσοχής, επειδή συμφωνεί με τις ιδιαίτερες μορφές, και τα χαρακτηριστικά των ελληνικών ιδιωμάτων, τόσο που θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα από τα πιο ενδεικτικά παραδείγματα γραμματικής αναλογίας ανάμεσα σε ελληνική και αλβανική γλώσσα. – Αναφέρομαι στην γνωστή μετατροπή του ε στους δεύτερους παρακ. της ελληνικής σε ο : τέ-τοκα από τέκ-ω, λέ-λοιπ-α, από λείπ-ω, λέ-λογ-α από λέγ-ω, έ-στολ-α, από στέλ-λ-ω, πέ-ποιθ-α από πείθ-ω] και πολλά άλλα. Ο ίδιος κανόνας, όπως έχουμε δει, παρατηρείται γενικά και στην αλβανική, έτσι που οι παρακ. της αλβ. αυτού του τύπου προκύπτουν εντελώς ίδιοι με τους ελληνικούς που μόλις είδαμε : πχ. χόλκj-α από χέλκ-e, ή χέλκj-e, =έλκ-ω, Ηέλκ-ω, παρακ. *έολκ-α (cf. έολπ-α), cf. ολκή] τόρ-α, από τίερ-e, γνέθω, λεπταίνω το λινό κτλ. cf. τείρ-ω, *τέ-τορ-α] πόλ-α από πίελe γεννώ, cf. πώλος] πeσςτόλ-α, από πeσςτίελe(-λje), περιτυλίγω, cf. στέλλω, έ-στολ-α] σόλ-α, από σίελ-e, σέλ-e, τείνω, φέρω = σέλ-ω δωρ. (έλ-ω) παρακ. *σε-σολ-α, (*έολ-α;)] ρόδ-α από ρjέθ, ρjέ-δ-e, αναβλύζω, τρέχω, cf. ρέ-ω, (ρόθος;), rat-ha-s σανσκρ., ρό-ος] σγλόθ-α, από σγλέθ-e(δ-e) διαλέγω, εκ-λέγ-ω, λέ-λογ-α] eμbλjόδ-α, ή eμbjόδ-α από eμbλjέθe ή eμbλέθ-e(δ-e), συλλέγω, cf. πλήθ-ω] χόδ-α, ή χόdd-α, από χjέθ-e, (δ-e), ρέω, cf. χέ-ω] ρόπ-α, από ρjέπ-e(=ρέπ-e) ξεφλουδίζω, cf. λέπ-ω, λέ-λοπα, λόπος] βόλ-α από βίελ-e, ξερνώ, cf. βολή από βάλ-λ-ω, και βόλος] πόκj-α από πjέκ-e, μαγειρεύω, ψήνω] dόγj-α από djέγ-e, ή djέκ-e, καίω] eνdόκj-α (ή καλύτερα eνdόκj-α) από eνdjέκ-e, διώκω] dρόδ-α, από dρέθ-e(-δ-e), στρέφω, και άλλα του ίδιου τύπου.

      Αυτό όμως συμβαίνει μόνο στους αορίστους που είναι ίδιοι με τους δεύτερους παρακ. της ελληνικής, σε εκείνους δηλαδή που προσκολλούν άμεσα την προσωπική κατάληξη α στην ρίζα, όχι σε εκείνους που παίρνουν κάποιο άλλο σύμφωνο μαζί με την κατάληξη.

      Υπάρχουν ωστόσο εξαιρέσεις, όπως φσςέχ-α από φσςέ-χ-e, κρύβω (ψέφας βλ. S 58.), γκ. πσςέφ-e] κρέχ-α από κρέχ-e, χτενίζω] σςκρέχ-α από σςκρέχ-e, εκρήγνυμαι, κάνω πάταγο] κjέθ-α από κjέθ-e, κατεδαφίζω, κjέπ-α από κjέπ-e, ράβω] κjέλeπ-α από κjέλeπ-e = κάλjπe. Εξαιρούνται επιπλέον οι αόριστοι των ρημάτων σε έσe, ή έσσe, που διατηρούν το συριστικό (πέρα από εκείνα που αλλάζουν σε τ, για τα οποία μιλήσαμε παραπάνω), όπως παρακαλ-έσe, ή –έσσe, αόριστος παρκαλέσ-α, eγγαλέσe, κατηγορώ, eγγαλέσ-α, = εγκαλώ από την ελληνική] και εκείνα σε ξe, ψe, όπως eγγjέψe, ορέγομαι, γεύσ-ομαι] στέρξe, συναινώ, στέργω, ξω, με τα όμοια τους, που κάνουν eγγjέψ-α, στέρξ-α] για τα οποία η εξαίρεση βασίζεται στον χαρακτήρα του αορίστου, παρά του παρακ., σύμφωνα με όσα έχουμε αναφέρει.

      Η αλλαγή σε ο στους παρακ. υιοθετήθηκε από ορισμένα ρήματα για τα φωνήεντα α, και ι, που ανήκουν σε αυτά : πχ. μόρ-α (3), πήρα, από μάρρe] φόλ-α, μίλησα από φλάσe, με τη μετάθεση της ρίζας φλα. Αλλά αυτού του τύπου εντοπίζονται τα ίχνη και στην ελληνική ] για παράδειγμα βολή από βάλλω] λόβος, από *λάβ-ω, λαμβάνω] έρρωγα από ρήγνυμι, *ράγω κτλ.

      Ένα παράδειγμα του ι που μετατρέπεται σε ο στον παρακ. είναι το dίρκjεμe ή dίργjεμe (αλβ. σικ. σ-dίργj-εμe), γεννώ, παρακ. ου dόρκj-α (ου σ-dόρκj-α)] το οποίο συμβαίνει παρομοίως στην ελληνική (τέ-) τοκ-α από τίκ-τα-ω, το αλβανικό dίρκjεμe(cf. S 78, 101) = τίκ (τ) -ομαι που δέχεται την ίδια μετατροπή του ε (=α) σε ι στον ενεστώτα, όπως στην ελληνική.

      Το γ, και κ, μαλακώνουν γενικά σε γj, κj, μπροστά από την κατάληξη των παρακ., όπως σε άλλες περιπτώσεις (βλ. S 61).

      S 213. Η προσωπική κατάληξη α είναι εκείνη που περιλαμβάνεται σε όλους τους παρελθοντικούς, είτε αυτοί είναι αόριστοι, είτε παρακείμενοι : αλλά σε κάποιους ελάχιστους που σχηματίζονται με την παρ. κατ. που αφαιρείται από το βοηθητικό ρήμα (βλ. S157), το α εξασθενεί σε άφωνο e, όπως είδαμε να συμβαίνει στους παρατ. της τοσκ. διαλέκτου. Τέτοιοι είναι οι παρελθοντικοί σε ασςe, θα-σς-e, και θάτς-e (Hahn), είπα, από θόμe(cf. έ-φα-σ-α) = θα-σς-α] πά-σς-e ή πάσςe, και πάτς-e (Hahn), είδα, από το ασυνήθιστο πά, κοινό σςόχe, = πά-σς-α] δά-σς-e, είπα, από το ασυνήθιστο δά, κοινό jάπe, άπe = δάσς-α] λά-σς-e, άφησα, από λή, λά (λή-ιje) = λάσς-α και λjάσς-α. Στα οποία πρέπει να εντοπισθεί ένας παράλληλος σχηματισμός με εκείνον του πρώτου αορίστου της ελληνικής συγκρίνοντας τους, έ-φασ-α, *ώ-πασ-α (από οπέω = οράω), *έ-δοσ-α, ή-λασ-α. Αυτοί όμως οι αόριστοι δεν διατηρούν γενικά τον σχηματισμό των πρώτων εκτός από το πρώτο πρόσωπο ενικού (4). Αλλά υπάρχουν και κάποια που τον κρατούν σε όλα τα πρόσωπα : έτσι ο αόριστος του δούα, θέλω, (*δε-ω) πρώτο πρόσωπο dέσς-α, ήθελα (=*ε-δέησ-α)] δεύτερο πρόσωπο dέσς-ε] τρίτο πρόσωπο dέσς-ι. Oπληθυντικός πρώτου προσώπου dέσς-eμe, δευτέρου προσώπου dέσς-eτe, τρίτου dέσς-eν, -νe. Ας συγκρίνουμε στον σχηματισμό τους δύο χρόνους :

                                                          

                   Αλβανική                                                    Ελληνική

                   Αόριστος                                              Πρώτος Αόριστος              

Εν.    1.ο     dέ-σς-α                    ήθελα                 (έ)-δη-σ-α (από δέω)

         2.ο     dέ-σς-ε                    ήθελες                δή-σ-α-ς (-ε-ς νεοελλ.)

         3.ο     dέ-σς-ι                     ήθελε                     δή-σ-ε

Πληθ.1.ο      dέ-σς-eμe                θέλαμε                   δή-σ-αμε-ν

 

         2.ο      dέ-σς-eτe                 θέλατε                   δή-σ-ατε

         3.ο      dέ-σς-eν                    ήθελαν                   δή-σ-αν.

 

      Έτσι ο αόριστος του ρήματος της γκ. dρούε, ή dρόι (5), φοβάμαι, αμφιβάλλω (βλ. D.L. σελ. 65), γίνεται dρέσς-α, ολόιδιος με τον αόριστο του ρήματος dούα, με τον οποίο συμμορφώνεται σε ολόκληρη την κλίση ακόμα και στους άλλους χρόνους.

      Οι αόριστοι που αναφέραμε, και οι όμοιοι τους, μεταξύ των οποίων το κjέσςe, ήμουν, γκ. και τοσκ., που εκτός από το πρώτο πρόσωπο ενικού χάνουν το χαρακτηριστικό των πρώτων, ακολουθούν σε όλα τα άλλα πρόσωπα τον σχηματισμό των δεύτερων αορίστων της ελληνικής. Όμως τα ίχνη αυτού του χρόνου και για το πρώτο πρόσωπο ενικού δεν έχουν εξαφανισθεί] εφόσον υπάρχει ένας άλλος σχηματισμός αυτών των χρόνων με το πρώτο ενικού σε εε (ή αε) : θέε, είπα, = θάσς-e] δέε, = δάσς-e] λέε, ή λjέε, άφησα, = λάσς-e, ή λjάσς-e] και έτσι για τους άλλους : αλλά στον D.L., (σελ. 140), με πιο σωστό σχηματισμό, για να ξεχωρίζει το πρώτο από το δεύτερο πρόσωπο, γίνεται pae, είδα = πέε ιταλό-αλβ. = πάσςe κοινό της τοσκ. Υπό αυτή τη μορφή υπάρχει στην αλβανική ένας πραγματικός αόριστος σύμφωνα με την αρχαία ελληνική (που σχετίζεται με την σανσκριτική), εκτός των τελικών συμφώνων που στο δικό μας ιδίωμα, όπως στην ιταλική, εξαφανίζονται :

                       Αλβανική                                                    Ελληνική

                   Αόριστος                                              Δεύτερος Αόριστος             

Εν.    1.ο     θέε, ή θάε (cf. D.L. pàe)                  (έ)φη-ν (=έ-φα-ν)      είπα

         2.ο     θέε, ή θέ (the)                                     φη-ς                    είπες

         3.ο     θα, ή θα                                              φη   (=φά)            είπε

Πληθ.1.ο      θάμe                                                  φάμε-ν                είπαμε   

         2.ο      θάτe                                                   φάτε                    είπατε

         3.ο      θάν                                                     φαν   (=έ-φασαν)  είπαν.

      Πολύ σωστά ο Bopp (op. c. p. 17, 18) θέτει με τον ίδιο τρόπο σε σύγκριση αυτόν τον αόριστο της αλβανικής στα ακόλουθα πρόσωπα (αφού για το πρώτο πρόσωπο σε εε, αε, δεν υπάρχει καμία πληροφορία), με τους δεύτερους αόριστους της ελληνικής και της σανσκριτικής, àdam= ελλ. έδων] àdham= ελλ. έθην] àstam= ελλ. έστην. Πως το πρώτο πρόσωπο έπειτα αυτών των αορίστων είναι πιο σύνηθες υπό την μορφή του πρώτου σε –σςe = σςα (ελλ. –σα, -σσα), παρά του δεύτερου σε εε, αε, δεν με εκπλήσσει καθόλου.

      S 214. Όπως σε κάθε γλώσσα ( και συγκεκριμένα στην ελληνική για τους αόριστους και τους μέλλοντες ), υπάρχουν ρήματα, τα οία παίρνουν κάποιους χρόνους από διαφορετικές ρίζες, έτσι συμβαίνει το ίδιο στον αόριστο της αλβανικής. Από αυτή την άποψη στα προαναφερθέντα : σςόχe, βλέπω, αόρ. πάσςe] άπe, δίνω, αόρ. δάσe, θα πρέπει να προσθέσουμε τα : bίε = bίε-ιje, σκοδρ. bιέι, πέφτω, χτυπώ, αόρ. ράσςe, ρέε (cf. παίω, και πίπ-τα-ω, έ-πεσ-ον : ράσσω)] βίνje, ή βί-ιje, έρχομαι, αόρ. έρδα (6), και στο τρίτο πρόσωπο έρθe(cf. *βάω, *βέω, βαίνω, βήμι: έρχ-ομαι, ήλθ-ον, στην καθομιλουμένη ελληνική ήρθα, να έρθω)] bίε, συγκοπή από bjέρe, ή bjέριje, φέρω, παρατ. bjέρe(Hahn), = bjέριjα, ή bίριjα και bίεjα, αόρ. προύρα, προύβα, γκ. προύνα] κάμe, έχω, αόρ. ή παρακ. πάτα, ή πάτςe (7) (πατέομαι, πάομαι)] jάμe, είμαι, αόρ. κjέσςe τοσκ., κeλέβα αλβ. σικ. (8)] πελτσάσe, κάνω πάταγο, καταστρέφω, αόρ. ή παρακ. πλjάσα, από πλjάσe, αλβ. σικ. πλάσe, ή πλάσσe(cf. πάλλω, παλτάζω] και πλάσσω, πλήσσω)] πeλλάσe, ουρλιάζω, και για τα ζώα, λέω δυνατά, αόρ. πάλα, από πάλe(cf. αλβ. σς-πάλe, διαδηλώνω, αποκαλύπτω] και το λατινικό palam, palor, aris] το ιταλικό propalare). Μεταξύ των αορίστων, ή παρακ. μπορούμε να υπενθυμίσουμε (εφόσον απομακρύνονται σε κάτι από τον κοινό σχηματισμό) εκείνο του γjέ-ιje, ή γjέε-νje(γκ. γjέν’ιje), βρίσκω, γjέτα ή γjέττα, στην παθητική, ή αυτοπαθή, ου γjèντα, ή γjήνdα] του χά (χά-ιje), τρώω, καταπίνω, που παίρνει τον διπλασιασμό, χά-γ-γρα, (και χήγγρα) πιθανόν αντί για *γά-γρα, ρίζα γρα, γραίνω, σανσκρ. gar, όπου η μετοχή της γκ. γράν, ’γγρήν τοσκ.] του βdέσe, ή βdέσσe, πεθαίνω, βdίκjα (και dέσσe, dίκjα), στο οποίο το κ, ή κj, είναι όμοιο με εκείνο των παρακ. της ελληνικής σε κα, αλλά μπορεί να είναι ριζικό αν θεωρηθεί ρίζα το dεκ, παρά το δε, ή το βδe(cf. S 53. n. 65)] του κeλάσe, αόρ. κάλλα ή κάλα και κάλτα, που θα μπορούσε να παραπέμπει στη ρίζα της σανσκριτικής kal, (βλ. S 128).

      S 215. Αν και κατά γενικό κανόνα οι αόριστοι της αλβανικής σχηματίζονται από τη ρίζα του ρήματος, όταν λήγει σε σύμφωνο, με το πρόσφυμα α της προσωπικής κατάληξης] όμως θα πρέπει να εξαιρέσουμε εν μέρει, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, τα ρήματα σε ς, ή σe, λόγω του ότι γενικά σε αυτά το συριστικό δεν είναι ριζικό αλλά πρόσφυμα (βλ. S 144). Μόνο κάποια, τα οποία φαίνεται να έχουν σχηματισθεί μεταγενέστερα, έχουν τον αόριστο σε σα, το οποίο συμφωνεί με τους πρώτους αόριστους της ελληνικής τόσο στη μορφή, όσο και στην προέλευση. Τέτοιοι είναι αρκετοί σε έσe (ή έσσe), όπως παρκαλέσe, eγκαλέσe, αόριστος παρκαλέσα, eγκαλέσα] βαρέσe, βαρέσα ( βαρένω νεοελλ. = βαρέω, βαρύνω, με την έννοια του ενοχλώ, βαριέμαι ), και άλλα παρόμοια.

      Γενικά τα ρήματα σε ίς, ίσe έχουν τον αόριστο σε ίσα, όπως στολίσe, ποτίσe, αόρ. στολίσα, ποτίσα (=εστόλισα, επότισα)] σκομολίσe, ομολογώ, από το ελληνικό εξομολογέω, ήσω, αόρ. σκομόλισα, το οποίο είναι αλβ. σικ., πιο πιστό αντίγραφο στην τοσκ. ξεμολοjίς (σe), αόρ. –ίσα, = ελλ. εξωμολόγησα] λιπίσe, (λύπη, λυπούμαι, -έω), αόρ. λιπίσα] πελεκjίσe, κόβω με τσεκούρι από πελέκj-ι = πέλεκυς ] μειλj-, ή μελj-ίσe, γλυκαίνω, cf. μειλίσσω] προσκονίσe (προξονίσe), υποδέχομαι, cf. προξενέω : μεταξύ των οποίων εξαιρούνται εκείνα που κάνουν και στον ενεστώτα σε ίτ, ίτe, όπως λιαθ-ίσe, και –ίτe] πορσ-ίνje, -ίσe, -ίτe, κτλ.] εφόσον αυτά έχουν τον αόριστο σε τα, πορσίτα, λjαθίτα. – Ομοίως παίρνουν το σ στον αόριστο όλα τα ρήματα σε ός, όσe, όπως σόσe, τελειώνω, αόρ. σόσα ] πλακόσe, (πλακώνω), πλακόσα κτλ.] εκτός από κουλόσe, βόσκω, που στο 2ο και 3ο πρόσωπο εν. στον ενεστώτα γίνεται κουλότ (9), από όπου ο αόριστος κουλότα] και λjόσ (Hahn), καλύτερα λόζe, ή λjόζe(ιταλ. αλβ.), (cf. λυάζω), που έχει τον αόριστο λjούαιτα = λούαιτα (αλβ. σικ.), από τον σχηματισμό του ενεστώτα λούαιje, ή λjούα-ιje, και -νje. Τέλος κάθε ρήμα που θα μπορούσε να λήγει σε σ, σe, και σε τ, τe και που να παίρνει μπροστά ένα οποιοδήποτε φωνήεν, όπως κeπού-ς, και κeπού-τe, κόβω, κόπτω (αλβ. σικ. κeπούνje, cf. κόπ-ω, -έω) : μας, και μάτe, μετρώ, κρατά το τ στον αόριστο, κα επομένως και στην παθητική του ενεστώτα και στον παρατατικό.

      Η πλειοψηφία εκείνων που λήγουν σε άς, άσe, λόγω μιας αρκετά γνωστής μετατροπής στην αλβανική που στον αόριστο αλλάζει το σ σε τ, γενικά εξασθενούν το φωνήεν σε ι, όταν μπαίνει ο τόνος : πχ. το προαναφερθέν κeλάσe, εισάγω, αόρ. κeλίτα (αλβ. σικ.), αλλιώς κάλτα, και κάλλα (Hahn)] σςκάσe, γλιστρώ, αόρ. σςκίττα (Hahn), ή σςκίτα (παρακ. σςκάβα αλβ. σικ.)] θράσe γκ., θeρράς (Hahn) και θρέσe τοσκ. και ιταλό-αλβ., cf. ελλ. θρέω, φωνάζω, καλώ, αόρ. θρίτα (αλβ. σικ.), και θίρρα, με την μετάθεση του φωνηέντου, και απορρόφηση του τ αντί του θρίτα, τοσκ. θύρρα, και θύρρτα (10) (Hahn σελ. 72)] βeρρ-άσe, ουρλιάζω, -ίτα] bλjεγρ-άσe, -ίτα (-ίττα, Hahn) cf. βληχάομαι, φωνάζω] bριττάσe, μουγκρίζω κτλ. (D.L. britas), αόρ. Bρίττα, από το ριζικό bρίττe = βρύττω, χωρίς την παρ. κατ. ασe, as(cf. Ann.(C) 34) ] eγγάσe, αγγίζω, γίνεται eγγάβα, και eγγ-ίτα, ή –ίττα] αλλά το άλλο σύνθετο περ-κάσe(11) (D.L. per-kas, σελ. 73) δεν λαμβάνει υπόψη το πρόσφυμα, και γίνεται pre-ka, (πρέ-κα πρε = περ)] έτσι φόλ-α γίνεται από το φλά-σe, λόγω μετάθεσης, και αλλαγής του φωνηέντου (βλ. S 212)] κeρτσάσe και κρετσάσe, αντηχώ, γίνεται κρίτσα (ή κρίσσα, Rh.) αντί για *κeρτσίτα όπως θα μπορούσε να φανταστεί κανείς, κρίνοντας από τη ρίζα κρετς, κριτς, cf. κρέκω, κροτέω, ή καλύτερα κρίζω (12)] ξέσe, χτυπώ, αόρ. ξίτα (ξίττα)] επίσης bρέ, = bρέ-ιje, κατατρώγω (cf. βορ-άζω (13) βρώ-σκω, βρύ-κω, λατ. voro), παρόλο που λείπει το σ στον ενεστώτα, γίνεται στον αόριστο bρίτα (D.L. σελ. 108).

      Αλλά ορισμένα από αυτά τα ρήματα μπορεί να έχουν εκτός από τον αόριστο σε τα, ή μόνο α, και σε βα, όπως της ρίζας που τελειώνει σε φωνήεν : πχ. το αναφερθέν eγγά-σe, eγγά-βα] βρά-σe, σκοτώνω, βρά-βα] πρέ-σe, κόβω, πρέ-βα] δjέ-σe (=χέζω), δjέ-βα. Όλα αυτά όμως στην παθητική ενεστώτα και παρατατικού παίρνουν τη συλλαβή ιτ, καθώς έχουν το τ στο 2ο και 3ο πρόσωπο του ενεργ. ενεστώτα : όπου βρίτεμe, πρίτεμe, eγγίτεμe κτλ.

      S 216. Τα ρήματα που διατηρούν τη ρίζα που λήγει σε φωνήεν, έχουν συχνά τη διπλή μορφή του αορίστου, εκείνη δηλαδή σε τα, ιτα (=σα, ησα, ελλ. αόριστος), και εκείνη σε βα, ή σε κάποια θέματα να = ρα (βλ. S 156). Έτσι για παράδειγμα τα ρήματα σε ά-ιje(=άνje), όπως το eνdά-ιje(eνdά-νje, ιταλ. αλβ.), διαιρώ, έχει τον 1ο αόριστο eνdά-ιτα (14), τον 2ο eνdά-βα (εν-δαίω, -σα, cf. -α-α ενός δεύτερου παρακ. *δε-δα-α). Εκείνα σε έ- ιje, ί-ιje, ή ύ-ιje έχουν επί το πλείστον τον αόριστο σε ίτα] αλλά ορισμένα, κυρίως εκείνα σε έιje, μόνο τον παρακ. σε έβα, όπως bλjέι-je, ή bλέ-ιje(bλέε), αγοράζω, παρακ. bλέβα, bλjέβα] κeθέιje, ή κeθέενje (αλβ. σικ.), στρέφω, μετατοπίζω (εκ-*θέω) παρακ. κeθέβα. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε πως στην τοσκ. διάλεκτο, καθώς και στην γκ., τα ρήματα σε έιje, παρακ. έβα] εκτός από τα λjέιje, γεννώ, bλjέje, αγοράζω] παίρνουν ένα υ στον πληθυντικό του αορίστου, και στην μετοχή, μπροστά από το ε] έτσι από σςeρbέιje (D.L. scerbègn), υπηρετώ, ο παρακ. γίνεται σςeρbέβα πληθ. σςeρbύεμe (scerbueme)] από κeθέβα εν., γίνεται κeθύεμe στον πληθ., -ύετe, -ύεν (-νe), και η μετοχή κeθύερe: την ίδια πορεία έχουν τα ρήματα σε -ύειje(βλ.Hahnσελ. 74-5-7 : D.L. σελ. 54 και συνέχεια). Έπειτα από αυτή την πληροφορία θα πρέπει να υπενθυμίσουμε πως το υ, όπως το ι, συχνά προκύπτουν λόγω κάποιας επέκτασης του ε, ή καλύτερα το ε εξελίσσεται από το ι, υ, ή τέλος αυτά τα δυο φωνήεντα μπαίνουν μπροστά από το ε, όπως και μπροστά από κάποια άλλα φωνήεντα (βλ. S 32) : το ι, και το υ, έπειτα εναλλάσσονται από την μια διάλεκτο στην άλλη, έτσι το τοσκ. λjύ-ειje, είναι = λjίενje ή λίενje ιταλό-αλβ., αλείφω, με τον αόρ. λίειτα ή λjίειτα, παρακ. λjέβα (cf. αλείφ-ω, λείος, λειαίνω)] επομένως σε αυτές τις λέξεις στην ιταλό-αλβ. γίνεται –ίεμε, ίερ, αντί για ύεμe κτλ., και το ίδιο συμβαίνει στην ελλ. αλβ. Εκείνα σε ήιjeije) έχουν γενικά τον αόριστο σε –ήιτα (èιτα)] αλλά κάποια σε να = ρα, όπως bήιje, κάνω (bήνje ιταλό-αλβ., και bούνjeαλβ.-σικ.), bήρα, bούρα, στην γκ. bάνα από τον ενεστώτα bάνje] dήιje(dέενje αλβ. σικ.), μεθώ, κατά τον Hahn, σελ. 85, γίνεται dήιτα, και dήρα, στην αλβ. σικ. μόνο dέιτα. Εκτός από αυτό το ρήμα και κάποια μεταξύ εκείνων που αναφέρει ο Hahn (ib.), προφέρονται στην αρχαία τοσκ., καθώς και στην γκ., με καθαρό ε, όπως eνdέενje, εξαπλώνω, bρέιje, κατατρώγω. Άλλα μεταξύ εκείνων σε eije, είναι ρίζας που λήγει σε σύμφωνο, και το άφωνο e μετά τη ρίζα, μπροστά από την κατάληξη ιje, όπως καταγράφονται από τον Hahn (eιγ), είτε πρόκειται μόνο για μια συνήθεια στην προφορά της τοσκ., ή καλύτερα, το αρχικό α εξασθενεί ως συνήθως, και έτσι το ιj θα ήταν μια επέκταση του jαπό a-ja-mi] επομένως ο  παρακείμενος τους ακολουθεί τον γενικό κανόνα των ριζικών σε σύμφωνο : πχ. σςτίπe, ή σςτύπ-eije, παρακ. σςτίπα] χίπ-e, ή χίπ-eije, παρακ. χίπα] ίκ-e, ή ίκ-eije, παρακ. ίκα] έτσ-e, ή έτσ-eije, παρακ. έτσα. Αλλά θα μπορούσε να γραφτεί σςτύπ-ιje, χίπ-ιje, ίκ-ιje, ή σςτίπ-eje, ή και σςτίπινje κτλ., σύμφωνα με όσα έχουμε πει παραπάνω. – Μεταξύ εκείνων σε ιje, ή ί, όπως πί, και πίje, μερικά έχουν και τους δυο σχηματισμούς, και κάποια άλλα μόνο ένα σχηματισμό αορίστου : πχ. αρρίje, αρκώ, φθάνω, παρακ. αρρίβα (στην αλβ. σικ. αρρέινje, αρρèιje έχει τον αόρ. αρρέιτα, τον παρακ. αρρούρα)] πί, ή πίje, πίνω, παρακ. πίβα, αόρ. πίιτα] ρίje, βρίσκομαι, ή ρί, ρίτα (αλβ. σικ.) (15)] κjίje, παρακ. κjίβα, dί, ή dίje, dίιτα (δαίω, δήω, γνωρίζω), που όμως παίρνει τον αόριστο από το ρήμα dσή, dσήιje, dσάι γκ., ή zaa (D.L.), μαθαίνω, και γίνεται dσήρα, αλβ. σικ. dσούρα, γκ. zuna (D.L. σελ.155). Το ρήμα χίje, ή χίνje, μπαίνω, μπορεί να κάνει στον αόριστο χί-ρα, και χίιτα, γκ. χί-να (D.L. 147)] και έτσι και κάποιο άλλο.      

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 27th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS