Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 16)

Share

      Τα ρήματα σε ούιjeέχουν τον αόριστο σε ούιτα : όπως eμbρούιje, ζυμώνω, από bρούμe, η ζύμη, (cf. βρώμη, η τροφή), αόρ. eμbρούιτα. Όμως εκείνα σε ουάιje(αλβ. ιταλ. ούανje) μπορεί να έχουν τον αόριστο σε ούαιτα, και το παρακ. σε όβα, που είναι πιο σύνηθες : πχ. γατούαιje, ετοιμάζω, αόρ. γατούαιτα, παρακ. γατόβα] παγούαιje, πληρώνω, παγούαιτα, παρακ. παγόβα] σςκρούαιje, γράφω, σςκρούαιτα, παρακ. σςκρόβα. Τα πιο ομαλά τελικά είναι εκείνα σε -όιje, όνje, (ή όινje), που όλα έχουν τον παρακ. σε όβα] κι αν, όπως ορισμένα, μπορεί να πάρουν τον σχηματισμό ούαιje, έχουν και τον αόριστο σε -τα. – Γενικά κάθε ρήμα χρησιμοποιεί ένα, ή δυο από τους σχηματισμούς που είδαμε : και πάνω σε αυτό προσπαθήσαμε να πάρουμε μια ιδέα, όσο το δυνατόν πληρέστερη.

 

      Αλλά όπως φαίνεται από τα όσα είπαμε ως εδώ, αν και οι αόριστοι της αλβανικής έχουν όλοι την κατάληξη α, και δεν απομακρύνονται από τους σχηματισμούς, τα, βα, να = ρα, ή μόνο α που ακολουθεί τη ρίζα, είναι πολλές οι ιδιαιτερότητες στον τρόπο των ρημάτων. Θα πρέπει να υποθέσουμε, πως ανά τις διαλέκτους συναντάμε αρκετές διαφορές σχετικά με τους σχηματισμούς των αορίστων, είτε στο να χρησιμοποιείται περισσότερο η μια από την άλλη λέξη, η οποία έχει ξεχαστεί, είτε να χρησιμοποιείται η ξεχασμένη αντί εκείνης που στις άλλες διαλέκτους είναι η πιο γνωστή. Ωστόσο είναι χρήσιμη η βοήθεια ενός λεξικού, καθώς λίγο πολύ όλες οι γλώσσες, έτσι και η αλβανική δεν μπορεί να θεωρηθεί σε αυτό λιγότερο ομαλή από τις άλλες. – Είναι πιθανό αρχικά κάθε ρήμα της αλβανικής να είχε δυο σχηματισμούς για το παρελθόν, δηλαδή τον αόριστο, και τον παρακείμενο] κάτι το οποίο μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ο μεγάλος αριθμός ρημάτων που μέχρι τώρα διατηρούν και τους δυο σχηματισμούς. Έπειτα οι δυο χρόνοι έχουν χαρακτηριστικά αρκετά ευκρινή, εφόσον οι μεν καταλήγουν σε αόριστους, και οι δε σε δεύτερους παρακειμένους της ελληνικής (βλ. S 154, 211, και συνέχεια). Σπάνια συναντάμε έπειτα και δεύτερους αόριστους, και πρώτους που μοιάζουν με τους ελληνικούς, όπως έχουμε δει.

      Θα πρέπει εδώ να υπενθυμίσουμε με την ευκαιρία το παράδειγμα της καθομιλουμένης ελληνικής, στο οποίο ο 1ος αόριστος είναι ο χρόνος που γενικά παραμένει περισσότερο σε χρήση] παρόλο που υπάρχουν και αρκετοί 2οι αόριστοι, που όμως έχουν την προσωπική κατάληξη σε α, όπως έ-λαβα, έφυγα, είχα, κτλ., όπως και στους αλβανικούς. Συναντάμε τέλος στην καθομιλουμένη ελληνική κάποια ίχνη παρακειμένων σε κα, όπως εβγήκα (= εκ-βέ-βηκα)] και πέρα από αυτό η κατάληξη κα προσκολλάται, από γραμματικό λάθος, στους παθητικούς αόριστους : εγεννήθη-κα, επιάσθη-κα, εσκοτώθη-κα, και παρόμοια. Όμως δεν υπάρχουν παρά ελάχιστα ίχνη, αν δεν κάνω λάθος, των 2ων παρακ. της αρχαίας ελληνικής.

      S217. Πέρα από την οριστική, στην υποτακτική δηλαδή, η οποία περιλαμβάνει και την ευκτική, οι προσωπικές καταλήξεις των ρημάτων στο 1ο πρόσωπο ενικού του ενεστώτα επί το πλείστον δεν απομακρύνονται από εκείνες της οριστικής. Αλλά εκεί όπου σε αυτήν πιο εύκολα καταργείται η πλήρης κατάληξη ιje, eje, eιje, ινje, νje] στην υποτακτική συνηθίζει να διατηρείται ολόκληρη. Έτσι για παράδειγμα της οριστικής σςτίπe, ή σςτίπ-ιje, ινje] μπορεί να είναι σςτίπeje, ή σςτίπ-eινje, -eνje, αλβ. ελλ. και αλβ. ιταλ., η υποτακτική ενεστώτα του 1ου προσώπου ] σςτίπ-eσς, ή –ισς, -σς, του 2ου ] σςτίπιje(όπως το πλjάκιje στον Hahn) του 3ου, ή σςτίπ-eje, και –νje, σύμφωνα με τις διάφορες προφορές, και την χρήση των διαλέκτων.

      Αλλά στα λίγα ρήματα, τα οποία κρατούν την κατάληξη μ, μe για το 1ο ενικού του ενεστώτα της οριστικής, κάμe, jάμe, θόμe, η διαφορά ανάμεσα στις δυο εγκλίσεις είναι αξιοσημείωτη. Εφόσον η υποτακτική, και επιθυμητική, διακρίνεται από το μακρύ ε, = εε, που κατά την άποψη του Bopp (op. c. p. 13) ισοδυναμεί με τον δίφθογγο της ευκτικής της ελληνικής, και της δυνητικής της σανσκριτικής] το οποίο μου φαίνεται επίσης πως θα μπορούσε να σχετίζεται με το a της ινδογερμανικής, (η, ω ελλ.) της υποτακτικής, καθώς και με το αι, ει, οι, της ελλ. ευκτικής, αρχικά ι, και ιη = ja, διακριτικό της ευκτικής (Schl. 543-7). Σε αυτό τέλος θα μπορούσε να αποδίδεται η σταθερότητα των προσφυμάτων eije, eje, ή νje, στην υπ. ευκτ. των άλλων κοινών ρημάτων. Είναι βέβαιο πως η ευκτική, ή η δυνητική σανσκρ., και ελλ., συμφωνούν με την υπ. ευκτ. της αλβανικής στα ρήματα που αναφέραμε σε μe, συγκρίνοντας για παράδειγμα το bhar-em, -es, -et, όμοιο με το bhar-a-i-m, -a-i-s, a-i-t, και το ελληνικό φέρ-οι-μι ενεστώτας, ή τον αόρ., 1ου προσώπου λύσ-α-ι-μι, 2ου α-ι-ς, 3ου α-ι (-τι), με τα αλβανικά, 1ου κέε-μe, δηλαδή kem(=έχοι-μι), 2ου κέε-σς, 3ου κέε-τ (-τe)] 1ου θέε-μe, 2ου θέε-σς (ή θούασς, και θούεσς), 3ου θέε-τ (τe)] jέε-μe κτλ. Βολεύει εδώ να υπενθυμίσουμε πως το ελλ. αι είχε την μεγαλύτερη αναλογία με το η (=e), έτσι που συχνά το η αντικαθιστούσε το αι, και στην αιολική διάλεκτο της Βοιωτίας δίχως να υπογραμμίζεται το ι, όπου κή = καί, μέμφομη = μέμφομαι. Δικαίως ο Bopp συγκρίνει ομοίως τα αλβ. kemκτλ., με το λατινικό dem, des, det (ib.) – Σε αυτά τα ρήματα ωστόσο η κατάληξη του 1ου προσώπου της υποτακτικής έχει κρατήσει πιστά το μακρύ φωνήεν όπως και στους αρχικούς σχηματισμούς. Στα άλλα ρήματα της κοινής κλίσης λίγο ή καθόλου δεν ξεχωρίζει το 1ο πρόσωπο της πλήρους κατάληξης της οριστικής από εκείνη της υποτακτικής, όπως έχω ήδη αναφέρει] αν και η συνήθεια τείνει να κρατά ένα διαχωρισμό ανάμεσα τους (16). – Ο παρατατικός της υποτακτικής γενικά είναι απόλυτα ίδιος με εκείνον της οριστικής, και λήγει σε α : κάτι που διακρίνεται και στην νεοελληνική, όπου οι παρατατικοί της οριστικής σε α ισχύουν και σε εκείνους της υποτακτικής.

      Hδιάλεκτος του Σκόδρα (δυτική γκ.) όμως απομακρύνεται στον παρατ. υπ., όπως και στην οριστική, από τις τοσκ. μορφές και της κεντρικές γκ., καθώς και από την παλαιά γκ. του P. DaLecce που έχει επίσης την υπ. παρατ. ίδια με την οριστική. Αυτός στην υποτακτική βάζει την προσωπική κατάληξη em (=εμe), στον παρατ. οριστικής isce,  του ρήματος (έσςιjα, ίσςjα), και γίνεται iscem, να ήμουν, και το χρησιμοποιεί και με την έννοια του ενεστώτα, να είμαι, στη θέση του jέεμe(D.L. ièem), επομένως από το ρήμα kam, έχω, παρατ. kisce(κέσςιjα, κίσςjα), γίνεται kiscem, να είχα. Συναντάται όμως και ο σχηματισμός σε scia: πχ. muiscia, να μπορούσα, με το 2ο πρόσωπο σε sce, muisce, και το 3ο σε te : ή το συγγενικό σε sceτου 1ου = scia, το οποίο έχουμε αναφέρει παραπάνω (17).

      Αυτός ο σχηματισμός του Σκόδρα σε σςεμ (iscem) ξεχωρίζει για την ομοιότητα του με το λατινικό essem, από το οποίο διαφέρει μόνο στην προφορά : και τα δυο μπορούν να σχετισθούν με το αρχαίο λατινικό siem = sim, σανσκρ. asjam, από όπου προέρχεται το λατινικό essem. Όμως το γεγονός ότι συναντάται στην διάλεκτο του Σκόδρα, στην οποία εμφανίζονται νεότεροι σχηματισμοί, με κάνει να αναρωτιέμαι, αν αυτός προκύπτει περισσότερο από την αντιγραφή του ενεστώτα υπ. jέ-εμ, κέ-εμ : έτσι που δεν μου φαίνεται να είναι γενικό σε όλα τα ρήματα.

      S 218. Ο αόριστος της υπ. που ισχύει για την ευκτική, και την δυνητική, έχει έναν ξεχωριστό σχηματισμό, και είναι γενικά ένας σύνθετος χρόνος που σχηματίζεται με τον αόριστο, ή τον παρακ. του προσδιοριστικού ρήματος, και την παρ. κατ. που αφαιρείται από το βοηθητικό ρήμα (ριζικό ας, ες), με την προσωπική κατάληξη α, λήγοντας σε –σςια, ή –σςα : βdέσe, πεθαίνω, να πεθάνω, αν πεθάνω : πίελe, γεννώ, παρακ. πόλα, υπ. πόλ-σςια, ή –τσςια (τςα), και ακόμα πjέλτςια ή πίελσςια, με σχηματισμό περισσότερο όμοιο με τον ενεστώτα στο ριζικό τμήμα, εφόσον παραβλέπει την μετατροπή το ε (jε) σε ο] εκεί όπου οι αόρ. υπ. αυτού του τύπου πρέπει, κατά την γνώμη μου, με έναν αφανισμένο αόρ. οριστικής όπως *πίελτα. Αυτοί με την συνηθισμένη υποτακτική πίελσςια, ανταποκρίνονται πράγματι στους αρχαίους αόριστους της ελληνικής σε σα (ευκτ. σεια) που σχηματίζονται από τα ριζικά σε λ, ρ : *έστελ-σα, ώρ-σα κτλ. (βλ. Schleicher 188. 615). Τα ρήματα που παίρνουν το β στον αόριστο οριστικής, φαίνεται πως το κρατούν με τη μορφή του φ, για λόγους ευφωνίας, στην υπ. : πχ. κeρκόιje, παρακ. κeρκόβα, υπ. κeρκό-φ-σςια] και εκείνα που έχουν τον αόριστο σε τα, συνδυάζοντας το τ με την παρ. κατ. σς, έχουν τον αόρ. υπ. να λήγει σε τςια (ή τςα): πχ. πάτα, είχα, υπ. πάτςια] eμbάιτα, υπ. eμbάιτςια (18) ή και eμbάτςια λόγω πτώσης : ομοίως σε τςια καταλήγουν εκείνα που προέρχονται από τον αόριστο οριστικής σε σα, ή σςα, και σςe ] τέλος από συβήθεια της διαλέκτου συχνά προφέρεται τςια, ή τςα αντί σςια, σςα, σε πολλές άλλες περιπτώσεις. – Αλλά ορισμένα ρήματα μπορούν, σύμφωνα με την συνήθεια της κάθε διαλέκτου, να παίρνουν το φ στον αόριστο της υπ. (cf. S 155-6.) δίχως να το έχουν στην οριστική, κι έτσι να το σχηματίζουν με δυο τρόπους : πχ. δάφσςια, και δάτςια από δάσςe, είπα] dάφσςια, και dάτςια (D.L. daccia) από dέσςα, ήθελα] βάφσςια, και βάφτςια ή και βάτςια, από βάιτα, πήγα, του ρήματος βέτε, πάω] βούφσςια από βούρα, ή βούρρα (Hahn), του ρήματος βού, βή, βέε] έτσι από το ράσςe έχουμε το ράφ-σςια, ή –τςα, να έπεφτα κτλ. από το προύρα, ή προύβα (Hahn), προύφ-σςα –τςα (-τςια), να έφερνα κτλ.

      Ορισμένα έχουν το ρινικό, όπως λjήντςια από λjάσςe(λάσςe), άφησα] zancia(D.L. σελ. 155) απο zuna, ή zana, του ρήματος zàa, τοσκ. dσή] και ομοίως ζήντςια από ζή] θεωρώντας, ως ομαλό, από το θέμα οριστ. λjάν’e, dσάν’eζάν’e (γκ) σχετικά με την αντίληψη των αορίστων της αρχαίας ελλ. *έ-φαν-σα, ήμυν-σα κτλ., όπως έχουμε πει για εκείνα σε –λσα, ρσα (βλ Schl. ll. cc.). Εν ολίγοις οι αόριστοι της ευκτικής-υποτακτικής εξαρτώνται γενικά από εκείνους της οριστικής, παίρνοντας την κατάληξη σςια (ή σςα), με την οποία σχηματίζονται τα σύμφωνα της οριστικής ] αλλά ορισμένα επιτρέπουν κάποια παραλλαγή στο φωνήεν, όπως το dέσςα, υπ. dάτςια] έρδα, άρδeσςια (άρθσςα, Hahn), και με την συγκοπή άρσςια ή άρτςια] και επί το πλείστον ξαναεμφανίζεται το φωνήεν του ενεστώτα, ή της ρίζας, όπως στο άρσςια, ρίζα σανσκρ. ar, βdέκσςια, από βδέσe, παρακ. βδίκjα. Το κeλέβα αλβ. σικ., = κjέσςe κοινό, ήμουν, γίνεται όμως κeλόφσςια, κοινό κjόφσςια.

      Παρόλο που στο μεγαλύτερο μέρος των αορίστων της αλβανικής στην οριστική λείπει το συριστικό, ή μετατρέπεται σε τ, είναι κοινό χαρακτηριστικό σε όλους τους αόριστους της υποτακτικής] οι οποίοι για αυτό παίρνουν καθολικά την όψη, και το χαρακτήρα των 1ων αόριστων. Από αυτή την οπτική ισχύει η παρατήρηση του Bopp (op. c. p. 18), πως μεταξύ του αόρ. οριστ., και υπ., υπάρχει γενικά αυτή η ίδια σχέση, που υπάρχει μεταξύ των 2ων αόρ. της ελλ. σε ον, όπως έφυγον, έλι-πον, σανσκρ. σε am, όπως àrikam(=έλιπον)] και των 1ων σε –σα, όπως έλυσα, έδειξα, στην σανσκρ. –sham, àdik-sham(=έδειξα). Ούτε θα πρέπει να ξαφνιάζει το γεγονός ότι ένας σχηματισμός που έχει εκλείψει σε μια έγκλιση διατηρείται γενικά στην άλλη, όταν συναντάμε ενωμένους σε ένα μόνο χρόνο τους σχηματισμούς των δυο αορίστων της ελλ. και της σανσκρ. της οριστικής, καθώς παρόμοια φαινόμενα συναντάμε στις υπόλοιπες ελλ.-λατινικές γλώσσες. Υπενθυμίζω το νεοελλ. εσκοτώθη-κα, εγεννήθη-κα, κτλ., και το ιταλικό avessiαντί του λατινικού haberem, από haberehabuissem, με τόσους άλλους σχηματισμούς αυτού του τύπου που προκύπτουν από στοιχεία περισσότερων χρόνων (19). Όσο για την διαμόρφωση της κλίσης οι αόρ. υπ. ευκτ. της αλβανικής μπορούν να συγκριθούν με τους αόρ. της ελληνικής της υπ. σε σω (=sa-mi, σανσκρ.), όπως λύσω, τύψω, -σης, -ση, ή με την ευκτ. σε σαι-μι, λύ-σαι-μι, τύψαι-μι, -σαι-ς, -σαι (αντί *-σαι-τι): αλλά ο τύπος με τον οποίο ταιριάζουν περισσότερο, κατά την γνώμη μου, είναι εκείνος των αόρ. ευκτ. της αιολικής σε σεια, των οποίων οι αλβανική έχουν και την όψη και την χρήση. Ας συγκρίνουμε πάνω στο παράδειγμα του λύσεια, τύψεια, τα ασυνήθιστα *φή-σεια = *φά-σεια, *δώ-σεια, με τα αλβ. θάσςια, (λόγω συνήθειας της διαλέκτου και θα-τςια), δά-σςια, και τα παρόμοια τους. Η ελλ. κατάληξη σεια, στην αλβ. σςια (που μπορεί να είναι και σςejα, ή πιο σύντομη σςα), ισοδυναμεί με την σανσκρ. sjam αντί a-sja-m (βλ. Schleicherop. c. p. 547-9).

      Για τους αόρ. υπ. ευκτ., που έχουν το φ, αυτό μπορεί να επαναληφτεί πιθανόν από την οριστική β όπως έχουμε πει αλλού] ωστόσο υπενθυμίζουμε πως το φ μπροστά από το σς αποτελεί κάποιες φορές μια ευφωνική προσθήκη, όπου εδώ μπορεί να έχει σχέση με την δωρική συνήθεια να βάζει το ξ αντί για το σ στους μέλλοντες και τους αόριστους των ρημάτων με καθαρή ρίζα, όπως γελάξαι αντί για γελάσαι] με οποίο ταιριάζει η συνήθεια της νεοελλ. χρησιμοποιώντας ξ, κα σε κάποιες διαλέκτους ορισμένες φορές ψ (=αλβ. φσς, πσς κτλ.), όπως έργεψα αντί για ήργησα (βλ. KindnelZeitschr. etc. B. XI. H. II. σχετικά με τη διάλεκτο της Τραπεζούντας). Ίσως με κάποια επιφύλαξη θα πρέπει να υποθέσουμε πως ο σχηματισμός υπ. της αλβ. σε σςια δεν εφαρμόζονταν από την αρχή στους παρακ. σε βα, αλλά μόνο στους αόρ., από τους οποίους στη συνέχεια διαδόθηκε στους παρακ.] καθότι σε αυτό μπερδεύονται οι δυο χρόνοι στην υποτακτική. Όπως κι αν είναι, το όνομα του αόριστου, ταιριάζει αρκετά με αυτόν το χρόνο, εφόσον αυτός δείχνει την υπ. με υποθετικό λόγο πχ. αν αγαπούσες, ο μέλλ. με υποθ. αν θα είμαι, αν θα αγαπώ, ο ενεστώτας και ο παρατ. υπ. με υποθ. αν, όταν θα είμαι, και ο επιθυμητικός όπως βdέκσςια μη μίρe, καλύτερα να πέθαινα, που συναντάται σε ένα αλβανικό τραγούδι της Σικελίας : με τις έννοιες των οποίων, ή τουλάχιστον με τα περισσότερα, ταιριάζει επίσης ο αόρ. ευκτ. της ελληνικής (20).

      S 219. Από τα πρώτα πρόσωπα ενικού του ενεργ. ρήματος της αλβανικής θα περάσουμε σε εκείνα του πληθυντικού. Τα οποία έχουν διατηρήσει πιο φανερά την συγγένεια με τα αρχαία ινδοευρωπαϊκά, με τα σανσκριτικά και τα ελληνικά. Τα 1α πρόσωπα πληθ. σε όλους τους χρόνους πράγματι καταλήγουν σε μe τοσκ., με γκ., στην σανσκρ. ma-s, ελλ. με-ν, λατ. mu-s: παρουσιάζει ενδιαφέρον το ότι το τελικό ς, που διατηρείται μόνο στην δωρική διάλεκτο (-με-ς), χάνεται στην κοινή ελληνική, καθώς και στην αλβανική, εφόσον το ν πιθανόν αποτελεί μια μεταγενέστερη ευφωνική προσθήκη, όπως επισημαίνει ο Schleicher(σελ. 194, 511), και στην καθομιλουμένη ελληνική τις περισσότερες φορές παραβλέπεται, λήγοντας σε με. – Στα ρήματα της αλβανικής που κρατούν την πιο αρχαία μορφή σε μe στον ενικό, jάμe, κάμe, θόμe, τα 1ο πρόσωπο πληθ. γίνεται μι, που μοιάζει περισσότερο με την αρχαία μορφή masi, όπου η σανσκριτική mas, βακτρ. mahi = masi, για το οποίο η αλβ. μι (μ-ι) παρουσιάζει μια συγκοπή. Η ίδια κατάληξη μι, λόγω ομοιότητας μεταξύ των δυο μορφών, ανήκει και στα παθητικά : πχ. dούκεμe, φαίνομαι (=*δόκημι, δοκέω), 1ο πληθ. dούκεμι, φαινόμαστε : αλλά για τα μέσο-παθητικά θα μιλήσουμε αργότερα. Σε αυτά τα ρήματα προστίθεται και το βέτε, πάω (βατέω) που στον πληθ. γίνεται βέμι, σαν να ήταν σε μe στον ενικό.

      Όσο για την συλλαβή που προηγείται της προσωπικής κατάληξης μe, με του 1ου προσώπου πληθ., μπορεί να ποικίλει ανάλογα με τα ρήματα, με τους χρόνους και με τις διαλέκτους : αυτό που ωστόσο συμβαίνει ομοίως και στις άλλες γλώσσες, συγκεκριμένα στην ελληνική, και την λατινική. Η κατάληξη που συναντάμε στα ρήματα στον ενεστώτα οριστ., τόσο στην σύγχρονη τοσκ., όσο και στην γκ., είναι γενικά εκείνη σε -ι-μe : πχ. κeρκό-ι-μe, σςκό-ι-μe, πλjάκ-ι-μe, στην οποία η παρ. κατ. ιje του ενικού κeρκό-ιje, σςκό-ιje, πλjάκιje(-eje) περιορίζεται σε ι, όπως στον ενικό της σκοδρ., η οποία δικαιολογείται από τον πληθυντικό. Αλλά στην αρχαία τοσκ., στην ιταλό-αλβ., η παρ. κατ. je = ije, eje, ή το απλό, ή τροποποιημένο σε νje, συνηθίζει να παραμένει ανέπαφο και στο 1ο  πληθ. του ενεστώτα, όπου στο σςκόνjeμe, eμπλjάκejeμe] ομοίως συνηθίζεται το γeμe(=jeμe) στην Κ.Δ., όπως παρατηρεί ο Hahn σελ. 65] κάποιο παράδειγμα υπάρχει και στον D.L. όπως ken-dόjeme, 1ο πληθ. του kendόgn, τραγουδώ, παράδειγμα των αναρίθμητων ρημάτων σε ogn = τοσκ. όιje, ιταλό-αλβ. όνje. Σε πολλά άλλα όμως ο D.L. βάζει το ι, αντί του je (=jε), όπως λίδιμε, από λίδινje, δένω ] bούιμε, από bούνje, κατοικώ (21). Όμως ο ίδιος συγγραφέας για τα ρήματα που λήγουν σε ς στο 1ο ενικού βάζει μερικές φορές το ε, όπως στο jèssemebdèsseme, perkàseme, perkàsme, αν και πιο συχνά το γράφει έτσι ώστε να ακολουθεί το συριστικό η κατάληξη me, όπως στο perkàseme, στο padisme, puèsme, brittàsme(22) κτλ. Κάτι το οποίο εν μέρει θα πρέπει πιθανόν να οφείλεται σε κάποια αβεβαιότητα του συγγραφέα στο να καθορίσει τους σχηματισμούς των λέξεων, το οποίο φαίνεται και σε άλλες περιπτώσεις. Μετά από όλα αυτά, η ποικιλία θα πρέπει να οφείλεται επί το πλείστον στην διαφορετική χρήση των διαλέκτων, ή στις ιδιαιτερότητες αυτής ] Έτσι, για παράδειγμα, όταν αυτός βάζει το ε μετά από τα ρευστά ρ, λ, στα ρήματα που με αυτά τα γράμματα κλείνουν τη ρίζα, όπως bdièrr (=bjέρρe), χάνω, 1ο πληθ. bdièrreme, cel(=τςέελje), ανάβω, 1ο πληθ.  cèleme, μας δίνει μια απόδειξη, ότι στα ρήματα αυτού του τύπου, όπου λείπει το ε στο 1ο πληθ. θα πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια έκθλιψη αυτού του φωνήεντος, ή κάποια συγκοπή, όπως στο ferte αντί του ferete, στο cante αντί του canite, της αρχαίας λατινικής, ή στο φέρτε, έσται, και παρόμοια της ελληνικής. – Στην σύγχρονη σκοδρ. μπαίνει σταθερά το ι μόνο του στο 1ο πληθ. ενεστώτα, στα ρήματα που η ρίζα τελειώνει σε σύμφωνο, καθώς και σε φωνήεν. Στην ιταλό-αλβ., αν και γενικά υπάρχει το je(ή νje όταν το ρήμα λήγει έτσι στον ενικό), σε μερικά υπάρχει και το ι (23). Στην σύγχρονη τοσκ. (βλ. Hahnσελ. 70 και συνέχεια) βάζει το e (=je ιταλό-αλβ. και γκ.) στα ρήματα που λήγουν σε λ, ρ, σ, πχ. beρτάσeμe, eνdσjέρeμe, πjέλeμe, από eνdσίερe, πίελe, με την υποχώρηση του τόνου στους δυο τελευταίους σχηματισμούς, πάνω στο ε, αντί για το ι (cf. S15. και συνέχεια). Ομοίως υπάρχει το e, στο σςόχ-eμe, άππ-eμe, νjόχ-eμe, και άλλα. Εν πάση περιπτώσει η συνήθεια των διαλέκτων ποικίλει ανάμεσα στο ι, το ε, το e, και το je] αυτές οι συλλαβές που προηγούνται της κατάληξης μe του 1ου πληθ. μοιάζουν όλες να συγγενεύουν, και ανεξάρτητες από την πρώτη παρ. κατ. ιje, eje, eιje = aja, ja. Επομένως τα παραπάνω φωνήεντα της αλβανικής μπαίνουν στη θέση των α, ε, ι, ο, τα οποία στους χρόνους της ελληνικής γλώσσας προηγούνται της κατάληξης με-ν του 1ου πληθ. Θα πρέπει όμως να επισημάνουμε πως στα ρήματα που η ρίζα τους τελειώνει σε φωνήεν, αφομοιώνεται η παρ. κατ. je, ι, κτλ., ή συρρικνώνεται στο ριζικό φωνήεν του χρόνου, και του προσώπου : πχ. χά (=χά-ιje, χά-ι), τρώω, 1ο πληθ. χά-μe (Hahn, σελ. 83)] κλά αλβ. σικ., = κjά ή κλjά (-ιje) κλαίω, 1ο πληθ. κλά-μe, κjά-μe] bίε (=bjέρ-e, -ιje), φέρω, πληθ. bίε-μe(=bjέριμe)] dούα (=dό-ι, σκοδρ.), θέλω, πληθ. dούα-μe(γκ.dούε-με)] ρί (-ιje), μένω, πληθ. ρί-μe] βή, ή βού, αλβ. σικ., θέτω πληθ. βή-μe, ή βού-μe. Φαίνεται πως με αυτόν τον τρόπο με τον οποίο η κατάληξη του 1ου προσώπου πληθ. στον ενεστώτα προσκολλάται στην ρίζα, ή στο θέμα που λήγει σε φωνήεν, ταυτίζεται το απαρχαιωμένο ελλ., όπως αποκαλύπτεται από τα ρήματα σε μι : πχ., θε ρίζα, τι-θη-μι, πληθ. τίθε-με-ν] στα ρίζα, ί-στη-μι, πληθ. ί-στα-με-ν] δείκνυ-μι, πληθ. δείκνυ-με-ν κτλ. Ωστόσο η σκοδριανή διάλεκτος ακολουθεί την γενική της συνήθεια (24) και στα ρήματα αυτού του τύπου, όπου αυτό γίνεται χά-ι-μe] κjά-ι-μe] bιέ-ι-μe, από bιέ-ι, πέφτω, (=bίε, τοσκ. και ιταλό-αλβ.)] dό-ι-μe, από dό-ι (=dούα)] καθώς και φλάσ-ιμe από φλάσ-ι, μιλώ, = φλjάσ-e, φλάσ-e(-ιje) : πιέλ-ι-μe, από πίελ-ι, ή πιέλ-ι] dσιέρ-ι-μe, από dσιέρ-ι, ή dσίερ-ι (=πίελ-e, eνdσίερ-e, τοσκ., και ιταλό-αλβ.).

      Στην συνήθεια του ι, στο 1ο πληθ., συμφωνεί σε πολλά ρήματα η λατινική με την αλβανική, όπως μπορεί ο οποιοσδήποτε να το επιβεβαιώσει : leg-o, leg-i-mus, aud-io, aud-i-musκτλ., ενώ στην ελληνική η αρχαία συλλαβή jo από ja, μειώνεται γενικά σε ο. Αν κρίνουμε από τους διάφορους τρόπους που έχουμε εξετάσει, φαίνεται πως η αλβανική βρίσκεται στη μέση όλων, χρησιμοποιώντας ένα μεγάλο ποσοστό των σχηματισμών, και σύμφωνα με κάποια αρχαία διάλεκτο, η συλλαβή je, ή μόνο e] σύμφωνα με το χαρακτήρα της γλώσσας μπορούν να πάρουν οποιοδήποτε καθαρό ήχο, jα, α, jο, ο, κτλ.] ή τέλος ι, από την πτώση του je.

      S 220. Το 1ο πληθ. του παρατ., ακλουθώντας τον εν., έχει πάντα την παρ. κατ. ιje, ή je, στην τοσκ., και στην ιταλό-αλβ. Στην βόρεια διάλεκτο των Γκέγκων του P. D. L. παίρνει την αντίστοιχη συλλαβή gne, gnie, ή gni, όπως στον ενικό : αν και στην παλαιά τοσκ., ή στην ιταλό-αλβ., παίρνει το νje, αντί του ιje, στον ενεστώτα, δεν συναντάται ποτέ στον παρατ., όπως έχουμε επισημάνει κι αλλού. Επομένως το κeρκό-ιje, ή κeρκό-νje, προσπαθώ] παρατ. κeρκό-ιjα, (-jα,-ια) πληθ. κeρκό-ιjeμe, (Hahn, κeρκό-jeμe), κατά τον D.L., κeρκό-νjιμε, ή –νjεμε : eνdeρό-ιje, ή eνdeρό-νje, αλλάζω (εν-ετερόω)] παρατ. eνdeρό-ιjα, πληθ. eνdeρό-ιjeμe : κοκ. Στους απαρχαιωμένους σχηματισμούς της ελληνικής όπως πχ. *δαλό-jω = δηλό-ω, ο πληθ. παρατ. θα έπρεπε να είναι *ε-δαλό-jομε-ς] *ετερό-jω, *εετερόjο-με-ς] στα οποία είναι ξεκάθαρη η αναλογία με τα αλβανικά. – Στην σύγχρονη σκοδριανή, καθώς κατά την ιδιαιτερότητα της ο εν. παρατ. γίνεται σε sce, παίρνει την κατάληξη του 1ου πληθ. σε scim(=σςιμe) : πχ. unedόisce, πληθ. nadoiscim. – Σε όλους τους παρατ., σύμφωνα με τα όσα είπαμε, γίνεται ιje (=gni, gneD.L.)]  αλλά ο Hahn για την τοσκ. εξαιρεί ορισμένα από την παρ. κατ. ιje, στο 1ο πρόσωπο πληθ., όπως βήρ-eμe, από τον εν. βήρe(id.) παρατ. του βή, βέε, θέτω] bjέρ-eμe από τον εν. του bjέρ-e, του bίε, φέρω] θόσς-eμe, από τον εν. θόσς-e, του θόμe, λέω] ομοίως, κατά τον ίδιο τον Hh., στο jέσςe, κέσςe, πληθ. jέσςeμe, κέσςeμe : και γενικά εκείνα που και στον ενικό γίνονται χωρίς την παρ. κατ. ιje, όπως βράσ-e, αντί για βράσ-ιje] πjέλ-e, ή πίελ-e, αντί για πjέλ-ιje(=ιjα), όπου ο πληθ. βράσ-eμe = βράσ-ιjeμe, πjέλ-eμe = πjέλ-ιjeμe(βλ. Hahn σελ. 71-2). Στην ιταλό-αλβ. έχουν όλα τον πλήρη σχηματισμό : jέσςιjeμe, ή έσςιjeμe, θόσς-ιjeμe, βράσ-ιjeμe, bjέρ-ιjeμe κτλ. κατά κανόνα] ή το ισοδύναμο σε –ejeμe, θόσς-ejeμe] και –ιeμe.

      S 221. Το 1ο πληθ. των αορίστων, ή παρακ. στα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε σύμφωνο, συνήθως παίρνει την προσωπική κατάληξη μe το οποίο μπαίνει κατευθείαν δίχως το e, ή το ε, στην σύγχρονη τοσκ. και την γκ. διάλεκτο : κάτι το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια συγκοπή. Πράγματι η ιταλό-αλβ. συνηθίζει να βάζει πάντα το ε, εκτός από τα ρήματα που λήγουν σε ρ, λ, τα οποία προσαρμόζονται στην συνήθεια της σύγχρονης τοσκ. Έπειτα όλες οι διάλεκτοι ξεχωρίζουν από αυτούς τους παρελθοντικούς χρόνους, μπροστά από το ρ, και το λ, το φωνήεν ο σε ουα, γκ. ουε. Ας πάρουμε ως παράδειγμα τους ακόλουθους παρακειμένους : νjόχ-α, από νjόχe, 1ο πληθ. νjόχ-μe, ή νjόχ-eμe, ιταλό-αλβ.] eγκαλέσ-α, πληθ. eγκαλέσ-μe, ή –eμe] πλjάκ-α, πληθ. πλjάκ-μe, ή –eμe] ίκ-α, πληθ. ίκ-μe, ή ίκ-eμe] βόδ-α, πληθ. βόδ-μe, ή βόδ-eμe κτλ. : αλλά το πόλ-α γίνεται το 1ο πληθ. πούαλ-μe (25) (γκ. –με)] σςκjόρ-α, σςκjούαρ-μe] σόλ-α, σούαλ-μe, και έτσι και τα υπόλοιπα αυτής της κατηγορίας. Στα οποία η αλλαγή του ο σε ούα μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα ευφωνίας, όπως στο ου του ελληνικού ειλήλουθα αντί για ελήλυθα. Αυτό μπορεί να εφαρμοστεί και στο 3ο εν. των ίδιων χρόνων : πόλ-ι, πούαλ-e] σςκjόρι, σςκjούαρ-e] μόρι, μούαρ-e, ή πούαλ, κτλ. Όμως ο ακριβής λόγος του ούα αντί του ο, σε αυτούς τους σχηματισμούς, είναι πιθανόν η αποκατάσταση της αναίρεσης του e, που προηγείται της προσωπικής κατάληξης, εφόσον το μούαρμe, πχ. μπαίνει αντί του μόρeμe κτλ.] αποκατάσταση η οποία συναντάται συχνά στην ελληνική γλώσσα, ιδίως στα σύμφωνα που αναιρούνται : τιθ-έασι, διδό-ασι, αντί –εντι, -οντι, ένειμα = *ένεμσα κτλ.

      Κάτι παρόμοιο συμβαίνει στους παρακ. σε -όβα] εκτός από αυτούς, όπως σε όλους τους παρακείμενους που παίρνουν το β στο 1ο και 2ο εν., το λεγόμενο άηχο χειλικό χάνεται σε όλον τον πληθυντικό, και στο 3ο εν. Επομένως το κeρκό-β-α, πληθ. 1ου προσώπου κeρκούα-μe, βάζοντας κατευθείαν την κατάληξη μετά τον δίφθογγο ούα, κjeνdρό-β-α, πληθ. κjeνdρούα-μe.

      Οι άλλοι παρακ. που αφήνουν το β, προσθέτουν στο μακρύ φωνήεν την προσωπική κατάληξη : bλέ-β-α, πληθ. bλέε-μe] πί-β-α, πληθ. πί-μe] eνdά-β-α, eνdά-μe. Αυτό αποδεικνύει, αν δεν κάνω λάθος, πως το ου των παρακ. σε όβα δεν οφείλεται στην μετατροπή σε φωνήεν του β, όπως θα ήθελε ο Bopp. – Την ίδια τύχη του β, στους παρακ., βρίσκουν τα δυο ρευστά ν, ρ, τα οποία εισάγονται σε ορισμένους από αυτούς τους χρόνους δίχως να ανήκουν στη ρίζα του ρήματος] όπως bή-ρ-α, ή bά-ν-α, αλβ. σικ. bούρα] χί-ρ-α, ή χί-ν-α (D.L. hiina)] βού-ρ-α, ή βού-ν-α, ή βά-ν-α, και όμοια : που όμως στον πληθ. κάνουν bή-μe, ή bά-μe, bούμe] χί-μe] βού-μe. Μάλιστα ορισμένα μπορεί να αφήνουν το ρευστό επενθετικό και στο 3ο εν., όπως bή, ή bού αλβ. σικ. από bήρα, ή bούρα, αντί για bήρι, bούρι] βού, από βούρα αντί βούρι : όμως στην γκ., το βούνι, και τα παρόμοια του, ποτέ δεν αφήνουν το ν στο 3ο εν., αλλά σε όλο τον πληθυντικό.

      Αυτές ο εναλλαγές του β, και των ν = ρ, στους παρακ. της αλβανικής, όπως έχω επισημάνει κι αλλού (βλ. S 155, και συνέχεια), νομίζω πως επιβεβαιώνουν την άποψη ότι αποτελούν απλές επενθέσεις, και ιδίως το πρώτο δεν είναι παρά ένα αιολικό δίγαμμα. – Οι αόριστοι σε σςe, όπως θάσςe, πάσςe, ράσςe, το έχουμε ήδη επισημάνει πως πέρα από το 1ο εν. ακολουθούν τους σχηματισμούς των 2ων αορίστων της ελληνικής, όπου το 1ο πληθ. είναι θάμe, πάμe, ράμe (ή πάμe, ράμe) : εξαιρείται το dέσςα, με κάποιο άλλο (ιδίως στις διάφορες διαλέκτους), που καθώς κρατά το χαρακτηριστικό του 1ου αορίστου γίνεται dέσςeμe, όπως και στα ελληνικά ε-δήσαμε-ν, από δέω, στην νεοελλ. δέσαμε. Στον σχηματισμό των 2ων αορίστων ενδίδει και ο πληθ. του βάιτα, πήγαινα : 1ο πρόσωπο βάμe, 2ο βάτe, 3ο βάν, ολόιδιο με τον πληθ. του ελληνικού έ-βην, *έ-βαμε-ν, έ-βατe, έ-βαν (Ομ. βάν). – Ο αόρ. υπ. ευκτ. σε σςια (σςα), στο 1ο πληθ. λήγει σε μe που προηγείται από το ι, όπως πλjάκ-σς-ι-μe, από πλjάκσςια, χωρίς να κρατά ίχνος, από όσο φαίνεται, από την κατάληξη α του εν., η οποία διατηρείται στην ελληνική : λύσεια, λυσεία-μεν : στην οποία ο αλβ. σχηματισμός σε –σςιμe, πλjάκ-σςιμe, θα πλησίαζε στο λύ-σοιμε-ν, ή λύ-σαιμε-ν. Όσο για τον ενεστώτα και τον παρατ. υπ., μπορούν να γίνουν οι ίδιες παρατηρήσεις, τόσο στο 1ο πληθ., όσο και στο 1ο εν., μιας και καθόλου, ή λίγο διαφέρουν από τους σχηματισμούς της οριστικής.

      S 222. Το 2ο εν. του ενεστώτα οριστικής, όπως και το 3ο, στην αλβανική δεν είναι τόσο συνεπείς στο να διατηρούν τις προσωπικές καταλήξεις, οι οποίες πράγματι χάνονται στα ενεργ. ρήματα στον ενεστώτα, εκτός από κάποιες εξαιρέσεις. Πράγματι στο 2ο και 3ο εν., τα ρήματα συνηθίζουν να λήγουν με την καθαρή ρίζα : πχ. πλjάκ-e, ή eμπλάκ-e 1ο πρώσοπο (=πλjάκ-ιje, σκοδρ. πλjακ-ι), το 2ο και 3ο γίνεται πλjάκ, eμπλάκ] από πίελ-e(πίελ-je, ή πjέλ-je), το 2ο και 3ο πίελ] από σςκέλj-e, το 2ο και 3ο σςκέλ] από στις-e, το 2ο και 3ο στις : έτσι ώστε, όταν δεν ακούγεται η πλήρης κατάληξη του 1ου προσώπου, και τα τρία του εν. στον ενεστώτα ακούγονται σαν ίδια μεταξύ τους, όπως συμβαίνει γενικά στην προφορά των ρημάτων της γαλλικής γλώσσας, και στην υποτακτική της ιταλικής. Το ίδιο για το ρήμα βέτε (ενεστ.), που σημαίνει πάω, πάς, πάει : και περισσότερο για τα ρήματα που η ρίζα τους τελειώνει σε φωνήεν : πχ. κλά (κλά-ιje, σκοδρ. κλά-ι] bίε (bίε-ιje, σκοδρ. bιέ-ι) κτλ.] λέξεις που χρησιμεύουν και για τα τρία πρόσωπα του ενικού. Ωστόσο στα ρήματα που λήγουν σε σύμφωνο θα μπορούσε να μπαίνει ένα άφωνο e στο τέλος κάθε προσώπου : πλjάκe 1ο, 2ο και 3ο ] ομοίως και στίσe, πίελe (26).       

      Δεν έχουν όμως όλες οι μορφές των ρημάτων αυτή τη διαμόρφωση : εφόσον πολλά από εκείνα που λήγουν σε ς, ή σe, στο 2ο, και 3ο εν. αλλάζουν το ς σε τ ] αλλαγή στην οποία ίσως μπορούμε να εντοπίσουμε την επίδραση των αρχαίων προσωπικών καταλήξεων, τη 2η σε si (=ti), 3η σε ta, και ti αντωνυμικής προελεύσεως, αν και οι ίδιες οι καταλήξεις έχουν χαθεί. Εκτός από αυτό συμβαίνουν και φωνητικές αλλαγές στα ρήματα και στα συγκεκριμένα πρόσωπα, κυρίως του α σε ε, όπως στο φλέτ 2ου και 3ου προσώπου από φλάσe, βρέτ από βράσe, και έτσι και στα παρόμοια. Μάλιστα, μια τέτοια αλλαγή του α σε ε, όπως και του ο σε ε, συναντάται σε ορισμένα ρήματα άλλης κατηγορίας, όπως στο άπe, ή jάπe, 2ο και 3ο πρόσωπο έπ, μάρρe, 2ο και 3ο μέρρ] dαλje, 2ο και 3ο dέλ] σςόχe, 2ο και 3ο σςέχ] νjόχe, νjέχ. Αλλά δεν μπορούμε να θεωρήσουμε με σιγουριά πως αυτές οι αλλαγές φωνηέντων αποτελούν κατά κάποιο τρόπο μια αποκατάσταση των χαμένων προσωπικών καταλήξεων. Πράγματι ο Bopp τις θεωρεί απλές εξασθενίσεις, όπως τόσες άλλες που συνηθίζονται στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, και συγκεκριμένα στην αλβανική, όπου αυτός εντοπίζει το ίδιο φαινόμενο στα ουσιαστικά πληθ., πχ. κjέετe από κάου, dέσςeτeαπό dάσςe κτλ. (βλ. Boppop.c. p.69. nn.). Παρατηρεί επίσης πως στην ελληνική το αρχ. α, στις καταλήξεις των ρημάτων, μετατρέπεται σε ο, και ε, καθώς και στα ουσιαστικά : cf. φόρο-ς = bhara-s] έ-δειξ-α, 3ο έ-δειξ-ε] έ-φερ-ον, 2ο έ-φερ-ες, κτλ.] στο οποίο μπορεί να προστεθεί το παράδειγμα της λατινικής, όπως το leg-o, leg-i-s, leg-e-b-am] volo, vis, vult, velim] facio, feci] tollo, tuli] pango, pe-pigi, όπου, στους διάφορους σχηματισμούς της ίδιας λέξης, συναντάμε παραδείγματα πολλών φωνητικών αλλαγών.

      Όσο για εκείνο που αναφέραμε παραπάνω, σχετικά με την συνήθη αλλαγή του τελικού ς, στο 2ο και 3ο πρόσωπο των ρημάτων, σε τ, θα πρέπει να επισημάνουμε πως αυτό δεν συμβαίνει στα ρήματα σε ις, και ος (-σe), αν δεν έχουν το τ στον αόριστο] και ο ίδιος κανόνας ισχύει για πολλά ρήματα σε -έσe, (ή –έσσe), όπως τα παρκαλέσe(-έσσe), eγκαλέσe] ομοίως στο eνdjέσe, σκοδρ. ’νιέσe, συγχωρώ, ενδίδω] βdέσe, πεθαίνω κτλ.: τα οποία κρατούν το συριστικό του 2ου και 3ου προσώπου παρκαλ-έ-ς, ’νdj-έ-ς, στολί-ς, σό-ς, κτλ., ή και, -σe, σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω : έτσι για το κjάσσe, πλησιάζω (αόρ. κjάσσα), το 2ο και 3ο είναι κjάσσe, ή κjάς. Αλλά το θρέσe (αόρ. θρίτα) κάνει στο 2ο και 3ο θρέτ] το κουλόσe(αόρ. κουλότα), κουλότ] λjαθίσe(αόρ. λjαθίτα) λjαθίτ (27). Σε αυτά, πιστεύω πως θα πρέπει να μπαίνει ομοίως το άφωνο e στο τέλος : θρέτe, λjαθίτe, κουλότe, όπως στο 1ο πρόσωπο, θεωρώντας πως το e δεν είναι παρά ένα κατάλοιπο, ή μια προσθήκη των προσωπικών καταλήξεων στην πλήρη μορφή. (28).

      Στα ρήματα, που (σύμφωνα με την αρχαία τοσκ., και γκ.) μπορούν να πάρουν το ρινικό στο 1ο εν. ] δηλαδή εκείνα σε άιje, έιje, ίιje, σε μεγάλο βαθμό, και όλαεκείνα σε όιje, όπου κάνουν άνje(ή άινje) έενje, ίνje, όνje] το 2ο και 3ο εν. λήγει σε όλες τις διαλέκτους σε ν : πχ. κeρκό-ιje, ή –νje, 2ο και 3ο κeρκόν] eμbά-ιje, ή eμbά-νje, 2ο 3ο  eμbάν] eνdέ-ιje, ή eνdέε-νje, 2ο και 3ο eνdέεν] χί-ιje, ή χί-νje, 2ο και 3ο χίν. Ομοίως μερικά σε ούιje = ούνje, ή ήιje = ήνje, όπως bούνje (αλβ. σικ.) = bήιje τοσκ., κάνω, 2ο και 3ο bούν, ή bήν : η σκοδρ. περβού-ι (-ιje), υποχωρώ, ταπεινώνω, 2ο και 3ο περβούν. Με τον ίδιο τρόπο το βίje, ή βίνje, έρχομαι (βάω, βαίνω, venio) έχει το 2ο και 3ο πρόσωπο βjέν. Για τον, παρ. κατ. των ρημάτων στον ενεστώτα κυρίως χρόνο, έχουμε μιλήσει παραπάνω. Αυτό στους σχηματισμούς που μόλις είδαμε, διατηρεί την αναλογία μεταξύ των προσώπων του ενικού, κρατώντας την κατάληξη νje του ρηματικού θέματος : στο οποίο η αρχ. τοσκ. ιταλό-αλβ., και η γκ., παρουσιάζουν περισσότερη ομαλότητα από ότι η σύγχρονη τοσκ., και η σκοδρ. Αλλά στους ίδιους σχηματισμούς του 2ου και 3ου προσώπου θα πρέπει ωστόσο να αναγνωρίσουμε την απόλυτη αντιφατικότητα στις προσωπικές καταλήξεις, όπως στις άλλες που είδαμε παραπάνω.

      Μεταξύ των ενεργ. ρημάτων τα λίγα σε μe έχουν κρατήσει μονάχα κάποιο ίχνος από τις καταλήξεις του 2ου και 3ου προσώπου : αφού κάνουν το 2ο σε εε (=e), όπως jάμe, 2ο jέε: κάμe, 2ο κέε. Στην οποία κατάληξη, για τους παθητικούς, ή μέσους σχηματισμούς, μπορεί κανείς να εντοπίσει την αναλογία με τα ελληνικά σε η = σαι, από το αρχ. sa-si, και στη συνέχεια sai, με την πτώση του εσωτερικού ς, και συνεπώς με την συρρίκνωση του διφθόγγου (βλ. Schl. σελ. 529-30)] όμως σχετικά με αυτά τα ενεργητικά, θα πρέπει καλύτερα να υποψιαστούμε μια συγκοπή της αρχ. ενεργητικής μορφής σι του 2ου προσώπου (βλ. Id. σελ. 515), ή την μετατροπή του ε-σι, η-σι, με την πτώση του συριστικού, σε εε (=e) από ε-ι, όπως στο ελληνικό εί=είς=εσ-σί, δωρικό, στο αλβ. jέε = εί ελλ., εσύ είσαι. Το ρήμα θόμe έχει για το 2ο πρόσωπο θούε γκ., με την τοσκ. συνήθεια θούα. Είναι ενικός το dούα, ή dούε (σκοδρ. dό-ι), θέλω, 2ο και 3ο dό, το οποίο φαίνεται μια συρρίκνωση του dούε, όπου ο δίφθογγος ούα, ούε, είναι, από όσο φαίνεται, μια επέκταση του ριζικού φωνήεντος (cf. S. 44): το dό ωστόσο χρησιμεύει ως άκλιτο μόριο για τον σχηματισμό κάποιων σύνθετων χρόνων.

      S 223. Εκτός από τον ενεστώτα οριστικής, ο οποίος στα ρήματα έχει διατηρήσει τον διαχωρισμό μεταξύ των προσώπων ενικού, ιδίως μεταξύ 2ου και 3ου, αφήνοντας τα κατάλοιπα από τις αρχαίες καταλήξεις] οι άλλοι χρόνοι, δηλαδή ο παρατ., και οι αόριστοι έχουν ξεχωριστή κλίση και για τα τρία πρόσωπα.

     Το 2ο παρατ. και των αόριστων γίνεται σε ε, κατά γενικό κανόνα, από το 1ο σε α : παρατ. κeρκό-ιj-α, 2ο κeρ-κό-ιj-ε (29), αόρ. κeρκό-β-α, 2ο, -β-ε] παρατ. βέ-ιj-α από βέτε, 2ο βέ-ιj-ε, αόρ. βάιτ-α, 2ο βάιτ-ε] παρκαλέσ-α, 2ο παρκαλέσ-ε] dέσς-α, dέσς-ε. Τώρα σε αυτή την κατάληξη εύκολα αναγνωρίζει κανείς την ίδια των ελληνικών 2ου εν. των αορίστων, των παρακ., και των παρατατικών, σε α-ς, ε-ς, δίχως την συνηθισμένη αναίρεση του τελικού συριστικού, όπως στην ιταλική, tuleggi, από το λατινικό legi-s, dici από dicis. Όσο για την μετατροπή του α σε ε, εκτός του ότι είναι συνηθέστατο, στους παρακειμένους και στους 1ους αορίστους της ελληνικής γίνεται στο 3ο πρόσωπο : λέλυκ-α, λέλυκ-ε, έλυσ-α, έλυσ-ε, και στην καθομιλουμένη ελλ. και στο 2ο : είπα, -ες, έγραψ-α, -ες, εμβήκ-α, -ες κτλ. Στους σχηματισμούς των αορίστων, που εξισώνονται με τους 2ους σε ην της ελλ., έθ-ην, έστ-ην, και παρόμοιοι, δηλαδή πά-ε, ή πέ-ε, θα-ε, ή θέ-ε κτλ., το 2ο, ανάλογα με όσα είπαμε παραπάνω, λήγει ομοίως σε ε, με την αναίρεση του συριστικού του έθ-ης, έστ-η-ς, κτλ., όως από το 1ο πρόσωπο χάνεται η κατάληξη ν = m, και παραμένει μόνο το φωνήεν (cf. SS 211-14). – Στην υπ. ευκτ., ο ενεστώτας, σε αντίθεση με την οριστική, έχει διατηρήσει την κατάληξη του 2ου με το συριστικό, αλλά κατά την προτίμηση της αλβανικής ελαφρύνοντάς το σε σς : επομένως πλjάκ-eιje(-eje, eνje, κτλ.), 2ο πλjάκ-e-σς, ή πλjάκ-ι-σς, ή πλjάκ-σς, προσκολλώντας το συριστικό στην απλή ρίζα, ιδίως όταν τελειώνει σε φωνήεν : κeρκό-ιje(-ινje), κeρκό-σς] bή-ιje(-ινje), bή-σς, αλβ. σικ. bού-σς] eνdέ-ιje(-ινje), eνdέε-σς] πί-ιje(-ινje) πίι-σς, κτλ. – Είναι ξεκάθαρη η αναλογία σε αυτούς τους σχηματισμούς ] με την σανσκριτική : bhara-mi, bhar-asi, bhara-ti (Schleicherσελ. 539-40)] με την ελληνική, δηλό-η-ς, πλέκ-η-ς, ποι-ή-ς,πί-η-ς, κλά-ης (κλαί-ης), φέρ-ης κτλ. Αλλά στην αλβανική τα τελικά φωνήεντα του ρηματικού θέματος ή  καταργούνται όπως στο πλjάκ-σς, bjέρ-σς (30) = bίε-σς] ή περιορίζονται στα φωνήεντα της ρίζας, όπως στο πίι-σς, ή πί-σς = πίης ] bή-σς = ποιής] κλά-σς = κλάης, κτλ., σύμφωνα με την τάση της αλβανικής γλώσσας, την οποία έχουμε επισημάνει από την αρχή. Αλλά λέμε και κeρκόισς, ρόισς, eνdjέκισς, πeρπjέκκισς κτλ. (βλ. S 217), όπως και στην ελλ. δηλό-οις, φιλέ-οις ευκτ. Σύμφωνα με την χαρακτηριστική συνήθεια της αλβανικής στα ρήματα που λήγουν σε τ, ή τe,και σ, ή σe, η κατάληξη σς του 2ου διαμορφώνεται με το οδοντικό, ή με το κατάλληλο συριστικό, έτσι ώστε να δώσει τον ήχο τς : πχ. στο βέτe, 2ο υπ. τe βέτς = *βέτeσς] μάσe, τeμάτς = *μάτeσς] προφορά την οποία ορισμένοι την διαδίδουν και σε άλλα ρήματα, όπως στο κeρκό-τα στη θέση του κeρκό-σς (Hahnσελ. 77), και σε αυτό το χρόνο, και σε άλλες περιπτώσεις (βλ. SS66, 104). – Όμως σε ορισμένα ρήματα, ιδίως εκείνα σε σe, μπορεί να μένει αμετάβλητη η κατάληξη του 2ου προσώπου εισάγοντας μπροστά από αυτή ένα ι : πχ. στολίσ-ι-σς, παρκαλέσ-ι-σς, να στολίσεις, να παρακαλέσεις κτλ. (cf. S 217 nn.).

      Ο αόριστος υπ. παίρνει γενικά στην τοσκ., και την γκ. μια ίδια κατάληξη σε σς, όπως πλjάκ-σςια, ή –τςια, 2ο πλjάκ-σς, ή –τς] κeρκόφ-σςια, 2ο –σς] κατάληξη στην οποία θα μπορούσε να εντοπίζεται συγκοπή του, κατά την άποψη μου, πληρέστερου σχηματισμού, *πλjάκ-σςι-σς, ή *-σςe-σς] έτσι που η κατάληξη σς συνηθίζει να βρίσκεται ακόμα και σε εκείνα τα ρήματα όπου το 1ο πρόσωπο υιοθετεί το τς, όπως το eμbάιτςια, 2ο eμbάι-σς, και –τς] bρίτ-σςια, 2ο brit-sc (D.L. σελ. 108). Σε αυτό το σχηματισμό θα φαινόταν το χαρακτηριστικό του χρόνου, σς, το οποίο καταργείται, ή αναμιγνύεται με την ίδια κατάληξη που παίρνει και στον ενεστώτα. Ο D. L. γράφει το 2ο πρόσωπου του mbaitscia, mbait-i-sc, με ένθετο το i] και σε άλλη περίπτωση γίνεται mbut-sc, δίχως το i, από mbut-scia. Έπειτα η αλλαγή από σς σε τα, συμβαίνει στο 2ο, όπως και στο 1ο, όπου πύετςια, 2ο πύετς, D. L. puecc. – Παρόλα αυτά, παρατηρώντας την αναλογία μεταξύ του αόρ. υπ., κα των αορίστων οριστικής, στον σχηματισμό τους, και στις καταλήξεις, μου φαίνεται λογικό πως στο 2ο πρόσωπο, το οποίο έχουμε δει να χρησιμοποιείται στην τοσκ., και στην γκ., θα πρέπει να αναγνωρίσουμε κάποια αποκοπή.  Πράγματι σε κάποια αρχαία διάλεκτο, και συγκεκριμένα στην ιταλό-αλβ., καθώς και στην ελλ.-αλβ. (31), αυτός ο χρόνος έχει το 2ο πρόσωπο να λήγει σε ε, δίχως να χάνει το χαρακτηριστικό του σς, σύμφωνα με το παράδειγμα των αορίστων της οριστικής : βάφ-σςια, 2ο βάφ-σςιε] δάφ-σςια, 2ο δαφ-σςιε] πύε-τςια, πύε-τςιε, κτλ.] έτσι που φαίνεται κανονικό, και πλησιάζει περισσότερο τον ελληνικό σχηματισμό λύ-σεια, -σεια-ς (-ε-ς), -σειε (βλ. S 218, 223), με την αφαίρεση του τελικού συμφώνου.

      S 224. Η προστακτική γενικά συνδέεται με το 2ο εν. των ρημάτων. Αυτή η έγκλιση στην αλβανική δεν έχει παρά τον ενεστώτα (εκτός ίσως από κάποιες εξαιρέσεις), και πέρα από το 2ο εν. δεν ξεχωρίζει από την υποτακτική. Ενώ συνηθίζει να προηγείται από το μόριο λέ, ή λjε, ορισμένες φορές λόγω αφαίρεσης έ = λέ (βλ. Hahn. Gr. σελ. 65, στις σημειώσεις). Η συλλαβή λέ, λjε, η οποία έχει κανονικά τον σύνδεσμο τe (γκ. τε, τ’), είναι η προστακτική του ρήματος λή, λjή (λjάν’ ή λάν’ γκ.), αφήνω, το οποίο οι έλληνες συνηθίζουν να βάζουν μπροστά από την προστακτική, εκτός από το 2ο εν., όπως ακριβώς και οι αλβανοί με τη συλλαβή λέ, ή λjε : πχ. ας πάμε νεοελλ., = λέ τe βέμι αλβ. ] άς κάμω-με, = λέ τebήιμe(bήjεμe), ή αλβ. σικ. bούνjeμe, bήνjeμe.

      Το 2ο εν. προστακτικής συχνά αποτελείται μόνο από τη ρηματική ρίζα, ιδίως αν αυτή λήγει σε σύμφωνο : πλjάκ(-e), γέρνα, ίκ(-e), φύγε, σςτύπ(-e), κοπάνα, κτλ. Στα ρήματα που παίρνουν στη ρίζα τη συλλαβή jέ, ή ίε, συρρικνώνεται το ίε, ή jέ σε ι, ή ί : πχ. βjέδe, προστ. βίθ, ή βίδe] σγjέδe, προστ. σγjί-θ, -δe] πeρμίερe, προστ. πeρμίρ(-e)] ανάλογα με ότι συμβαίνει στον παρατ., και στο 2ο  πληθ. στον ενεστώτα. Μάλιστα, τα φωνήεντα α, ε, ο, στα ρήματα όπου εξασθενούν σε ε ή ι, στο 2ο εν., ή πληθ., ή τους αόριστους, δέχονται την ίδια μετατροπή του ι στις προστακτικές : πχ. βράσe, 2ο βρέτ, προστ. βρίτe ] μάρρe, 2ο μέρρe, προστ. μίρρe] dάλje, 2ο dέλe, προστ. dίλe(32)] πeρέσe, αόρ. πeρίτα, προστ. πeρίτe] θρέσe, αόρ. θρίτα, ή θίρρα, προστ. θίρρe, ή θρύτe] σςόχe, 2ο σςέχ, προστ. σςίχe, ή σςί] jέσe, παρατ. jίσιjα, προστ. jίτe(D.L. σελ. 125. itt.)] βdέσe, προστ. βdίσe] bρίττασe, αόρ. bρίττα, προστ. bρίττe] φλάσe, 2ο φλέτ, αόρ. φόλα, προστ. φόλe(D.L. fol), και φλίτe. – Η τάση αυτή της προστακτικής προς έναν ήχο πιο οξύ των ριζικών φωνηέντων, η οποία επισημαίνεται και από τον Bopp, θα πρέπει να σχετίζεται με το ίδιο είδος μετατροπών που συναντάμε στα 2α πρόσωπα, και στα ρήματα στον παρατ. και στους αόριστους. Αλλά ίσως να επηρεάζει η αφαίρεση της πλήρους κατάληξης, για την οποία στα ρήματα που η ρίζα τους τελειώνει σε σύμφωνο θα πρέπει γενικά να μπει το άφωνο e. Εκτός από αυτό, σε πολλά ρήματα στην προστακτική, μπαίνει στο τέλος ένα ε, και συχνά, αλλά όχι πάντα, συνταυτίζεται με το δεικτικό αντωνυμικό μόριο ε : όπως μίρρε, πάρε, και πάρε τον, πάρε την, ή θίρρε, κάλεσέ τον, κάλεσέ την, κτλ. Δεν θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε αυτό ως μια ανάμνηση του ε, το οποίο ακολουθούσε την αρχαία κατάληξη στις προστακτικές της ελληνικής και της λατινικής. Η Γραμματική του P. D. L. πράγματι τοποθετεί το e (=ε) σε πολλές προστακτικές,όπως paditeαπό padis, sel. 85] mbute, από mbus, σελ. 103] prèkeαπό perkàs, σελ. 131] dàae, από daagn, σελ. 135] bdire από bdier, σελ. 142, και άλλα. Από αυτά τα παραδείγματα φαίνεται να επιβεβαιώνεται η υπόθεση σχετικά με την αναλογία μεταξύ του τελικού ε των προστακτικών της αλβανικής και του e, κατάληξη των ελλ. και λατ., και αποκτά επίσημο στήριγμα η χρήση που υιοθέτησα του άφωνου e στο τέλος των προστακτικών, στους οποίους λείπει το καθαρό ε, μετά το ριζικό σύμφωνο] με το οποίο συχνά συμφωνεί ο Hahn (33).

      S 225. Εκεί όμως που νομίζω ότι διακρίνεται ένα αξιόλογο σημάδι της κατάληξης της προστακτικής της ινδοευρωπαϊκής ] σανσκρ. dhi, hi, = ελλ. θι] είναι στα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε φωνήεν. Σε αυτά, το 2ο εν. της προστ. βγαίνει σε j, αλλά προφέρεται ως άηχο, έτσι που ισοδυναμεί με το hi = χj : πχ. ρούα-j, ή ρούαχj, κλούαj, ή κλούαχj] βeρέεχj] φλήχj] μbλίχj (34) κτλ. Η κατάληξη hi, της προστακτικής είχε στα ρήματα της σανσκριτικής, στα οποία το θέμα λήγει σε φωνήεν, την ίδια αξία του dhi, = θι ελλ. : πχ. apnu-hi προστ. του apnu(ρίζα ap, παρ. κατ. nu) (βλ. Schl. σελ. 513-14). Αλλά όσο για την αλβανική θα πρέπει να επισημάνουμε επιπλέον πως το χj, j, εμφανίζεται μερικές φορές, και ιδίως στο τέλος των λέξεων, να παίρνει τη θέση του ελλ. θ, όπως στις παθ. καταλήξεις του 2ου πληθ., των ρημάτων (35). Υπενθυμίζω επί τη ευκαιρία τη λέξη μeράje, ή μeράχje = μάραθ-ο-ς (βλ. S 87), η οποία αποτελεί ένα ξεκάθαρο παράδειγμα αυτού (36), καθώς και εκείνα της αντίθετης μετατροπής, όπως το ι μάθe(μάδe) = σανσκρ. maha-nt, ελλ. μέγας, μάτις.

      Έχουμε ξαναπεί πως η γκ. δεν συμπαθεί το j μεταξύ φωνηέντων, και στο τέλος της λέξης, και το αντικαθιστά κυρίως με το ι, ή ιι, όπως στις αντωνυμικές γεν. πχ. ατίje, γκ. atii, μέjε, γκ. meie] ωστόσο αυτό γίνεται το ίδιο στις καταλήξεις της προστακτικής : rhui, ή rhuai, αντί του τοσκ. ρούαj] duei(D. L.) αντί του dούαj] και bry(πιθανόν = brii) από brè.

      Αν και παραπάνω έχω εκθέσει την πιο πιθανή υπόθεση σχετικά με την αναλογία του σχηματισμού της αλβανικής σε j = χj, της προστ. ( στην γκ. i, ii), υπενθυμίζω παρόλα αυτά πως η κατάληξη aiανήκει στην σανσκριτική, στην μέση προστ., (βλ. Schl. σελ. 528), και πως κάτι παρόμοιο συναντάται στην ελληνική στον 1ο αόρ. προστ. του λύ-σ-αι, νείμ-αι κτλ.

      Αλλά στο αλβ. κλούα-j, (-χj), γκ. κλού-ι, κάλεσε, ονόμασε] ρούαj, (-χj) γκ. ρού-ι, κοίτα, προφύλαξε] βeρέε-j, (-χj), παρατήρησε] πί-j(-χj), πιες] eγγρή-j, (-χj), σήκωσε, και παρόμοια, θα πρέπει περισσότερο να αναγνωρίσουμε τον αντίστοιχο σχηματισμό των προστακτικών της ελλ. κλύ-θι (37) (ρίζα klu)] *ρύ-θι, *έρυθι] *Fόρε-θι = όρα] πί-θι = πίε] *έγρε-θι = έγειρε, πάνω στο παράδειγμα του δόθι, στήθι (38).

      Θα πρέπει ωστόσο να επισημάνουμε πως το j = χj της προστ. της αλβ. (ιγ σύμφωνα με τον Hahn) έχει μικρότερη ηχηρότητα όταν βρίσκεται κολλημένη μετά από ένα αντωνυμικό μόριο, όπως το ε, ή ου στα παθ.: πχ. κλούαj-ε, φώναξε τον] ρούαj-ου, κοιτάξου ] θούαj-ι, πες του, κτλ. όπου το jέχει τον φυσικό του ήχο διαφορετικό από το χj : κατά τα άλλα είναι γνωστή η συγγένεια αυτών των δύο συμφώνων, ιδίως στην αλβανική. Τα ρήματα σε όιje= ονje κάνουν στο 2ο εν. της προστακτικής σε ό, καλύτερα ώ, ή όε (39), πιθανόν λόγω αποκοπής του j, ή του χj. Η ίδια αποκοπή μπορεί πράγματι να εφαρμοστεί στο μεγαλύτερο μέρος των προστ. που η ρίζα τους τελειώνει σε φωνήεν, και στα ρήματα που παίρνουν το ν στο 2ο και 3ο πρόσωπο του ενεστώτα οριστικής : βeρέ-j(-χj) και βeρέ] φλή-j(-χj) και φλή] ρί-j(-χj) και ρί] eμbά-j(-χj) και eμbά] eνdjέ-j(-χj) και eνdjέ (συγχώρεσε).

      Είναι ενδιαφέρον ότι οι προστακτικές των ρημάτων σε όιje, άιje = όνje, άνje, καθώς κολλούν το μόριο ε αντικαθιστούν με αυτό το τελικό τους ό, ά, ή το εκθλίβουν για να τοποθετήσουν το ε : όπου κeρκέ-ε, αντί για κeρκό-ε, ή κeρκόj-ε] eμbέ-ε αντί για eμbά-ε ή eμbάj-ε. Αυτό συνηθίζεται τουλάχιστον στην αλβ.-σικ.

      Χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής η προστακτική του bίε (=bjέρe), φέρω, που γίνεται bjέρε, ή bjέρe(φέρε)] εκείνη του βίνje ή βίje, έρχομαι, έjα, γκ. eia(=έλα νεοελλ.)] του bή-ιje, γκ. bagn, κάνω, bήν, ή ban] του βού, βή, θέτω, βέε, αλβ. σικ. βούρe, γκ. βούν] του χίιje, ή χίνje, μπαίνω, χίρe, ή χίν γκ.] του φλάσe, φόλe, που έχουμε δει. Μάλιστα από το τελευταίο παράδειγμα φόλe (fol, D. L.), και από κάποιο ακόμα, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως κάποτε υπήρχε μια προστακτική που σχηματίζονταν ακόμα από τους αόριστους ή από τους παρακ., όπως το φόλe από τον αόρ. φόλα] πρέκε (D. L.) από τον αόρ. πρέκα, του περκάσe, αγγίζω] θίρρε, από θρέσe, αόρ. θίρρα, και θρίτα: ίδια θα μπορούσαν να θεωρηθούν κι εκείνα σε –ίτe όμοια με τον αόρ. σε –ίτα. Όμως, οποιαδήποτε υπόθεση και να κάνουμε, είναι σίγουρο πια, εκτός από εκείνα σε ίτe, ελάχιστες προστακτικές μπορούν να καταλήξουν σε αόριστους.

      S 226. Το 2ο πληθ. του ενεστώτα στην αλβ. απομακρύνεται εντελώς από τον σχηματισμό των συγγενικών γλωσσών, εφόσον πέφτει στο νι : η οποία κατάληξη εξηγείται από τον Bopp με τρεις διαφορετικούς τρόπους (op. c. p. 10-11). Μεταξύ αυτών νομίζω πως πιθανότερος είναι ο 3ος τρόπος, που υποθέτει την αποκοπή ενός πλήρους σχηματισμού του 2ου πληθ. σε τe-νι, τενι, ή τινι, = τανι, σύμφωνα με ένα τρόπο που χρησιμοποιείται στο ιερό βιβλίο της βέδας (αρχ. ινδ.), όπου η κατάληξη του 2ου πληθ. ta, ta, αυξάνεται σε tana, ή tana(και tanà, tanà). Στην αλβ. θα ήταν πολύ σύνηθες η μετατροπή του α σε e, και i, όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις] έτσι ώστε πχ. το πλjάκ-νι θα μπορούσε να θεωρηθεί μια συγκοπή του πλjάκ-τe-νι. Αυτή η υπόθεση, καθώς κι εκείνη που βασίζεται στην αρχαία ινδική, φαίνονται πιο βάσιμες από το να υποθέσουμε πως η κατάληξη του 3ου πληθ. πέρασε στο 2ο πρόσωπο] παρόλο που αυτός αναφέρει ένα παρόμοιο παράδειγμα στην γοτθική.

      Ομοίως θα μπορούσε κανείς να δεχτεί και την άλλη υπόθεση του ίδιου του Bopp,  πως το ν του 2ου πληθ. αποτελεί μια παραποίηση του τ, που πρώτα έγινε d, έπειτα νd, και τέλος νν, ν. Η συγκεκριμένη μετατροπή δικαιολογείται, κατά την άποψη μου, με την εισαγωγή του ρινικού μπροστά από το οδοντικό, που στην αλβανική βρίσκει πολλά παραδείγματα στην αρχή και στη μέση των λέξεων : υπενθυμίζω το νέζ της σκοδρ., από νdέςe τοσκ., = δέζe, ή δέσe, ανάβω (δαίω σανσκρ. daç)] συνεπώς, το πλjάκ-νι θα γίνονταν λοιπόν από *πλjάκ-τι, -dι, έπειτα *πλjάκ-νdι, -ννι, -νι. Αυτή η υπόθεση θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως στήριγμα, στο σχηματισμό του 3ου πληθ., που από την αρχαία κατάληξη anti, ant, έγινε σε ορισμένους χρόνους της σανσκριτικής an, ελλ. ον, αν, αλβ. eν, νe. Σε αυτή την περίπτωση το τελικό ι θα ήταν κατάλοιπο της αρχαίας κατάληξης του 2ου πληθ. ta-si, όπου το ελλ. τε, λατ. ti-s.

      Θα πρέπει ωστόσο να αναφέρουμε πως συναντάμε να λείπει στο 2ο  πρόσωπο πληθ. το ν, όπως στα παραδείγματα νdή μedόι] τe μ’ ι θόι, αντί για dόνι, θόνι (βλ. Hh. ΙΙ. σελ. 131)] κjάjι προστ. αντί για κjάνι (σελ. 137).

      Η φαινομενική ομοιότητα των αλβ. 2ων πληθ. του ενεργ. ρήματος σε ιν, με τα παθητικά της λατινικής σε ni, όπως ama-mi-ni κτλ., δεν τα φέρνει κοντά] εφόσον έχει γενικά πια αποδοθεί ο σχηματισμός αυτός της λατινικής σε μια αντωνυμική λέξη σε minu-s = mana-s σανακρ., μενο-ς ελλ. (40).

      Τα ισχυρά φωνήεντα α, ε, ο, στο 2ο πληθ. εξασθενούν γενικά σε ι, όπως είδαμε και στους παρατατικούς, τους αόριστους οριστ., και στο 2ο εν. της προστακτικής. – Όσο έπειτα για την υπ., το 2ο πληθ. του ενεστώτα έχει την ίδια κατάληξη της οριστικής] όμως κανονικά διατηρεί το ανοιχτό φωνήεν του θέματος, και οριςμ΄νες φορές το μακρό σύμφωνο στα ρήματα, που το έχουν στον ενικό, όπως jέεμe, κέεμe] 1ο πηθ. jέμι, κέμι (kemi), 2ο jένι, κένι (41). Για αυτό έχει διαδοθεί η συνήθεια να το ομογενοποιούν πολλοί με το 2ο πληθ. της οριστικής με την εξασθένιση του φωνήεντος : κίνι, jίνι] για το οποίο ο ίδιος ο Bopp δεν βρίσκει άλλη αιτία από την μεταβλητότητα των φωνηέντων, όπως έχουμε δει σε παρόμοιες περιπτώσεις.

      Σε μερικές διαλέκτους, και ιδιαίτερα στην ιταλό-αλβ., τα ρήματα που το θέμα τους λήγει σε ς, τ (σe, τe), στο 2ο εν. τ (ή τe), όπως το φλάσe, 2ο φλέ-τ (-τe), θρέσe, θρέτe κτλ. (όχι όμως σε εκείνα που κρατούν το σ, όπως τα βdέσe, -σe, παρκαλέσe, eνdjέσe, -σσe, και όμοια)] στο 2ο πληθ. καταργούν το σ η το τ του θέματος : πχ. φλί-νι, θρί-νι κτλ. Σε αυτό νομίζω πως μπορούμε να διακρίνουμε κάποια αναλογία με ότι υποθέτουμε πως συμβαίνει με τον γενικό σχηματισμό του νι από τe- νι (=ta-na), σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω.

      Αυτή η κατάργηση όμως του σ, ή του τ, στο 2ο πληθ. δεν συμβαίνει στην γκ. και στη σύγχρονη τοσκ. : πράγματι στον D. L. (σελ. 145) διαβάζουμε flittiniαπό flas] έτσι στα περισσότερα ρήματα σε ς, συναντάμε στο 2ο πληθ. tt, ή t, όπως perkittini, puètini, murittini ( ), jittini, peritini, ή το ss, s, σε άλλα, όπως padisnimpussni, britisni, bdissini.

      Ο Hahn, από όσο ξέρω, δεν δίνει κάποιο συγκεκριμένο κανόνα για αυτό] με το οποίο δείχνει πως αναφέρεται στον γενικό κανόνα που διατηρεί τα ριζικά σύμφωνα του θέματος, με εκείνες τις μετατροπές που έχουμε δει. Καταγράφει μονάχα (στην σελ. 73) το ρήμα κουλός (-σe), 2ο πληθ. κουλότνι, ή κουλόνι, με, ή χωρίς το τελικό σύμφωνο του θέματος] η αναίρεση η οποία θα πρέπει να οφείλεται στην ευφωνία έτσι στην ιταλό-αλβ., όπως στο παράδειγμα του Hahn. Όμως οι σχηματισμοί που καταγράφει ο D. L.  είναι περισσότερο πλήρεις : και μάλιστα για ορισμένους από αυτούς, όπως φλίτ-τι-νι, πeρίτ-τι-νι, bdίσ-σι-νι, eμπύσ-σι-νι, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι κρατούν την κατάληξη (τι-νι = τe-νι = τε-νι) του 2ου πληθ., το οποίο υποτίθεται ότι βρίσκεται στην αρχή ] αλλά σε ορισμένα θα ήταν πολύ εύκολη η αφομοίωση, και στην αλβανική κανονική, του τ με το σ] όπως στο bdίσ-σι-νι = bdίσ-τι-νι] ή αντίθετα του σ σε τ, όπως στο φλίτ-τι-νι = φλίσ-τι-νι (αντί για *φλάσ-τe-νι). Ίσως τα ρήματα σε ς, τ, ήταν τα πρώτα που έχασαν τη συλλαβή τe, τι, παραγωγική του 2ου πληθ., εξαιτίας της συνάντησης με το ριζικό σ, ή το τ. Κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται από την περεταίρω αναίρεση που συμβαίνει στην ιταλό-αλβ., στο φλί-νι, αντί του τοσκ. φλίτ-νι (*φλjάσ-νι), ή φλjίσ-νι, γκ. φλίτ-τι-νι. Τέλος θα υπενθυμίσω πως ο σχηματισμός φλίτ-τι-νι = *φλάσ-τε-νι, *φλίσ-τe-νι, σε σύγκριση με το ελλ. φλάσε-τε, *φλάσ-τε, φαίνεται πως επεκτείνεται από ένα ευφωνικό τελικό ν, όπως στο 1ο πρόσωπο με-ν, σαν να ήταν φλάσ-τε-ν.

      S 227. Στους υπόλοιπους χρόνους, εκτός του ενεστώτα, το 2ο πληθ. έχει κρατήσει την χαρακτηριστική του κατάληξη τε, τe = ελλ. τε, λατ. te στις προστακτικές, και αλλού ti-s, που αποτελούν κατάλοιπα του αρχικού ta-si, ta-s(βλ. Schl. σελ. 517-18). Στους παρατ. προηγείται της προσωπικής κατάληξης τe, τε, στην γκ. ένα ι, στην τοσκ. ένα άφωνο e : πχ. κeνdόνj-ι-τε γκ., κeνdόιj-ee τοσκ., τραγουδούσατε] φλίσνj-ι-τε γκ., φλίσιj-ee τοσκ., μιλούσατε, ή φλίσ-jιτe, -jeτe : στους συνοπτικούς σχηματισμούς όπως βράσe αντί για βράσιjα, το 2ο πληθ. γίνεται βράσee] από θόσςe αντί για θόσςιjα, γίνεται θόσς-τe, -ee.

      Στους αόριστους, ή στους παρακείμενους, αν η ρίζα τους λήγει σε σύμφωνο όπως στο prèk-a, φόλ-α, πλjάκ-α, μπορεί μπροστά από την κατάληξη να εισάγεται το άφωνο e, ή να την αφήνει, σύμφωνα με την ευφωνία, ή με την εκάστοτε διάλεκτο : πχ. prek-te, fol-te(D.L.), ή, πρέκee, φόλee, πλjάκ-τe, και πλjάκee. Γενικά όμως χωρίζονται όταν στον αόριστο μπαίνει το ό, που στον πληθ. γίνεται ούα : σςκjόρα, 2ο πληθ. σςκjούαρ-τe, πόλα, πούαλ-τe(cf. S. 221).

      Ο D. L. στην γκεγκική του ορισμένες φορές καταργεί το tτης κατάληξης τε του 2ου πληθ., στους αόριστους σε ta : πχ. του padita, 2ο πληθ. padite] του mbaita, mbàte] του brita, 2ο πληθ. brite(από brè, κατατρώγω) : αλλά κανονικά γράφει brittite από britas(bριττάσe)] puètete από puèta(πυέ-σe, -τe). Στην τοσκ., και στην ιταλό-αλβ. πράγματι στην προσωπική κατάληξη τe αυτών των χρόνων εισηγείται πάντα το ι, ή e, ούτε καταργείται ποτέ το χαρακτηριστικό τ του χρόνου : όπου bρίττ-ι-τe, πύετ-ι-τe, eμbάιτ-ι-τe. Οι αόριστοι σε σα παίρνουν το e στην ιταλό-αλβ., αλλά το παραβλέπουν στην τοσκ., ποτίσα, 2ο πληθ. ποτίσ-eτe, ή ποτίσ-τe, σόσα, 2ο πληθ. σόσ-eτe, -τe, κτλ., λόγω συγκοπής (cf. έσται = έσεται). Τα φωνήεντα ι, e (στην γκ. ε), που κολλάνε στην κατάληξη τe, τε, αντιστοιχούν ξεκάθαρα με τα φωνήεντα α, ε, της ελληνικής στο 2ο πληθ. των αορίστων, και των παρακειμένων : πύετ-ι-τe = ε-*πύθ-ε-τε, επύθεσθε] eμbάιτ-ι-τe = *εμπάσ-α-τe(από *εμπάω, cf. έμπασις)] ποτίσ-ee = ε-ποτίσ-α-τε. Όσο για τους 2ους αόριστους, όπως έ-φην έ-βην κτλ. συναντάμε τα όμοια τους στην αλβανική να συνδυάζονται με αυτά, κυρίως στον πληθυντικό : έ-βαμε-ν, έ-βατε = αλβ. βάμe, βάτe] έ-φαμε-ν, έ-φατε = θάμe, θάτe κτλ.

      Οι παρακ. της αλβανικής σε όβα, έβα, ίβα, αφήνουν, όπως είδαμε, το β σε όλον τον πληθυντικό : αλλά οι μεν επεκτείνουν το ο σε ούα, και οι δε επιμηκύνουν το ε, ή το ι, μπροστά από τις προσωπικές καταλήξεις : πχ. κeνdό-β-α, 2ο πληθ. κeνdούα-τe] πί-β-α, 2ο πληθ. πί-τe (42)] bλέ-β-α, 2ο πληθ. bλέε-τe. Τα τελευταία όμως κάνουν περισσότερο το ε σε ίε, ή ύε, όπως κeθέβα, 1ο κθύεμe, 2ο κeθ-ύετe(-ίετe)] σςeρbέβα, 2ο πληθ. (D. L.) σςeρbύετe(βλ. S216).

      Το 2ο πληθ. αορίστου υπ.- ευκτ., εντοπίζεται στον D. L., και στον Hahn να καταλήγει σε σςι, τςι, όπως στο πλjάκσςια, πλjάκ-σςι, ή –τςι] του brittscia(D.L.) του britsci] daccia(=dάσςια), dacci, ή dάτςι, δίχως την προσωπική κατάληξη τe. Όμως στην ιταλό-αλβ. αυτός ο χρόνος έχει το 2ο πληθ. πλήρη, και κανονικό σε σςιτe, τςιτe, όπως dάφσςια, dάφσς-ι-τe, θάτςια, θάτς-ι-τe, βdέκσςια, βdέκσς-ι-τe] έτσι που συμφωνεί περισσότερο με την αρχική κλίση, και με την ελληνική, λυσείατε, ή λύσαιτε, και λύσητε.

      S 227. Εξετάζοντας το 3ο εν. των αλβανικών ρημάτων αντιλαμβάνεται κανείς πως στον ενεστώτα κρατά τον αρχαίο σχηματισμό από το βοηθητικό ρήμα jάμe, είμαι, 3ο  ίσςτe, èσςτe(=ήσςτe), γκ. άσςτ, ή αν’σςτ σκοδρ. (Bianchiaste), όμοιο με το σανσκριτικό as-ti, ελλ. εσ-τι] και από το άλλο ενεργ. ρήμα σε μe, θόμe, λέω, το 3ο πρόσωπο γίνεται θό-τe, ή θότ. Και στην ελληνική η πρώτη κατάληξη ti(ta, αρχ.) δεν διατηρήθηκε πέρα από το ρήμα ειμί, στους σχηματισμούς σε μι, που μετατρέπεται σε σι : τίθη-μι, 3ο πρόσωπο τίθη-σι. Στα περισσότερα ρήματα καταργείται, όπως στο φέρει αντί του *φέρε-τι κτλ., ενώ το λατινικό γίνεται fer-t, dici-t, και έτσι και σε όλα τα άλλα. Η αλβανική, εκτός από τα δύο ρήματα που αναφέραμε παραπάνω, χρησιμοποιεί το 3ο εν του ενεστώτα οριστικής δίχως την κατάληξη σε τ, τe, όπου κάμe, έχω, αλλά σε μe στο 1ο πρόσωπο, στο 3ο γίνεται κά, με το μακρό α, πιθανόν, όπως υποθέτει ο Bopp(σελ. 12), για να αναπληρώσει την αναίρεση της προσωπικής κατάληξης.

      Στα υπόλοιπα ρήματα γενικά το 3ο πρόσωπο είναι κομμένο, και λήγει σε σύμφωνο, ή σε ριζικό φωνήεν, όμοιο με το 2ο, όπως έχουμε δει (cf. S 222) : πλjάκ-e, 3ο πλjάκ] θρέσ-e, 3ο θρέτ] χίje ή χίνje, 3ο χίν] πίι (πί-je), 3ο πί, κτλ.

      Ο παρατατικός οριστικής δεν έχει χάσει εντελώς την αρχική κατάληξη του 3ου εν., εφόσον στην γκ., και στην τοσκ. σε αυτό λήγει σε τε, αν και, ιδίως στην τοσκ., το τε παραβλέπεται για συντομία. Στα ρήματα που έχουν τη ρίζα ή το θέμα να τελειώνει σε σύμφωνο η κατάληξη τε προσκολλάται χωρίς κάτι άλλο ανάμεσα. Επομένως από ίσς-ιjα (jέσς-ιjα = έσς-α) παρατ., ή jέσς-e τοσκ., το 3ο γίνεται πλήρες ίσς-τε, ή αποκομμένο ίσς τοσκ., ήταν, με το οποίο ο Bopp (σελ. 14. 68. Ν. 27) σχετίζει τη δωρική μορφή ής = ήν 3ο, στην σανσκριτική asit, ved. as] κέσς-ιjα, κίσς-ιjα, ή κέσς-e, είχα 3ο κίσς-τε, ή κίσς τοσκ. Έτσι στο πλjάκ-e, παρατ. πλjάκιjα (ιje), 3ο πλjάκ (πλjάκ-je αλβ. σικ.), και πλjάκ-τε (Hahn σελ. 69 Gr.)] πίελ-e, παρατ. πjέλιjα, πjέλ-e, 3ο πίλ, και πίλ-τε. Εφόσον το 3ο πρόσωπο του παρατ., ακόμα κι αν τα άλλα δεν το κάνουν, συνηθίζει να μετριάζει το ριζικό φωνήεν (α, ε) όπως βράσιjα (ιje), ή βράσe, σκότωνα, 2ο βράσιjε, ή βράσe, 3ο βρίς, ή βρίσ-τε (αλβ. σικ. βρίσje)] κα σε εκείνα που έχουν ιε, ή jέ, εξασθενούνε σε ι, όπως πίλ, πίλ-τε. Έτσι στα δυο βοηθητικά ρήματα βλέπουμε τον παρατ. τοσκ. jέσςe, κέσςe, 3ο ίσς, κίσς : αλλά θόσςιjα, ή θόσςejα, από θόμe, διατηρώντας το ο, το 3ο γίνεται θόσς ή θόσς-τε. Κατά τα άλλα αυτά μοιάζουν με τον αόριστο dέσςα (βλ. SS210, 213)] εκτός από την παρ. κατ. ιj, η οποία σε μερικά παραβλέπεται. Οι παρατατικοί των ρημάτων σε όιje = όνje, 2ο και 3ο όν, όπως κeρκόιje, -νje, κeρκόν, και τα άλλα όμοια του με την παρ. κατ. ιje = νje στα οποία προηγείται φωνήεν, κι που να έχουν το ρινικό στον ενεστώτα (43), κρατούν το ν στο 3ο του παρατ. κeρκόιjα (-όje), 3ο κeρκόν, προσπαθούσε, ή κeρκόντε. Κατά τον D. L. θα γινότανε κeρκόν-τα, όπως το kendòn-t, scer-bèn-t, δίχως το τελικό e] αν και σε άλλα αυτός το βάζει όπως στα lidhe-te, don-te, έδενε, ήθελε. Η σύγχρονη διάλεκτος του Σκόδρα, σύμφωνα με την μέθοδο του να διαμορφώνει τον παρατ., έχει γενικά το 3ο σε τε, δίχως το ν, στα ρήματα που μόλις είδαμε : πχ. kendòisce, τραγουδούσα, 3ο  kendòi-te] dòisce, ήθελα, dòi-te, κτλ.

      Η κατάληξη τε, με την οποία συνηθίζει να ενισχύεται το 3ο παρατ. της αλβανικής, είναι ολοφάνερο ότι σχετίζεται με την αρχαία ινδοευρωπαϊκή, στην σανσκρ. t, το οποίο ανήκει στον δευτερεύων σχηματισμό των ρημάτων (βλ. Schl. σελ. 520-21). Στην ελληνική η κατάληξη των ενεργ. παρατ. καταργείται, καταλήγοντας αυτά σε ε, έφερ-ε, αντί για *-ετ, αλλά έχει παραμείνει στην λατινική. Η αλβανική ωστόσο, όπως έχουμε δει, μπορεί και να παραβλέψει αυτή τη προσωπική κατάληξη : και μάλιστα η ιταλό-αλβ. διάλεκτο δεν τη χρησιμοποιεί, από όσο ξέρω, ποτέ, καθώς κλείνει σταθερά το 3ο παρατ., ή αποκόβοντας κάθε κατάληξη, όπως στο ίσς, κίσς, αυτός ήταν, είχε] ή με τις γνωστές ρηματικές κατ. : κeνdόje, τραγουδούσε, πίje, έπινε, βρίσje, σκότωνε, σςκjίρje, σπάραζε κτλ. (44).

      Οι αόρ., ή οι παρακ., ανάλογα με τους διάφορους σχηματισμούς, ποικίλουν στην κατάληξη του 3ου εν. Γενικά σε αυτούς τους χρόνους λήγει σε ι, το οποίο ισοδυναμεί με το ε των 3ων εν. των 1ων αορίστων, και των ελλ. παρακ., από το αρχ. ta, ti: έρδα, έρδ-ι] χόλκjα, χόλκj-ι] βούρα, βούρ-ι, βούν-ι] χύπα, χύπ-ι] bρίττα, bρίττι] κjέθα, κjέθι] βέσςα, βέσς-ι, κοκ. για όλα εκείνα που η ρίζα τους λήγει σε α, ή σε ρα = ωα, και σε τα. Μεταξύ  αυτών εξαιρείται το βάιτα, που γίνεται βάτε, πήγα (cf. βάτο ελλ.). – Εκείνα που λήγουν σε βα στο 1ο, αν προηγείται ένα ο, όπως στο κeνdόβα, κουιτόβα, κeρκόβα κτλ., έχουν κανονικά το 3ο σε ι, από α, το 2ο ε : αλλά σύμφωνα με όσα έχουμε πει αλλού μπορούν να μετατρέψουν το όι, σε ούα, ιδίως όταν προηγείται το αντωνυμικό μόριο ου, δηλαδή στην παθητική μορφή : πχ. ου κουιτούα, θυμήθηκε, ου κeρκούα, προσπάθησε κτλ. Τα άλλα που λήγουν σε –έ-βα, μπορούν να μακρύνουν το ε, όπως bλέβα, 3ο bλέε] αλλά συχνότερα, παίρνουν στο τέλος το ου, bλέ-ου] και το ίδιο γίνεται με τους παρακ. σε ί-βα, όπως πί-βα, πί-ου, αρρί-βα, αρρί-ου. Έπειτα αφήνουν αυτήν την κατάληξη γενικά όταν έχουν μπροστά το μόριο ου : πχ. ου bλέε, αγοράστηκε, ου πί. Το τελικό ου αυτών των παρακ. στο 3ο εν. μπορεί να επαναληφθεί από την μετατροπή σε φωνήεν του β = v όπως πιστεύει ο Bopp(σελ. 19)] τόσο που το ου δεν συναντάται παρά μόνο στο 3ο εν. Είναι όμως διαφορετική η περίπτωση των παρακειμένων σε όβα, 3ο –όι, -ούα, ούε γκ., που έχουν τον δίφθογγο ούα, ούε, σε όλο τον πληθ. : ο ίδιος ο δίφθογγος θα πρέπει να οφείλεται σε κάποια επέκταση του ό, όπως έχουμε πει κα αλλού. Αλλά αν αντιληφτεί κανείς πως σε αυτούς τους σχηματισμούς το ε, ή e, το οποίο συνηθίζει να προηγείται των προσωπικών καταλήξεων του πληθ., εντοπίζεται να μπερδεύεται με τον ίδιο τον δίφθογγο, καθώς κενd-ούαμe, ή –ούεμε γκ. αντί του *κeνdόεμe] μπορούμε να αναγνωρίσουμε κάτι παρόμοιο στην πτώση της ελληνικής του οε, οο, σε ου, εδηλόομεν, -ούμεν, -όετε, ούτε. Και συχνά στην γκ. αντί για ούα, ή ούε, μπαίνει μόνο το ού (cf. S 44).

      Η κατάληξη ου του 3ου προσώπου, εκτός από τους παρακ. σε έβα, ίβα, ανήκει ακόμα σε μερικούς από εκείνους σε κα, ή γα, όπως ίκα, πλjάκα, λjάγα, που κάνουν ίκ-ου, πλjάκ-ι και πλjάκ-ου, λjάγ-ι και λjάγ-ου (λάγου, αλβ. σικ.) από ίκe, πλjάκe, λjάκe ή λjάγe(λάγe), δραπετεύω, γερνώ, μουσκεύω. Σε αυτό το σχηματισμό το ου πιθανόν δεν είναι παρά κάποια άλλη εξασθένηση του αρχ. α αντί του συνηθισμένου ι. Αλλά ο Bopp (σελ.23) θεωρεί πως έχει ρηματική προέλευση, από τη ρίζα bhu, είμαι, στην οποία αποδίδει το β = v των παρακ. σε βα. – Αν οι καταλήξεις του 3ου των αορίστων της αλβανικής σε ι, έχουν κάποια σχέση με την αντωνυμία 3ου προσώπου α-ί] όπως είχαν σίγουρα οι ινδικές ta, ti, t, με τις παρόμοιες τους αντωνυμίες, και επομένως οι ελληνικές] μπορούμε να εντοπίσουμε μια συμμετρική αντιστοιχία με το ου στο σχηματισμό α-ύ αυτής της αντωνυμίας. – Το 3ο πρόσωπο των 2ων αορίστων πέφτει στο α, συνήθως το μακρό = η, ω ελλ.: αλλά στο δά, θά, το α φαίνεται περισσότερο βραχύ, παρά την αντιστοιχία του με τα ελληνικά φή = φά, δώ = έ-δω (δώ =*δά).

      Η ατέλεια της προσωπικής κατάληξης t, είναι η ίδια στην ελληνική, και την αλβανική και σε αυτόν το χρόνο. Όμως η χρήση αυτής της κατάληξης t, με ένα φωνήεν στο τέλος, εντοπίζεται στο 3ο εν. του παρατ. όπως κeρκόν-τε, dόι-τε, έψαχνε, ήθελε. Ορισμένες φορές το βάζουν και στο 3ο πρόσωπο των αορίστων, με τη μορφή τι: έρδ-τι, αντί για έρδ-ι έρθe(=ήλθε, ήρθε), ιταλό-αλβ.] στον D. L. (σελ. 188), διαβάζουμε uduk-ti, = uduk, 3oπρόσωπο του ου dούκα, από dούκεμe. Έτσι στην σκοδρ. το 3ο πρόσωπο γίνεται dέσς-τε αντί για dέσς-ι, ή dέσς, από τον αόρ. dέσςα, θέλησα, όπως και ο παρατ. του jάμe, ίσς-τε.

      Ο ενεστώτας υπ.-ευκτ. σε ορισμένα ρήματα έχει κρατήσει στο 3ο εν. την παρ. κατ. t : δηλαδή στα ρήματα σε μe, κάμe, jάμe, θόμe, 3ο υπ. κέετ, jέετ, θέετ, ολόιδιο με το λατινικό det, όπως και με την σανσκριτική μορφή bhar-em, -es, -et (e = ai), με την οποία σχετίζονται οι ελληνικές ευκτ. φέρ-οιμι,-οις, οι (*οιτ)] αν και στην ελλ. το tτου 3ου προσώπου δεν διατηρείται πέρα από ορισμένες υπ. της ιων. με τη μορφή σι, φέρη-σι = φέρη : και στις προστακτικές, όπως φερέ-τω, με τω αντί του τωτ, = tatτης βέδας (βλ. Schl. 520-21).

      Η προστακτική της αλβ. ακολουθεί το 3ο πρόσωπο της υποτακτικής. Και αυτή σε όλα τα άλλα ρήματα, εκτός εκείνων που αναφέραμε παραπάνω, χάνει την κατάληξη τ, όπως στα ελληνικά ρήματα (45). Αλλά ο ενεστώτας υπ. 3ου προσώπου δεν υπόκειται στις μεταβολές της οριστικής : όπου φλέτ, μιλάει, τeφλάσe, να μιλήσει. – Ο αόρ. υπ. ευκτ. σε σςια είναι ο μόνος χρόνος που διατηρεί σε όλες της διαλέκτους την αρχαία κατάληξη σε τ ή τe(με το eεπιπρόσθετο) : όπου dάφσςια, να ήθελα κτλ., αλβ. σικ. από dούα, 3ο πρόσωπο dάφ-τ] ρόφσςια, ρόφ-τα] πλjάκσςια, πλjάκ-τα] θάτςια, θάσς-τα] dàccia = dάσςια, D.L. dasct= dάσςτ, από dούα, θέλω. Όμως σε αυτό το πρόσωπο εξαιτίας της ίδιας της κατάληξης, όταν αυτή δεν προηγείται από φωνήεν, παραλείπεται για λόγους ευφωνίας το χαρακτηριστικό σς. Επομένως τα προαναφερθέντα πλjάκτ, dάφτ, κτλ. και άρδe-τ, ή άρ-τ, από άρδe-σςια ή άρθeσςια, άρτςια] britt (D.L.) από brittscia (46)] βdέκ-τα, ή dέκ-τα από βdέκ-σςια, να πεθάνω, κτλ., D.L. (σελ. 128) bdekt] ζά-ντ, ή ζήντ, από ζάνσςια, ζήνσςια. – Σε ορισμένα ρήματα αντί για σς προφέρεται σ, όπως στο πάσ-τ από πάτςια, αόρ. υπ. του πάτα, έχω, οριστ. πάτα, είχα] στο δέσ-τ, ή δέσ-τε, με ένα επιπρόσθετο ε, από δέτςια, αόρ. υπ. του δέζe, ανάβω ] και στο σκοδρ. dέστε (47) αντί του dέκτ, ή βdέκτ (48).

      Όπως φαίνεται από τα όσα είπαμε ως εδώ, η αλβανική γενικά στο 3ο εν. μοιάζει με την ελληνική, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις πλησιάζει περισσότερο στην λατινική η οποία διατηρεί παντού το αρχικό t.

       S228. Το 3ο πληθ. των ρημάτων της αλβ. σε όλους τους χρόνους και τις διαλέκτους κρατά την κατάληξη ν, η οποία στην σύγχρονη τοσκ. κολλάει στο τέλος τις περισσότερες φορές ένα e] όπως στην αιτ. εν. ] και στην γκ. του P. D. L. ένα καθαρό e, το οποίο φαίνεται από τα ακόλουθα παραδείγματα του ενεστώτα: πλjάκινe, κeρκόινe, πjέλeνe, dούανe(γκ. du΄ene), kendόine, puèsne, perkàsseneκτλ. (D.L.): καθώς και στην αρχαία τοσκ. ιταλό-αλβ., και στην σκοδρ. αυτοί οι ενεστώτες καταλήγουν γενικά σε καθαρό ν, όπως dούαν, duen, κeνdόιν, ή κeνdόνjeν, kendoin, κοκ.] αν και ορισμένες φορές προσκολλάται το e για λόγους ευφωνίας.

      Όσο για τις συλλαβές που προηγούνται της κατάληξης ν, νe, ne, ισχύει ότι έχουμε πει για το 1ο πληθ. του ενεστώτα. Πράγματι ο D. L. παρότι τις περισσότερες φορές βάζει το ι, και ορισμένες φορές στα ρήματα σε s βάζει το e, σε άλλα βάζει αμέσως μετά από το sτην κατάληξη ne. – Στους παρατ. η ίδια κατάληξη, στην τοσκ. και την ιταλό-αλβ., προηγείται της παρ. κατ. ιje, όπως στο κeνdό-jeνe, -ιjeν, πλjάκιjeνe(Hh),  jeν] που συχνά στην τοσκ. καταργείται στα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε σύμφωνο : πχ. στο βρίτ-νe, ή βρίσ-νe, πίλ-νe, αλλά διατηρείται πάντα στην ιταλό-αλβ. όπως στο βρίσ-ιjeν (-jeν), πίλ-ιjeν, ή πjέλ-ιjeν, ή με το j ως φωνήεν, -ιeν, πjέλιeν. Ο D.L. βάζει γενικά το gni, ή gne = ιje, ή je, όπως στο kendόgnine, dόgnene, lidhguine, puèsgnene, και παρόμοια, σύμφωνα με όσα έχουμε πει παραπάνω. Η σκοδρ., σύμφωνα με το σχηματισμό του 1ου εν. σε sce, κάνει το 3ο πληθ. σε scin, όπως doi-scin, lup-scin, ήθελαν, ζητούσαν κτλ.

      Στους αόρ. ή παρακ. η κατάληξη ν, νe, συνήθως προηγείται από το e (σε εκείνα που η ρίζα τους τελειώνει σε σύμφωνο, όπως το 1ο πληθ.), τα οποίο τις περισσότερες φορές στην τοσκ. καταργείται, ίσως επειδή μπαίνει στο τέλος : όπου πλjάκ-νe, αντί για πλjάκeν, πόλ-νe, αντί για πόλeν, dέσςνe, αντί για dέσςeν. Η ιταλό-αλβ. διτηρεί το e στη θέση του, εκτός από τους παρακ. όπου συναντάμε το ούα αντί του ό, όπως πούαλ-ν, σούαλ-ν, -νe, και παρόμοια. Ο D.L. μερικές φορές βάζει το e, αλλά πιο συχνά το καταργεί στη μέση όπως στα prèkne, folne, και βάζει το i, όπως στα brittine, èrdine, τα οποία στην τοσκ. γίνονται bρίττeνe, έρδνe, ή έρδeν ιταλό-αλβ. Η σκοδρ. παίρνει πάντα το ι (49). Οι αόρ. σε τα του 3ου πληθ. παίρνουν κάποιοι το e, και κάποιοι άλλοι το ι, σύμφωνα με την ευφωνία : θρίτeν, σςκρούαιτιν : έτσι τουλάχιστον στην ιταλό-αλβ.

      Οι αόριστοι που η ρίζα τους λήγει σε φωνήεν δεν χρειάζεται να προσκολλήσουν κάτι στην κατάληξη ν, νeκeνd-ούαν γκ. –ούεν, ή –ούνe, -ούενε. – Τέλος εκείνοι της υπ. ευκτ. σε –σςια, τςια, λήγουν πάντα στο 3ο πρόσωπο σε σςιν ή τςιν, σε όλες τις διαλέκτους : πχ. κeνdόφσςιν, dάτςιν, ή βάζοντας το ανόργανο e, πλjάκ-σςινe, -τςινeκτλ.

      Κατά γενικό κανόνα μπορούμε να ορίσουμε, με λίγα λόγια, πως το 3ο πληθ. ακολουθεί το 1ο, λήγοντας στο χαρακτηριστικό ν : καθώς και ο Bopp αναγνωρίζει στο e ή ε, μπροστά από το ν, κάποια μεταγενέστερη ανόργανη προσθήκη. Αλλά στο 3ο πληθ. της αλβανικής δεν μπορούμε παρά να αναγνωρίσουμε την αρχαία ινδοευρωπαϊκή κατάληξη nt, ant, ή nti, anti(βλ. Schl. σελ. 522 και συνέχεια), που στην ελληνική έγινε ουσι, ασι, και στην αρχαία δωρική διατηρήθηκε πλήρης, οντι, εντι, αντι] και η άλλη αντίστοιχη κατάληξη σε an, ελλ. αν, ον, των αορίστων ή παρατ., δηλαδή η δευτερεύων μορφή, που στην αλβανική, όπως και στην λατινική μπερδεύεται με την πρώτη. Ανάμεσα όμως σε αυτές τις δυο γλώσσες η διαφορά είναι πως η λατινική προσάρμοσε την πρώτη μορφή σε όλους τους χρόνους : nt, untκτλ.] και η αλβ. στην δεύτερη : eν, ν, κτλ. Με το οποίο συμφωνεί η νεοελληνική, όπου κατά την καθομιλουμένη αναγνωρίζονται μόνο οι καταλήξεις σε ν] στους ενεστώτες ουν (ν) : γράφουν, λέγουν, λέν] στους παρατ. και αόρ. αν : είχαν, έλαβαν] και ακόμα στους υπόλοιπους παρακ. σε κα : πχ. εμβήκαν. Στην ίδια γλώσσα συχνά προστίθεται σε αυτά τα πρόσωπα το ανόργανο τελικό ε όπως στην αλβανική : πχ. εγράφανε, λένε, κτλ.] και ορισμένες φορές χάνονται τα φωνήεντα που προηγούνται του ν, όπως στο παίζνε = παίζουν (50), τρώγνε = τρώγουν, όπως η τοσκ. στο βρίτνe, πίλνe, ή οι γκ. (D.L.) brittasne, scioffne = bριττάσ-ιν, σςόχ-ιν.

      S 229. Στους απλούς χρόνους, θα μπορούσαν να προστεθούν οι μετοχές ενεστώτα σε άις, έις ή έες και ές, όις κτλ. (βλ. SS 158. και συνέχεια)] και οι παθ. μετοχές, σε μe, ούαμe, ούομe, ούεμe, ούμe κτλ.] ή ουρ = ουν, ν = ρ. Για αυτά έχουμε μιλήσει παραπάνω] αλλά ως επιβεβαίωση, θα υπενθυμίσω, για την κατάληξη ες = εις, την παρόμοια συνήθεια της δωρικής στα επίθ. σε οεις, όπου μαλόες στον Καλλίμαχο αντί για μαλόεις, και αλλού χαρίες, αστερόες, όπως στα δεύτερα πρόσωπα των ρημάτων : λέγες = λέγεις, (βλ. Ahrensdor. 173-5). Όπως όμως έχουμε παρατηρήσει, όταν η αύξηση των πλάγιων πτώσεων χάνεται, στην αλβανική κλίνονται οι μετοχές σε ες, ις, όπως στα ουσιαστικά που λήγουν σε ς] αρσ. οριστ. ισι, εσι κτλ., με το θηλυκό σε, ή σjα, (σια, σα) σεια : πχ. λεζούεσ-ι, (D.L.), θηλ. λeζούεσ-ε, ή λεζούεσ-εια, -jα, -α] ή λεζόισ-ι, όπως ρόισ-ι (σκοδρ.), θηλ. –εια, ή -jα, -α, με την μετοχική κατάληξη των ρημάτων σε όιje, cf. αιολ. οις: ύψ-οις, θηλ. –οισα, κοινώς υψών (όων), θηλ. ουσα, που ανήκουν ιδίως στα ρήματα σε όω, ωμι, αν και το θηλ. οισα = ουσα εμφανίζεται και σε άλλα ρήματα (cf. Ahrenseol. 70, 142). Όμως στην αλβανική από τον σχηματισμό σε οις περνάμε σε εκείνο σε ες, και όλα έχουν τις ίδιες πτώσεις (βλ. S 161). Όσο για αυτό μπορούμε να προσθέσουμε πως κάθε ρήμα, ιδίως στην γκ. διάλεκτο, έχει την μετοχή του ενεστώτα που διαμορφώνεται από το ρηματικό θέμα, δίχως τις παρ. κατ., όπως συναντάται γενικά στις παθ. μετοχές.

      Ομοίως κλίνονται σαν επίθ. οι μετοχές σε ουν = ουρ, ή ν = ρ, θηλ. να = ρα] και τα άλλα σε μe, ούαμe, ούεμe κτλ., θηλ. –με, -μεια, μεjα, ή μjα: πχ. ι σςκούαμ-ι, ή σςκούεμ-ι, θηλ. ε σςκούαμ-ε, -jα, ή σςκούεμεjα, και σςκούμεια γκ., ο περασμένος, η περασμένη. Ο σχηματισμός σε μe συναντάται πιο συχνά στα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε φωνήεν, ενώ εκείνος σε ουν = ουρ, συνηθίζεται στα ρήματα που η ρίζα τους λήγει σε σύμφωνο] αλλά μπορούν να τον έχουν σε ν = ρ και εκείνα που λήγουν σε φωνήεν (βλ. S 159) (51). – Όμως ιδικά η γκ. διάλεκτος έχει πολλά σε μe, θηλ. μεjα, ή μεια, τα οποία προέρχονται από τα ρήματα του 2ου σχηματισμού, δηλαδή εκείνων που λήγουν σε σύμφωνο, ιδίως για τα αφηρημένα ουσιαστικά θηλ. γένους, όπως ίκ-μεjα, πράπ-μεjα, κόρ-μεjα (από κούαρ) και άλλα αυτού του τύπου. Το ίδιο συχνά συναντάμε και στις δυο διαλέκτους, την τοσκ. και γκ., και περισσότερο στην ιταλό-αλβ., τις μετοχές σε σμe, από τα θέματα σε σ : πχ. στολίσ-μe, φαρμακόσ-μe, κτλ. Στα οποία γενικά η παρ. κατ. μπαίνει στο θέμα δίχως κάποιο άλλο φωνήεν ενδιάμεσα, όπως φαίνεται από τα παραδείγματα : αν και σε μερικά (εκτός από εκείνα σε σμe), όπου απαιτείται για λόγους ευφωνίας, μπορεί να μπαίνει και ένα άφωνο e, όπως στο πράπeμe από πράπe. – Αλλά σχετικά με τον τρόπο που διαμορφώνονται οι παθ. μετοχές των ρημάτων, μπορούμε να πούμε πως στα θέματα που λήγουν σε σύμφωνο (κι ας κόβονται οι παρ. κατ.) μπαίνει η κατάληξη ουν, ουρ, ή μ, μe] σε εκείνες που λήγουν απλά σε ν, ρ, ή μ, μe : πχ. ίκ, ίκ-ουρ, ίκ-ουν, ίκ-μe] bά-νje = bού-νje = bή-ιje, bά-μe, bά-νε, bού-μe, bούρe και bήνe. Αν τα ρήματα έχουν τον αόριστο σε τα, διαμορφώνεται από αυτό η μετοχή, σε –τουρ, τουν] και σε μερικά από τη ρίζα δίχως την παρ. κατ. τ, ή και με τους δυο τρόπους. Η μετατροπή σε ο των παρακ. δεν συναντάται στις μετοχές : πχ. από σίελe, παρακ. σόλα, η μετοχή είναι σιέλ-ουρe, ουνe. Όμως τα ρήματα σε λ, ρ, τις περισσότερες φορές αφήνουν την μετοχική κατάληξη, και λήγουν με την απλή ρίζα, την οποία ακολουθεί ένα e, ή ε, σιέλε, bjέρρe(ε), dάλλe, κόρρe : μερικά παίρνουν την παρ. κατ. τ, όπως το σςκέλjουρ, και σςκέλj-τα-ουρ (βλ. Hahn σελ. 68). Τα ρήματα σε όιje, αλλάζουν το ο σε ού, ούε, ούα, ούο, μπροστά από την μετοχική κατάληξη μe] σε ούα, ούε μόνο μπροστά από ν, ρ. Γενικά δεν χρησιμοποιούνται για οποιοδήποτε ρήμα περισσότεροι από έναν σχηματισμό μετοχών, σαν αυτούς.

      Για τα υπόλοιπα επαναλαμβάνονται όσα είπαμε στις παραπάνω παραγράφους. – Με το απαρέμφατο θα ασχοληθούμε σε λίγο.

      S 230. Καθώς πρόκειται τώρα να ασχοληθώ με τους σύνθετους χρόνους σε περισσότερες από μια λέξη της γλώσσας μας, θα υπενθυμίσω κάτι που ανέφερα σε άλλη περίπτωση, πως δηλαδή το αλβανικό ιδίωμα ελέγχεται σε αυτό τον τομέα, με τον ίδιο τρόπο όπως και η ελληνική, και εν μέρει η ιταλική.

      Οι σύνθετοι χρόνοι είναι ο μέλλοντας, ο τετελεσμένος μέλλοντας, η δυνητική, ο παρακείμενος] ο 1ος και 2ος υπερσυντέλικος. Μετά από αυτούς θα δούμε με το απαρέμφατο και το γερούνδιο.

      Οι αλβανοί, καθώς και οι σύγχρονοι έλληνες] όπως γίνεται και σε άλλες γλώσσες, την βουλγάρικη, την βλάχικη κτλ.] έχοντας χάσει την αρχική μορφή, και την απλή του μέλλοντα, αποκαθιστούν την ισορροπία με τη λέξη dό (αμετάβλητο μόριο το οποίο προκύπτει από το dούα, θέλω, όπως στην ελληνική από το θέλω προκύπτει το μόριο θα που σημαίνει θέλω να), το οποίο στηρίζει το κύριο ρήμα. Το ρηματικό μόριο dό μπορεί να συνοδεύεται από τον σύνδεσμο τe= ιταλ. che = ελλ. να (ίνα), το οποίο όμως τις περισσότερες φορές παραλείπεται] αλλά το κυρίως ρήμα, συντίθεται στον ενεστώτα υπ.: πχ. dό πλjάκe(eιje), 2ο dό πλjάκeσς, 3ο dό πλjάκιje κτλ. = θα παλαιώσω, ης, η. Σύμφωνα με τον Hahn (σελ. 70), θέλωντας να δωθεί η ισχύς του μέλλοντα της υπ., μπαίνει με τη λέξη dό, ή dό τe, ο παρατ.: πχ. dό πλjάκ-ιje(-ιjα). Αυτό συνηθίζεται γενικά στην τοσκ. διάλεκτο. – Στην γκ., όμως, και στην ιταλό-αλβ. χρησιμοποιείται πιο συχνά το βοηθητικό κάμe, έχω (52), το οποίο ακολουθεί το μόριο τe, με το ρήμα στην υποτακτική (όπως στην τοσκική), όταν πρόκυται για την ιταλό-αλβ. Μάλιστα σε αυτή τη διάλεκτο η ρίζα κα, του κά-μe, ενώνεται με το τe, σχηματίζοντας το κάτe, αμετάβλητο όπως και το dό, το οποίο ισοδυναμεί με το ελλ. θα: πχ. κάτe(=dό, dό-τe) σςκρούανje, κάτeβέτε, ελλ. θα γράφω, θα πάγω ή έχω να γράφω κτλ.] κάτeσςκρούασς = θα γράφης, κάτe βέτς = θα πάγης, κτλ. Στην γκ. έπειτα το ρήμα κάμe, το οποίο κλίνεται κανονικά, ακολουθεί το απαρέμφατο, χαρακτηριστικό του ίδιου ιδιώματος, το οποίο σχηματίζεται από το μόριο με : πχ. κάμe με κενdούεμe, θα τραγουδήσω (kammekendùem: βλ. D.L.)] και σύμφωνα με το σκοδρ. kammekendùe, δίχως την μετοχική κατάληξη, καθώς σε αυτή τη διάλεκτο λέιπει πάντα το απαρέμφατο.                 

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Saturday the 29th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS