Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 17)

Share

      Oτετελεσμένος μέλλοντας, σχηματίζεται με τον παρακ. της υπ. (ο οποίος σχηματίζεται από τον συνδυασμό του ενεστώτα υπ. του κάμe, με την μετοχή του κυρίως ρήματος), το οποίο προηγείται από το μόριο dό: πχ. dό (τe) κέεμe θήν, ή θάν, θα έχω πει, στην νεοελλ., ή θα είπα. Ο ίδιος τρόπος χρησιμοποιείται στην ιταλό-αλβ., αλλά μπορεί αντί του dό να χρησιμοποιείται και η λέξη κάτe: κάτeκέεμe θήν. Η γκ. βάζει το απαρέμφατο του κάμeστην θέση της υποτακτικής : kammepasseshkrùem, θα έχω γράψει, = τοσκ. dό τeκέεμeσςκρούαρe.

 

      Λόγω ομοιότητας, θα συμπεριλάβω σε αυτούς τους χρόνους την δυνητική, που αντιστοιχεί στην ιταλική farei, amerei, direi κτλ. Την οποία μπορεί ορισμένες φορές να αντικαθιστά ο παρατ. οριστικής, όπως στην νεοελληνική, χωρίς καμία προσθήκη] καλύτερα όμως μπαίνει μπροστά το μόριο dό, ή ο παρατ. του dούα] για αυτό μπορούμε να δούμε τα παραδείγματα που καταγράφονται από τον Hahn (σελ. 86), από την Κ.Δ.: dό τeμός κίσςνeφάιje, δεν θα έφταιγαν, ή δεν θα αμάρταιναν (Ιωάννης ΧΙ. 21)] Ζότe, τejέσςε κeτού, νούκedούαιje (53) τeβdίσeβeλάι ίμe, Κύριε, αν εσύ ήσουν εδώ, δεν θα είχε πεθάνει ο αδελφός μου (Ιωάννης ΧΙ. 21). Όπως φαίνεται από αυτό το 2ο παράδειγμα μπορεί ορισμένες φορές να παίρνει την έννοια παρελθοντικής  δυνητικής (54), για να εκφράσουμε τον 1ο υπερσυντέλικο, μετά από μια πρόταση υποθετική όπως αυτή που αναφέρουμε παραπάνω, αν εσύ ήσουν εδώ, τejέσςε κeτού: όπου υποδηλώνεται το μόριο νè, ή νdè, se, και αντί για αυτό μπαίνει το τe της υπ. Στην ιταλό-αλβ. όμως θα λέγαμε νè ίσςιjε (ή έσςιjε, jέσςιjε) κeτού, νήκeκίσς βdέκουρ κτλ. – Στην δυνητική ενεστώτα (ή μέλλοντα) iofarei, direiκτλ. αντί για dό, στην ιταλό-αλβ., και κυρίως στην αλβ. σικ., μπαίνει μπροστά η λέξη dέι, ή dέj, ή μόνο dέ, περικοπή του παρατ. dέιjα, από dούα] σχηματισμός ο οποίος είναι όμοιος με το ελληνικό ήθελα κτλ., όπως στο ήθελα είπει = αλβ. dέι θόσςιjα, θα έλεγα] ή με το μόριο τe: dέι τeθόσςιjα = ήθελα να ειπώ = ήθελα ειπεί. Για την παρελθοντική δυνητική, θα είχα πει, χρησιμοποιείται γενικά ο 1ος υπερσυντέλικος οριστικής ο οποίος προηγείται από το dό, ή dέι, με το τe να δηλώνεται, ή να υποδηλώνεται, ή

      Ο παρακείμενος, όπως και στα ιταλικά, σχηματίζεται με την μετοχή, και τον ενεστώτα του ρήματος έχω, κάμe: αλλά στην αλβανική, καθώς και στην νεοελλ., το βοηθητικό έχω χρησιμοποιείται και εκεί που στην ιταλική μπαίνει το ρήμα είμαι : κάμeσςκρούαρ, ή σςκρούαιτουρ, iohoscritto] και κάμe βάτουρ, iosonoandato] στην νεοελλ. έχω γραμμένο, ή γράψη] έχω πάγη.

      O 1oς υπερσυντέλικος, όπως τον χαρακτηρίζει ο Hahn, σχηματίζεται όπως και στην ιταλική με τον παρατατικό του έχω, δηλαδή κέσςe, ή κέσςιjα, κίσςιjα και μια μετοχή : κέσςe, ή κίσςιjα πάσουρeή πάτουρe (Hahn), είχα. Όμως και εδώ το βοηθητικό έχω στην αλβ. και την νεοελλ., μπαίνει στη θέση του είμαι : κέσςe, ή κίσςιjα σςκρούαρ = είχα γραμμένο, ή γράψη, είχα γράψει] κέσςe, ή κίσςιjα βάτουρ = είχα πάγη] κέσςe(-ιjα) κjένe(αλβ. σικ. κeλήν), ήμουν. – Ο 2ος υπερσυντέλικος θα αντιστοιχεί στον ιστορικό αόριστο των ιταλών (PuotiGram.), ioebbifatto, καθώς διαμορφώνεται από τον απλό αόριστο οριστικής του κάμe, δηλαδή πάτα, ή πάτςe, ioebbi, και μια μετοχή : ioebbiscritto, ού πάτα, ή πάτςeσςκρούαρe] ioebbifattoinvecchiare, πάτςeπλjάκουρe(Hahn). Στην νεοελληνική δεν υπάρχει αυτός ο χρόνος, τον οποίο αντικαθιστά ο αόριστος, ή ο παρακείμενος.

      Για την υποτακτική αυτών των χρόνων μπαίνει στην υποτακτική το βοηθητικό κάμe, με το μόριο τe: τeκέεμeπλjάκουρe, cheioabbiafattoinvecchiare (Hahn)] τeκέσςe(ή κίσςιjα) πλjάκουρe, cheioavessiκτλ.] τeπάτςια πλjάκουρe, cheioabbia, avessifattoinvecchiare. Στην ελληνική γίνεται σχεδόν με τον ίδιο τρόπο μέσω του μορίου να.

      S 231. Το απαρέμφατο δεν υπάρχει στην τοσκ. διάλεκτο, και στην ιταλό-αλβ.] αλλά χρησιμοποιείται στην γκ.

      Αρχικά αυτό, σε όλες τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, δεν έχει άλλη από την ιδιότητα ενός nomenactionis (Schl. op. c. T. II.), πολύ σχετικό, λόγω χαρακτήρα, και λόγω διαμόρφωσης με τις μετοχές. Πράγματι σχηματίζεται από τη ρίζα του ρήματος, και από τις διάφορες παρ. κατ. που εξυπηρετούν τις μετοχές. Από αυτές τις παρ. κατ. αναφέρω εκείνες που χρησιμοποιήθηκαν στα ελληνικά απαρέμφατα, δηλαδή, mana, ma, ana, na, όπου τα ελληνικά απαρέμφατα μεναι, μεν, ναι, έπειτα ειν, και ην αιολικό, εν δωρ. (55). Οι ίδιες εντοπίζονται και στις μετοχές σε μενο-ς, και στα ρηματικά επίθετα σε μο-ς, όπως η άλλη στα παράγωγα σε ανο-ς (εδανό-ς, στυγ-νό-ς, όργ-ανο-ν). Και αυτή η παρ. κατ. ana, naμοιάζει πολύ με εκείνο το χαρακτηριστικό των μετοχών ενεστώτα σε ant, ans, ελλ. οντ, αντ, κτλ.] και των αορίστων σε εις = εντ, ας = αντ (βλ. SS158 και συνέχεια). Με αυτές τις δυο κατηγορίες παρ. καταλήξεων σχετίζονται οι μετοχές της αλβανικής, τόσο οι ενεστώτες ενεργ. σε οις κτλ, όσο και οι αόριστοι σε μe ή ν = ρ.

      Ίδιες είναι και οι παρ. κατ. των απαρεμφάτων που χρησιμοποιούνται στην γκ. διάλεκτο] δηλαδή μ, μe, και ν, ή νε : πχ. με κενdούεμ (μe), με λίδουνε, τραγουδώ, δένω] οι οποίες, εκτός από το μόριο με, συμφωνούν πλήρως με τις μετοχές, αλλά δεν μπορούν να θεωρηθούν οι ίδιες μετοχές. Με το ίδιο σύστημα σχηματίζεται το παρελθοντικό απαρέμφατο από το συνδυασμό μιας μετοχής με το απαρέμφατο του έχω ή είμαι: με πάσσουνε (ή πάσσe) λίδουνε, averlegato] με κjένε πάσσουνε, λίδουνε, esserestatolegato. – Στην τοσκ., και την ιταλό-αλβ. το απαρέμφατο χρησιμοποιείται μόνο σαν ουσιαστικό που δηλώνει ενέργεια, και σαν γερούνδιο, όπως στην ελληνική, το λέγειν, το γράφειν, κτλ. Οι τόσκοι όμως, σε αντίθεση με τους γκέγκους, δεν χρησιμοποιούν με τον ίδιο τρόπο το απαρέμφατο, αλλά με την μορφή σε ρ = ν, ή ρe= νe: και στο ουσιαστικό που δηλώνει ενέργεια προηγείται γενικά μια πρόθεση, καθώς δεν χρησιμοποιείται για την ονομαστική τίποτα άλλο πέρα από το προθεματικό άρθρο τè, ενισχυμένο από την παρ. κατ. τe, ή τ στο τέλος: πχ. πèρ τè θήνe, ή θάνe, -τ, πέρ το φάναι] πèρ τè djέγουρe, πέρ το δαίειν (δαήναι)] μέ τè θήνe, μέ τè bήνe, ή bήννe(και bούρe αλβ. σικ.)] πάς eγγρήνe κτλ. Βάζοντας την παρ. κατάληξη τe, ή τ, παίρνει την ιδιότητα αφηρημένου ουσιαστικού : τè θήνe-τ, το λεγόμενο, τè ίκουρ-ι-τ, η φυγή (βλ. SS 180-1)] και εξυπηρετείται ακόμα από την μετοχή: τè θήνετ κeτά, υποδηλώνοντας πιθανόν μια πρόθεση.

      Έχουν τον ίδιο σχηματισμό σε ρ = ν, ρe= νe, όταν χρησιμοποιούνται σαν γερούνδια, ή με την τροπική και την οργανική έννοια] αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις προηγείται πάντα το μόριο τούε, τούι (βλ.S 182). Μόριο στο οποίο στην σύγχρονη τοσκ. (56) προστίθεται ένα ευφωνικό κ στην μέση, τούκε, ή τούκ, ενώ στην αρχαία τοσκ., ιταλό-αλβ. γίνεται τούε, αν και ορισμένοι βάζουν ένα ρ, τού-ρ-ε (αλβ. καλαβρ.). Στην γκ. συναντάμε μόνο τη μορφή τούι, ή τούε, και στην αλβ. σικ. γενικά τούε. Έχω επισημάνει αλλού την ταύτιση μεταξύ αυτών των λέξεων και των αιολ.-βοιωτικών τόε, τύι : όπως οι αλβ. φράσεις τούε, ή τούι θάνe, ή θήνe, γκ. tuethàne(D.L.), τούε κλάρe, και παρόμοια, συνδυάζονται με τα ελληνικά (του) τώ φάναι, τώ κλάειν (αρχ. *κλάναι, όπως ιστάναι), τόσο στο σχηματισμό, όσο και στην σημασία. Έτσι τα γκ. tuepùthune, tueprèkuneκτλ. (D.L.) υποδεικνύουν τον ίδιο σχηματισμό. Πιστεύω τους αρμόζει η ονομασία γερούνδιο, εφόσον αντιστοιχούν στις ιταλικές λέξεις parlando, facendo, leggendo, ή καλύτερα στις λατινικές faciendo, legendo, loquendo, κτλ., όσον αφορά στην σημασία, ενώ ο σχηματισμός είναι ελληνικός. Όμως, όπως φαίνεται να έγινε από τα λατινικά στα ιταλικά, έτσι στην αλβανική, οι συγκεκριμένες φράσεις χρησιμοποιούνται για να εκφράσουν την μετοχή του ενεστώτα : πχ. βάτε Ιισού τούκε έτσουρeμbί dέετe, ο Χριστός πήγε περπατόντας πάνω στη θάλασσα (Ματθαίος XIV. 25), ivitJesusambulanssupermare] ρά πeρμbύς (πρεμίς) eμbί φάκjε τούκε λjούτουρe, έ τούκε θήνe, orans, etdicens (Id. XVI. 39).

      Οι γκέγκοι σε αντίθεση με τους τόσκους για το γερούνδιο χρησιμοποιούν, όπως και για το απαρέμφατο, εκτός από το σχηματισμό σε νe, νε, εκείνον σε μ : τούε κενdούεμe, σςeρbύεμe, λιδούνε, αρδούνε κτλ. Όμως η σύγχρονη σκοδρ. διάλεκτος κόβει τις παρ. κατ. me, un, une, για να σχηματίσει το απαρέμφατο και το γερούνδιο : πχ. me, ή tuibessùe(bessueme)] me, tuivu] me, tuipa] tuipass(57)] πιστεύοντας, θέτοντας, πουλώντας, έχοντας κτλ., αντί για τούε bεσσούεμe, τούε βούμe, τούε πάμe, τούε πάσσουνε, του D.L. Ακόμα και ο ίδιος ο D.L. καταγράφει χωρίς την συνηθισμένη κατάληξη με τις παρ. κατ., μόνο με το eστο τέλος, τα απαρέμφατα των ρημάτων που μπορούν να έχουν τις μετοχές αποκομμένες με τον ίδιο τρόπο] τα ρήματα δηλαδή που η ρίζα τους λήγει σε λ, ή ρ, όπως bdièr, χάνω, απαρέμφ. mebdièrre] cèl, ανάβω, απαρέμφ. mecèle] sièle, φέρνω, απαρ. mesièle, κτλ., κατά αναλογία και mefole, από flas, μιλώ, το οποίο έχει την μετοχή από τον παρακ. fola, στην τοσκ. φόλe, και φόλουρe. Αυτοί οι δυο σχηματισμοί σε μ, μe, και ν, νe, νε, στις οποίες προηγείται το μόριο με] που ο Bopp θεωρεί όμοια με την πρόθεση με ελλ. και αλβ.] στην γκ. χρησιμοποιούνται ως πραγματικά απαρέμφατα : πχ. θέλω να γράψω, γκ. ούνε dούε (σκοδρ. dόι) με σςκρούεμe, ή με σςκρούε (σκοδρ.)] φιλώ, με πούθουνε, ή με πούθ (σκοδρ.)] ενώ η τοσκ. και η ιταλό-αλβ., όπως και η νεοελληνική, συνθέτει τη φράση στην υποτακτική ούνedούα τeσςκρούανje(-ιje), = εγώ θέλω να γράφω] εσύ δεν μπορείς να δεις τον ήλιο, τί νούκeμούνε με πάμe (πά) dίελιν στην γκ.] τί νήκeμούν τe σςόχισς dίελιν, ή όλα ενωμένα μούνde αντί για μούντe (58) στην τοσκική.

      Παρά την φαινομενική ταύτιση των αλβανικών σχηματισμών που είδαμε σε μ, ή μe, ν, νe, νε, ρ, κτλ. με εκείνους των μετοχών, δεν είναι ίσως αβάσιμη η άποψη ότι κάποτε ξεχώριζαν, και ότι είχαν την αρμοδιότητα να εκτελούν τα καθήκοντα της μετοχής, και του απαρεμφάτου] ακριβώς όπως παρέμειναν ξεχωριστές στην κλασσική ελληνική, παρά την κοινή προέλευση, και την διαμόρφωση από τον συνδυασμό των ίδιων παρ. καταλήξεων.

      Απόδειξη μιας τάσης προς τον συγκεκριμένο διαχωρισμό είναι και ο τρόπος που η σκοδριανή χρησιμοποιεί τις λέξεις που δεν έχουν παρ. κατ. οι οποίες εξυπηρετούν το απαρέμφατο και το γερούνδιο. Ωστόσο αν μου επιτρεπόταν να κάνω μια υπόθεση για το μόριο με που προηγείται του γκ. απαρεμφάτου, πιο πιθανόν θα το θεωρούσα, περισσότερο από ότι πρόθεση (με = μετά), που εδώ δεν νομίζω να ισχύει, καλύτερα μια επανάληψη, ή μια μεταφορά της παρ. κατ. ma, όπως στην μετοχή, και στο απαρέμφατο : έτσι όπως ο σχηματισμός της σκοδρ. πχ. με-πούθ, ή πούθe (59), με-σςκρούε, είναι όμοιος με το πούθε-με, σςκρούε-με] με-βού, με το βού-με, κοκ. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό προτιμάται ο σχηματισμός της σκοδριανής καθότι διαχωρίζει αρκετά το απαρέμφατο από την μετοχή (60), αποφεύγοντας την επανάληψη της παρ. κατ. με = ma] και εύκολα θα μπορούσε να μετατραπεί στις αρχαίες μορφές των απαρεμφάτων της ελληνικής, μεταφέροντας αυτή την παρ. κατ.: πχ. πούθe-με (ή πούθεμε) = ποθέμε-ν, σςκρούε-με = γραφέ-μεν. Ότι κι αν σκεφτεί κανείς για αυτή μου την υπόθεση μου φαίνεται πιο πιθανό το μόριο με να ισοδυναμεί με την παρ. κατ. ma, mana, ελλ. μεναι, μεν, παρά με κάποια πρόθεση. Και δεν μας παραξενεύει η μεταφορά της από το τέλος στην αρχή της ρίζας] εφόσον πράγματι στην ίδια την αλβανική γλώσσα το μόριο ου, που προτίθεται στους παθ. ή μέσης φωνής αόριστους, πχ. ου-γγρέβα, σηκώθηκα, μετατίθεται στην προστακτική, όπως στο eγγρέ-ου, σήκω. Ένα παρόμοιο παράδειγμα προσφέρουν οι προσωπικές αντωνυμίες με τη μορφή μορίων, πότε πριν, και πότε μετά από τα ρήματα, έτσι στην αλβανική όπως στην ελληνική, και στην ιταλική : amami, miama, ποθείς με, μέ ποθείς] πούθe με, με πούθe (61).

      S 232. Αν θέλουμε να εξετάσουμε καλύτερα την στενή σχέση, που μέχρι εδώ έχω αποδείξει ότι υπάρχει μεταξύ της αλβανικής και της ελληνικής κλίσης, σύμφωνα με τις μεθόδους της σύγχρονης γλωσσολογίας, θα ήταν χρήσιμο να συμπεριλάβουμε στον παρακάτω πίνακα τους απλούς σχηματισμούς των αλβ. ρημάτων σε σύγκριση με τα ελληνικά. Όσο για τους σύνθετους σχηματισμούς αρκεί να αναφέρουμε την ταύτιση τους με εκείνους της σύγχρονης ελληνικής : όπου φαίνονται να είναι μεταγενέστερης εισαγωγής, όπως και σε άλλες σύγχρονες γλώσσες.

      Καθώς η κλίση της αλβανικής ξεχωρίζει σε δυο, στα ρήματα δηλαδή που η ρίζα τους τελειώνει σε σύμφωνο, και σε εκείνα που τελειώνει σε φωνήεν, θα εκθέσω και τις δυο περιπτώσεις.

 

 

                         

                         Πίνακας της αλβανικής κλίσης ενεργητικής φωνής                                  

                                             Ρήμα πούθe (ή πούθιje, ινje) (α).

                                                   Οριστική. – Ενεστώτας

Ενικός                          Αλβανική                                           Ελληνική  

1ο                   πούθ-e (ή πούθ-ιje, ινje:                       ποθέ-ω (=*ποθέ-jω), (β) *πόθ-ω,

                         πούθ-ι, σκοδρ.), φιλώ                          αγαπώ, ποθώ, (βρίθ-ω, ή πείθ-ω)

2ο                 πούθ-e                                               ποθέ-εις, είς

3ο                 πούθ                                                  ποθέ-ει, εί

Πληθυντικός

1ο                πούθ-ιμe, -jeμe, -νjeμe,                        ποθέ-ομε-ν (=*jομε-ς) (*πόθε-με-ν

                       ιμε γκ. (D.L.)                                           όπως τίθε-με-ν, από *πόθημι)

2ο                πούθ-e-νι (*πούθ-e-τε-νι;)                     ποθέ-ετε (-ν;)

3ο                πούθ-ιν, -ινe, -jeν, -νjeν,                        ποθέ-ουσι (έοντι = *εjοντι), ποθ-  

                         -ινε γκ. (D.L.)                                          ούν νεοελλ.

 

                                                                 Ο Παρατατικός

Ενικός                          Αλβανική                                           Ελληνική  

1ο                   πούθ-ιjα, -jα, -ια (-ιje,                       (ε) πόθε-ον (=*-jον), -α (cf.έπειθ-α,

                         Hahn), φιλούσα                           νεοελλ., λόγω κατάληξης)

2ο                 πούθ-ιjε, -jε, -ιε (-νjιe                       ποθέ-ε-ς, (*-jε-ς)

                          γκ. D.L.)

3ο                 πούθ-je, ή πούθ,και πούθ-τε               ποθέ-ε (-*ετ)

                           (Hahn)

      (α) Οι πολλές παραλλαγές σε ορισμένες ρηματικές λέξεις συνίστανται περισσότερο στην διαφορά προφοράς.

      (β) Βλ. ότι έχουμε πει σχετικά με τις ρηματικές παρ. καταλήξεις SS 138, και συνέχεια.

 

 Πληθυντικός               Αλβανική                                           Ελληνική  

1ο              πούθ-ιjeμe, -ιeμe, -jιμe,                      (ε) ποθέ-ομε-ν (=*jομε-ς)

                       (ή –νjιμε) γκ.                                                           

2ο                πούθ-ιjeτe, -ιeτe, jιτε,                            ποθέ-ετε, είτε

                      jιτε γκ.)

3ο                πούθ-ιjeν, ιeν (νe), jιν,                           πόθε-ον (cf. έπειθ-αν νεοελλ.,

                       jινε) γκ.                                               λόγω της κατάληξης αν)                                         

 

                                                        Ο  Αόριστος

Ενικός                          Αλβανική.                                Ελληνική (2παρακ.).  

1ο                 πούθ-α, φιλούσα                              (πέ) –ποθ-α (cf. πέ-ποιθ-α κτλ.)

2ο                 πούθ-ε                                                    πόθ-α-ς (ες νεοελλ.)

3ο                       πούθ-ι                                                     πόθ-ε              

Πληθυντικός

1ο                 πούθ-eμe, -μe, -με, γκ.                    (πε-) πόθ-αμε-ν

2ο                   πούθ-eτe,  -ετε, -τε γκ.                                πόθ-ατε (ετε νεοελλ.)

3ο                   πούθ-eν,    (-νe, -νε)                                    πόθ-ασι (-αντι), (αν νεοελλ.,              

                                                                                             cf. εβγήκ-αν) (α)  

                                                 Υποτακτική - Ευκτική

                                                       Ο  Ενεστώτας

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                Τeπούθ-ije (-eιje, eje,                                 ποθέ-ω, ώ (*-jω)

                    eινje, eνje, ή πούθ-e, να φιλήσω

2ο                 πούθ-ισς, -eσς, -σς                                    ποθέ-ης, ής

3ο                 πούθ-ιje, eje, eje, eje                                  ποθέ-η, ή (*-jη), ει.

                         eνje, ή πούθ-e.

      Ο πληθυντικός όπως στην οριστική (cf. S 217) : υπενθυμίζω όμως ότι παρ. κατ. νje χρησιμοποιείται από πολλούς στο 1ο και 3ο πρόσωπο : -eνjeμe, -eνjeν, ή νjeμe, νjeν (νe), ή eje κτλ.] περισσότερο από ότι στην οριστική.  

                                                       Ο Παρατατικός

είναι ίδιος με την οριστική, όπως η νεοελληνική.

      (α) Cf. αρχ. έτεθεν αντί για ετέθησαν, έτραφ-εν αντί για ετράφησαν, κτλ. Βλ. και Ahrens dor. 317.

  

                                                        Ο  Αόριστος

Ενικός                          Αλβανική.                                Ελληνική   

1ο              πούθ-σςια, -σςα, να φιλούσα                     ποθή-σεια, -σαι-μι

2ο              πούθ-σςιε, ή πούθ-σς, -σςε                       ποθή-σει-ας (ες), -σαις

3ο                       πούθ-τ (-τe)                                                 ποθή-σει-ε (-*ετ), -σαι (*-σαι-τ)              

Πληθυντικός

1ο               πούθ-σςιμe                                             ποθη-σεία-με-ν, -σαι-με-ν                                             

2ο                 πούθ-σςιτe,  .                                               ποθ-σεία-τε, -σαι-τε

3ο                 πούθ-σςιν                                                    ποθή-σειαν, -σαιεν               

                                                      Η Προστακτική

Ενικός                          Αλβανική.                                Ελληνική   

2ο               πούθ-e, -ε, (τι), φίλα                            πόθε-ε, -ει, (σύ)

3ο               πούθ-τ (τe) αί (από τον αόρ. υπ.),          ποθέ-έτω, -είτω, άς ποθή νεοελλ.

                        ή λέ τe

                        πούθe, ή πούθ-eje, -eνje,

                        κτλ. αί (από τον ενεστ. υπ.)

                    Τα υπόλοιπα είναι ίδια με την υποτακτική εκτός από το μόριο λέ.

                                                      

 

 

                                        Η Μετοχή. – Ενεστώτας.

                          Αλβανική.                                Ελληνική

Αρσενικό   πούθ-εσ-ι, αυτός που φιλά              πόθ-ις αιολ. (cf. τιθείς), ίδιο με

                                                                                ποθέ-ων (-οντ, ονς, ενς)

Θηλυκό      πούθ-εσ –ε, -jα, -α                             πόθε-σ-ια (cf. τιθείσα)

                                        Ο Αόριστος σε μe. 

Αρσενικό   πούθ-μ-ι, ο φιλημένος                     ποθε-όμεν-ος, ούμεν-ος (cf. δόκ-ι-μο-ς

                       (ή πούθ-e-μ-ι)                                    πότ-ι-μο-ς)                                

Θηλυκό      πούθ-μ-ε, -jα, -εjα (ejα, εια)            ποθε-ομέν-η (α)

 

                                        Ο Αόριστος σε ν=ρ (-e). 

Αρσενικό   πούθ-ουρ, -ουν-ι, φιλημένος           *ποθ-είς, =ενς (cf. ποθ-ην-ός), ίδια με

                                                                           τα παθητικά                                     

Θηλυκό      πούθ-ουρ-α, ουν-α                              γραφ-είς, ενς κτλ.

                                     Το Απαρέμφατο. - Ενεστώτας

                          Αλβανική.                                Ελληνική

                   Τeπούθ-ουρe τοσκ.                   ποθ-είν (*έ-ναι, cf. τιθέ-ναι), πόθην, αιολ.

                   Με πούθ-ουνε γκ. (D.L.)           ποθέ-με-ν, *-με-ναι, αρχ. και ποιητ.

                                                                              (δωρ. αιολ.)

                   Με πούθ-e σκοδρ.

                                                     Γερούνδιο.

      Είναι ίδιο με το απαρέμφατο, αλλά προηγείται από ένα τούε, τούι, τούκε, τούκ, εκτός από τα μόρια τe, και με.

                                        Το Ρήμα πικλό-ιje (α) (ή πικeλόιje),

                                       και πικλό-νje, πικραίνω (κάνω πικρό).

 

 

 

                                                          Οριστική

                                                       Ο  Ενεστώτας

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                 πικλό-ιje, -νje, πικραίνω                              πικρό-ω (=*όjω), πικρό-ν-ω

                                                                                      νεοελλ.

2ο                πικλό-νe (β)                                                πικρό-ν-ει-ς νεοελλ.

3ο                πικλό-ν                                                       πικρό-ν-ει το ίδιο

Πληθυντικός

1ο               πικλό-ιμe, -νjeμe, -jεμε, γκ. (D.L.)           πικρό-ομε-ν, -ν-ομε νεοελλ.                                            

2ο                 πικλό-νι (-τe-νι;)                                         πικρό-ε-τε, -νε-τε

3ο                 πικλό-ιν, -νjeν, -ινe                                     πικρό-ουσι, -νουν νεοελλ.

                                                                                              (-οντι, ούσι)

      (α) Κατά τον Hahnπικeλόιγ (ιje)] αλλά νομίζω πως καλύτερα γράφεται πικλόιje, -νje, διαχωρίζοντας το από το πικελόνje, στιγματίζω, και ακόμα σταλάζω, ζουπώ (βλ. Rh.).

      (β) Τα ρήματα που η ρίζα ή το θέμα τους λήγει σε φωνήεν, ό-ιje, έ-ιje, ά-ιje, εκτός από εκείνα που επί το πλείστον λήγουν σε ί=ίje, παίρνουν το ν στο 2ο και 3ο ενικού.                   

                                                       Ο  Παρατατικός

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                πικλό-ιjα, (-jeHahn), -jα,                            (ε)πίκρο-ον(*-jον), ε-πίκρο-να

                     -ια, πίκραινα                                                  νεοελλ.

2ο                πικλό-ιje, -ιε, -jε                                      πίκρο-ε-ς, -ν ε-ς

3ο                πικλό-je, πικλό-ν (Hh.)                             πίκρο-ε, -νε

                      πικλό-ντε (-ό-ιτε σκοδρ.)

                      -ντ (D.L.)

Πληθυντικός

1ο               πικλό-ιjeμe, -ιeμe, -jιμε                            (ε)πικρό-ομε-ν, νομε νεοελλ.

                      (-νjιμε γκ.)                                            

2ο                 πικλό-ιjeτe, -jιτejιτε γκ.)                          πικρό-ε-τε, νετε

3ο                 πικλό-ιjeν, -ιeν, -jινe,                                   πίκρο-ον, -ν-αν νεοελλ.

                         jινε γκ.)

                                                       Ο  Αόριστος

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                 πικλό-β-α, πίκρανα                               (πε)*πίκρο-α (cf. ακήκο-α,

                                                                                     εδήδο-F-α)

2ο                πικλό-β-ε                                              πίκρο-α-ς (ε-ς)

3ο                πικλό-ι (ούα)                                         πικρό-ε

Πληθυντικός

1ο               πικλού-α-μe(=*όεμe), -ούε-με γκ.           πικρό-α-με-ν                                            

2ο                 πικλού-α-τe, -ε-τε γκ.                                 πικρό-α-τε

3ο                 πικλού-α-ν, (-νe), -εν γκ.                            πικρό-α-σι (αν-τι), -αν νεοελλ.

 

                                                         Υποτακτική

                                                       Ο  Ενεστώτας

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                Τeπικλό-ιje, -ινje, -νje,                          πικρό-ω = (*οjω), ν-ω νεοελλ.

                           να πικράνω

2ο                πικλό-ισς, -σς                                       πικρό-η-ς

3ο                πικλό-ιje, -ινje, -νje                               πικρό-η, -ν-η νεοελλ.

      Ο πληθυντικός γίνεται όπως και στην οριστική : και έτσι σε όλο τον παρατατικό.

 

 

 

 

                                                     Ο  Αόριστος

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                πικλό-φ-σςια, -σςα, να πίκραινα             πικρώ-σεια, -σαι-μι

2ο                πικλό-φ-σςιε, -σς, -σςε                          πικρώ-σεια-ς (ε-ς), -σαις

3ο                πικλό-φ-τ (τe) (α)                                 πικρώ-σειε, -σαι (*-σαιτ)

                                                         Προστακτική

                                                       Ο  Ενεστώτας.

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

2ο                 πικλό (ω), -ε, -χj, -j,                             πίκρο-ε (-θι, cf. δόθι κτλ.)

                    πίκραινε (πικλό-ν γκ. D.L.)

      Το 3ο πρόσωπο βγαίνει από τον αόριστο, ή την υποτακτική ενεστώτα, και συμφωνεί με αυτή και η υπόλοιπη προστακτική, όπως έχουμε πει παραπάνω.

                                        Η Μετοχή. – Ενεστώτας.

                          Αλβανική.                                Ελληνική

Αρσενικό   πικλό-ισ-ι,                                πίκρο-ις αιολ. (ο-ντ, ο-να), ίδιο

                     ή πικλού-εσ-ι, -ού-σι                          με το πικρό-ων, ών

                                                      

Θηλυκό      πικλό-ισ-ε, -jα, πικλού-ες            πίκρο-ισ-α, -ούσ-α (-νσ-α)

                        -ε, -jα, -α, ή –ού-σ-ε, κτλ.

                                        Ο Αόριστος σε μe. 

Αρσενικό   πικλούα-μ-ι τοσκ.,                     πικρο-ό-με-νο-ς, -ούμενος

                      ο πικραμένος, -ούο-μι,

                         ούε-μ-ι, -ού-μ-ι γκ.

                                                       

Θηλυκό      πικούα-μ-ε, -jα –ejα τοσκ.           πικρο-ομένη

                        -ούο-με, -ούε-μ-ε, -jα, εjα,

                          εια, ού-μ-ε γκ., κτλ.

      (α) Στο dάσςια, ή dάτςια (D.L. daccia), και σε κάποιον άλλο αόριστο υπ., δίχως το φ, το 3ο πρόσωπο κρατά το χαρακτηριστικό σς, ή σ: dάσςτ, θα-σςτ, πάστ, να θέλω, να λέω, να έχω (βλ. S 227).

                                        Ο Αόριστος σε ρ=ν. 

Αρσενικό   πικλούα-ρ,-ι τοσκ.,                     πικρω -θ-είς (-εν-ς)

                  ο πικραμένος, -ούε-ν-ι γκ. (α)

Θηλυκό      πικλούα-ρ-α, -ούε-ν-α                 (cf. για το σχηματισμό τυπ-είς, έντος]

                                                                    δίχως την παρ. κατ. θ του 1ου αορίστου

                                                                     και υπενθυμίζω το πτερό-εις (=ενς), εντος)

                                     Το Απαρέμφατο. - Ενεστώτας

                          Αλβανική.                                Ελληνική

                   Τeπικλούα-ρe τοσκ.,                   πικρό-ειν πικρούν (-ναι)     

                          (-ούε-νε, -ού-νε στην γκ.)

                   Με πικλούο-μeγκ.,                      *πικρό-μεν, -μεναι (cf. δόμεναι =

                           -ούε- μe, -ού-μe                              δούναι)

                   Με πικλούε σκοδρ.

                                                    Γερούνδιο.

      Είναι ίδιο με το απαρέμφατο, αλλά προηγείται από τα μόρια τούε, τούι, κτλ., εκτός από τα μόρια τe, και με, σύμφωνα με όσα έχουμε δει στα προηγούμενα παραδείγματα.

                                  Το Ρήμα σςτίελe, ή σςτίελje (β), απλώνω 

                                      

                                                          Οριστική

                                                       Ο  Ενεστώτας

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                Σςτίελ-e, (λj-e, ή σςτjέλ-e)                       Στέλ-λ-ω (*σ-τέλ-jω)

2ο                σςτίελ-e                                                  στέλ-λ-ει-ς

3ο                σςτίελ                                                     στέλ-λ-ει

Πληθυντικός

1ο               σςτjέλ-ιμe, -eμe (Hh.),                              στέλ-λ-ομε-ν

                    j-eμe(σςτιέλ-ιμe γκ. (D.L.)                                            

2ο                 σςτjέλ-νι, ινι γκ., σςτίλ-νι (Ηh)                     στέλ-λ-ετε

3ο                 σςτjέλ-ιν, -eν, λj, eν (νe),                              στέλ-λ-ουσι (ον-τι), -ουν

                       -ενε γκ. (D.L.)                                                    νεοελλ.

      (α) Οι Γκέγκοι καθώς χρησιμοποιούν την μετοχή μe δεν χρησιμοποιούν όλα εκείνα σε ν = ρ: έτσι οι Τόσκοι, οι οποίοι προτιμούν γενικά την μετοχή σε ρ = ν, συνήθως δεν χρησιμοποιούν εκείνη σε μe, παρά σαν ρηματικό επίθετο.

      (β) Στον D.L. ctiel.

                                                       Ο  Παρατατικός

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                σςτjέλ-ιjα (-ιjeHahn) ή                       (έ) στελ-λ-ον (-α), έστελλ-α

                        σςτίλ-ιjα, -ια, άπλωνα                       νεοελλ. και έστελ-να

2ο               σςτjέλ-ιjε (-λ-ε, Hahn)                            στελ-λ-ε-ς

                    σςτίλ- ιjε, -ιε

3ο               σςτjέλ-je, ή σςτίλ-je, -λ-e,                       στελ-λ-ε

                      σςτίλ-τε

Πληθυντικός

1ο               σςτjέλ-ιjeeee, Hh.                                  (ε) στέλ-λ-ομε-ν

                    σςτίλ-ιjeμe, -ιeμe, -jιμε γκ. (α)

2ο               σςτjέλ-ιjeτe, -λ τe, σςτίλ-                         στέλ-λ-ετε

                     jeτe, -ιeτe, -jιτε γκ.  

3ο                 σςτjέλ-ιjeν, -jενε γκ., σςτίλ-                         στελ-λ-ον, -αν νεοελλ.

                         -jeν, -ιeν,ή σςτίλ-ν (-νe)

                                                      

 

 

                                           

                                               Ο  Αόριστος

Ενικός                          Αλβανική.                                Ελληνική (2παρακ.).  

1ο                 σςτόλ-α                                                   (έ) στολ-α

2ο                 σςτόλ-ε                                                    στόλ-α-ς (ες, νεοελλ.)

3ο                       σςτόλ-ι, ή σςτούαλ-e                                 στόλ-ε              

Πληθυντικός

1ο                 σςτόλ-eμe, ή σςτούαλ-μe, -με, γκ.              (ε)στόλ-αμε-ν

2ο                   σςτόλ-eτe, -τε γκ., ή                                       στόλ-ατε (ετε=ατε, νεοελλ.)

                          σςτούαλ-τe

3ο                   σςτόλ-eν, ή σςτούαλ-ν (νe)                             στόλ-ασι (-αντι), -αν  

                                                                                                  νεοελλ.

                                                                                               

                                                 Υποτακτική - Ευκτική

                                                       Ο  Ενεστώτας

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                 σςτίελ-eje), -ιje, eje,                                 στέλ-λ-ω (*-jω)

                      (ή σςτjέλ-e), και -νje, ινje

2ο                 σςτίελ-ισς, -eσς, -σς                                    στέλ-λ-ης

3ο                 σςτίελ-e, (λj-e), ιje, eje,                                στέλ-λ-η

                         je, -ινje

      Ο πληθυντικός γίνεται όπως και στην οριστική σύμφωνα με τα όσα έχουμε πει για τα άλλα ρήματα : κι έτσι όλος ο παρατατικός.

      (α) Το -jιμε κτλ. γκ., είναι ίδιο με το νjιμε, εφόσον στην γκ. του D.L. οι παρατατικοί παίρνουν πάντα το νj = j, εκτός από το 3ο ενικού.  

  

                                                     

 

 

                                                  Ο  Αόριστος

Ενικός                          Αλβανική.                                Ελληνική   

1ο               σςτjέλ-σςια, -σςα,                                 στέλ-σεια (α) (παρακ. εστόλοιμι),

                     (και σςτίελ-σςια), ή σςτόλ-σςια               ίδιο με το στείλ-αι-μι

2ο              σςτjέλ-σςιε, -σς, σςε, ή

                       σςτόλ-σςιε, -σς

3ο                   σςτjέλ-τ (-τe), σςτόλ-τα (-τe)               στέλ-σειε (*-τ), στείλ-αι (*-τ)              

Πληθυντικός

1ο               σςτjέλ-σςιμe, ή σςτόλ-σςιμe                στελ-σεία-μεν, στείλ-αι-με-ν                                             

2ο                 σςτjέλ-σςιτe, ή σςτόλ-σςιτe              .     στελ-σεία-τε, στείλ-αι-τε

3ο                 σςτjέλ-σςιν (νe), ή σςτόλ-σςιν                στέλ-σει-αν, στείλ-αι-εν

                                                      Η Προστακτική

Ενικός                          Αλβανική.                                Ελληνική   

2ο               σςτίλ-e, -ε                                           στέλ-λ-ε, (στείλ-αι, αόρ.)

      Τα υπόλοιπα ακολουθούν τον ίδιο τρόπο με τα υπόλοιπα.

 

                                        Η Μετοχή. – Ενεστώτας.

                          Αλβανική.                                Ελληνική

Αρσενικό    σςτjέλ-εσ-ι, ή σςτίλ-εσ-ι            στέλ-λ-ων (ονς, οις αιολ.)

                                                                      (μελλ. στελ-ών=έων=εις αιολ.)                                                                              

Θηλυκό       σςτjέλ-εσ-ε, -jα, -α, ή                    στέλ-λουσ-α (ονσα, οισα)

                        σςτίλ -εσ-ε, -jα, -α                         (μέλλ. στελ-ούσα=έουσα, εισα;)      

                                        Ο Αόριστος σε μe. 

Αρσενικό    σςτjέλ-μ-ι                                     στελ-λό-με-νο-ς (παρακ. ε-σταλ-με-νο-ς)                                

Θηλυκό       σςτjέλ-με, -μεjα, -μjα                   ε-σταλ-με-νη

      (α) έστειλα=έστελα, και οι Δωρ. και Αιολ. στα ρήματα σε λω, ρω, χρησιμοποιούσαν τους μέλλοντες σε σω : πχ. κέλ-σω, κέρ-σω] διαφθέρσαι, διακέρσαι (Όμηρος) απαρέμφ. αόρ., (βλ. S 218, cf. Ahrens. eol. 131.).

  

                                        Ο Αόριστος σε ν=ρ.

                             Αλβανική                                     Ελληνική

Αρσενικό    σςτjέλ-ουν (γκ.) -ι,                             σταλ-είς (εν-ς)

                    -ούρ (τοσκ.) –ι, ή

                   σςτjέλ-ε, -ι, σςτίελ-e, -ι                                       

Θηλυκό       σςτjέλ-ουν-α, -ουρ-α, ή                          σταλ-είσα (ενσα)

                     σςτjέλ-ε, -jα, -εjα, σςτίελ-

                         -ε, -jα

                                     Το Απαρέμφατο. - Ενεστώτας

                   Τeσςτjέλ-ουρe τοσκ.                   στέλ-λ-ειν (αιολ.ην: άντλην, επαίν-ην]     

                                                                              ην = εναι, εν, ειν)

                   Με σςτjέλ-ουνε γκ.            

                   Με σςτjέλ-ε, (D.L.)                       στελ-λ-έμεναι, -έμεν

                   Με σςτjέλ σκοδρ.                          σταλ-έμεναι αόρ.

                                                    Γερούνδιο.

                                          Όπως και τα παραπάνω.

                          Το Ρήμα θρέσe, ή θρέσιje, φωνάζω, ουρλιάζω

 

 

 

                                                         

 

                                                         

                                               

 

                                          Οριστική – Ο Ενεστώτας

 Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                θρέσ-e, -ιje (-eje)                                       *θρέ-ω (cf. *θρε-σείω)

2ο                θρέτ-e                                                         θρέ-ει-ς (μελλ. θρέσ-ει-ς)

3ο                θρέτ                                                            θρέ-ει (θρέ-σ-ει)

Πληθυντικός

1ο               θρέσ-ιμe, (-ejeμe), εμε γκ.                             θρέ-ομε-ν (θρεσ-εόομε-ν)                                             

2ο                 θρίτ-eνι, θρί-νι, ή θρίττι-νι                                 θρέ-ετe (f. θρέσ-ετε)

                       γκ. (θρέττeνι)

3ο                 θρέσ-ιν (-ejeν)                                                    θρέ-ουσιν (θρέσ-ουσιν)

 

                                                       Ο  Παρατατικός

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                θρέσ-ιjα, (-ιjeHahn),                                (έ)*θρε-ον (ε*-θρέσ-ει-ον, -α)

                        ή θρίσ-ιjα, -jα, -ια               

2ο               θρέσ-ιjε, -jε, -ιε, θρίσ-ιjε                          θρε-ε-ς (θρέσ-ει-ε-ς)

3ο               θρίσ, θρίσ-τε, -je, κτλ.                              θρε-ε (θρέσ-ει-ε)

                     κανονικά.

 

                                                       Ο  Αόριστος

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                 θρίτ-α, και θίρρ-α κτλ.                                  (έ)-*δρεσ-α (cf. από αθ-ρέω,

                                                                                           ήθρησα) κτλ.

Πληθυντικός

1ο               θρίτ-eμe, ή θίρρ-eμe κτλ.                            (έ)-θρέσ-αμε-ν, (-ήσ-αμε-ν) κτλ

 

 

                                            

                                                         Υποτακτική

                                                       Ο  Ενεστώτας

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο               θρέσ-ιje, -eje, -νje, -eιje, -ινje                               (*θρεσ-είω)

                          

2ο               θρέτ-ς (=*θρέσισς, -eσς) κτλ.                               (θρεσ-είης) κτλ.

 

                                                     Ο  Αόριστος

Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                θρέτ-ςια, ή θρέτ-σςια (D.L.)                            θρέσ-εια (θρέσσ-εια) κτλ.

2ο               θρέτ-ςιε                                                         θρέσ-ειας

3ο               θρέσ-τ, ή θρέτ-τe κτλ.                                     θρέσ-ειε (*τ).

                                                     

                           Αλβανική.                                           Ελληνική.

Προστακτική       θρίτ-e, -ε                                          cf. θρέσ-ον, -αι μέσο

Μετοχή Εν.        θρίτ-εσ-ι                                           cf. θρέσ-ων (=οις), θρέσ-ας

                                                                                       (=ανς, αις)

Παθ. Μετοχή      θρίτ-ουν, -ουρ (θίρρ-ουν γκ.)              cf. *θρέσ-(θ) –είς, έν,

                                                                                         (=εν-ς, εν)

Μετοχή σε μe     θρίτ-μι, -με-jα :                                 cf. (τε) –θρεσ-με-νο-ς (όπως το

                                                                                    καλεσ-μέ-νος νεοελλ. από το

                                                                                   καλέω, σω),  και τα ρηματικά

                                                                                 ουσιαστικά θεσ-μό-ς, ρυθ-μό-ς κτλ:

αναλογικά με τα ρήματα τα οποία κλίναμε ως εδώ.

      Για μερικούς σχηματισμούς χρόνων που δεν είναι ίδιοι σε όλα τα ρήματα] δηλαδή για τον 2ο αόρ., και για τον 1ο με το χαρακτηριστικό σς = σ ελλ., της οριστικής, έχουμε δει α παραδείγματα, στην παράγραφο 213, τα οποία ταιριάζουν θαυμάσια με την ελληνική.  

      Σύμφωνα με τα όσα εκθέσαμε και παρατηρήσαμε σχετικά με τις κλίσεις της αλβανικής στην ενεργητική φωνή, μπορούμε ξεκάθαρα να εντοπίσουμε τα σημάδια της σανσκριτικής, ή της ινδοευρωπαϊκής, κάτι τι οποί είχε ήδη αποδείξει ο Bopp. Είναι όμως εξίσου αλήθεια πως οι σχηματισμοί της αλβανικής απομακρύνονται, εξαιτίας και του ανεπαρκούς αριθμού, και των μετατροπών, από εκείνους της αρχαίας ινδοευρωπαϊκής, οι οποίες παρίστανται στις νεολατινικές γλώσσες, και με τρόπους πανομοιότυπους μεταξύ τους. Η νεοελληνική, η οποία χρησιμοποιείται από τον λαό, είναι όμως εκείνη με την οποία η αλβανική φαίνεται να έχει ιδιαίτερους δεσμούς στην κλίση, και στην σύνθεση των χρόνων. Παρόλα αυτά, υπάρχουν αξιοσημείωτες περιπτώσεις, που δεν εντοπίζονται στην σανσκριτική, ούτε σε κάποιο άλλο ινδοευρωπαϊκό ιδίωμα, στις οποίες γίνεται εμφανής η μοναδική σχέση με την αρχαιότερη ελληνική, παρά με την νεότερη γλώσσα : τέτοιος είναι ο σχηματισμός των μετοχών του ενεστώτα σε οις, και παρόμοια] εκείνος των 2ων παρακειμένων της ελληνικής, και ιδιαίτερα η μετατροπή του ε σε ο στους ίδιους χρόνους] ο άλλος των 2ων αορίστων, παρότι αυτοί είναι ελάχιστοι. Καθότι δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η εξάρτηση της κλίσης της αλβανικής από την αρχαία ινδοευρωπαϊκή, πηγή όλων των γλωσσών της ίδιας οικογένειας, νομίζω πως δεν μπορούμε να αρνηθούμε μια μεγαλύτερη συγγένεια με την ελληνική, και εν μέρει με την πιο αρχαία, ή μάλιστα με εκείνη που θα πρέπει να ήταν η αρχαιότερη μορφή των ελλήνων. Και επειδή αυτή ακρωτηριάστηκε από τους αιώνες, και από τον κάπως τραχύ χαρακτήρα του αλβανικού ιδιώματος, δεν ξαφνιαζόμαστε, για τις ίδιες μετατροπές μας δίνουν παραδείγματα οι περισσότερες από τις σύγχρονες γλώσσες. Ωστόσο δεν νομίζω πως θα ήταν αβάσιμο, ή ριψοκίνδυνο, αν έλεγα πως θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε την αλβανική με την ελληνική με τον ίδιο τρόπο που μπορούμε να συγκρίνουμε την ιταλική, και την γαλλική (ιδίως στην προφορά, καθότι η γραπτή γλώσσα ανήκει περισσότερο στους γραμματισμένους παρά στο λαό) με την λατινική] καθώς έγιναν οι απαραίτητοι υπολογισμοί των φωνητικών μετατροπών με το πέρασμα του χρόνου σε όλες τις γλώσσες] δεν θα πρέπει η αλβανική να στερείται μιας κοντύτερης συγγένειας με τους αρχαίους σχηματισμούς.

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 11th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS