Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 18)

Share

      S233. Θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε την μέση φωνή των ρημάτων. Αυτή όμως μας προσφέρει πολύ μικρότερο πεδίο για συζήτηση, εφόσον δεν έχει απλούς δικούς της σχηματισμούς πέρα από τον ενεστώτα και τον παρατατικό. Για τους αόριστους δεν έχουν απομείνει ούτε ίχνη στην αλβανική, ενώ στην καθομιλουμένη ελληνική έχει επικρατήσει ο 1ος παθητικός αόριστος.

      Ο σχηματισμός του ενεστώτα στην μέση-παθητική φωνή των αλβανικών ρημάτων που λήγουν σε εμe έχει κάποια φαινομενική ομοιότητα με τις κλίσεις του ρήματος jάμe, και των δύο ενεργητικών ρημάτων κάμe, θόμe, σε μe: έτσι που ο Boppδιαμόρφωσε την άποψη πως οι παθητικοί σχηματίστηκαν από τη ρηματική ρίζα, και από το ουσιαστικό jάμe, το οποίο, όπως λέει, υπόκειται σε ορισμένες μετατροπές επειδή ταιριάζει με τη ρίζα.

 

      Αν σκεφτούμε όμως ότι η απλή ομοιότητα της κατάληξης εμe, ίδια με το μe, δεν αρκεί για να επιβεβαιώσουμε την άποψη του Bopp, θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε αυτό το σχηματισμό με διαφορετικό τρόπο. Πράγματι η κατάληξη σε μe του 1ου εν. με όλα τα ακόλουθα πρόσωπα να μοιάζουν με εκείνα του jάμe δεν πείθουν κανένα πως τα δύο ενεργητικά ρήματα κάμe, θόμe, έχουν διαμορφωθεί από τον συνδυασμό με το βοηθητικό ρήμα. Ούτε θα υπήρχε λόγος να μην το πιστέψουμε, όταν αυτό είναι αλήθεια για τον μέσο και παθητικό σχηματισμό των ρημάτων, σύμφωνα με την ομοιότητα των καταλήξεων τους. Είναι επομένως πιο πιθανό το βοηθητικό ρήμα να μη συμμετέχει στον ενεστώτα της παθητικής ή μέσης φωνής. Αυτό φαίνεται να επιβεβαιώνεται ιδιαίτερα από τις διαφορές, που εντοπίζονται από την σύγκριση της συγκεκριμένης λέξης με τις κλίσεις του jάμe : διαφορές που δεν εντοπίζονται στα ενεργητικά, κάμe, θόμe, εφόσον αυτά συμφωνούν σχεδόν απόλυτα με τις καταλήξεις του βοηθητικού ρήματος. Στον μέσο-παθητικό σχηματισμό, εκτός από την απουσία του συριστικού  στο 3ο εν. (το οποίο απουσιάζει και από το κάμe, έχω, 3ο κά, αυτός έχει (=*κά-τe), και στο θόμe, λέω, 3ο θό-τe, αυτός λέει] είναι ξεκάθαρη η διαφορά στο 2ο πληθ., που για όλους τους ενεστώτες ενεργητικής είναι σε νι, όπως εκείνο του βοηθητικού jάμe, 2ο πληθ. jί-νι (βλ. S 226), καθώς κα το κάμe, 2ο πληθ. κί-νι] το θόμe, 2ο πληθ. θό-νι: αλλά στην παθητική είναι σε ιχje, ιj, ή ιι, όπως θα δούμε στη συνέχεια. – Στην κατάληξη μe (μ) των ρημάτων jά-μe (-μ), θό-μe, κά-μe διακρίνεται ο αρχαίος σχηματισμός των ινδοευρωπαϊκών ρημάτων σε ma, έπειτα mi, m, στα ελληνικά σε μι (βλ. S 139, 209) ο οποίος προκύπτει από την παρ. κατ. αντωνυμικής προέλευσης. Με τον ίδιο σχηματισμό σχετίζεται και το βοηθητικό ρήμα as-miσανσκρ., *έσ-μι ελλ., κοινώς ει-μί (62). Τώρα θα πρέπει κατά τον ίδιο τρόπο να διακρίνουμε στην παθητική, ή μέση κατάληξη του αλβ. ρήματος σε μe, εμe, την ίδια με την ελληνική μια, αρχ. ma-mi, ma-i που έγινε me, και έπειτα στην σανσκριτική e(βλ. Schl. 528 κ συνέχεια). Η μετατροπή σε μe της κατάληξης του 1ου εν. της μέσο-παθητικής είναι κάτι το οποίο ταιριάζει στο χαρακτήρα του αλβανικού ιδιώματος, και που αδίκως γίνεται προσπάθεια ώστε να αποφευχθεί η σύγχυση μεταξύ του μι και μια, ενεργητική κατάληξη, και μέση ή παθητική της ελληνικής : δίδω-μι, και δίδο-μια, τίθη-μι, και τίθε-μαι, κτλ. Η αλβανική όμως προσπάθησε να ξεχωρίσει σε όλα τα ρήματα τη μέσο-παθητική με τις συλλαβές που προηγούνται της κατάληξης μe (μ).

      S 234. Στο 1ο εν. που λήγει σε μe, όπως και στα άλλα πρόσωπα σε όλα τα ρήματα αυτού του σχηματισμού, πράγματι προηγείται πάντα ένα καθαρό ε : πχ. dούκ-εμe, φαίνομαι, εμφανίζομαι (=δοκέ-ομαι)] πλjάκ-εμe, γερνώ (αλβ. σικ. eμπλjάκ-εμe)] σςτίπ-εμe, συνθλίβομαι (=στείβο-μαι) ] πeσςτίλ-εμe, περιβάλλομαι, (ή πeσςτjέλ-εμe, cf. επι-στέλλο-μαι), σςκjίρ-εμe, σκίζομαι (cf. κείρ-ομαι) ] φτόχ-εμe, δροσίζομαι κτλ. Οι αλλαγές του θέματος, που συνήθως συμβαίνουν στο 2ο πληθ. του ενεστ. οριστ. στην ενεργητική] όπως η συρρίκνωση του ίε, ή jέ, σε ι, η μετατροπή του ες, ις, σε ιτ, που συμβαίνει και στους αόριστους σε τα] γενικά επαναλαμβάνονται στην παθητική φωνή : όπου πχ. βρίτ-εμe, από βράσe, θρίτ-εμe, από θρέσe, σςτίλ-εμe, από σςτίελe κτλ. Αλλά εκείνα τα ρήματα σε σ, ή σe, που στην ενεργητική δεν δέχονται την αλλαγή του σ σε τ, διατηρούν και στην παθητική το συριστικό όπως και μεταξύ των άλλων ποτίσ-εμe, ποτίζομαι] περφρικόσ-εμe, τρομοκρατούμαι (μου σηκώνεται η τρίχα)] eγκαρδαμόσ-εμe, γίνομαι οξύθυμος, θυμώνω (cf. το ελλ. καρδαμίζω)] εργαλίσ-εμe, στολίζομαι] περβέσ-εμe, προσαρμόζομαι, συνηθίζω (από βέσι, βλ. S 100, = έθος, Fέθος, λακών. βέσορ: Ahrensdor. 46). Ομοίως τα ρήματα που στο 2ο και 3ο εν. (σε ορισμένες διαλέκτους και στο 1ο σε νje) παρότι το θέμα τους λήγει σε φωνήεν, ή η ρίζα, παίρνουν το ν, όπως κeρκό-ιje, ό-νje, eνdέ-ιje, έ-ενje ή έ-ινje, bή-ιje, bή-νje] 2ο και 3ο πρόσωπο κeρκόν, eνdέεν, bήν (γκ. bάν)] κρατούν το ρινικό στην παθητική: όπου κeρκόν-εμe, eνdέν-εμe (με ριζικό φωνήεν το βραχύ ε), bήν-εμe(αλβ. σικ. bούν-εμe, γκ. bάν-εμe). Το ίδιο κάνουν και τα υπόλοιπα αυτής της κατηγορίας (63)] αλλά κατά γενικότερη συνήθεια εκείνα σε όιje = όνje, και σε έιje = έενje. Τα οποία θα πρέπει πραγματικά να θεωρηθούν (σύμφωνα με όσα είπαμε παραπάνω) ως ρηματικά θέματα που αυξάνονται με το ρινικό] αύξηση η οποία συνηθίζεται συχνά στην αλβανική, καθώς και στην ελληνική (βλ. S 142).

      Στα ρηματικά θέματα που η ρίζα τους λήγει σε φωνήεν (τα οποία δεν δέχονται την αύξηση που μόλις αναφέραμε), μεταξύ αυτού του ρινικού, και της κατάληξης εμe μπαίνει το άηχο λαρυγγικό χ : πχ. το dούα, θέλω, έχει το παθητικό dού-χ-εμe ] το χάα, τρώω, ή καταβροχθίζω, παθ. χά-χ-εμe] το σςτίε, πετώ, παθ. σςτί-χ-εμe] πί, ή πίje, πίνω, πί-χ-εμe (και πί-ν-εμe;) βή, ή βού, θέτω, βέ-χ-εμe, ή βè-χ-εμe τοσκ., βού-χ-εμe αλβ. σικ. (βά-ν-εμe;) eνdάιje, διαιρώ, παθ. eνdά-χ-εμe] dèιje, μεθώ, dè-χ-εμe, dέ-χ-εμe, μεθώ κτλ. Στην σύγχρονη γκ. χρησιμοποιείται αυτός ο τρόπος στην διαμόρφωση της μέσο-παθητικής φωνής και στα ρήματα σε όιje(όνje): μουννό-χ-εμe, τιμωρούμαι, βασανίζομαι, από μουννόιje] μαρό-χ-εμe, αποτελειώνομαι, από μαρόιje] μεννό-χ-εμe, προτίθεμαι από μεννόιje] φιτό-χ-εμe, επωφελούμαι από φιτόιje κτλ.] επί το πλείστον και σε εκείνα που λήγουν σε ούαιje στην τοσκ., τα οποία στην γκ. προσαρμόζονται στην κατηγορία των ρημάτων σε όιje, όπως γατούαιje τοσκ., ετοιμάζω, γατόιje (ό-ι σκοδρ.) γκ.] σςκρούαιje(-νje) τοσκ., γράφω, = σςκρόιje, ή σςκρόι σκοδρ., γράφω] επομένως στην παθητική, γατό-χ-εμe, σςκρό-χ-εμe. Αυτά στην τοσκ. διάλεκτο παίρνουν το χ, αλλά κρατούν τον δίφθογγο ούα, όπως το γατούα-χ-εμe, και, λόγω μετάθεσης του ούα, γατού-α-εμeσύγχρονη τοσκ., ή το συρρικνώνουν σε ου όπως στο ιταλό-αλβ. σςκρού-χ-εμe, θού-χ-εμe, για την τοσκ. σςκρού-χ-α-εμe, θού-χ-α-εμe(και θού-χ-εμe), που στην γκ. γίνεται θό-χ-εμe, από το θό-μe, λέω. – Σχετικά με την εισαγωγή του χ στην παθητική ο D.L. (Gram. σελ. 170) αναγνωρίζει, πως πολλά ρήματα μπορούν να έχουν την παθητική σε –χεμe, και σε –νεμe] δηλαδή, κατά την άποψη του, όλα εκείνα τουλάχιστον που στην προστακτική παίρνουν το ν (ή στο 2ο εν. της οριστικής), και καταγράφει το παράδειγμα του bagn (=bήιje, bήνje, ή bούνje), κάνω, παθ. bά-ν-εμe, και bά-χ-εμe. Και κατηγορηματικά λέει, πως βάζοντας το χ, χάνεται το ν, και αυτό ‘’λόγω της συνήθειας της γλώσσας’’. Ωστόσο τα παραδείγματα που καταγράφει ο Bopp: bρίν’χεμ, καταβροχθίζομαι, bάν’χεμ, γίνομαι, σμούν’χεμ αρρωσταίνω (op. c. p. 22), ώστε να αποδείξει πως οι γκέγκοι βάζουν το παθητικό χ και μετά από το ν, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη ως εξαιρέσεις κάποιας γκ. υποδιαλέκτου] εφόσον δεν τις συναντάμε ούτε στην βορειοδυτική γκ. την σύγχρονη, ή την σκοδρ., ούτε στην πιο παλαιά που εξετάζει ο P. D. Lecce, και ακόμα λιγότερο στην τοσκ. και την σύγχρονη, και ην παλαιά. Πέρα από αυτό σε εκείνα τα παραδείγματα που χρησιμοποιείται το ρινικό ν, το οποίο δεν μπορεί πάντα να θεωρείται σύμφωνο, αλλά που μερικές φορές οι γκέγκοι το βάζουν κι όταν δεν έχει θέση, όπως στο 3ο πρόσωπο του ρήματος jαμe, είμαι, άσςτ, και αν’σςτ, στην τοσκ. ίσςτe, ή ήσςτe (=εστί ελλ., σανσκρ. asti), έτσι που θα πρέπει να θεωρηθεί ως μια μετατροπή του προηγούμενου φωνήεντος (βλ. Hh. Gram. σελ. 4.). – Από όσα είπαμε μέχρι τώρα φαίνεται πως ο γενικός κανόνας για την διαμόρφωση της μέσο-παθητικής φωνής της αλβανικής βρίσκεται στην κατάληξη εμe στις ρίζες, ή στα ρηματικά θέματα που λήγουν σε σύμφωνο] και η ίδια κατάληξη που προηγείται του χ στις ρίζες που λήγουν σε φωνήεν, και στα ρηματικά θέματα που δεν κρατούν το ν που προσκολλάται στον ενεστώτα της ενεργητικής. Κάποια ιδιαιτερότητα συναντάμε στην παθ. του γjέ-je, ή γjέενje, βρίσκω (γκ. γjέν’ιje), που γίνεται γjèνdεμe στην τοσκ. αντί του γjèν-εμe, ή γjένεμe, και στην γκ. σκοδρ. γjίνεμe, βρίσκομαι, είμαι, cf. γίνομαι, *γένομαι. Στην τοσκ. γjèνdεμe το dφαίνεται συμπαθητικό με το ν (βλ. S 94)] το ίδιο dεμφανίζεται και στον μέσο αόριστο ου γjèνdα, αν και εκεί δεν πρόκειται για αντικατάσταση του τ, αντί για γjέν-τα. Μοιάζει με το γjèνdεμe το λjίνdεμe, γεννιέμαι, = λjέχεμe, ή λέχεμε (αλβ. σικ.) από το εν. ή ουδέτερο λjέιje, 2ο και 3ο λjέεν. Αλλά το λjίνdεμe πιθανόν προέρχεται από άλλο θέμα, δηλαδή από λjίνde (HahnDizion.), γεννώ, ίσως κοινής ρίζας με το άλλο.

      Τέλος νομίζω πως θα πρέπει να δεχθούμε κάποιο αποθετικό ρήμα, ή κάποιο που να στερείται ενεργητικής φωνής, όπως το μούνεμe σκοδρ., μπορώ, πέτεμe ελλ. αλβ., κορδώνομαι (cf. πέτομαι), και κάποιο ακόμα. Το ίδιο πιστεύει και ο Reinhold (σελ. 35.) που καταγράφει φάλλεμe, βjέτεμe, dέργjεμedίρκjεμe) ’νdόδεμe, γjέγjεμe.

      S235. Θα πρέπει τώρα αναλύοντας αυτούς τους σχηματισμούς της αλβανικής, σε σχέση με τους ελληνικούς σε ομαι, μια, να αιτιολογήσουμε τόσο το ε που εντοπίζεται σε όλους αδιακρίτως τους σχηματισμούς, όσο και το χ που μπαίνει σε ορισμένους από αυτούς.

      Ο Βopp (ll. cc.) καθώς θεωρεί πως η κατάληξη εμe, ή εμ, δεν είναι παρά ένα πρόσφυμα του βοηθητικού ρήματος jάμe, ή jάμ, είμαι, θα πρέπει, στις διάφορες ρηματικές ρίζες (για τις οποίες μιλήσαμε παραπάνω), να δεχτεί πως το ε προηγείται του μ σαν τμήμα του ίδιου του ρήματος] ώστε το bάν-εμe, πχ., να αποτελεί ένα συνδυασμό του jάμe-bάν, είμαι καμωμένος] πλjάκ-εμe, από jάμe-πλjάκ (αντί για πλjάκουρ –ουν) κτλ.: ίδιο με αυτό που συμβαίνει σε ορισμένους χρόνους στην ενεργητική φωνή στις νεολατινικές γλώσσες, όπως στον μέλλοντα της ιταλικής amerò, δηλαδή amare-ho] στην δυνητική amerei, δηλαδή amare-avrei κτλ] στην γαλλική jeaimer-ai, aimer-ais, -avais κτλ. (64). – Εκτός από αυτό ο Βopp θεωρεί ότι σε αυτούς τους σχηματισμούς έχει καταργηθεί το άηχο χ, το οποίο κατά την άποψη του, χρησιμοποιείται για να διαμορφώσει την μέση-παθ., ή οποία μετά από σύμφωνο εκθλίβει για λόγους ευφωνίας. Έτσι θεωρεί για παράδειγμα πως το πλjάκ-ΕΜ προέκυψε από το *πλjάκ-χ-εμ, πίλ-εμ αντί του *πίλ-χ-εμ: αυτό το χ έπειτα δεν είναι παρά το αυτοπαθή χε, του 2ου τμήματος του βέτe χε, όπου διπλασιάζεται η σανσκριτική ρίζα sva = έ ελλ., se λατ. (βλ. S 204). Αν και το μόριο χε = έ = sva, έχει ακριβώς την έννοια της αυτοπαθούς αντων. 3ου προσώπου, προσαρμόζεται παρόλα αυτά σε όλα, όπως ολόκληρη η λέξη βέ-τe-χε (βέτeχε) αναφέρεται και στα τρία πρόσωπα. Πράγματι, και η παθ. της λατινικής γλώσσας θεωρείται πως σχηματίζεται από την αντων. seη οποία μετατρέπεται σε r, λόγω μιας συχνής μεταβολής στην λατινική γλώσσα, και προσαρμόζεται και στα τρία πρόσωπα.

      Σύμφωνα με την άποψη που εξηγεί την παθ. της αλβ. κατά ανάγκη με την επένθεση της συγκεκριμένης αντων. βέ, χέ, ολόκληρη η συλλαβή χε θα έπερεπε, κατά την άποψη μου, να λαμβάνεται ως εξής, ώστε ακόμα και όταν για λόγους ευφωνίας χάνεται το χ να παραμένει το ε για να το αντιπροσωπεύει. Πράγματι το ε μπορεί να θεωρηθεί ως τμήμα ουσιαστικότερο αυτής της αντων. από το άηχο μόνο του : και το ίδιο μόριο ε εμφανίζεται ανάμεσα στις αντων. της αλβανικής στο 3ο πρόσωπο.

      Ως απόδειξη της άποψης του αυτής ο Bopp καταγράφει τους εξής σχηματισμούς της γκ. bρίν’χεμ, bάν’χεμe (Hahn), και τον άλλο της τοσκ. γατούχαεμ αντί για γατούαχεμ, στα οποία επισημαίνει πως το χ δεν είναι μια απλή ευφωνική εισαγωγή, αλλά τμήμα της ίδιας της αντωνυμίας. Περισσότερο στηρίζεται στο παράδειγμα του μέσο-παθ. αόρ. (ή παρακ.), που παίρνει το μόριο ου (αντωνυμικό βεβαίως) στην αρχή ώστε να ξεχωρίζει από τον ενεργητικό, και για να αποκτήσει την παθ. έννοια : όπως το πλjάκα, ου πλjάκα] κeρκόβα, ου κeρκόβα. Το ίδιο το ου πιστεύει πως προέρχεται από το βε- (βέ-τe), καθώς το άηχο χειλικό β=v παίρνει αξία φωνήεντος, και μετατρέπεται σε ου, με την κατάργηση του ε, για το οποίο μπορούμε να προσθέσουμε πως η μετατροπή σε φωνήεν του β στο βέτe επιβεβαιώνεται από την Gramm. του D.L., όπου βλέπουμε το υέτι=βέτι (ueti, σελ. 26). Το μόριο ου πράγματι εμφανίζεται μεταξύ των προσωπικών αντων. (βλ. S 204) : αλλά στους συγκεκριμένους σχηματισμούς των ρημάτων χρησιμοποιείται όπως το ιταλικό si] το γαλλικό on, se, με τη διαφορά ότι εξυπηρετεί όλα τα πρόσωπα.

      Παρά τις απόψεις του διακεκριμένου Bopp που μόλις εκθέσαμε δεν μπορούμε να αρνηθούμε πως το κύριο, και πιο σταθερό χαρακτηριστικό της μέσο-παθ. της αλβανικής είναι το ε και όχι το άηχο χ, όπως θα μπορούσε να προκύψει από τους συλλογισμούς του, αφότου το αντων. χ είναι ο πραγματικός παράγοντας της παθητικής φωνής. Πράγματι είναι πολύ περισσότερα τα ρήματα που δεν έχουν το χ από εκείνα που το έχουν] ενώ δεν υπάρχει ούτε ένα από το οποίο να λείπει το ε ως τμήμα αναφαίρετο του σχηματισμού της παθ. ή μέσης φωνής, εκτός από το 2ο πληθ. του ενεστώτα στον οποίο μετατρέπεται σε ι. – Αν δεχτούμε πως η κατάληξη εμe προκύπτει από το βοηθητικό ρήμα δεν θα υπήρχε αμφιβολία για τον αν το ίδιο το ε είναι τμήμα ή όχι της ρίζας es, as, όπου jάμe, jέε κτλ. Όμως κατά την πολύ πιθανή άποψη, την οποία και συμμερίζομαι, πως η κατάληξη μe δεν θα πρέπει να διαφέρει από την ελλ. μαι (βλ. S233), το ίδιο το ε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντωνυμικό] σύμφωνα με το οποίο δεν θα αποτελούσε ελάττωμα η απουσία του άηχου χ. Από την άλλη δεν θα μου φαινόταν δύσκολο να δεχτώ το χ ως μια ευφωνική επένθεση ανάμεσα σε δυο φωνήεντα που χρειάζονταν για τον διαχωρισμό της παθ. μέσης φωνής: τόσο που συναντάμε τέτοια παραδείγματα στην αλβανική.

      Επιστρέφοντας όμως στο ε δεν θα μου φαινόταν αβάσιμη η άποψη πως αυτό θα κολλούσε ξανά στην συλλαβή της σανσκριτικής ja, διακριτικό της παθ. από τη μέση φωνή (βλ. Schl.σελ. 581)] της οποίας δεν υπάρχει κανένα ίχνος στην μέση, και παθητική της ελληνικής, ίσως επειδή απορροφήθηκε, ή καλύτερα εξέθλιψε εξαιτίας των τελικών φωνηέντων του θέματος, ή της ρίζας, που στην ελληνική προηγούνται πάντα της παθ. ή μέσης κατάληξης μαι του ενεστώτα : όπως στο ίστα-μαι, τίθε-μαι, δίδο-μαι, δείκνυ-μαι, τύπτο-μαι κτλ. – Σύμφωνα με αυτή την υπόθεση το χ, το οποίο εμφανίζεται στην αλβανική μετά από μια ρίζα ή ένα θέμα που λήγει σε φωνήεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ως μια ενίσχυση του j, από ja, ενώ στο απλό φωνήεν ε (=e) θα ήταν η πτώση του ja, ie, ie=e. Της οποίας διαφοροποίησης η αιτία θα βρισκόταν στην ευφωνία.

      Όποια και να είναι η άποψη που θα ασπαστούμε από όσες αναφέραμε ως εδώ, ο σχηματισμός στην αλβανική των μέσο-παθ. σε εμeπλησιάζει τον ελληνικό σχηματισμό σε μαι, ο-μαι, ενώ απομακρύνεται από τον λατινικό σε or, και από εκείνους σε όλες τις άλλες γλώσσες.

      S 236. Το 2ο εν. λήγει σε ε: dούκ-εμe, εμφανίζομαι, φαίνομαι] dούκ-ε, φαίνεσαι. Κατάληξη στην οποία πιθανόν πρέπει πιθανόν να αναγνωρίσουμε την ίδια πτώση που δέχεται η ελλ. στο (δοκέο-μαι) *δοκέ-εσαι, δοκ-ή, (βούλο-μαι), βούλ-η] από ρσαι, εαι, η, και ει αττ., αφού χάνει το συριστικό της προσωπικής κατάληξης σαι, αρχ. sa-si, έπειτα σανσκρ. se] ή μια απλή αποκοπή του ίδιου. Στην υποτακτική όμως το συριστικό διατηρείται γλυκαίνοντας κατά την αλβανική συνήθεια σε σς, όπου τedούκεσς (ή dούκεσςe), να εμφανισθείς, ή να φανείς = *δοκέησαι, κή.

      Το 3ο πρόσωπο λήγει σε ετe (ετ), όπως dούκετe (ετ) = δοκέεται, αλλά περισσότερο μοιάζει με το τίθεται, λέγεται, τύπτεται, δηλαδή με τα ρήματα που δεν είναι συρρικνωμένα (65).

      S 237. Στον πληθ. το 1ο πρόσωπο λήγει σε εμι, πχ. dούκ-εμι. Αυτή η κατάληξη αν και απομακρύνεται από την ελληνική μεθα, σανσκρ. mahe, αντί της αρχικής madhai (βλ. Schl. ll. cc.), πρέπει να θεωρηθεί ως μια συγκοπή του madhai έπειτα mahai και τέλος mahe, ή του δευτερεύοντος  madha έπειτα στο σανσκρ. mahi, οι οπίες στην ελληνική γίνονται και οι δύο μεθα από μια αρχαιότερη μορφή *μεθαι. Όπως στον εν., το 1ο πρόσωπο, από ma-miγίνεται στην ελλ. μαι, μη αιολ.-βοιωτικό, και στην αλβ. μe(μ), φαίνεται πως από τον πληθ. madhai, ή mahi = *μεθαι ελλ., λόγω της τάσης προς την συντόμευση, γίνεται μ-ι=μ(εθα)ι. Ίσως για αυτό το λόγο δεν μπορεί ποτέ να πασαλειφθεί το ι από το 1ο πληθ. της μέσης-παθ. Έπειτα δεν μας ξαφνιάζει το ότι συμφωνούν σε αυτό, όπως σε άλλες καταλήξεις, το ρήμα jάμe, και τα ενεργητικά κάμe, θόμe με τα μέσο-παθητικά, ακριβώς όπως συμφωνούν στον ενικό, αν και οι κλίσεις τους έχουν διαφορετική προέλευση, σύμφωνα με τα όσα έχουμε πει. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στην ενεργητική, και την μέση-παθητική φωνή ωστόσο είναι βέβαιη σε όλα τα ρήματα. Ας συγκρίνουμε για παράδειγμα το θό-μeλέω, και το θό-χ-εμe, ή θού-χ-εμe] πληθ. θό-μι, λέμε, θό-χ-εμι, ή θού-χ-εμι] κeρκ-όιje, -ονje, προσπαθώ, κeρκόν-εμe] πληθ. κeρκό-ιμe, -νjeμe (ή με), κερκό-ν-εμι.

      Το 2ο πληθ. έχει μια χαρακτηριστική και ιδιαίτερη κατάληξη σε ιι (66), ή καλύτερα ιχje (ιταλό-αλβ.), = ιj. Το άηχο λαρυγγικό, (από το οποίο δεν απέχει πολύ το j) κολλάει στο αρχ. άηχο, που υπήρχε στην κατάληξη του 2ου πληθ. μέσης παθητικής, σανσκρ. dhve (από sdhvai?), ελλ. σθε (βλ. Schl. ll. cc. και σελ. 684). Η κατάργηση του σ σε αυτές τις κλίσεις βρίσκει πολλά παραδείγματα. Όσο για το πέρασμα του θ σε χj (67), υπενθυμίζω ότι ανέφερα στο S 225, σχετικά με την προστακτική, και προσθέτω το παράδειγμα του ελλ. επίρρ. τρί-χα, και παρόμοια, σε σύγκριση με το σανσκριτικό tri-dha. Ωστόσο το dούκ-ιχje, αναλογεί στο σχηματισμό του *δοκέε-θε, ή *δόκε-θε δίχως το συριστικό, αντί για *δόκε-σθε, ή δοκέε-σθε, δοκείσθε, όπως το κλούα-χj, ή κλούι-χj, αντί του kru-hi, σανσκρ., αρχ. kru-dhi, κλύ-θι ελλ.

      Το 3ο πληθ. λήγει σε εν, και ξεχωρίζει από το ε (εκτός από τα γράμματα που προηγούνται) από τις καταλήξεις της ενεργητικής σε eν, ιν, ή ν (νe, νε). Σύμφωνα με τις αναλογίες που είδαμε παραπάνω, αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως συγκοπή του ελλ. –νται, αντί για ανται, σανσκρ. ante, nte, τα οποία προέρχονται από τα αρχ. ant-anti, ant-ant (Schl. σελ. 532). Από το dούκ-εμι, 2ο πρόσωπο dούκ-ιχje, έχουμε έπειτα το 3ο πρόσωπο dούκ-εν = δοκέο-ν(ται): cf. τίθεν(ται).

      Η ομοιότητα που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ανάμεσα στις καταλήξεις της ενεργητικής, κυρίως στα ρήματα σε μe, και της παθ. δεν μας εκπλήσσει, καθώς γνωρίζουμε πως ήταν εξίσου μεγάλη ήταν η συμφωνία και ανάμεσα στις δυο φωνές της ελληνικής, όπως αποδεικνύεται από την σύγκριση του τίθημι με το τίθεμαι, δίδωμι, με δίδομαι κτλ.

      Η κύρια διαφορά στο σχηματισμό της αλβανικής μεταξύ των ενεργητικών σε μe, και των μέσων παθητικών, βρίσκεται στο ότι τα πρώτα οι προσωπικές καταλήξεις κολλάνε απευθείας στη ρίζα, είτε απλή, είτε ελαφρώς τροποποιημένη, δίχως να εισάγεται άλλο στοιχείο : πχ. θό-μe ρίζα θα] κά-μe ρίζα κα (σκα)] εκεί όπου στην μέση παθητική ανάμεσα στη ρίζα ή το θέμα, και την κατάληξη υπάρχει τουλάχιστον η επένθεση ενός καθαρού ε.

      Είναι αξιοσημείωτοι ορισμένοι σχηματισμοί της σύγχρονης διαλέκτου του Σκόδρα, η οποία στο 1ο εν. των μέσων παθ. ορισμένες φορές παίρνει την κατάληξη σε εμι : πχ. pennòchemi, μετανιώνω, αντί για pennòchem, dιφτόχεμι, φανερώνομαι, αντί για dιφτόχεμe(opp. spir. citt.). Κάτι το οποίο εμφανίζεται ως μια κακομεταχείριση του ι, παρ. κατ. των ρημάτων ενεργ., για την οποία έχουμε αναφερθεί παραπάνω. Στο 1ο πληθ. χρησιμοποιεί έπειτα έναν σύνθετο σχηματισμό της αντων. νά = εμείς, που κολλάει στην ρηματική ρίζα, και που τον ίδιο χρησιμοποιεί σε ορισμένα ρήματα της ενεργητικής : πχ. kè-naέχουμε, αντί του kèmina, από το κάμe] έτσι έχουμε mune-na, μπορούμε, αντί του munemina, από το μούνεμe] αν και υπάρχει και ο κοινός σχηματισμός. Τέτοιου είδους ιδιαιτερότητες επιβεβαιώνονται εκεί όπου αναφέρομαι στον παρατατικό ενεργητικής αυτής της διαλέκτου.

      S 238. Είναι ολοφάνερο ότι ο παρατατικός της μέσης παθητικής φωνής διαμορφώνεται από την παρ. κατ. που παίρνει από τη ρίζα του βοηθητικού ρήματος (as, ες) η οποία κατά την αλβανική συνήθεια μετατρέπεται σε σςα, με την ίδια προσωπική κατάληξη α που έχουν και η παρατατικοί και οι αόριστοι στην ενεργητική φωνή : έτσι από dούκεμe, φαίνομαι, γίνεται dούκε-σς-α, φαινόμουν] από dιφτόνεμe, εμφανίζομαι, dιφτόνε-σς-α, εμφανιζόμουν. Ο Bopp, θεωρεί ότι σχηματίζεται από το βοηθητικό ρήμα jάμe και ο ενεστώτας της μέσης παθητικής, ενώ αυτό αληθεύει πολύ περισσότερο για τον παρατατικό. Παρόλα αυτά, κατά αναλογία με τον ενεστώτα, νομίζω, πως αν και δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε την παρεμβολή του βοηθητικού ρήματος στον παρατατικό, δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στην πραγματική σύνθεση του jάμe με τον παρατατικό. Αυτός πράγματι γίνεται έσςιjα, jέσςιjα (ή ίσς-jα, -ια), jέσςeτοσκ., ίσςε σκοδρ. (jèscgnete, κατά τον D.L.), με το 2ο πρόσωπο έσςιjε, jέσς-ιje (-ιε) ή jέσςε] το 3ο ίσς, ή ίσςτε: πληθ. έσςιjeμe, jέσςιjeμe(ίσς-jeμe, -ιeμe), jέσςeμe] 2ο έσςιjeτe, jέσςιjeτe, (ή ίσς-jeτe, -ιeτe), jέσςeτe] 3ο έσςιjeν, jέσςιjeν (ή ίσς-jeν, -ιeν), jέσςeν (νe). Όμως η μέση παθητική κατάληξη διαφέρει σε πολλά από αυτό, ιδίως στο 3ο εν., που δεν θυμίζει σε τίποτα τον παρατατικό του βοηθητικού ρήματος. Το ελληνικό ήν, δεν είναι παρά η συγκοπή του *έσην (*έσαμ) asam (68) σανσκρ. το οποίο διατηρείται περισσότερο ως έην, παρότι χάνεται και εδώ το συριστικό. Το έσςα, ή jέσς-α (-e) αλβ., πλησιάζει περισσότερο την αρχαία μορφή *έσςαμ, όπου *έσην, έην] το οποίο αντιγράφει τους άλλους παρατατικούς της ενεργητικής και γίνεται και έσς-ιjα, ίσς-ιjα κτλ., παίρνοντας την παρ. κατ. ιj. Είναι πράγματι αλήθεια ότι στους παρατατικούς της μέσης παθ. φωνής δεν λείπει ποτέ το ε μπροστά από την κατάληξη σςα, αλλά αυτό το ε δεν διαφέρει από εκείνο του ενεστώτα, και παίρνει τις ίδιες προσθήκες : ενώ οι παρατατικοί ενεργητικής, θό-σςιjα, κέ-σςιjα, ή κί-σς-ιjα (-ejα) (=θό-σςα, κέ-σςα), τοσκ. θό-σςe, κέ-σςe, δεν έχουν κάποια επένθεση, όπως έχω ήδη επισημάνει, ανάμεσα στη ρίζα και την κατάληξη, εκτός από την παρ. κατ. ιj η οποία δεν εμφανίζεται σε όλους τους παρατατικούς όπως στο jέσςe, ήμουν. Πιθανόν και αυτοί οι δυο παρατ. δεν διαμορφώνονται απαραίτητα από τον συνδυασμό με τον παρατ. του έσςιjα, ή jέσςe τοσκ., αλλά θα πρέπει να διακρίνουμε σε αυτούς το ίδιο χαρακτηριστικό με εκείνο που εξυπηρετεί τους μέλλοντες, και τους 1ους αόριστους, και που μπορούσε ακόμα να προσαρμόζεται στους παρατ., όπως αποδεικνύουν οι λίγοι παρατ. ενεργητικής της αλβανικής, και εκείνος που είδαμε της καθομιλουμένης ελληνικής, όπου οι παρατ. ενεργ. των συρρικνωμένων ρημάτων λήγουν σε ούσα.

      Είναι ωστόσο γνωστό πως όχι μόνο ο 1ος αόρ. της ελληνικής, αλλά και ο υπερσυντέλικος ενεργ. σε ειν, σχηματίζεται από τη ρίζα ας, ες : *έσην, έην, ήν=είν (69) (Schl. 662, και συνέχεια), όπου το 3ο πληθ. εισαν, εσαν. Αν όμως θέλουμε να εξετάσουμε συγκεκριμένα τα ρήματα της μέσης φ., το χαρακτηριστικό σ, σα, βρίσκεται στον μέσο αόρ. της ελληνικής γλώσσας : εκτός από τον υπερσυντέλικο σε ειν (=*εσην), που προκύπτει από τον 2ο παρακ., επεποίθ-ειν, έχει ειπωθεί ως μέσος, και σίγουρα κάποτε είχε την αξία του μέσου. Σχετικά με τους σχηματισμούς που εφαρμόζονται στον παρατατικό] καθώς είναι γνωστή η σχέση μεταξύ των δυο χρόνων, παρατ. και υπερσυντέλικος, σε βαθμό που η κατάληξη ειν=ην των υπερ. χαρακτηρίζει τους παρατ. των ρημάτων σε μι] φαίνεται πως θα πρέπει να σχετίζονται με αυτό οι μέσο-παθ. λέξεις σε αυτόν τον χρόνο. Ακόμα κι αν θα ήταν λογικό να σταθούμε στο σχηματισμό μέσης φ. του αόριστου σε σαμην, η πτώση του μ είναι κάτι το οποίο εντοπίζεται και σε άλλους χρόνους, ούτε μας δυσκολεύει η πτώση ολόκληρης της κατάληξης μην (=mam), καθώς έχουμε συναντήσει αρκετά παρόμοια παραδείγματα αποκοπής στους ρηματικούς σχηματισμούς της ελληνικής, και της αλβανικής. Ωστόσο το dούκ-ε-σςα, φαινόμουν, θα πρέπει να συγκριθεί ή με το (ε)-δοκη-σά(-μην), ή με το (ε-δε-)δόκ-ειν (*-εσην): κάτι που κατά την άποψη μου είναι πιο αληθοφανές. Πράγματι θα πρέπει να επισημάνουμε ότι για τους Ίωνες η κατάληξη εα αντί του ειν, στην αττική ην, χρησιμοποιούνταν τόσο στον υπερσυντέλικο όσο και στον παρατατικό των ρημάτων σε μι : ετίθ-εα, -ην, παρατ.] εγεγόν-εα, ειν, υπερ.] έτσι που στο αρχαίο δόκημι ο παρατ. ε-δόκ-ην, -εα, *-εσα (cf. 3ο πληθ. εσαν) δεν θα διέφερε από τον παρατ. της αλβανικής του dούκ-ε-σςα. Όσο για την μέση αξία αρκεί για να την αιτιολογήσει η προέλευση της παρ. κατ. σςα (εσςα=*έσαμ, ειν) όπως στον 2ο υπερ. της ελληνικής] ή το ε, για το οποίο έχουμε μιλήσει. Τα άλλα ρήματα έχουν σε αυτό τον ίδιο σχηματισμό σύμφωνα με τις μετατροπές του ενεστώτα.

      Το 2ο εν., κατά τον γενικό τρόπο των χρόνων σε α, λήγει σε ε, dούκ-ε-σςε. Το οποίο προκύπτει από τον περιορισμό των κάποτε ποικιλόμορφων κλίσεων των αρχαιότερων, και πλουσιότερων γλωσσών, με τις οποίες εύκολα ταυτίστηκαν εκείνες που κατά τα άλλα είχαν διαφορετική προέλευση, όπως χρειάστηκε να επισημάνουμε για τις δυο καταλήξεις του 1ου προσώπου σε μe, των ενεργ., και των μέσο-παθ.] η ίδια παρατήρηση μπορεί να γίνει για το 1ο, καθώς και για το 2ο πρόσωπο του παρατατικού, μέσης, ή παθητικής.

      Το 3ο πρόσωπο αυτού του χρόνου κατά πολλούς λήγει σε ει (D.L. σελ. 171.): dούκει = dukei, η οποία κατάληξη θα ήταν ίδια με εκείνη του υπερσυντέλικου της ελληνικής : ε-δε-δόκ-ει. Αλλά συνήθως στην τοσκ. αυτή περιέχει ένα άηχο, από το οποίο θα μπορούσε να σχηματίζεται η συγκεκριμένη μορφή ει λόγω της αύξησης του j από ι σε ει, ή θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί ότι δέχεται μια μετατροπή ανάλογη με εκείνη του 2ου πληθ. του ενεστώτα. Εφόσον από dούκε-σςα, 2ο dούκε-σςε, το 3ο γίνεται dούκε-ιj ή dούκε-χj (αλβ. σικ.), από πλjάκε-σςα, πλjάκε-ιj(Hahn,ιγ=ιj). Αν αποδεχτούμε ως ανόθευτο το άηχο, συγκρίνοντας τις καταλήξεις του 3ου προσώπου του ενεστώτα : σανσκρ. ta, ή t, το, σα-το, κτλ. ελλ.: υποθέτουμε πως το τ στην αλβανική μετατρέπεται σε άηχο εξαιτίας της επιρροής του συριστικού, το οποίο παρόλα αυτά καταργήθηκε] επομένως το θ (th) αντικαθιστά το χj=j, ή ιj, όπως και σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις (βλ. SS 73, 225.). Όσο για την ηχηρότητα των οδοντικών στις καταλήξεις των ρημάτων βρίσκουμε παραδείγματα στην ελληνική, η βοιωτική διάλεκτος στο 3ο πληθ. νθι αντί για ντι, έχωνθι = έχωντι δωρ. (βλ. Ahrens 208)] η κοινή στους διπλούς παθ. σε σθον σε σύγκριση με εκείνους της ενεργ. σε τον (βλ. Schl. σελ. 536), και στις προστακτικές σε σθω σε σύγκριση με την ενεργ. σε τω (ib. 531)] όως στα 2α πληθ. παθ. σε σθε, ενεργ. τε, στην σανσκριτική thaπρωτεύων, taδευτερεύων (70). Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε πιο συγκεκριμένα το 2ο εν. ενεργητικής σε σθα της αρχαιότερης ελληνικής, πχ. οίσ-θα, βάλησθα, φήσθα κτλ., όπου εντοπίζεται η παρ. κατ. ta, που μετατρέπεται σε θα λόγω επιρροής του συριστικού, όπως συνέβη και στο κ του έρχομαι, σχίζω, αντί για *έρσκομαι, *σκίδjω (βλ. Schl. σελ. 173) στην ελλ., και στο χjέjα = σκιά, καθώς και κάποια ακόμα αλβ. λέξη (βλ. S 73),  όπου καταργείται και το συριστικό, ή εισχωρεί στο άηχο.

      Ο πληθ. του παρατ. της μέσης-παθ. φωνής εξελίσσεται κανονικά από τον ενικό, αλλά παίρνει το φωνήεν ι, αντί για το ελλ. α, μπροστά από τις προσωπικές καταλήξεις. Το ι αντί του α εμφανίζεται και στον υπερσυντέλικο της ελληνικής σε ειν = *έσαμ : ελελοίπ-ειν, πληθ. ειμεν, -ειτε, -εισαν.

      Επομένως το 1ο dούκε-σςι-μe] το 2ο -σςι-τe] το 3ο -σςι-ν, φαινόμασταν, κτλ. δίχνει την κλίση όλων των παρατατικών της αλβανικής στην μέση-παθ. φωνή.

      S 239. Για τον αόριστο δεν υπάρχει κάποια συγκεκριμένη μορφή, όπως έχουμε ήδη παρατηρήσει, αλλά για την μέση παθ. χρησιμοποιείται η ενεργητική φωνή παίρνοντας μπροστά το μόριο ου (71). Το οποίο προηγείται είτε του κυρίου ρήματος, είτε του βοηθητικού κάμe όπου αυτό έχει θέση  : πχ. ου-dόγjα, κάηκα, ου κάμedjèγουρ. Όμως στην προστακτική, 2ου εν., το ου μπαίνει μετά το ρήμα : πχ. ρίτ-ου, σγjό-ου, ξύπνα, eγγρέ-ου, σήκω, από τα ρήματα ρίτεμe (ή ρίττεμe), σγjόνεμe, eγγρέχεμe. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε πως αυτή η προστακτική, δεν διαφέρει από την ενεργ., η οποία μπορεί να περιοριστεί στην απλή ρηματική ρίζα, παρά μόνο στο μόριο ου (72). Τα υπόλοιπα πρόσωπα της προστακτικής δεν χρειάζονται αυτό το μόριο.

      Οι Γκέγκοι όμως το βάζουν ακόμα και μπροστά από το απαρέμφατο παθ., ή μέσης, στον ενεστώτα μετά από το μόριο me, με : πχ. meudasciune, meubleem (D.L.). Σύμφωνα με όσα έχουμε αναφέρει κι αλλού τα 3ο των αορίστων σε όβα, γίνονται πάντα σε ούα, ιδίως στην μέση παθ., ή όταν προηγούνται από το ου : όμως οι άλλοι αόρ., που παίρνουν την κατάληξη ου στο 3ο εν., το αφήνουν γενικά ση μέση παθ. φωνή, όπως λjάγ-ου,  μούσκεψε, ου-λjάγe, μουσκεύτηκε] πί-ου, ου-πί, εκτός κι αν το ου δεν ανήκει στη ρίζα όπως στο ου-πρού, από πρού = προύρι, ή προύνι (γκ.), και παρόμοια.

      Ο ίδιος τρόπος, ο οποίος ουσιαστικά είναι ίδιος σε πολλές ελλ.-λατινικές γλώσσες, και που χρησιμοποιείται στο σχηματισμό της μέσης παθ. του αορίστου, ισχύει και για την ευκτική : πχ. ου-πλjάκσςια, να γερνούσα] ου-λjάγσςια, να μουσκευόμουνα, κτλ.

      Όμως το μόριο ου δεν υπάρχει στον ενεστώτα, και στον παρατατικό, οι οποίοι διακρίνονται από τους ξεχωριστούς τους σχηματισμούς (73).

      S 240. Εκτός από τη μέση παθ., στην οποία έχουμε ως τώρα αναφερθεί, η αλβανική διαμορφώνει την παθητική και με τον συνδυασμό κάποιας μετοχής με το βοηθητικό ρήμα, όπως ακριβώς και η ιταλική και άλλες σύγχρονες γλώσσες : πχ. iosonoamato, unejamdasciune (D.L. σελ. 164), ή στην τοσκ., ούνε (ού) jάμedάσςουρe (-ρ)] unejammpsuem, iosonoinsegnato, ή istruito(γκ.), ούνε jάμe’μπeσούαρe (-ρ) (τοσκ.): κοκ. βάζοντας μπροστά από την μετοχή, είτε στο μe, m, είτε στο ρe, ne (ρ, ν), ολόκληρη τη λέξη του ρήματος jάμe, ενώ το ίδιο ισχύει και για το ρήμα κάμe (74).

      Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε πως ο ίδιος τρόπος για την παθ., πέρα από τις σύγχρονες ελλ.-λατινικές γλώσσες, έχει εν μέρει χρησιμοποιηθεί από την λατινική, και δεν ήταν τελείως άγνωστος στην ελληνική : αρκεί να συγκρίνουμε, το egoamatussum, fui κτλ.] τετυμμένοι εισίν, ήσαν, τετυμμέος είην κτλ., με τους παραπάνω σχηματισμούς για να διακρίνουμε ότι διαμορφώνονται με το ίδιο σύστημα.

      Όμως με αυτό το δεύτερο τρόπο της παθητικής (μεταβατικό) η αλβανική συμφωνεί με όλες τις γλώσσες της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας, και περισσότερο με τις ελλ.-λατινικές] είναι κάτι αξιοσημείωτο ότι αυτή, και η σύγχρονη ελληνική, είναι οι μόνες που έχουν κρατήσει ένα δικό τους σχηματισμό για την μέση-παθ., λίγο πολύ όμοιο με εκείνο της σανσκριτικής, και της αρχαίας ελληνικής. Η ίδια η λατινική, με την οποία μοιάζουν σε αυτό η κελτική, και η σλαβική, για την μέση-παθ. χρησιμοποιεί έναν τελείως διαφορετικό σχηματισμό από τις προηγούμενες. Εφόσον, όπως προαναφέραμε, δημιουργήθηκε από την ένωση της αντωνυμικής ρίζας της σανσκρ. sva, λατ. se, με τη ρηματική ρίζα, μετατρέποντας το s, στην λατ. και στην κελτική σε r, και αφήνοντας αυτή την αντωνυμία να αντιπροσωπεύει και τα τρία πρόσωπα : όπου amor = amo-se] amaris = amas-i-se] amatur = amat-u-se, με τα φωνήεντα i, u, στο 2ο και 3ο πρόσωπο. Στην σλαβική το sδεν μεταβάλλεται : όπου vezu-s, = λατ. veho-r (βλ. Schlecher σελ. 536-9). Από αυτό το σχηματισμό της μέσης παθ. δεν εξαιρείται ούτε η ιταλική που την αντικαθιστά με τον συνδυασμό του ρήματος essere και μιας μετοχής, ή με τα μόρια mi, tisiκτλ.] ούτε η ρουμανική που χρησιμοποιεί σχεδόν τον ίδιο σχηματισμό] ούτε η γαλλική που πλησιάζει σε αυτό την ιταλική] αν και είναι οι πιο κοντινές γλώσσες στην λατινική. – Αυτές οι παρατηρήσεις τώρα αυξάνουν το ενδιαφέρον για την περίπτωση της αλβανικής : περίπτωση η οποία εξηγείται, καλύτερα από οποιαδήποτε άλλη, με την υπόθεση μιας ιδιαίτερης σχέσης με την αρχαία ελληνική] κάτι το οποίο είναι ολοφάνερο για την ρωμαϊκή, ή την καθομιλουμένη ελληνική. Ακόμα κι αν θεωρήσουμε δεδομένη την εισαγωγή του αντωνυμικού στοιχείου χε, ε, στην μέση παθ. της αλβανικής] το οποίο υπάρχει κατά τα άλλα και στην σανσκριτική, και την ελληνική, τουλάχιστον στις κατάλήξεις, και της παθ. και της ενεργητικής] Είναι αναμφισβήτητη η συμφωνία ανάμεσα στον σχηματισμό της αλβανικής και της ελληνικής, ιδιαίτερα στον ενεστώτα : κάτι το οποίο δεν μπορεί να είναι εντελώς τυχαίο.

 

 

 

 

      S 241. Ας συγκρίνουμε τώρα βάσει του πίνακα τους απλούς σχηματισμούς της μέσης παθ. της αλβανικής, με εκείνους της ελληνικής.

                                      Οριστική – Ο Ενεστώτας.

 Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                dούκ-ε-μe, φαίνομαι                                     δοκ-έο-μαι (cf. τίθε-μαι)

2ο                dούκ-ε (=e)                                                  δοκ-ή (-έεσαι, -ε-αι)   

3ο                dούκ-ε-τe                                                     δοκέ-εται                                                 

Πληθυντικός

1ο               dούκ-ε-μι                                                      δοκ-εό-μεθα (τιθέ-μεθα),

                                                                                            -μ(εθα)ι

2ο                 dούκ-ι-χje(ιι = ιj)                                                δοκ-έε-σθε (-εί-σθε)

3ο                 dούκ-εν                                                                δοκ-έο-ν (-ται), (τίθε-ν)

                                                                                                       (-ται)

 

                                                 Ο Παρατατικός.

 Ενικός.                          Αλβανική.                                           Ελληνική.  

1ο                dούκ-ε-σςα, φαινόμουν                                 (ε-δε)-δόκ-ειν(=*εσην

                                                                                           *εσαμ), -εα (α)

2ο                dούκ-ε-σςε                                                   δόκ-εις (*εση-ς)

3ο                dούκ-ε-ι, -j, -ιj, -χj                                        δόκ-ει (*εση-(τ)

Πληθυντικός

1ο               dούκ-ε-σςιμe                                                 (εδε)δόκ-ειμεν (=*εσημεν)                                               

2ο                 dούκ-ε-σςιτe                                                      δόκ-ειτε (=*εσητε)

3ο                 dούκ-εσςιν                                                          δόκ-εισαν, -εσαν.

      Αυτό το παράδειγμα ισχύει για όλες τις μέσο-παθ. εκτός από τις μετατροπές μπροστά από τις καταλήξεις -ε-μe, -ε-σςα, κοκ. – Στην υπ. ενεστ. το 2ο εν γίνεται εσς.

      (α) Σπάνια μορφή του 2ου παρακ. ή μέσου : cf. τέτυπα, ετετύπειν, τέτοκα, ετετόκειν, πέποιθα, επεποίθ-ειν, -εα, κτλ.

      Μεταξύ των απρόσωπων που καταγράφονται από τον D.L. παρουσιάζει ενδιαφέρον το rescen, πιθανόν αντί για bρέσςεν, το οποίο ο ίδιος μεταφράζει ως χιονίζει, αλλά περισσότερο σημαίνει ρίχνει χαλάζι, ή βρέχει ασταμάτητα (αλβ. ελλ.), σχετίζοντας το με το bρέσςeρι, bρέσςeνι, το χαλάζι, ο κατακλυσμός (cf. βρέχει, βροχερός, βλ. SS 73. 242): δέμbετe, στην μέση για την τοσκ. δèμb, γκ. δèμ, και δάμ, σκοδρ. δίμετe, που έχει και το 1ο πρόσωπο αυτοπαθές δίδεμe] bουμbουλόν, μπουμπουνίζει, το οποίο αντιστοιχεί στο τοσκ. γjeμόν (cf. βομβύ-λη, -λιάζω για το 1ο] γέμω, αλλά πλησιάζει περισσότερο το λατ. gemo για το 2ο). Θα αναφέρω ακόμα το σςκρέπετe, τοσκ. ιταλ. και ελλ.-αλβ., η φάλαινα, από σςκρέπe που σημαίνει και η φωτιά, και χρησιμοποιείται με την ενεργητική έννοια και προσωπική, πτοκαλώ την πυρκαγιά : αυτό έχει το παράγωγο σςκρεπeτίν με τις διάφορες έννοιες, και τις παραπάνω χρήσεις. Ρήματα τα οποία φαίνεται πως θα πρέπει να σχετισθούν με το ελληνικό σκηρίπ-τω = σκήπτω : όμως με αυτό μοιάζει περισσότερο το γκ. σςκεπτίν, που έχει την ίδια έννοια, με το οποίο συνδέεται το ουσιαστικό της ιταλό-αλβ. σςκεπτίμe, ή σςκαπτίμe, ο κεραυνός, =σκηπτός ελλ. (75). – Ορισμένα απρόσωπα ρήματα σε άλλες γλώσσες αντικαθίστανται με φράσεις. Παραμένει όμως σίγουρο ότι στους γραμματικούς σχηματισμούς δεν υπάρχουν ανωμαλίες, ή εξαιρέσεις στα ρήματα της απρόσωπης κατηγορίας.

 


Σημειώσεις (Ε)

(1)   Αν και, όπως έχουμε αναφέρει, για να ξεχωρίζει το 1ο πρόσωπο του ενεστώτα οριστικής από εκείνο του παρατατικού, ο Hahnγράφει ιγ για ρι πρώτο, ιjeγια το δεύτερο (στα ρήματα πλήρους μορφής), δεν ξεχωρίζουν και στην προφορά, ή ίσως ελάχιστα σε αυτή τη διάλεκτο (στην σύγχρονη τοσκ.). Όμως στην αρχαία τοσκ. και στην γκ. οι δύο χρόνοι ξεχωρίζουν πολύ εύκολα (βλ. S 140).

(2)   Πράγματι το πeρ-σέσe, δίχως την πρόθεση, αποτελεί ένα μονοσύλλαβο ρήμα σές = σέσ-e (σείω, -σω;). Στον Reinhold διαβάζουμε πλεσσέσeν 3ο πληθ., σχηματισμός ο οποίος φαίνεται συγγενικός με το αλβ. σικ. πλάσσεμe, εξαντλούμαι, cf. πλήσσω.

(3)   Αξίζει να παρατηρήσουμε πως ο παρκ. της αλβ. μόρα, θυμίζει εκείνον της ελλ. μέ-μορα του μείρ-ω. Το ουσιαστικό μόρ-α, δεν γνωρίζω αν μπορεί να σχετισθεί με την ίδια ρίζα, ή με το μάρρe επίθ. = μώρος, ή με το μένω, ή τέλος με το λατινικό moror.

(4)   Στην ελλ.-αλβ. αυτοί οι χρόνοι κλίνονται και σε κάποιο άλλο πρόσωπο, εφόσον συναντάμε στον Reinhold σελ. 59: μός πάσςε, κτλ. 2ο πρόσωπο του πάσςe = πάσςα. Όλο το κείμενο είναι : ορè τι τςè ρί ατjέ μbè τούρλe, μός πάσςε νjè μούσςκe’γκαρκούαρeμjάλτe? Ε εσύ, που είσαι πάνω στον πύργο (τούρλα = τούρρα), μήπως είδες κανένα μουλάρι φορτωμένο με μέλι; σατιρικό το οποίο απευθύνεται στον τούρκο που φωνάζει από τον μιναρέ.

(5)   Αυτό το ρήμα σχετίζεται με το τρέω (όπως dούα, dούε, dόι, με το ελλ. δέω, δέομαι), αόρ. έ-τρεσ-α, -σσα = αλβ. dρέσς-α. Στην αρχαία τοσκ. (ιταλό-αλβ.) συνηθίζεται συχνά το ουσιαστικό dρέε-jα, ή dρέ-ιjα, ο φόβος, το οποίο δεν καταγράφεται στο Diz. του Hahn, και το παράγωγο ρήμα dρερόνje, ή dρεερόνje, φοβίζω.

Με την ίδια ρίζα ίσως να σχετίζεται το dρέ-θe, στρέφω, όπου dρίδεμe, στρέφομαι, με τα παράγωγα dρέ-δ-α, ο γύρος, και dρέδ-ιjα, το περιτύλιγμα, η περιστροφή, και το οποιοδήποτε μάνταλο πόρτας κτλ. (βλ. S 78 και συνέχεια και 146).

(6)   Αν και στον D. L. συναντάμε το ersc = έρσςe για το 1ο εν. (βλ. σελ. 116), στα υπόλοιπα συνεχίζει κανονικά : έρδε, έρδι: πληθ. έρδιμe, έρδιτe, έρδιν (-νε), με το ι στην γκ., αντί για το e στην τοσκ. : έρδeμe κτλ.

(7)   Αυτός ο παρελθοντικός χρόνος παρότι γίνεται πάτςe στο 1ο πρόσωπο, στα υπόλοιπα, κατά την άποψη και του Hahn, κλίνεται κανονικά σαν να ήταν του 1ου σχηματισμού πάτα, δηλαδή 2ο πρόσωπο πάτε, 3ο πάτι: 1ο πληθ. πάτeμe] 2ο πάτe ή πάτeτe (αλβ. σικ.)] 3ο πάτeν (cf. S 157).

(8)   Ο αόριστος του ρήματος κjέσςe τοσκ., 2ο πρόσωπο κjέε, 3ο κjέ, κτλ., δεν νομίζω ότι μπορεί να σχετίζεται με τη ρίζα κjί, κjίje = κεί-μια (σανσκρ. ki), στην αλβ. remhabeo, βινέω (cf. κυέω;), ούτε με το ρήμα κjίενje, κλαδεύω, (D.L. σελ. 151, kiiegn), ούτε με το κjίτe, ή το κjίσe, τραβώ, κόβω, εξεγείρω κτλ. Hahn (=cieo?), ή με κάποια άλλη ρίζα που να γνωρίζω. Όμως για να αποκρυπτογραφήσουμε την προέλευση αυτής της λέξης θα πρέπει να προσέξουμε τον σχηματισμό της αλβ. σικ. κeλέβα (κάποιου σπάνιου ενεστ. κeλέ-ιje), ο οποίος κλίνεται κανονικά, 2ο κeλέβε, 3ο κeλέ πληθ. κλέ-εμe, -ετe, -εν, ή με τη συγκοπή κλέ-βα κτλ. Σχηματισμός ο οποίος σχετίζεται ολοφάνερα με το ελλ. πέλ-ω, -ομαι, υπάρχω, είμαι, με τον αόρ., 3ο πρόσωπο έ-πλε-το, (Όμηρος), πέλε = *πλέ, έ-πελε. Ο Bopp (op. c. p. 73. n. 36) τείνει στο να σχετίσει το κjέσςe με τη ρίζα ki = si, κείτομαι, κεί-μαι : όμως αυτός δεν είχε ιδέα για τον σχηματισμό κeλέ, ή κλè, που στην τοσκ. γίνεται κjέ χάρη στο συνηθισμένο μαλάκωμα του κλ (βλ. SS59, 63, 90).

(9)   Αυτό το ρήμα στον πληθ. του ενεστώτα, κατά τον Hahn, γίνεται κουλόσeμe, 2ο κουλ-ότνι, και –όνι, 3ο κουλόσeνe (-ν). Σύμφωνα με την ετυμολογία θα πρέπει να σχετίζεται με το *κολέω (σύνθετο βου-κολέω) και με το ουσιαστικό κόλον, η διατροφή.

(10)                     Το θίρρα, ή θύρρα = θίρτα αντί για θρίτα μπορεί να συγκριθεί με το κάρρων δωρ. αντί για κρείσσων ρίζα καρ, κρα] χέρρος = χέρσος] θάρρος = θάρσος.

(11)                     Υπάρχει και το περκjίτe, και περκjέλλe, χτυπώ: cf. πέρ, και κίω, λατ. per-cieo: κέλλω, οκέλλω, λατ. per-cello.

(12)                     Με το κρίζω μοιάζει περισσότερο το ρήμα κρίσσe, που έχει την ίδια έννοια, εκτός από εκείνη του πηδώ, λόγω αναλογίας μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος.

(13)                     Με αυτή τη ρίζα μπορεί να σχετίζεται το bουρί-ου (DorsaSt. Et. p. 38) ο τυφλοπόντικας, το οποίο ίσως αποτελεί τον πλήρη σχηματισμό του ουρίου του Hh., βλ. Stiern. 10.

(14)                     Και το ρήμα βέ-τε έχει τον αόριστο βάιτα, που έχουμε δει ξανά, σαν να προέκυπτε από ένα θέμα *βά-ιjε (=βά-ω, βαί-ω, βαί-ν-ω).

(15)                     Στην τοσκ. ο αόριστος βγαίνει από μια άλλη ρίζα, και γίνεται ’νdένjα ή νdήνjα, στον D.L. ndègnia, τα οποία μπορεί να προέκυψαν από μια επέκταση της ρίζας ες, που συντίθεται στο ’νd-έσ-e, = ’νdόδεμe, είμαι, βρίσκομαι, αόρ. νdέσσα, και ου-νdόδα (cf. ελλ. καθομιλουμένη ένδεσα): αλλά το νdήνjα παραπέμπει στον παρατατικό της ελληνικής ήν, του οποίου μπορεί να αποτελεί μια παραλλαγή το αλβ. –ήνjα, βάζοντας την πρόθεση νdè, νd’-ήνjα. Τέλος αυτό το ήνjα μπορεί επίσης να μην είναι παρά μια συγκοπή του έσςιjα, ή ίσςιjα, ήμουν, όπως το ίσςτe (γκ. αν’σςτ) γίνεται και ή : κούς ή = κούσς ίσςτe, ποιός είναι ; έπειτα *ήjα, *-ή-νjα.

(16)                     Θα πρέπει να επισημάνουμε ορισμένα παραδείγματα, όπως εκείνο που καταγράφει ο Hahn (Diz. σελ. 113), σέι τe ρόισς, dό τe πουνόισς, όσο ζείς πρέπει να δουλεύεις, ως επαλήθευση των όσων είπα : και το ίδιο εντοπίζεται στην ελλ. αλβ.  του Reinh., για παράδειγμα τeμeπούθνjισς σελ. 4., dό-μe’νdjέκισς, τeμeπeρπjέκκισς σελ. 13., να με φιλήσεις, θα με ακολουθήσεις, για να με συναντήσεις, ή γιατί με συναντάς. Η ελλ., και ιταλό-αλβ. χρησιμοποιεί την παρ. κατ. νje, ινje ή eνje στο 1ο και 3ο πρόσωπο κυρίως, πχ. τeτebήνje, να σου κάνω (Rh. C. p. 7), φάκjα φάκjεν τeπούθνje, να φιληθούν πρόσωπο με πρόσωπο, αντί για bήιje, πούθιje, και η γκ. του D.L. ινje όπου λίδινje(πούθινje), που όμως το ίδιο γίνεται και στην οριστική.

(17)                     Επισημαίνω το ίδιο παράδειγμα του ViadelParadisoσελ. 49: tdoitezotiun, kjiunetmarscevesc: ας με άκουγε ο Κύριος, κτλ. Για τους συγκεκριμένους σχηματισμούς βλ. ακόμα τις σελ. 35, 36, 81, και σποραδικά. Ο σχηματισμός mùisciaθα μπορούσε να θεωρηθεί ως αόρ. υπ., που έτσι θα μπορούσε να γίνει μούιτςια, = muiccia, από την οριστική αόρ. μούιτα, ή μούντςια = μούνσςια από τη ρίζα μουν.

(18)                     Σύμφωνα με τον D.L., σελ. 171, mbaitscia, με το tνα κόβεται, από όσο φαίνεται. Αλλού όμως διαβάζουμε mbaiccia, όπως pueccia, και έπειτα mbutscia] lidhsciaγίνεται από lidhign, δένω, πιο πιθανόν διότι το δ είναι ριζικό.

(19)                     Στην ιταλική θα πρέπει ιδιαίτερα να επισημάνουμε τον ιστορικό αόριστο που σε ορισμένα πρόσωπα συμφωνεί με τον αρχαίο παρακ. της λατινικής, και σε άλλα το μέρος της ρίζας του μοιάζει με το απαρέμφατο : πχ. ioscrissi = scripsi : πληθ. noiscrivemmo, δηλαδή scrivere-avemmo.

(20)                     Όμηρος Ιλ. IV. τη κε τάχ ημύσειε πόλις Πριάμοιο άνακτος, τότε σύντομα θα έπεφτε η πόλη του βασιλιά Πριάμου : Τρώων ορμήσειε, και άρξειαν πολέμοιο, όταν χίμηξαν στους Τρώες, και ξεκίνησαν τη μάχη : Ιλ. Ι. τίσειαν Δαναοί εμά δάκρυα σοίσοι βέλεσσιν κτλ.

(21)                     Αυτό το ρήμα, το οποίο σίγουρα ανήκει στην γκ., και του οποίου δεν γνωρίζω την ετυμολογία, δεν θα πρέπει να μπερδεύεται με το γνωστό ρήμα της αλβ. σικ. bούνje, κάνω.

          Σε αυτού του τύπου τους σχηματισμούς ο Bopp(σελ. 65, -6) βρίσκει αναλογία με τα ελληνικά πέπεισμαι, έψευσμαι σχετικά με τη θέση του συριστικού : και περισσότερο θα μπορούσε να σχετισθεί με το εσ-μέ-ν.

(22)                     Το padisme, από τον ενικό padis, (D.L. σελ. 88) είναι γκ. λέξη, και σημαίνει κατηγορώ. Δεν μπορώ να διακρίνω άλλη αναλογία πέρα από το pat, του pat-eo, και pand-o, πετάννυμι.

(23)                     Θεωρώ όμως πως θα ήταν λάθος να λήγουν τα 1α πληθ. ενεργητικής σε mi, όπως ορισμένες φορές συνηθίζεται, εκτός από εκείνα που έχουμε δει. Σύμφωνα με τους κανόνες του ιδιώματος, γίνεται ίκιμe, ή ίκjeμe, στίσιμe, ή στίσjeμε, ρίμe κτλ., όχι ίκeμι, στίσμι, ρίμι, βάζοντας στο τέλος το ι, κάτι το οποίο είναι χαρακτηριστικό μόνο των ρημάτων σε μe, jάμe, κτλ.

(24)                     Πράγματι η χρήση του ι στο 1ο πληθ. του ενεστώτα θα απέτρεπε κάθε σύγχυση με τον παρατατικό, σε πολλά ρήματα : επομένως σύμφωνα με αυτή την άποψη προτιμάται το τοσκ. και το σκοδρ. κeρκό-ι-μe, φλjάσ-ι-μe, ή φλάσιμe, από το ιταλό-αλβ. φλάσjeμe, ή φλjάσjeμe, και από το kerkòjemeτου D.L., τα οποία λίγο διαφέρουν από τον παρατατικό φλάσιjeμeκeρκόιjeμe. Πράγματι στην ιταλό-αλβ. και την ελλ.-αλβ., εκτός από τους χρόνους που μπορούν σε όλα τα ρήματα να έχουν το ρινικό, χρησιμοποιείται αυτό στο 1ο πληθ. του ενεστ. (και έτσι και στο 3ο), πχ. στο κeρκό-νjee, και σε όλα τα παρόμοια. Εξαιτίας της ίδιας ανάγκης για διαχωρισμό μεταξύ του πληθ. από τον παρατατικό της ιταλό-αλβ. χρησιμοποιούνται περισσότερο οι μετατροπές των ριζικών φωνηέντων. – Ο D.L. βάζει το ρινικό gne, gni αντί του ιje στον παρατατικό όπως στο λίδνjεμε = λίδιjeμe, παρά στον ενεστώτα, όπου όμως φαίνεται πιο πρόσφορο (cf. S 142), από ότι στον παρατατικό.

       Τέλος η ποικιλομορφία των σχηματισμών της ίδιας λέξης, σε μια μόνο διάλεκτο, αποτελεί φαινόμενο γνωστό και στην ελληνική. Θα πρέπει να αναφέρουμε τον ενεστώτα οριστικής του φιλέω, που γίνεται : φιλέω, φιλώ, φιλίω, 2ο φιλείς, φιλές : πληθ. φιλέομες, φιλούμες, φιλεύμες, φιλίομες, φιλίωμες, φιλώμες, 2ο φιλείτε, φιλήτε, 3ο φιλέοντι, φιλούντι, φιλεύντι, φιλίοντι, φιλόντι (cf. Ahrensdor. 309).

(25)                     Ωστόσο μπορούμε να πούμε και πόλee, σςκjόρee κτλ., βάζοντας ένα e, κατά τον γενικό κανόνα

(26)                     Όμως, αν θέλουμε να κάνουμε ένα διαχωρισμό, θα ήταν πιο σωστό να βάζαμε το άφωνο e στο 2ο και όχι στο 3ο πρόσωπο, χρησιμοποιώντας για το 1ο τον πλήρη σχηματισμό σε ιje, eje, ή je, όπως: 1ο πλjάκ-ιje(eje), 2ο πλjάκe, 3ο πλjάκ] στις-ιje(-eje), στίσe, στις.

(27)                     Ο D.L. δίνει την κατάληξη tenστο 2ο και 3ο εν. ορισμένων ρημάτων σε is, us, όπως padis, padi-ten, mbus, mbu-ten : στα οποία αυτός περιλαμβάνει το ρινικό που πολλά ρήματα παίρνουν στο 2ο και 3ο εν. του ενεστώτα με το τ των άλλων.

            Το μbύς, στην αλβ. σικ. γίνεται μbύν 2ο και 3ο πρόσωπο.

(28)                     Αλλά εδώ ακόμα και στα ακόλουθα ρήματα σε νje, ν, θα μπορούσαμε να διαχωρίσουμε το 2ο από το 3ο βάζοντας μόνο στο ένα α τα δυο το άφωνο e: ούνε θρέσ-e (-ιje, eje), 2ο τί θρέτe, 3ο αί θρέτ] κeρκ-όνje, 2ο –όνe, 3ο -όν.

(29)                     Όσο για την ετυμολογία αυτού του ρήματος, το οποίο βρίσκει τα αντίστοιχα του στο γαλλικό chercher, ιταλικό cercare, ισπανικό sercàr, το σαρδινιακό kirkà, και selkà (από το Σάσαρι), κελτικό kirchu, kerkat, ο καθηγητής De-GubernatisAng. Σε ένα φιλολογικό του γράμμα που δημοσιεύτηκε στην NazionediFirenze (13 Apr. 1864. n. 104) την επαναλαμβάνει δικαίως από τη σανσκριτική ρίζα car, càr, όπου cakra = carka, με το οποίο είναι ανάλογο το λατ. circa, το ιταλ. cerchio, το ελλ. κίρκος, κτλ.: συμπληρώνοντας το αλβ. κjάρκe] και μπορεί να συγκριθεί το νεοελλ. γυρεύω, από το γύρος, λόγω προέλευσης.

(30)                     Για τέτοιου είδους αναίρεσης του φωνήεντος βρίσκουμε παράδειγμα στην λατινική fer-s, αντί για fer-is οριστ.

(31)                     ’νdή μός άρσςε, τ’άρθτeγjeμμe! Αν δεν έρθεις να σε βρει μεγάλο κακό! (Rh. C. σελ. 5): και αλλού, ’νdή dάφσςε, ’μbjέλσςε κτλ., με σςε = σςιε. Το μετέφρασα γjèμμe, ή γjèμα σύμφωνα με τον Hh.

(32)                     Όμως δεν ισχύει πάντα αυτός ο κανόνας πχ. στο Τραγούδι 27 σελ. 132, HahnII: Dέλλjνdè bρέκ, ε βeσςτρό φσςάνe, βγες στο βουνό, και κοίτα το βουνό.

(33)                     Ο Hahn ΙΙ, στη σελ. 131 γράφει : φόλje (=φόλe) μοjκjένeζ’ ε νjένιτe, σέ ’γκρίβα νdeγούρeτè λjèμμιτe, μίλα, ω σκύλα, που έχω παγώσει στην πέτρα του αλωνιού : σελ. 138. C 20, v. 3 βούρeάρμeεδέ πισςκjόλα, φόρα τα άρματα και τα πιστόλια] επαληθεύοντας όσα έχω πει.

(34)                     Στο μbλίχjαλβ. σικ. (=τπσκ. ’μbύλe, ή μbίλe) από eμbί-λje, -λe, ανοίγω, το ρευστό δέχεται μια μετάθεση, όπως και σε κάποιες άλλες περιπτώσεις που έχουμε δει. Στον HahnII σελ. 131. διαβάζουμε (C. 20. v. 5, 6) μός ε ’μbύλe, ζèμeρ’ ίμε, μός ε μbύλedέρeνe, μην κλείνεις, καρδιά μου, μην κλείνεις την πόρτα.

(35)                     Ο Hahn κατά την συνήθεια του γράφει –ιγ, όπως dούαιγ (=dούαχj, ή dούαj) ατè κjè τedό, αγάπα αυτόν που σε αγαπάει, Τραγούδια 26, σελ. 132.

(36)                     Για το χ, ή χj, και το αρχικό, μπορούμε να προσθέσουμε το ουσιαστικό χjιμονία, η θημωνιά. Το χερόβολο = χjιροβόλι.

           Με την ευκαιρία θα επισημάνω  τη λέξη χjιμονία, και πολλές άλλες που έχω πάρει από ένα απόσπασμα του χειρόγραφου Λεξικού του ιερέα Niccolò ChettadelleColoniediSicilia (Contessa), που έχω στα χέρια μου. Το οποίο θα ήταν ενδιαφέρον χάρη στη συλλογή των αλβανικών λέξεων] και πράγματι σε αυτό βρήκα την εξήγηση ορισμένων απαρχαιωμένων λέξεων της αλβ. σικ.] από την άλλη όμως είναι γεμάτο ξένες λέξεις, είτε τούρκικες, είτε σλάβικες, είτε συνθέσεις λέξεων που βασίζονται σε αυθαιρεσίες, και επίσης παράξενων ετυμολογιών.

(37)                     Σχετικά με το υ στην αλβ., που ευρύνεται σε ουα, ουε, όπως στην ελλ. πνευ=πνυ, φευγ=φυγ κτλ. βλ. SS 44, και 46.

(38)                     Η κατάληξη θι των προστακτικών αναγνωρίζεται ως η αρχαία και πλήρης μορφή : στάθι, σύμπωθι, ζήθι, και ζώθι κατάβαθι (βλ. Ahrenseol. 140, dor. 314) τροποποιημένο, για συντομία, στη συνέχεια : κίρνα, τίθη, αιολ. πώ = πώθι.

(39)                     Ο D.L. γράφει όν, και πέρα από αυτά τα ρήματα αυτός γράφει το 2ο πρόσωπο της προστακτικής ίδιο με το 2ο οριστικής ενεστώτα και σε άλλα, όπως στο θούε, χίν, πυέτ. 

(40)                     Σχετικά με αυτό το σχηματισμό της λατινικής ( βλ. Zeitschrift Kuhn. B. XII, drit. Heft, p. 235-6 ) υπήρξαν και εκείνοι αναγνώρισαν σε αυτό ένα κατάλοιπο της αντων. του 2ου πληθ. yushman, υμ-είς (-ενς), υμ-άς (ανς). Αν αυτό ισχύει θα ταίριαζε περισσότερο στην αλβανική.

(41)                     Ο Bopp έκανε για αυτό μια υπόθεση στη σελ. 12, το οποίο φαίνεται να είναι πραγματικότητα, όπως σωστά παρατήρησε ο Ascoli (StudiCrit. p. 99.) αναφέροντας ένα στοίχο από τα τραγούδια που καταγράφει ο Hahnσελ. 147, ,,κjάνι (=κλάνι) ώ σύτe εμί, κjάνι - σέιjτejένι παβερbούαρ,, κλάψτε μάτια μου κλάψτε, μέχρι να ανοίξετε,, και ένα παράδειγμα από την Κ. Δ. που καταγράφει ο Hahn στη σελ. 101 της Γραμμ., όπου συναντάμε ομοίως το jένι για το 2ο πληθ. της υποτακτικής. Έτσι (ib. Hh. II. Σελ. 149.) διαβάζουμε ,,σέιjeτè κένι, μέχρι να έχετε, για το 2ο πληθ. υπ. του κάμe.

(42)                     Ορισμένοι λένε πιο ξεκάθαρα πίιτ-ι-τe, από μια μορφή *πίιτα.

(43)                     Κατά μια ιδιαιτερότητα της τοσκ. αρκετά ρήματα έχουν το ν, στο 3ο εν. του παρατατικού, ενώ δεν το έχουν στον ενεστώτα : όπως dούαν, ήθελε, ριν, βρίσκονταν, και άλλα.

(44)                     Ο De-Rada βάζει στο 3ο πρόσωπο των παρατατικών τη συλλαβή nei, ή nej, όπως στο chianej αντί για chiaje, ή κλάje] ghipnej, αντί για χίπje] vinnej αντί για βίje, τοσκ. βίν-τε, ή βίγ (Hahn)] αν και στο πρώτο πρόσωπο ταυτίζεται με την ιταλό-αλβ., όπως στο mbaia, vdissia κτλ. Αυτό φαίνεται να είναι μια παραποίηση του συγκεκριμένου σχηματισμού, όπου κeρκόν = κeρκόν-τε. Όμως περιορίζοντας το στην κατάληξη nej στην προφορά μπορεί να μπερδευτεί με την παθ. πολλών ρημάτων.

(45)                     Και το ρήμα βέτε, πάω, αφήνει την παρ. κατ. τε στο 3ο υποτ., και γίνεται βέε = βή ελλ. : έτσι το ρήμα χά μπορεί να κάνει το 3ο εν. ενεστώτα υπ. σε εε, χέε, και ίσως και κάποιο ακόμα.

(46)                     Στο padiccia αντί paditscia ο D.L. (σελ. 85) γράφει padiit, και britscia από brè, μασάω, briit.

(47)                     Το dίστε, είναι 3ο παρατ. οριστικής και υποτακτικής τοσκ., τeμedίστε μίκjα μούα, αν μου πέθαινε εμένα η φίλη μου, κτλ. (Hh. II. p.130. c. 15. v. 5).

(48)                     Κατά τον D.L. ο αόρ. υπ. του σςόχe, βλέπω, paascia = πάτςια, θα γίνονταν pàate(σελ. 140). Γενικά γίνεται πάσς-τ (βλ. Hahnσελ. 83) σύμφωνα με τους κανόνες.

(49)                     Κατά αναλογία με ορισμένα 3α εν., ή κατά αντιγραφή των αορίστων σε τα, κάποιοι βάζουν μερικές φορές και εδώ το t, όπως στο unistinαντί για ου νίσeν (D.R. Milosaop. 46 ediz. 1847 Napoli)] desctin (D.L.) για την τοσκ. και ιταλό- και ελλ.-αλβ. dέσς-νe, dέσς-eν, που βασίζονται, καθαρά, περισσότερο σε κανόνες. Στην αλβ.-καλαβρ. χρησιμοποιείται πολύ συχνά αυτή η προσθήκη ti στο 3ο πληθ. των αορίστων, κάτι που γενικά, τόσο στον Hahn, όσο και στον D.L. (ll. cc.), και στον Xylander (βλ. σελ. 57-9, 60), και σύμφωνα με την σκοδρ. διάλεκτο, καθώς και η αλβ. σικ. και αλβ. ελλ., δεν το αναγνωρίζουν. Η ίδια προσθήκη του 3ου εν. των αορίστων, ή παρακ. είναι επίσης μια συνήθεια ορισμένων στην αλβ. καλ., της οποίας μόλις που εντοπίζονται κάποια παραδείγματα στις άλλες διαλέκτους. Έπειτα νομίζω πως θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ως μια εσφαλμένη αντιγραφή των αορίστων σε τα, και όχι ως κατάλοιπο της αρχαίας ινδοευρωπαϊκής ta, ti, λατ. t.

(50)                     Βλέπε Kind. προαναφερθέν άρθρο του ZeitschrKuhn. Οι έλληνες σήμερα ακόμα κι όταν γράφουν συχνά αντικαθιστούν την κατάληξη ουν, με εκείνη σε ουνε, όπως, για να αναφέρουμε κάποιον, ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης από τη Λευκάδα στην Κυρά Φροσύνη (Κέρκυρα 1859) : ευτυχισμένοι στέλλουνε σ’εμέ την θυγατέρα –για να γλιτώσουν το παιδί μονάκριβο σαν τώχουν.

(51)                     Σε κeσςτού ε πάσκσςeμ θάνe, εφόσον έτσι το έχουμε προκαθορίσει (το έχουμε πει). Σί κούρ κέμι ράνε μè γjάκe, σαν να είχαμε πέσει κτλ. (Hh. II. σελ. 146.): θάνe, ράνe, το λεχθέν, ο πεσών, ρίζα θα, ρα.

(52)                     Ο Bopp παρατηρεί (σελ. 19-20) παρόμοιες περιπτώσεις στην σλαβική, και στην γοτθική, και σημειώνει πως στις νεολατινικές γλώσσες ο μέλλοντας διαμορφώνεται με μια λέξη από το βοηθητικό έχω, jeaimeraiγαλλ. = io amare ho ιταλ.

(53)                     Το δουάιje είναι ο παρατ. τοσκ. με την κλίση του, αντί του αμετάβλητου μορίου dό, ή dέι (βλ. στη συνέχεια).

(54)                     Έτσι στον Μαρκ. ΧΙΙΙ. 20.: έ τeμός κίσς σςκουρτούαρeζότι dίττe, dό τeμός σςπeτόντε νjερί, κι αν δεν είχε μετρημένες τις μέρες ο Κύριος, δεν θα ξέφευγε κάποιος.

(55)                     Τα απαρέμφατα της λατινικής σε re σχετίζονται με μια άλλη παρ. κατ. της ινδοευρωπαϊκής, as, που μετατρέπεται σε es, έπειτα σε er, ere κτλ. (βλ. Schl. σελ. 376).

(56)                     Και στην κεντρική γκ., η οποία όπως έχω αναφέρει πολλές φορές πλησιάζει περισσότερο προς την τοσκ., από ότι η βόρεια γκ.] εκείνο που μπορεί να πιστοποιηθεί συγκρίνοντας τα ποιήματα που δημοσίευσε ο Hahn σε αυτή τη διάλεκτο, με τη γραμμ. του D.L., και με τις συνόψεις στην σκοδρ. διάλεκτο.

(57)                     Στην ίδια διάλεκτο σε μερικά απαρέμφατα αυτού του τύπου  εμφανίζεται η μετοχή με την παρ. κατ. t : πχ. medasct, αγαπώ, θέλω που δεν έχει αυτή τη μορφή σε άλλη διάλεκτο, αλλά μόνο dasciune (D.L.), ή dάσςουρe (τοσκ.) ομοίως meruit, memuit, που αποκόπηκαν από το ruitun (-e), muitun (-e) κτλ.

(58)                     Υπενθυμίζω πως το σςόχe έχει τον αόριστο πάσςe, ρίζα πά, όπου η μετοχή πάμe, πάρe. Το ρήμα μούνεμe γκ., που στην τοσκ. κόβεται σε μούν (ή μούνde), μπορώ, χρησιμοποιείται κυρίως ως απρόσωπο, όπως το ελλ. πρέπει, το ιταλικό bisogna. Οι χρόνοι αυτού του ρήματος μπλέκονται καμιά φορά με εκείνους του συγγενικού μούι γκ., μούνjeje) τοσκ., κερδίζω, αόρ. μούιτα, eμούνdα παρατ. μούιjα. Η ρίζα και των δυο είναι το μουν, ελλ. μυν, λατ. mun από munio, μύν-ομαι, αμύν-ω, όπως έχουμε δει παραπάνω.

(59)                     Αυτό είναι ένα παράδειγμα γκ. απαρεμφάτου : Hh. II. σελ. 149, πό λjιφτόιν με να dάμe, προσπαθούσαν να τα μοιραστούνε (με-dάμe).

(60)                     Σε αυτή τη περίπτωση του ιδιώματος θα συμπέραινα τα εξής : θάν ή θάνeμετοχή ] τούε θάνε, μέ-θάνε (στην γκ.) γερούνδιο ή απαρέμφατο : σςκ-ούαμe, -ούεμe, κτλ. μετοχή] τούε (με) σςκούαμε, με-σςκούε (στην σκοδρ.) γερούνδιο, ή απαρ. : ή για την τοσκ., σςκούαρ, -ρe μετοχή και σςκούαμe] τούε σςκούαρε, μέ-σςκούε, ή –σςκούαρε, γερούνδιο και απαρ. – Στην αλβ. σικ. συνηθίζεται μια φράση, βjέν μοράρe = που σημαίνει, ίσως αντί για με-ράρe = πέφτω, ηχώ.

(61)                     Στο ήδη αναφερθέν, και στο ακόλουθο παράδειγμα (Τραγούδια γκ. Hh. II. σελ. 141) το μόριο με ξεχωρίζει από το ρήμα με μια αντωνυμία : κjέσςeμε ε πούθe, ε γjέττα περπούθe, πήγα να τη φιλήσω, και την βρήκα (κάτι παραπάνω από φιλημένη) μαγαρισμένη : αυτός ο διαχωρισμός είναι μάλιστα πολύ συχνός. – Η λέξη περπούθe λείπει από το Diz. του Hahn, ενώ υπάρχει το  πeρπούθe, βεβηλώνω: λαμβάνοντας υπόψη ως σύνθετα της λέξης το πέρ, πèρ, και πούθe, μπορεί η δεύτερη να θεωρηθεί συγγενική με το πjέρθe, κτλ., η οποία διαμορφώνεται ομοίως από το πέρ, πèρ, cf. περπούρθμεjα, διαρροή] ή θα πρέπει να λάβουμε υπόψη το λατ. pu-teo, για το ρήμα περπούθe, ή καλύτερα ή το bίθe, πίδι κτλ.

            Άλλο παράδειγμα απαρεμφάτου είναι (Hh.II. 146.): bότα θόνeνjè έ dύ, μέ νά dάμe μου έ τύ, ο κόσμος λέει το ένα και το άλλο για να μας χωρίσει. – Στις προαναφερθείσες συνόψεις της σκοδρ. συναντάται διάσπαρτα αυτή η παρ. κατ.

(62)                     Μεταξύ των άλλων έτσι το βλέπει και ο Αscoli, StudiCrit. σελ. 14, σχετικά με το as-mi, ρίζα as. Cf. επίσης Schl. op. c. p. 507-10: MaxMuller, Letture κτλ. Milano 1864, σελ. 295, και αλλού.

(63)                     Αυτάόμωςσεάιje = άνje, όπως eμbάιje, κρατώ] σεήιje = ήνje] ούιje = ούνje] ίje, καιύje = ίνje, ύνje παίρνουνπιοσυχνάτοχαντίτουν, στηνπαθητική : eμbάχεμe, ήχεμe, πρήζομαι, φρύχεμe, γεμίζωμεαέρααπόφρύιje, φυσώ] μbρούχεμe, ζυμώνομαι, απόμbρούιje κτλ., βλ. Hahn, Gram. σελ.77. Επίσης το bλjέιje, ή bλέε (αλβ. σικ.) στην παθ. γίνεται bλjέχ-εμe, ή bλίχεμe(Hahn σελ. 74.), το οποίο όμως είναι κανονικό εφόσον δεν έχει το ν στην ενεργητική, τουλάχιστον κατά γενική συνήθεια.

(64)                     Βλέπε ObryI. B. F. Etudehistorique, etphilologiquesurleparticipepassefrancais, etsurleverbesauxiliaires, Paris 1852: όπου σε ένα παράρτημα, στη σελ. 166, και συνέχεια, έχει συγκεντρώσει εν συντομία όσα έχουν γράψει σχετικά με το θέμα οι προηγούμενοι φιλόλογοι όπως ο Βοpp, oPott, oRaynouard, και άλλοι, συγκρίνοντας τα με όλες τις ινδοευρωπαϊκές, καθώς και τις νεολατινικές γλώσσες. Βλ. και Max Muller op. c. etc. p. 229. segg.

(65)                     Προξενεί ενδιαφέρον ένας σχηματισμός που συναντάμε στα ποιήματα του De-Rada, σύμφωνα με τον οποίο το 3ο εν. έχει μερικές φορές ιε = ieαντί για ε = e, όπως το ρίττιετ, αντί για ρίττετe, ή ρίτετe. Αν αυτός ο σχηματισμός δεν προκύπτει εδώ από την ιδιαιτερότητα κάποιας διαλέκτου, με το να ευρύνει δηλαδή το ε σε ιε, θα μπορούσε να επιβεβαιωθεί από την υπόθεση που λέει πως το ε της μέσης παθ. της αλβανικής σχετίζεται με το σανσκριτικό ja, που αναφέρω παραπάνω.

(66)                     Τα ιι, όπως και ει, στην γκ., και ορισμένες φορές και στην σύγχρονη τοσκ., εναλλάσσονται εύκολα με ιχj, εχj ή ιj, εj: υπενθυμίζω το ατίje (Hahn –ιγ) ή ατίχj με το γκ. atii, και άλλα παραδείγματα.

(67)                     Και στη σανσκριτική πολλές φορές το dh = θ, αντικαθίσταται μόνο από το h] όπως στο 1ο πληθ., mahe από madhai, στον διπλό vahe από vadhai (βλ. Schl. σελ. 544. και συνέχεια)] cf. στην ελλ. τρί-χα = tri-dha σανσκρ. (BoppdasAlb. σελ. 37.), χ = θ, dh.

(68)                     Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ όλη την κλίση του παρατατικού της σανσκριτικής του asmi, ειμί : 1ο πρόσωπο asam, 2ο asis, 3ο asit, και as, στης βέδας : 1ο πληθ. asma, 2ο asta, 3ο asan. Θα πρέπει έπειτα να συγκρίνουμε το ελληνικό *έσην = έην = ήν, με το αλβ. που δεν έχει το αρχικό j της τοσκ., και την παρ. κατ.: έσς-α ή ίσς-α, 2ο –ε, 3ο ίσς, -τε: πληθ. έσς-μe(ή έσςee), 2ο έσς-τe, 3ο έσςeν (έσς-νe), ή ίσς-eν.

(69)                     Cf. λατ. fec-eram, eram = esam, και το 3ο πληθ. της ελλ. εισαν, το οποίο όντας ίδιο στο 3ο πληθ. αορίστου παθ. σε ην, 3ο πληθ. ησαν, θα μπορούσε να παραπέμπει σε μια παρόμοια σύνθεση αυτών των χρόνων.

(70)                     Θα ήθελα να υπενθυμίσω ορισμένα παρόμοια φαινόμενα στις ιταλικές διαλέκτους : πχ. στη λαϊκή διάλεκτο της Φλωρεντίας, faheαντί για fate, dihe αντί για dite, delicatho αντί για delicatο κτλ., δηλαδή όπου το άηχο, ή το λαρυγγικό, ή το οδοντικό, μπαίνει στη θέση του απλού οδοντικού στο τέλος των λέξεων. Επίσης παρουσιάζει ενδιαφέρον, αν και είναι κατά κάποιο τρόπο ίδια με τις παραλλαγές που έχουμε εξετάσει, η συνήθεια στη διάλεκτο της Μπολόνιας να προφέρεται mettii, αντί για mettete, κτλ., παραλείποντας το οδοντικό, και πολλοί άλλοι σχηματισμοί αυτού του είδους.

(71)                     Το ου το είχα σχετίσει με τις αντωνυμίες 3ου προσώπου αί, αύ, ονομαστική, ε, ου πλάγιες πτώσεις, πριν να μάθω την άποψη του Bopp, oοποίος το σχετίζει με την αντων. βέ-τe : τώρα δεν ξέρω αν θα πρέπει να εγκαταλείψω την πρώτη μου άποψη. Δικαίως όμως εκπλήσσεται ο Bopp που ούτε ο Xylander ούτε ο Hahnτο είχαν αναγνωρίσει ως αντωνυμικό μόριο.

(72)                     Ενδιαφέρον παρουσιάζει η συμφωνία μεταξύ της κατάληξης των προστακτικών της αλβανικής της μέσης παθ. φωνής με εκείνες της ελληνικής : πχ. γρέ-ου, (ή eγγρέου) = έγρεο, σςτρό-ου (από σςτρόνεμe) ρίχνομαι, απλώνομαι = στρώου] πeσςτίλ-ου, περιστρέψου, cf. επί, περί-στέλλου, κτλ. Συμφωνία η οποία, αν και εν μέρει είναι τυχαία, αξίζει μια ματιά παραπάνω.

(73)                     Το παράδειγμα που καταγράφει ο Ascoli (St. crit. σελ. 96) στην φράση: djέμτe χάν μόλeτe, πλέκjeτ ου-μbίχεν δeμbάλετe, οι νέοι τρώνε τα μήλα, των γερόντων μουδιάζουν οι τραπεζίτες (παροιμία της τοσκ. την οποία καταγράφει ο HahnIIσελ. 152) ως απόδειξη για το ου μπροστά από τον ενεστώτα, δεν είναι τυχαίο, εφόσον εδώ δεν μπορεί παρά να ληφθεί υπόψη ως αντωνυμία, δηλαδή ου, σε αυτούς, cf. HahnGram. σελ. 51, μεταξύ των αντωνυμιών : πρόκειται μονάχα για ένα πλεονασμό, αλλά δεν παραβιάζει τον κανόνα που δεν επιτρέπει το ου στους ενεστώτες και τους παρατατικούς μέσης παθ., όπως φαίνεται στον Ascoli. Η δοτ. πληθ. πλέκjeτ, μπαίνει αντί του πλέκjeβετ (βλ. τις κλίσεις.).

(74)                     Ο D.L. ωστόσο βάζει ορισμένες φορές το jam : πχ. unejam, ή kamkiene από sciune κτλ., βλ. σελ. 165 και συνέχεια.

(75)                     Είναι γνωστό πως το σκήπτω έχει την έννοια του χιμώ, ρίχνομαι. Με το σκηρίπτω μπορεί να σχετίζεται το αλβανικό σκjιρετόνje, συμπλέκομαι, εξοργίζομαι, ή με το σκηρός = σκληρός.

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Sunday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS