Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 19)

Share

                                                             XVI.

                           

                                           Tα άκλιτα μέρη του λόγου.

      S 243. Τα άκλιτα μέρη του λόγου προήλθαν από τα κλιτά, και συγκεκριμένα από τις αντωνυμίες, και από τα επίθετα.

      Από αυτά πράγματι προέρχονται πολλά επιρρήματα, που στην αρχή ήταν πτώσεις. Τέτοια είναι για παράδειγμα εκείνα σε ως της ελληνικής γλώσσας, σε ο της λατινικής, από την αφαιρετική σε ot, odλατ.] και εκείνα σε e λατ. προέρχονται πιθανόν από την τοπική πτώση σε i, ei = e (βλ. Schleicher σελ. 446, 458 και συνέχεια). Στην αλβανική αν υπάρχει κάποιο επίρρημα που προέρχεται από μια πτώση, και που να διατηρεί αυτόν τον σχηματισμό, ανήκει περισσότερο στα ουσιαστικά, ή σε κάποια αντωνυμία. Αλλά εφόσον σε αυτή τη γλώσσα, εκτός από την οριστική κλίση, τα επίθετα (καθώς και τα ουσιαστικά) περιορίζονται γενικά στην απλή ρίζα που παίρνει στο τέλος το άφωνο e σαν παρ. κατ., ευνοούνται τέτοιου είδους επιρρήματα. Αυτό σημαίνει πως τα αόριστα επίθετα, που δεν έχουν οποιοδήποτε ίχνος πτώσης χρησιμοποιούνται σαν επιρρήματα : πχ. μίρe, καλά, από το ι μίρe ο καλός] λjέχe, ελαφρώς, από το ι λjέχe, ο ελαφρύς (ελαχύς), και έτσι και όλα τα άλλα.

 

      Θα πρέπει όμως να εξετάσουμε ορισμένα επιρρήματα τα οποία δεν έχουν κάποιο αντίστοιχο επίθετο : όπως το τάσς (ή τάσςe), τώρα, αμέσως γκ.] που στην τοσκ. διαμορφώνεται με την παρ. κατ. τι, τασς-τι, ή ’ντασς-τι, που σχετίζεται με ένα επίθετο που έχει εκλείψει ι τάσςe (-ι), cf. ταχύ-ς. Το αλβ. καλαβρ. μόνου, μόλις, πιθανόν συμπεριλαμβάνεται σε αυτά : και ίσως είναι ανάμνηση του μόνον ου (ή του μόνο-ς) σχεδόν, μόλις, μόλις τώρα. Έτσι το γκ. και τοσκ. βόρε, βόνου αλβ. καλαβρ., αργά] τα οποία δεν γνωρίζω αν θα πρέπει να σχετίζονται με το βeνόιje = μeνόιje, αργώ, ή με το ουσιαστικό ώρα (αλβ. ώρe), κατά προσέγγιση εφ’ώρα, ή απλώς Fώρα. Επίσης το Βάσκ, μαζί, δεν έχει επίθετο στην αλβανική, αλλά πλησιάζει το ελληνικό πάξ επίρρ., και πάς επίθ.

      Το επίρρ. πάρe, μόλις τώρα, προ ολίγου, με το παράγωγο πάρθινe, σςπάρθινe, λίγο πριν = πάρος ελλ. (όθι περ πάρος ύβριν έχεσκον Οδύσσεια IV. 627) έχει αντίστοιχο στην αλβανική το επίθετο ι πάρι, ε πάρα (cf. parasσανσκρ., υψηλότατος, εξοχότατος, πρόθ. puràsβλ. Bopp σελ. 45), ο πρώτος, η πρώτη, αντίθετα από το ελλ. πάρος, εδώ λείπει το αντίστοιχο επίθετο. – Μεταξύ των επιρρηματικών σχηματισμών, υπάρχουν κάποιοι των οποίων η ρίζα ανήκει σε ουσιαστικά, ή σε επίθετα : τέτοια είναι τα επιρρήματα σε ίσςτ ή ίσςτe, πχ. αρbeρίσςτ (-e) γκ. arbenisctD.L., βλαζeρίσςτe, bουλjαρίσςτe, στην αλβανική, αδελφικά, αρχοντικά, κτλ. τα οποία προέρχονται από τα επίθετα αρbeρέσςe, ή άρbeρe, ή από τα ουσιαστικά βλάζeρe, bουλjάρe. Αυτή η κατηγορία των επιρρημάτων σε ίσςτ (ή ίσςτe) έχει τα αντίστοιχα επίθετα που σχηματίζονται από την ίδια παρ. κατ. ισςτe = ιστο της ελληνικής (βλ. SS 163, 172)] όμως, κατά την γνώμη μου, αυτά θα πρέπει να σχετίζονται και με τους επιρρηματικούς σχηματισμούς της ελληνικής σε ιστί, όπως ελλην-ιστί, ιταλ-ιστί κτλ. Τα επιρρήματα σε σςιμ (ή σςιμe)] D.L. σελ. 200, scim] κατά τον ίδιο τρόπο σχετίζονται με τα επίθετα που αντιστοιχούν στο σςιμe ] πχ. λούμσςιμe, χαρούμενος, χαρούμενα, φόρτeσςιμe, δύσκολος, δύσκολα] επίσης με αυτά σχετίζονται ορισμένα σε ισςμe όπως κολά-ισςμe, εύκολος, εύκολα: cf. τα λατ. maxi-mu-s, -me, fortissi-mu-s, -me, κτλ. (βλ. S 164). – Σχετικά με αυτά τα επιρρήματα που μοιάζουν με τα επίθετα υπενθυμίζω τα ουδέτερα, εν. και πληθ., που χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα τόσο στην ελληνική, ιδίως την σύγχρονη, όσο και στη λατινική.

      Ομοίως μπορεί να υπάρχει και κάποιο επίρρημα που να σχηματίζεται από τις μετοχές, όπως νήνdουρe, πυκνά (Hahn) από το ρήμα νήνde, ή dήνde, χώνω, τονίζω, πυκνώνω : για το όποιο υπάρχει το συνώνυμο σςπέσςe, ή τςπέσςe, επίρρ. και επίθ. ίδιο με το λατ. spissus, ιταλ. spessoκτλ.: και έχει σαν αντίθετο το ράλe (1), ο σπάνιος, επίρρ. και επίθ., το οποίο σχετίζεται με το άσπετος, (έσπομαι), αλλά θα μπορούσε να έχει σχέση με τη ρίζα του σπεύδω, σπουδή, ή με το πέταμαι, ανάλογο με το αλβανικό σς-πετόιje (εκ-πέταμαι). Νομίζω ότι ομοίως μπορούμε να ανάγουμε στη ρίζα πετη-ς, που υπάρχει στο προ-πετή-ς, τα επιρρήματα της αλβανικής (2) πeρ-πjέτe(fs. *υ-περ-πετης) και τατejέτe, που είναι και επίθετα, ο απόκρημνος, ο απότομος, δηλώνοντας το πρώτο τάση προς τα πάνω, και το άλλο, (δηλαδή το τατejέτe, ίσως αρχικά *κατejέτe) τάση προς τα κάτω: παρόλο που ο Bopp (op. c. p. 45.) θέλει να τα σχετίζει με την πρόθεση επί = apiσανσκρ., βάζοντας ως πρόσφυμα το τe, και μπροστά την πρόθεση πeρ, που θα έδινε εδώ την έννοια του πάνω υπέρ, λατ. per στους υπερθετικούς. – Επιρρήματα σύνθετα με επίθετα υπάρχουν αρκετά : πχ. μιρεφίλε, πραγματικά γκ. (μίρeκαι φίλe;)] ασπάκe, τουλάχιστον, ’νdοπάκe, από πάκe, ή πάκκe, λίγο, επίρρ. και επίθ., και τα  μόρια ας, δεν, ούτε, και ’νdο = νe-dό, αν θές : περσeρί, ξανά (πèρ, σe αντων.; ρί)] ’νdeρίσςε, αλλιώς, το οποίο σχηματίζεται όπως το ρήμα ’νdeρόιje από jέτeρe = έτερος, και με την κατάληξη ισςε = ισςe ή ισς, χαρακτηριστικό των αριθμητικών επιρρημάτων, όπως το τρίσς κτλ. Αυτό στην σκοδριανή γίνεται ’νρύσςει, εξαιτίας κάποιας παραλλαγής της συγκεκριμένης διαλέκτου.

      S 244. Μερικές φορές ένα αόριστο ουσιαστικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως επίρρημα, πχ. δουρετί, δωρεάν, από δουρετί-α, το δώρο. Αλλά από τα ουσιαστικά βγαίνουν περισσότερο φράσεις επιρρηματικές από τον συνδυασμό με προθέσεις : πχ. από το ουσιαστικό άν-α, το τμήμα] με το οποίο πιθανόν συνδέεται η ελλ. πρόθεση ανά, αν και ο Curtius το βλέπει διαφορετικά (Ι. σελ. 271-3)] διαμορφώνονται ως μ’άνe, ή μάνe, και ’μb’άνe, ’μbάνe, κατά μέρος, από την μεριά, κοντά, προς, με τις προθέσεις με, μè, ’μbè] πeρ’άνe, πeράνe, κοντά (πèρ)] ’νdάνe, δηλαδή, νdeάνe, κοντά, στην αλβ. σικ. ’νdάνeς, ή ’νdάνς, κοντά, δίπλα, καβάνe αλβ. ελλ. (κά-β-άνe) από την πλευρά, από εδώ, από εκείνη την πλευρά. Μεταξύ αυτών των φράσεων μπορούμε να συμπεριλάβουμε την επανάληψη μιας ίδιας λέξης με έννοια επιρρηματική : πχ. βάλje βάλje (3), καταρρακτωδώς (Hahn), βένde βένde, εδώ κι εκεί, από βάλj-α, ο χείμαρρος, το κύμα κτλ., βένd-ι, ο τόπος] με άλλες πολλές (βλ. Hahn Gram. σελ. 104.).

      Από τον συνδυασμό ενός ουσιαστικού και μιας πρόθεσης διαμορφώνονται οι εκφράσεις νeμέσσe, ή νeμέστe (αλβ. σικ.), μέσω, ανάμεσα (εν μέσω, εν τώ μέσω) και πέρα από αυτό μπορεί να σημαίνει η μέση του ανθρώπινου σώματος] eγκράχe, στην πλάτη, νe=εν, και κράχe, η πλάτη] πeρκράχe, στο πλευρό] eγκρίκje, στη διασταύρωση, νe=εν, και κρίκjε, ή κρύκjε, και κρούικjε τοσκ. (-α), ο σταυρός] eμπάκjε, εν αρμονία, εν ειρήνη, όμοιο με το (4) πάκj, πχ. στο jέμι πάκj, είμαστε σε αρμονία, cf. πάκj-α, η ειρήνη, λατ. pax, cis, ελλ. πάξ επίρρ. Σε αυτό το είδος ανήκει το μεάφτ, ή μιάφτ, αρκετά, και εν αφθονία, από μέ, και άφτ γκ. = άχτ, που θα πρέπει να σχετίζεται με το άχθος, το βάρος, το φορτίο : ωστόσο υπάρχει πέρα από αυτό το συνδυασμό το ουσιαστικό άφτ = άχτ(-e), με την έννοια της οργής, της έχθρας, πχ. κάμ άφτeμέ ατè, έχω έχθρα με αυτό, το οποίο θα πρέπει να σχετισθεί με το ελλ. άχθος, ή έχθος, (5) στην σύγχρονη (όμοιο με την αλβανική) άχτι (6)] με-χίρe, ευχαρίστως, πα-χίρe, απρόθυμα, από μέ, ή πά, και χίρe, η χαρά, cf. χάρις] με-βράπτe, ή βρέπe, και χωρίς την πρόθεση, αμέσως, στο λεπτό, από μέ, και βράπe, ή βράππ-ι (Hahn) ουσιαστ., το τρέξιμο, το γρήγορο βήμα, και επίρρ. γρήγορα, όπου βραππόιje, ή βραπeτόιje, τρέχω γρήγορα] με-ζί, ή με-μeζί, μόλις, από το επίθ. ι ζί, ο δυστυχής : όπου ζί-α, το πένθος (Hahn), η κακοτυχία (και η Μοίρα η δυσοίωνη, DorsaSt. Et. 73) = λίπ-ι αλβ. σικ., η λύπη (cf. οιζύς, ή δύη, η συμφορά). Παρόμοιους σχηματισμούς επιρρημάτων, ή επιρρηματικές φράσεις συναντάμε και στην ελληνική, και στις άλλες συγγενικές γλώσσες : πχ. εγ-χρόνως, εμ-φρόνως, εμ-ποδών, αμ-πέλαγος, καπ-πεδίον, οσ-ημέραι, καθ-ημέραν, και πολλά άλλα.

      S 245. Ορισμένα μεταξύ των τοπικών επιρρημάτων, εκτός από αυτά που έχουμε δει, και πολλά από τα χρονικά σχηματίζονται από τον συνδυασμό ενός ουσιαστικού ή αντωνυμίας, με μια πρόθεση : πχ. αχέρe, λοιπόν (αλβ. σικ. αχιέρe, και αχιέρeν, τέλος αχιέρνα), α = άτe και χέρe] έτσι πράγματι γράφει ο D.L. (σελ. 199) atchère, και στον  Hahn συναντάμε το ατeχέρe (7), αμέσως, στην στιγμή, ξαφνικά] ο Rh. βάζει αχέρρα, allora, άχερα, επομένως : στην νεοελλ. το τώρα, διαμορφώνεται με τον ίδιο τρόπο από τη, ή αυτή και ώρα] νjeχέρe, μια φορά, έναν καιρό] χερε-χέρe, κάποιες φορές, είναι η επανάληψη της ίδιας λέξης χέρe, γjιθ-μό-ν, -νe, πάντα, κάθε στιγμή, αποτελείται από το γjίθ, και μόν = μότιν αιτ. του μότι, ο χρόνος. Τα επιρρήματα κούρ, ή κουρe, πότε, και όταν, και κούρe, ποτέ (ή κούρρe) διαμορφώνονται πιθανόν από τον συνδυασμό της αντων. κeje, οποίος, που, και το ουσιαστικό ώρe, ή όρe : κούρe = κè-όρe, κ-όρe, τι ώρα, ως κή-ώρα ελλ. από κός, κή = πός, πή] και κούρe, κή-ώρe, οποιαδήποτε ώρα, με το κή = κè αλβ. με την έννοια του οποία = οκοία αν ελλ., οποιοσδήποτε, αφού το κούρe χρειάζεται, όπως το ιταλικό mai, το αρνητικό μόριο για την άρνηση, καθώς από μόνο του δεν έχει τέτοια αξία. Το ου, στο κούρe, κè-όρe, μπορεί να θεωρηθεί μετατροπή του ο ή ω, που συναντάμε σε τόσες άλλες λέξεις, και αν χάνεται το eτου κe α-όρe, έπειτα κούεe: στο κούρe το μακρό ου θα παρέπεμπε σε ένα σύνθετο κου-ωρe, σχετίζοντας το κου, ή με την αντων. κού-σς, ποιός, ο οποίος, ομομαστ., κού-ιje γεν. δοτ., ή με το επίρρ. κού (κού), που. Για να ξεχωρίσει καλύτερα τα δυο επιρρήματα ο Hahn γράφει κούρ, πότε] κούρρe, ποτέ. Τέλος ο διπλασιασμός του ρ στη μέση της λέξης αποτελεί συχνά μια συνήθεια της προφοράς, όπως στο βέρρe = βέρe, γκ. βέενe] καθώς πολλές φορές ποικίλει η ποσότητα των φωνηέντων. Γενικά στην ιταλό-αλβ. είναι μακρό το ου του κούρeή κούρρe, ποτέ, και όχι εκείνο του κούρ, (8) ή κούρe, πότε. Έχουμε ήδη αναφερθεί στον σχηματισμό του νεοελλ. επίρρ. τώρα, αλλά μπορούμε ακόμα να υπενθυμίσουμε εκείνο του ενωρίς, αυθωρεί, αύθωρον, με κάποιο άλλο.

      Το σύνθετο κουρdό, όποτε θες, χρησιμοποιείται για τη λέξη πάντα, οποιαδήποτε ώρα. Το επίρρ. νjιμέ, ή νjιμέν γκ., νjeμέ, ή πeρ-νjeμέ τοσκ., νjeμέντe αλβ. σικ., έχει διάφορες σημασίες : στην γκ. σημαίνει βεβαία, στην τοσκ. τώρα, αμέσως, στην αλβ. σικ. λίγο πριν] όμως η πιθανή του προέλευση είναι η αντων. νjί, νjά, ένας, και μένe (-α) γκ., μέντe, ή μeνd-e(-ι,-εjα) τοσκ. = μένο-ς, mens, tis] σαν να θέλει να εκφράσει μια αστραπιαία πράξη όπως είναι η σκέψη] ή το λατ. momentum, για το οποίο είναι πιο κατάλληλη η έννοια που δίνεται από την τοσκ.

      S 246. Οι αντωνυμίες, είτε απλές, είτε σύνθετες, πότε από ένα ουσιαστικό ή από μια πρόθεση, και συνήθως με κάποια κλίση, έχουν παράγει πολλά επιρρήματα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν εκείνα που προκύπτουν από τα δεικτικά α-ί, κ-ί, α τè, κe-τè, και από το σχετικό κούσς, κè. Αυτά επί το πλείστον είναι τοπικά επιρρήματα, όπως: ατέι, από εκεί, από εκείνη τη πλευρά, κeτέι, από εδώ, από αυτή τη πλευρά] ή ατέ-je, -jι, κeτέje: ατjέ, ατί, εδώ πέρα] κeτjέ, εκεί πέρα: σύνθετο με πρόθεση είναι το πeρ-τέι, από εκεί (πρόθ. τè), πέρα από, ή πeρ-τέje] που είναι και απλό τέj, τέje (9). Τώρα αυτά τα επιρρήματα, τόσο στην προέλευση, όσο και στον σχηματισμό, μοιάζουν πολύ με τα ελληνικά εκεί, τή, τηνεί δωρ. = εκεί (τήνος = κείνος, εκείνος). Οι καταλήξεις σε ει, εje, εjε, οι οποίες όπως επισημαίνει ο Bopp αναλογούν σε εκείνες τις αντωνυμικές γεν., μοιάζουν και με το εκεί, τηνεί: και ίσως θυμίζουν την τοπική πτώση της αρχ. ινδοευρωπαϊκής, που φανερώνεται στο οίκοι, domi, Romae, χαμαί κτλ. (βλ. Schl. σελ. 460)] και μάλιστα αυτή την προέλευση θα πρέπει πιθανότερα να αποδώσουμε, καθότι στην αλβανική το άι μετατρέπεται εύκολα σε άje, στην τοσκ., το ίδιο και για τα άι σε έι, ή έje. Ίδια πορεία έχουν και κάποια άλλα όπως το ανdέι, ή ανdάι, σύγχρονη τοσκ. ανdάje, από εδώ, από τα οποία αδικαιολόγητα το δεύτερο χρησιμοποιείται ως σύνδεσμος. Προκαλεί έπειτα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συγγένεια με την κυπριακή αντων. και την σπαρτιατική άνdα = αυτή. Το επίρρ. και σύνδεσμος άνdαι, σε συνδυασμό με κάποια πρόθεση, έπειτα παράγει διάφορα άλλα χρονικά επιρρήματα, και συνδέσμους : όπως πάρ-, πeρ-, ή πρ-ανdάι, και στην τοσκ. και πρανdje, επομένως, ωστόσο, μετά από αυτό, για αυτό] πασ-ανdά-ι, -je, στην συνέχεια, ακολούθως] στην γκ. του D.L. bassandai, και στην σκοδρ. και massandai, (10) (bas, mas, και mbas αντί για πάς, μετά, πρόθεση), και mas-sannèi. – Στον ίδιο σχηματισμό ανήκει το πασ-τάι, -τάje, μετά από αυτό, επομένως, για αυτό, ωστόσο, από την πρόθεση πάς και την αντων. ρίζα τά, τè. Με την εξασθένηση του α από το πάς, λέγεται και πeστά-ι, -je.

      Στις κλίσεις των επίρρ. που προέρχονται από αντων., που έχουμε δει ως τώρα, και που οι οποίες φαίνεται να συμφωνούν με τις γεν. ή με τις τοπικές πτώσεις, πιθανόν πρέπει να αποδίδεται και η κατάληξη και κάποιου ακόμα επιρρήματος που δεν ανήκει σε αντωνυμία, δηλαδή κολάι, εύκολα, cf. ευ-κόλω-ς (11)] και αλάι, ή νjί-αλάι (D.L.), εν αφθονία, cf. άλις, αρκετά, εν αφθονία, με το ουσιαστικό αλία, ένωση, αλής = αθρόος. – Τα επίρρ. που προέρχονται από την αντων. ρίζα κe, είτε απλή είτε σύνθετη, είναι : κού, που, ερωτηματικό και καταφατικό] κάχα, ή κά, και ’γκά (Hahnνγά), όπου, για πού : τα οποία φανερώνουν ξεκάθαρα όχι μόνο τη σχέση τους με την αλβ. αντων. κούσς, κè, αλλά και με την ελλ. κός = πός, και ιδιαίτερα με τα επιρρήματα πού = κού ιων. πά = κά δωρ., πή, ίδιο τόσο στην έννοια όσο και στον σχηματισμό. Από την ένωση του κά με το dό γίνεται το κααdό, ’γκαdό, όπου θες, δηλαδή οπουδήποτε, κα-dό. Στο κάχα, και ’γκάχα μπαίνει το άηχο ανάμεσα στο αα=ά, και το πρόθεμα της ρινικής ευφωνίας, η οποία δεν μπορεί πάντα να λαμβάνεται υπόψη ως πρόθεση (νe = εν)] καθώς κάτι ανάλογο συναντάμε και στην ιταλική, ιδίως στο νότιο τμήμα της χερσονήσου : ’ndoveαντί για dove. Ο Bopp (σελ.38) όσο ασχολείται με το επίρρ. κού, σωστά ισχυρίζεται ότι μπορεί να μετατρέπεται σε τοπικό λόγω της μετατροπής του α σε ου, μετά την κατάργηση του ι, όπου κού = κά(-ι) (σανσκρ. ke από την πρόθ. ka), δεν μπορεί όμως, κατά την άποψη μου, να ξεχωρίζει από το ελλ. κού = πού. Το κού της αλβ. διαμορφώνεται από τον συνδυασμό του γjηκού-ν, γκ. γjακού-ν, και -νde, σε κάποια μεριά, από γjή, γjά, το πράγμα, το κάτι (12), με το ευφωνικό ν στο τέλος : και στο jέτeκου, ή jέτeκ και γjέτκe, σε άλλο τόπο, σε κάποιον άλλο τόπο, ίσως από το jέτeρ, άλλος, σε συντομία, ή καλύτερα από το jέτe που σημαίνει κόσμος, και ζωή, έτσι που jέτeκου θα ήταν = πού γής.

      Με την ίδια κατάληξη του κού, υπάρχουν τα ασςτού, κeσςτού, έτσι, με αυτόν τον τρόπο, τα οποία σχετίζονται ολοφάνερα με τις αντων. κe-τè, α-τè, (βλ. SS197, και συνέχεια). Οι ελληνικές αντ. ούτω-ς, αύτω-ς, δεν διαφέρουν και τόσο. Το συριστικό που στην αλβανική μπαίνει στη μέση, όταν δεν είναι ευφωνικό (όπως είναι πιθανό), σωστά παρατηρεί ο Bopp λέγοντας ότι δεν μπορεί να κρατάει από την σανσκριτική ρίζα σα, σe αλβ., και σε κάποιο σύνθετο σό, σί, όπως στο σιβjέτe, αυτό το χρόνο, σόντε, αυτό το βράδυ. Παρομοίως βέβαια θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε το ασς-του, κeσς-του, με τα ελλ. ως, πώς = κώς, για το πρώτο τμήμα, στο οποίο θα προστίθεται η κοινή αντων. ρίζα τè, το, όπως στο ελλ. ώς-τε, και στο αύ-τω-ς, ού-τω-ς, που αναφέρω παραπάνω.

      S 247. Όμως καθώς τα επιρρήματα που προέρχονται από αντων. μας έχουν δώσει πολλά παραδείγματα με κλίσεις ή καταλήξεις που θυμίζουν εκείνες των πτώσεων, σύμφωνα με τον αρχικό τους σχηματισμό, θα αναφέρω εδώ κάποιους σχηματισμούς αλβ. επίρρ. τα οποία προξενούν μεγάλο ενδιαφέρον χάρη στις ιδιαίτερες καταλήξεις τους.

      Πρώτα από όλα αναφέρω ορισμένα χρονικά επίρρ. που κρατούνε την κατάληξη της γεν. δοτ. πτώσης, ή της αιτ. πχ. νje-dίτeς, προχθές, νje-νάτeς, χθες το βράδυ (αλβ. σικ.), dίτeν, τη μέρα, νάτeν, τη νύχτα, ίδια με τα ελληνικά νυκτός, νύκτα, ημέρας, ημέραν, που θα ξανά υπενθυμίσω μετξύ των χρονικών. – Σε αυτό το σχηματισμό πρέπει να καταλογισθούν, από όσο φαίνεται, τα τίνeς, και tinsσκοδρ., ή tines, κρυφά, μυστικά, από όπου τα παράγωγα tinsisct (σκοδρ.) ομοίως, και τινeζάρι επίθ. (Hahn)] φσςέχας, ή τςέφας στην γκ., μυστικά (επίθ. τςέφeτe), αν και λείπουν τα ουσιαστικά (13).

      Υπάρχουν κάποια με την κατάληξη της αφαιρετικής : χέρετ, (D.L.) ελλ. ενωρίς] νάνετ (Hahn), την νύχτα, με κάποιο άλλο θηλυκό.

      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον όμως παρουσιάζουν κίνηση από τόπο, ή προς τόπο, που πλησιάζουν με μοναδικό τρόπο τους αρχαίους ελληνικούς σχηματισμούς. Αυτοί λήγουν σε dε, ή dεν, αζε, αζιτ, καταλήξεις στις οποίες νομίζω ότι θα πρέπει να αναγνωρίσουμε τις αντίστοιχες ελληνικές σε θεν, και αζε : πχ. ασάι-dε, ή ασάι-dεν (αλβ. σικ.), assai-de (D.L.), από εκεί, ή από εκείνη την πλευρά, από την αντων. α-jό, α-σάje, α-σάι] κeσάι-dε, -εν, kessài-de(D.L.) από εδώ, από αυτή την πλευρά, από το κe-jό, κe-σάje, -σάι : μπορούμε να τα συγκρίνουμε με τους σχηματισμούς των εντεύ-θεν, εκεί-θεν, γή-θεν, ουρανό-θεν κτλ. Καταλήξεις οι οποίες πιθανόν θα πρέπει να σχετίζονται με την παρ. κατ. της σανσκριτικής dhas, όπως σε à-dhas, (βλ. Schl. σελ. 447-8), = θεν, αλβ. dεν, dε. – Εκείνα σε αζε (λόγω της προσθήκης της συνήθους αλβ. παρ. κατ. τ, αζιτ) τα συναντάμε πολύ συχνά, και σχηματίζονται από τα ουσιαστικά, ή και από πολλές προθέσεις, κα από επιρρήματα: των οποίων στην ελληνική συναντάμε κάποιο παράδειγμα όπως στο μέταζε στον Ησίοδο (op. etdies, v. 396) από μετά, μέτα. Για αυτό το είδος αναφέρω τα αλβ. (14) bρèνdα-ζε (-ζι, -ζιτ) από μέσα, ή στα μέσα, bρèνdα, μέσα] jάσςτα-ζε (-ζι, -ζιτ), από jάστα, έξω] πράπαζε, από πράπα, πίσω] πόσςταζε, από πόσςτe, κάτω] σίπραζι-τα, από σίπeρ, ή σίπρe, πάνω (βλ. HahnGram. σελ. 93, και συνέχεια).

      Παρόλο που η έννοια που δόθηκε σε αυτούς τους σχηματισμούς της αλβ., σαν να ήταν δηλαδή ουσιαστικά ή επιρρήματα που προηγούνται των προθέσεων από, σε, για, δεν ανταποκρίνεται πάντα, ή εξολοκλήρου, στην έννοια των ελληνικών, όπως έραζε, θύραζε, κτλ., που υπαινίσσονται την έννοια της πρόθεσης σε, δεν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την ταύτιση των δύο αυτών σχηματισμών.

      Ορισμένα επιρρήματα μπορούν να καταγραφούν ως παράγωγα από ουσιαστικά : αχjίμα-ζε (-ζιτ), στην κάθοδο, από χjίμα (cf. χύμα), η κάθοδος (ιταλό-αλβ.)] ούδαζε, -ζe, καθοδόν ] βένdαζιτ] για το οποίο ο D.L. καταγράφει vendassit(σελ. 200), που αλλάζει το ζ σε σς, ενώ κάνει το αντίθετο στο τίνeς, όταν γράφει tineze, στα κρυφά. Αλλά και αυτός ο σχηματισμός μπορεί να καταλογιστεί μεταξύ των επιρρημάτων σε ζε. Στην ίδια κατηγορία πρέπει να ταξινομήσουμε το φάκjεζα, (15) ανοιχτά, απροκάλυπτα, από φάκj-ε, -α, facies, με ελαφρά μετατροπή (ίσως στη θέση του φάκjαζε). Πράγματι ο Reinhold επισημαίνει πολλά σε αζε : πχ. κjέταζε, σιωπηρά, ήσυχα, κρυφά, cf. quietus (για το οποίο υπάρχει ακόμα στην ιτλό-αλβ. το ρήμα κjέτεμe, ησυχάζω, σιωπώ: cf. κοίτη κτλ. ή κεύθω)] bίθαζε, ο διστακτικός, (κάνοντας πίσω, cf. bίθα)] bέζαζε (καλύτερα πέζαζε), στα τέσσερα πόδια (cf. πέζα)] χάππα-λέκκαζε, με ανοιχτά τα πόδια, όπως καβαλούνε οι άνθρωποι, από λέκκα, το πόδι, ή ο μηρός] bέλbαζε, ψευδά, από bέλbερ = balbus (cf. βαμβαίνω, βαμβαλίζω, βάζω)] κλίσςκαζe, παίζω ένα παιχνίδι χτυπώντας μια μπάλα με ένα ραβδί, με το κοπάρθι (πλήκτρον) Rh. σελ. 77 (16).

      Κατά αυτόν τον τρόπο διαμορφωμένα από μια πτωτική κατάληξη μπορούν να θεωρηθούν τα αριθμητικά μεριστικά επίρρ. σε σς, όπως είναι, κατά τον Bopp (σελ. 37-8), η κατάληξη των αφ. πληθ. της αλβανικής. Τέτοια είναι τα νjίσς, εις μια] dίσς, εις διπλούν] τρίσς, εις τριπλούν] κάτρeσς, ή κάτeρσς] πέσσeσς κτλ., μέχρι το δέκα. Ωστόσο αυτά έχουν κάποια ομοιότητα με τα ελληνικά σε ις, όπως δίς, τρίς ] εφόσον τα αλβ. σε σς αντιστοιχούν στα ελληνικά σε χα: τρί-χα (σανσκρ. tridha)] και ο Bopp (l. c.) θα παραδεχόταν μια μετατροπή του dh σε σς, υπενθυμίζοντας δό-ς, από δό-θι] από την άλλη μπορούμε να υποθέσουμε πως από το χ θα μπορούσε να προκύπτει το αλβ. σς.

      Για την έννοια του δις, τρις, τετράκις κτλ., στην αλβ. χρησιμοποιείται μια επιρρηματική φράση, όπως τόσες άλλες που έχουμε δει, dί-χέρe, τρί-χέρe, κτλ. δυο φορές, τρεις φορές.

      Μεταξύ των επιρρημάτων σε σς, επισημαίνω το κjίσς, κjύσς, πώς; ή πως] το οποίο κατά τον Bopp (σελ. 37) προκύπτει από την αντων. κe, κούσς? Αυτό πράγματι επιβεβαιώνεται από το τςίσς (cisc) το οποίο καταγράφεται από τον D.L. σελ. 198, που μπορεί να σχετίζεται με το τςί, τι πράγμα; ή να θεωρηθεί όμοιο με το κjίσς (17) χάρη στην εναλλαγή, για την οποία έχω μιλήσει αλλού, μεταξύ του κj και του τα, ως συνήθεια της διαλέκτου.

      S 248. Θα πρέπει τώρα να εξετάσουμε ειδικά τα χρονικά επιρρήματα : αυτά μας προσφέρουν παραδείγματα είτε απλών ριζικών λέξεων, είτε σύνθετων από ουσιαστικό και αντων., είτε προθέσεων , είτε κλιτών ουσιαστικών. Έχω ήδη αναφέρει το χέρετ, νάτeν, dίτeν, και κάποια ακόμα. Από την αντωνυμία σε, σί, σό, μαζί με την σανσκριτική ρίζα sa, διαμορφώνονται τα σό-τe, σήμερα, γκ. sod (D.L.) συντόμευση του σό-dίτe (βλ. S 182), όπως και το ελληνικό σήμερον (=*σή=τη, αυτή ημέρα)] σό-ντε (σό-νeτε) (βλ. Boppσελ. 2), απόψε, συγκοπή του σο-νάτe] σο-μενάτe, σήμερα το πρωί, από μενάτe, το πρωί, λέξη η οποία δεν γνωρίζω αν διαμορφώνεται από την πρόθεση μέ με το ουσιαστικό νάτα, κατά προσέγγιση η ώρα πριν γίνει νύχτα (άμα-νυκτός), ή θα πρέπει να σχετίζεται με το λατ. maneμε την παρ. κατ. τe] σι-βjέτe, αυτό το χρόνο, ή σι-μ-βjέτe με την εισαγωγή ενός μ, από σί, που φαίνεται το αρσενικό του σό, όπως αί από αjό, και βjέτe = Fέτος = έτος, όπως το ελλ. δωρ. σήτες (σα-ετος), = σι-βjέτe αλβ.] παραβjέτe, πέρυσι, από πάρα ή πάρe = πάρος ελλ. (ή παρά;) και βjέτe.  Το djέ, = χθές, σανσκρ. hja-s(βλ. S119) ] επομένως το σύνθετο παραdjέ,ή παραdίε (D.L.), ελλ. προ-χθές (*παραχθές;), που στην αλβ. σικ. λέγεται και νjedίτeς, όπως το περασμένο βράδυ νjeνάτeς, μια μέρα πριν, μια νύχτα, με τη μορφή γενικής με μια πρόθεση που υπονοείται. Το νέστeρ (ιταλό-αλβ. και ελλ.-αλβ., Reinhold), αύριο, ή νέσσeρ (γκ. και τοσκ. με αφομοίωση του τ με το σ, ή με κατάργηση του οδοντικού), θυμίζει το ελληνικό υστεραία, η αυριανή μέρα, έτσι ώστε το ν-έστερ, ή ν-έστeρe, να μπαίνει αντί του νe-έστερe = εν-υστεραία: το αρχικό υ μπορεί να θεωρηθεί είτε εκθλίβων, όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις όλα τα αρχικά φωνήεντα, και ιδίως το υ στο στέρe, στέερe, αποσπώ, στερώ, αποκόπτω, = ελλ. υστερώ στην ενεργ., είτε μεταλλαγμένο σε e, για το οποίο υπάρχουν πολλά παραδείγματα (βλ. S 29), καταργώντας το eτου νe. Όμως σχετικά με το νέστερ θα μπορούσαμε να υποψιαστούμε μια σχέση με το λακωνικό έναρ (Ησύχιος) αλλιώς νής, και νάς, σχηματισμοί με τους οποίους ταιριάζει ιδιαίτερα το αλβ. σικ. μè νέσα, την επόμενη μέρα, ή αόριστα προσεχώς, υπενθυμίζοντας ιδίως το επ’ έναρ = επ’ ένας, όπως ες ένας (βλ. Ahrens 385: Curt. I. 274), αν και έναρ σημαίνει μεθαύριο, ες τρίτην, και επ’ εναρ, ες τετάρτην (Ησύχιος). Στο νέσ-τερe, σύμφωνα με αυτή την υπόθεση = *νής τερο(ν), θα έπερεπε να υπάρχει η παρ. κατ. τερ, τερο των συγκριτικών, όπως στο λατ. pos-tero, αλβ. πόσς-τερ, πόσςτερμe(βλ. S 172). Ωστόσο για το μεθαύριο οι αλβανοί λένε πάς νέσ-σερ (-τερ) βάζοντας στην αρχή την πρόθεση πάς = οπίσω, μετά. Αλλά στην αλβ. σικ. και καλ. υπάρχει και το dέι, dέιj, ή dέεj για την ίδια σημασία] λέξη η οποία θα πρέπει να σχετίζεται με τη ρίζα div, dju, όπου το λατ. diu, die (cf. peren-die), ελλ. δήν (=δίFαν), δηθά κτλ. (βλ. Curt. ΙΙ. 145-6)] και χρησιμοποιείται το σύνθετο πασ-dέιj, ή ποσ-dέιje, στην αλβ. καλ. κοσ dέιj, για το αντιμεθαύριο, (DorsaSt. Et. σελ. 61). Το επίρρ. πρήμe τοσκ., πράμe γκ., σημαίνει εχθές το απόγευμα, και θυμίζει φανερά το δωρικό πράμος (=πρώιμος), ο πρωινός. Από τη λέξη πρήμe, πράμe διαμορφώνεται έπειτα το ουσιαστικό ’μbρήμα (=eμ-πρήμα), ή ’μbράμα, και μράμα γκ. με τις συνηθισμένες μετατροπές στον ήχο, και με το ρινικό μπροστά, για το οποίο έχουμε μιλήσει πολλές φορές. Έπειτα έρχονται τα επιρρήματα, ’μbρήμeν, (mbramene γκ. D.L.), και επίσης ’μbρήμανε-τ αλβ. σικ., το απόγευμα, ως *πράμαν, εν-τη-πράμα.

      Σε αυτά τα χρονικά επίρρ. προστίθεται το γνωστό νάνι, ή νανί, τώρα, και τανί, = νύν, νυνί : εκτός από το πάρα, πάρe, πριν, μόλις προ λίγου, που έχουμε δει] πρά, έπειτα, μετά, επομένως] πράν, ή πeράν, έπειτα, πιο μετά, cf. πέραν] και άλλα που θα δούμε μεταξύ των συνδέσμων, ή των προθέσεων : εφόσον αυτά τα άκλιτα μέρη του λόγου παίρνουν πότε τη μια σημασία και πότε την άλλη, έτσι και στην αλβανική, όπως και σε όλες τις άλλες γλώσσες.

      S 249. Θα ήταν όμως σωστό να επισημάνουμε και κάποια άλλα επιρρήματα, που δεν μπορέσαμε να αναφέρουμε ως εδώ. Το dάλe, αργά, και το σύνθετο κα-dάλe (πρόθεση κά)] όπου το ρήμα dαλόιje, dαλjόιje, και ’νdαλjόιje, σταματώ, βαστώ ] το οποίο νομίζω ότι συνδέεται με το δηρ-ός, δάρ-ον δωρ. (ρ=λ), ή με το τήλε = τάλε (18). Το παμέτα, ή μόνο μέτα, ξανά, (στην Κ.Δ. και πάγενε = πάλιν), cf. μετά, και μετα, όπου εξυπηρετεί συχνά για να δηλώσει μια πράξη επαναλαμβανόμενη. Το φάρε, ή φάρρε (Hahn), και φάρρεσe, καθόλου, τίποτα απολύτως, το οποίο νομίζω ότι σχετίζεται με το φάρσος, το μερίδιο, λατ. pars, όπως το briza της περιοχής Romagna της Ιταλίας, τίποτα, καθόλου, συνδέεται με το bricciolo, cf. και φάρα (19): φαρε γjή, αρνείται με περισσότερη ισχύ ενώνοντας τη λέξη γjή, γκ. γjά, γjάν’jα, το πράγμα, cf. γαλ. rien, από rem λατ. (Curt.), riendutout, τίποτα απολύτως.

      Η πρόθεση άφερ, κοντά, δίπλα, χρησιμοποιείται και σαν επίρρ. που σημαίνει σχεδόν, είτε απλό, είτε μετατρεμμένο σε αφερό, ή άφeρσε, κοντά, κατ προσέγγιση. Το ίσως, βγαίνει, από την ένωση της αντων. που μόλις είδαμε σέ, με διάφορες άλλες λέξεις : πχ. ’μbά-σε, περίμενε να, θεωρείς ότι, από ’μbάιje, κρατώ] θόμ-σε, ή θότ-σε (θότσε), λέω, ή λέει ότι] dρού-σε, ή dρούε σε, φοβάμαι ότι (20).

      Το αλβ. σικ. νjίζε, ή eγγjίζε, νωρίς, θα πρέπει να σχετίζεται με το ελληνικό εγγύς, κοντά, δίπλα, με μεγάλη ποικιλία στην σημασία (21). Το ’νdούτου, πολύ πάρα πολύ (αλβ. σικ.) είναι ένας σύνθετος σχηματισμός από το eν = νe, και το τούτου, που χρησιμοποιείται στην ελλ. αλβ. (Rh.) τούττι, ή τούτι, cf. λατ. totu-s, αρχ. ουμβρ. tutu-s, βλ. Schl. σελ. 222, tutasIjuvinas, = totaeIguvinae (22). Το ερωτηματικό επίρρ. ίσως;, βάλe, που σημειώνεται από τον Hahn θα μπορούσε να έχει κάποια συγγένεια με το ελλ. άρα, βάζοντας το δίγαμμα μπροστά.

      Το dσά, βάστα, θα πρέπει να σχετισθεί με το ρήμα dσή, eνdσή, dσά, καταλαβαίνω. – Το βίτα, πολύ, cf. ίς, ίτης, Βία.

      Το κόρσεμ, στο περίπου, και εσφαλμένα (Hahn), δεν γνωρίζω αν σχετίζεται με το κέρσιμος, κερματιστής, που έχουν την σημασία του κομμένου νομίσματος.

      Το γjόjα, και γjυjά, ίσως, (Hahn), θα μπορούσαν να σχετίζονται με το ρήμα γjούαιje (23), χτυπώ, κλοτσώ, και υποθέτω (24).

      Τα επίρρ. μέ, αμέσως, και μού, μέχρι, κοντά (Hh. σελ. 101), δεν νομίζω ότι, ως προς την προέλευση, είναι άσχετα με την πρόθεση της αλβ. και της νεοελλ. μέ, ή με την άμα, ομού, και άλλες όμοιες λέξεις.

Ομοίως το νά, εδώ (id.102) θα πρέπει να σχετίζεται με το νεοελλ. να, και ίσως νjέ, νjέν, νjού γκ., για την έννοια του να, αποτελούν μια μετατροπή του νά, το οποίο φαίνεται να σχετίζεται με την αρχαία αντων. ρίζα της σανσκριτικής na. Πράγματι με τις αντων. σχετίζονται το σκοδρ. κjέ, το τςέ του D.L. 208, για την έννοια του να]ενώ το βeρέ, και το σςί, να, κοίτα, είναι προστακτικές του βeρέενje, σςόχe, ή σςώ, σςέ κτλ.

      S 250. Τα καταφατικά, ή αρνητικά μόρια, πρέπουν κάποιες παρατηρήσεις. – Εμφανίζονται με το επίρρ. ασςτού, έτσι, και  στη λέξη πό (σκοδρ.), όπου θα φανεί στους συνδέσμους. Ομοίως το δα σημαίνει και σίγουρα, cf. δή ελλ., δά δωρ.] και jά, cf. η ελλ. βέβαια (=α=jά)] στην ιταλό-αλβ. ήχj (ή έεχj, άχj-e), D.L. eh, που φαί νεται να σχετίζονται και με το μακρό ή στο ήχι, όπως ναι στο ναίχι, νεοελλ. ναίσκε, ου στο ουχί, νεοελλ. όχι. Εμφανίζεται έπειτα και με κάποιο άλλο επίρρ. ή σύνδεσμο, και επαναλαμβάνοντας τη φράση : πχ. ε γjέττε; το βρήκες; ε γjέττα, το βρήκα.

      Η άρνηση jό, όχι, που στην αλβανική δεν μπαίνει ποτέ με το ρήμα, θυμίζει το ελλ. ου, που κάποτε γραφόταν μόνο ο. Το j είναι γνωστό ότι πολλές φορές μπαίνει αντί του πνεύματος, και συνηθίζεται να μπαίνει μπροστά από αυτά τα φωνήεντα. – Το νούκ, το οποίο πρέπει να προηγείται των ρημάτων, αν και φαίνεται να συμφωνεί με το ελληνικό ουκ, ως νή-ουκ, όπως σωστά παρατηρεί ο Bopp(σελ. 39), θα πρέπει καλύτερα να σχετίζεται με το σανσκριτικό na = νή ελλ., ne-c λατ., που ομοίως έχει το αντων. πρόσφυμα k, κe αλβ., το οποίο προφέρεται νούκe και νήκe. Στην αλβ. σικ., με την εισαγωγή του ρινικού μπροστά από το κ, γίνεται νήγκe, και εξαιτίας της αφαίρεσης ’γκè. – Το μός είναι αρνητικό υπ., ή προστακτικής, ίδιο με το ελλ. μη, σανσκρ. ma (Boppib.), με το σ στο τέλος είτε ευφωνικό, ή καλύτερα αντωνυμικό από σe (sa). Έτσι το ας, ούτε (23), δεν, αποκαλύπτεται όμοιο με το στερητικό α ελλ. και σανσκρ., με το πρόσφυμα σ. Μερικές φορές το σ μόνο του παίρνει τη θέση του ας τόσο σε σύνθεση : πχ. σμούνd, σμούρe, ασθενής] όσο και δίχως σύνθεση : πχ. σ’ dί (=άς dί), δεν ξέρω.

      Το μός, μπορεί να σημαίνει και ερωτηματικό μήπως; Μεταξύ των γκ. αρνητικών θα πρέπει να επισημάνουμε το σούν, δεν, (HahnII. σελ. 144), το οποίο δεν το συναντάμε στο Diz.: πχ. σούν ε γjέττα ’νdόι χεκίμe (26), δεν έχω βρει κάποια γιατρειά. Το σούν, θα πρέπει να αναλύεται σε σό ή άς, και νή ή ούν.

      S 251. Ένα μεγάλο μέρος των συνδέσμων προέρχεται από τις αντων., καθώς και από τα επιρρήματα. Έτσι από την δεικτική αντων. τè, τέ και το άρθρο (ta, τό-ς) προέρχεται ο σύνδεσμος τe, τε γκ., που εξυπηρετεί την υποτακτική, και ισοδυναμεί με το ελλ. ό-τι, ιταλ. che. Ο ίδιος ο Boppδέχεται πρόθυμα αυτήν την προέλευση του τe από την αντωνυμία παρά από το σανσκριτικό yàta (27), από το οποίο θα έπρεπε να κόψει τα δυο πρώτα φωνήεντα, ενώ σε όλες τις γλώσσες οι σύνδεσμοι γεννιούνται από τις αντωνυμίες.

      Με τον ιταλικό σύνδεσμο che όμως μοιάζει το αλβ. κje, που, για να, και εξαρχής και οι δυο σχετίζονται με την σανσκριτική αντων. ka-s, καθώς και με το λατινικό quod, και με τον ελληνικό σύνδεσμο πώ-ς = κώ-ς (ό-πως) (28).

      Εκτός από τη χρήση συνδέσμου, το αλβ, κjè είναι και επίρρ., και σημαίνει από τότε που, από όπου, από,, με μια πρόθεση μετά, ή χωρίς : πχ. κjè ’νdασςτί, από τώρα] κjè χέρeν ε πάρe, από την πρώτη φορά] κjè ’νdeτè ρί τ’ ίμe, από την (στην) παιδική μου ηλικία] κjè ’γκά bάρκου, από την κοιλιά. Με αυτή την έννοια στην ιταλό-αλβ., και σε κάποια γκ. διάλεκτο, λέγεται τςè = κjè (τςè cf. εκ, βλ. S 125):  κjè κούρe,ή τςè κούρe, από όταν] κjè, ή τςè νέσσερ (νέστeρ), από αύριο. Όταν αναφερόμαστε σε έναν τόπο, το κjè σημαίνει που (όπου): πχ. ατjέ κjè, εκεί όπου : ατjέ κjè άς κρίμbι, άς κοπίτσα (29) ε πρίσς, εκεί όπου, ούτε το σκουλήκι, ούτε ο σκόρος το καταστρέφει, Ματθαίος VI. 20.

      Ο σύνδεσμος κje, χρησιμοποιείται όπως το ελλ. και, επίσης, ομοίως, εξ ίσου, με τα αριθμητικά ουσιαστικά : πχ. κje τè dύ dό τebίεν ’νdeπeρούα, στα ελληνικά και οι δύω θα πέσουν εις τον λάκκον : σέ κjeτè σςeττάτe ε πάτeν ατè γρούα, ελλ. ότι και οι επτά έλαβον αυτήν γυναίκα, (30), L. VII. 42. Με την έννοια του για να συνήθως ενώνεται το κjè με το τe: πχ. deργόιν τέκ αί τσά Φαρισέιτeκjè τ’ α (τe ε) ζίν ατè, στέλνουν σε αυτόν κάποιους Φαρισαίους, για να τον συλλάβουν, Ματθαίος XII, 13. Με την ίδια σημασία η αλβ. σικ. χρησιμοποιεί το σά-τe, = ως-τε, ινά (ετυμολογικά = ό-τι). Η λέξη σά, όμοιο με το ό-σο-ς, ό-σα, μπορεί να είναι επίθ., επίρρ., ή σύνδεσμος (31). Το αντίστοιχο του είναι το ακjè, ή άκje, και επίσης κάκje, συνδυασμός του α, και κjè, που έχουμε δει. Νομίζω ότι θα πρέπει να επισημάνουμε την ομοιότητα του άκje(α-κje) με τον ελλ. σύνδεσμο ά-τε (άτε = *άκε, όπως πότε = πόκα).

      Ομοίως το σά ή σα, όπως και οι αντων. λέξεις της αλβ. σί, σό, σάje κτλ., πιθανόν θα πρέπει να σχετίζονται με την σανσκριτική ρίζα sa, όπως και τα ελλ. σό, ο κτλ., σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που έχω κάνει παραπάνω. Τώρα την ίδια προέλευση έχουν και οι σύνδεσμοι της αλβ. σε, και σί. Το πρώτο σημαίνει εφόσον, διότι, να (32) με ενδεικτική σημασία, και για την ερώτηση διαμορφώνεται με τις προθέσεις πèρ, πέρ, ή πè: πeρσέ ή πeσέ, = ψέ ] συνθέσεις οι οποίες όμως μπορεί να έχουν και την ενδεικτική σημασία. Το σί σημαίνει όπως, όταν, μόλις χρονικά. Και οι δύο σύνδεσμοι σε, και σί μπορεί να σχετίζονται με τα ελλ. ως, ωσεί, και ιδίως ο τελευταίος, αν και η αλβ. παραλείπει το αρχικό φωνήεν, που ίσως αρχικά υποδηλώνει την επανάληψη της ίδιας ρίζας ωσεί = *σο-σει (sa-sai?). Με αυτούς θα πρέπει να σχετίζεται και το αλβ. σέι, έως ότου, αν και είναι περισσότερο επίρρ., όπως είναι μερικές φορές και το ελλ. ως. Ωστόσο το σέι θέλει το ρήμα στην υποτακτική, ενώ το σε στην οριστική.

      Σχετικά με το σί είναι ενδιαφέρον η συμφωνία με το κυπριακό σί που καταγράφει ο Ησύχιος, που το παρουσιάζει ως τί: σί βόλε = τι θέλεις] όμως στη σχέση ανάμεσα στο τι πράγμα; και πώς; πολύ πιθανόν η αλβ. λέξη σί και η κυπριακή αποτελούν την ίδια ακριβώς λέξη.

      Οι σύνδεσμοι σά, ή σα, σε, σί, διαμορφώνονται με διάφορους τρόπους : πό-σα, εφόσον, μόλις] πό-σι, πως, μόλις] και πο-σί, βέβαια, σκοδρ. και πορ-σί] σι-κούρe, σαν να, όπως, επειδή] σε-τςe, τι! (εκείνο που, αντων.)] μόσ-σε (αλβ. ιταλ.), καθώς και, και μπορεί να σημαίνει πάντα] σι-νανί, για την ώρα, όπως τώρα.

      S 252. Την δυνητική νή, νά (33), αν, στην γκ. νέ, ννέ, οι τοσκ. την προφέρουν νdή (νdè), με την ευφωνική προσθήκη του dμετά το ν, όπως στο ήνdeρ = όναρ, άναρ, που έχουμε δει, ή στο μάνde, αντί για μάνe, και μήνe, η μουριά, = μόρον, *μάρον (ν=ρ), και σε άλλες λέξεις. Αυτή όμως κατά την γνώμη μου δεν διαφέρει από την ελλ. αν, ήν, εξαιτίας μετάθεσης όπως η πρόθεση νe=εν, και μια τέτοια αναλογία μου φαίνεται περισσότερο πειστική από εκείνη που στηρίζει ο Bopp (σελ. 40) με την σανσκριτική λέξη yadi, το οποίο απομακρύνεται από το νή, να, και πολύ περισσότερο από τα ελληνικά αν, ήν, εάν.

      Το σύνθετο νe-μός, ή ’νde-μός σημαίνει αν δεν (αν-μή-ως).

      Χωρίς να θέλω να εναντιωθώ στον εξέχοντα φιλόσοφο, ο οποίος θεωρεί ότι το διαζευκτικό ά της αλβ., ή είτε, καθώς και το ερωτηματικό ά (ελλ. άρα), θα πρέπει να σχετίζεται με τν αντων. ρίζα a, και το an των Λατίνων με το anà (δεικτ. σανσκρ.), θα μπορούσε το διαζευκτικό ά της αλβ. (και jά για κάποιους άλλους) να σχετίζεται με το ελλ. ή, δωρ. ά] και το ερωτηματικό ά με τον ελληνικό σύνδεσμο ή επίσης ερωτηματικό : ή ουχ οράς = ά νούκe βαρέενe? Μήπως δεν βλέπεις, ή μήπως βλέπεις; Για το ή, είτε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το dό, dό, κατά λέξη θέλεις, όπως χρησιμοποιείται ορισμένες φορές στην ιταλική: dό κετè, dό ατè, oquesto, oquello, δηλαδή θες αυτό, ή εκείνο.

      Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα συνδετικά εδέ, δέ, ακόμα (λόγω συντόμευσης έ), και το συμπερασματικό αδά, επομένως, συνεπώς, για αυτό, ή, δά, που σημαίνει έτσι καταφατικό, βέβαια και προτρεπτικά, έλα τώρα!, όπως στο έα ή έjα δά, έλα τώρα! Ο Bopp (σελ. 38) σχετίζει το αδά με το σανσκρ. àtas, όπου, επομένως, αντωνυμικής προελεύσεως] όμως αυτό μοιάζει φανερά με το ελληνικό ήδη, και με το δή, δωρ. δά. Έπειτα τα συνδετικά εδέ, δέ ] αν και αυτό (δέ) ορισμένες φορές μπερδεύεται με το δά] είναι ολόιδια με τα ελληνικά ηδέ, δέ, αλλά το αλβ. δέ δεν έχει την έννοια του autem. Το ελλ. ακόμη προέρχεται από το αρχαίο ακμήν. – Όσο για τη χρήση του εδέ, δέ, υπενθυμίζω πως το συναντάμε τόσο συχνά στον Όμηρο όσο και στο τοσκ. κυρίως ιδίωμα. (34).

      Ο σύνδεσμος της γκ. πόρ, αλλά, όμως, σωστά σχετίζεται από τον Bopp (σελ. 41) με το σανσκριτικό paras, a-para-s (35), ακόμα, αλλά, με το οποίο συνδέεται το γερμανικό aber. Δεν ξέρω αν το λατινικό porro (κάτι το οποίο δεν πιστεύω για το ελλ. επίρρ. πόρρω)θα μπορούσε να έχει την ίδια προέλευση. Το τοσκ. πό έχει την έννοια για την οποία έχουμε ήδη μιλήσει, αλλά έχει και αρκετές άλλες: στην βόρεια γκ. χρησιμοποιείται βέβαια για την κατάφαση. Αν μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι τα δυο συνδετικά πόρ, και πό έχουν διαφορετική προέλευση, το δεύτερο (πό, ή πά) θα μπορούσε να σχετίζεται με την ελλ. εγκλιτική πώ, που φαίνεται να έχει την έννοια του ακόμα, αν και κανονικά χρησιμοποιείται μετά από μια άρνηση : μπορούμε να υπενθυμίσουμε το ελλ. πό στο σύνθετο πό-τε, πό-κα, και πό-θεν.

      Το πώς επίσης, που στην δωρ. γίνεται πωρ (36), είναι ελληνικό μόριο, και περιγράφει μια αόριστη έννοια, με κάποιο τρόπο, μερικές φορές. Όμως το ότι δεν υπάρχει στην αλβανική η αντων. ρίζα ka με το π, όπως στην ελληνική, με εμποδίζει στο να τα σχετίσω με το αλβ. πόρ (πώρ) : αν και σε ορισμένες λέξεις υπάρχει το αρχικό k για το π, και το κ, όπως στο πjέκe, αρχ. kak, ελλ. πέπ-τ-ω.

      Είναι όμως μοναδική η ποικιλία που έχει σε έννοιες το μόριο πό (ή πώ). Εκτός από αυτές που έχουμε αναφέρει αλλά, βέβαια, σημαίνει και μόλις, μόνο που, και χρησιμοποιείται για να δείξει διάρκεια σε μια πράξη, και κατά προσέγγιση τη φράση δεν κάνει άλλο από ένα πράγμα : πχ. πό φλjή (φλή), κοιμάται πάντα, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να κοιμάται, πό φλjέτ (φλέτ), μιλάει συνέχεια, κτλ. Όταν ακολουθεί το κje, σά, σί, και μερικές φορές το κατηγορηματικό τe, παίρνει την έννοια του μόλις, πως, ακριβώς : πχ. πόκjeου αφeρούα, όταν πλησίασε] πό τeχάσς έα, μόλις θα έχεις φάει έλα] πόσα έρδι αjί, ίκα ούνε, όπως, μόλις ήρθε, εγώ έφυγα. Λόγω της ποικιλίας στην έννοια ο Bopp δυσκολεύεται να τους αποδώσει μια και μόνο προέλευση. – Μερικές φορές αντί για πό λένε πά, όπως πά έα, αντί για πό έα (έjα), έλα τώρα.

      Mε το σανσκριτικό àparas, που αναφέρω παραπάνω, μπορεί ίσως να σχετίζεται ο σύνδεσμος της αλβ. πρά, ή πeρά, έπειτα, επομένως, ωστόσο, έτσι, συνεπώς.

      Στον D.L. συναντάμε το praa = πρά, επομένως. Στην ιταλό-αλβ. χρησιμοποιείται και το πeράν, ή πράν, μετά, έπειτα, στην συνέχεια, το οποίο μπορεί να ανάγεται στο σανσκριτικό param, υπέρ, με το οποίο συγγενεύει το ελλ. επίρ. ή πρόθεση πέραν. Το πρά ή πρα θα μπορούσε να αποτελεί μια αποκοπή του πeράν, ή πράν (37).

      Κάποιοι άλλοι σύνδεσμοι διαμορφώνονται στην αλβανική από τις λέξεις της ίδιας της γλώσσας, μεταξύ των οποίων εκείνες από τα τοπικά ή χρονικά επίρ. : πχ. ανdά-ι, -jε, πρανdάι κτλ., επομένως, για αυτό κτλ., που έχουμε δει μεταξύ των επιρρημάτων.

      Κατά τον ίδιο τρόπο σχηματίζεται το αντιθετικό ’νdόνeσε, ή ’νdόσε, D.L. ndònese, σκοδρ. nnònse, τα οποία αναλύονται σε νε-dόνe, ή –dό-σε, αν-θέλετε, ή –θέλεις-να, για να δώσει την έννοια του παρόλο ακόμα κι αν] και το επίρρημα, ή σύνδεσμος σιdομός, σί-dό-μός, πως-θες-όχι, για την έννοια του άλλωστε και] τέκe, ή τέκου, ενώ, κατά λέξη εκεί όπου, για το οποίο ο D.L. καταγράφει ndère, ίσως συγκοπή του νde-χέρe, ή από την πρόθεση νdέρ, ανάμεσα, με ένα ανόργανο, ή αντωνυμικό e στο τέλος. Όμως αυτοί οι σχηματισμοί δεν μπορούν να έχουν άμεση σχέση με εκείνους άλλων ιδιωμάτων, καθώς, για παράδειγμα, ούτε τα ιταλικά, benchè, comecchè, nondimeno, και άλλα έχουν άμεση σχέση με την λατινική.

      S 253. Εξετάζοντας τις προθέσεις της αλβανικής γλώσσας συναντάμε πολλές που παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτα από όλα μπορούμε να επισημάνουμε ότι, όπως συμβαίνει στην ιταλική, και στις υπόλοιπες γλώσσες, ορισμένες χρησιμοποιούνται σαν επιρρήματα, όταν εμφανίζονται χωρίς την πτώση από την οποία εξαρτούνται.

      Στην αλβανική είναι πολύ συνηθισμένη η πρόθεση μέ, ολόιδια με εκείνη της νεοελληνικής (38) αντί της αρχαίας μετά, για την οποία ο Bopp (op. c. p. 43) επισημαίνει την σχέση της με το mat, όπως και με το μέ της αλβ., και της νεοελλ. Υπενθυμίζω όμως ότι το ελλ. μετά προκύπτει από τα με-τα, τα οποία αντιστοιχούν σε δυο αλβ. λέξεις μέ-τά, με εκείνα, και βέβαια στην πρόθεση μετά συμπεριλαμβάνεται το αντωνυμικό στοιχείο. Το μέ της αλβ. μπορεί ακόμα να σχετίζεται με το άμα (σανσκρ. amaή samàm) που εκτός από με, μαζί, σημαίνει και προς, κοντά, μέχρι (39). Πιθανόν δεν διαφέρει από το μέ η πρόθεση μè που καταγράφει ο Hahn, σύμφωνα με την προφορά κάποιων άλλων, ίδιο με το μbί, μbè: στην ιταλό-αλβ. λένε μέ. Όσο για την πτώση, το μέ χρειάζεται την αιτ. όπως στην νεοελληνική.

      Έχει ακριβώς τον ίδιο σχηματισμό με εκείνο του μετά η πρόθεση της ελληνικής κατά = κα-τα. Πράγματι υπάρχουν πολλά κατάλοιπα από την αρχαία απλή πρόθεση κά: πχ. στο κά-ζελε του Ησύχιου, στο κα-βαίνω, κατ-εβαίνω, του Αλκαμένη (curt. II 141): έτσι στην λοκρική επιγραφή των πόλεων Χαλείον και Οιάνθεια διαβάζουμε κά τάς αντί για κατά τάς (σελ. 48, ediz. Lips.)] και στις δωρικές και αιολικές επιγραφές (FranzEllenismo, edEpigr. gr.) συναντάμε πολλά παραδείγματα, όπως κα-δαλέω αντί για καταδηλέω. Στο ρήμα που αναφέρω παραπάνω κα-βαίνω είναι φανερό ότι η πρόθεση κα έχει την ίδια έννοια με την ιταλική πρόθεση da, di(40) και αυτό επιβεβαιώνεται από το επίρρημα κά-τω. Είναι τέτοιος ο ήχος, και η έννοια μιας άλλης κοινότατης πρόθεσης της αλβανικής, κά στην αρχαία τοσκ., και στην γκ., που κυρίως στην σύγχρονη τοσκ. παίρνει μπροστά το ρινικό, και γίνεται ’γκά, ή eγγά, σύμφωνα με τις διαλεκτικές τροποποιήσεις (41). Ωστόσο η αλβ. πρόθεση κά δεν απομακρύνεται από τον αντίστοιχο αρχαίο σχηματισμό της ελληνικής.

      Όσο για την πτώση της πρόθεσης κά, ή ’γκά, από, αν και ο Hahn προτείνει την ονομαστική (για τη σημασία της οποίας θα μιλήσουμε παρακάτω), υπάρχουν στην Κ. Δ. παραδείγματα της πρόθεσης κά στην γενική, η οποία φαίνεται πιο κατάληλη, πχ. (Μάρκος XI. 14): μός χάγγρeτe μή νjερί ’γκά (κά) τέjε πέμμε, δεν τρως πια κανένα φρούτο από τα δικά σου, ελλ. εκ σού (τέο)] μη πeρπάρα ’γκά μέjε, πριν από μένα (Ιωάννης V.7)] και σε μια φράση όμοια με το πρώτο παράδειγμα (Ματθαίος XXI. 19) μός ου bèφτeπέμμeκούρρe’νdejέτe ’γκά τέjε, δεν βγαίνουν πια στον κόσμο φρούτα από τα δικά σου. Η πρόθεση κά, ’γκά έχει στις μεριστικές φράσεις και την έννοια του για : πχ. bèρι παζάρe μέ πουνετόρε ’γκά νjè dινάρedίτeν, έκανε συμφωνία με τους εργάτες για ένα δηνάριο την μέρα] τώρα σε αυτές τις φράσεις τίποτα δεν μας εμποδίζει από το να θεωρήσουμε ως πτώση του κά, ’γκά την αιτιατική, έτσι ώστε να ισοδυναμεί με το κατά. Συνεπώς δυο θα ήταν οι πτώσεις της πρόθεσης κά, η γεν. με την έννοια του από, του, η αιτιατική με την έννοια του για. Στους συγκριτικούς σχηματισμούς, που παίρνουν την πρόθεση κά, αυτή έχει την έννοια του ιταλικού di, ή του νεοελλ. από : μη ι μάδι ’γκά αί, πιο μεγάλος από αυτόν (από ότι αυτός): για να αντιστοιχεί εξολοκλήρου στην πτώση θα λέγαμε κά ατίje= εξ αυτού, αλλά είναι καλύτερο, και πιο σύνηθες, το σέ αί, από ότι αυτός, = ή αυτός, νεοελλ. από αυτόν.

      Για να αποσαφηνίσουμε και άλλες φράσεις που καταγράφει ο Hahn (Gram. σελ. 91) με τη λέξη ’γκά = κά, νομίζω ότι θα πρέπει να διαχωρίσουμε την πρόθεση κά, ’γκά τοσκ., από το επίρρ. κά, για πού, εκεί όπου, και όπου (και κάχα, τοσκ. ’γκάχα, D.L. kàha), το οποίο έχουμε πει ότι σχετίζεται με το δωρικό πά = κά, ίδιο με το πή = κή, από την τοπική της σανσκριτικής kai. Έτσι για παράδειγμα στη φράση κά, ή ’γκά βjένe] από πού έρχεσαι;, και στην απάντηση, κά, ή ’γκά βέσςτι (βέν’σςτι, -α, γκ. = βρέσςτα αλβ. σικ.), από το αμπέλι, δηλαδή, από εκεί όπου βρίσκεται το αμπέλι] και με το ρήμα που δηλώνει κίνηση προς ένα τόπο, βέτε κά βένσςτι, πάω προς, ή για εκεί που βρίσκεται το αμπέλι. Στο σύνθετο ’γκαdό, ή κά-dό, όπου θες, οπουδήποτε, είναι επίσης ολοφάνερη η έννοια του επιρρήματος. Θα πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε την αντωνυμία κά ή eγκά (ή eγγά), που διαμορφώνεται από τον συνδυασμό του κα-νjè, eγκα-νjè, που σημαίνει κάθε, καθένας, έκα-στος, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στις εκφράσεις, όπως eγκαdίτe, κάθε μέρα, καθ’ημέραν, eγκαβjέτe, κάθε έτος νεοελλ. (κάτ’έτος), και σε άλλα παρόμοια.                      

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Wednesday the 28th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS