Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 20)

Share

      Τέλος αν θέλαμε να θεωρήσουμε το κά, ή ’γκά (42) αλβ., με όλες τις έννοιες που του έχουμε δώσει, ως μια και μόνο πρόθεση (κάτι που φαίνεται να κάνει ο Hahn), δεν θα ήταν δύσκολο να την συμβιβάσουμε με τις διάφορες έννοιες της ελλ. πρόθεσης κα-τά, και εν μέρει με το εκ (cf. το προαναφερθέν ρήμα κα-βαίνω = καταβαίνω, και το επίρρ. κά-τω), συσσωρεύοντας στο αλβανικό κά όλες τις έννοιες των δυο παραπάνω ελληνικών προθέσεων (43). Τα παραδείγματα που καταγράφει ο Hahn (Gram. σελ. 90, 91) είναι τα εξής (ή παρόμοια με αυτά) : κά, ή ’γκά βέσςτι (γκ. βένσςτι), από το αμπέλι, εκ του αμπελώνος] βέτε ’γκά βέσςτι, πάω προς το αμπέλι, κατά τον - ] σςκόι ’γκά σςτeπί (σςπία), πέρασε από το σπίτι, κατά τον οίκον] ’γκά άνe, από την πλευρά, εκ - ] ’γκά πέμμeτe, από τους καρπούς, εκ - ] ’γκά νjè dινάρe, για ένα δηνάριο, κατά έν -]’γκά νάττe, κατά νύκτα, ή κάθε νύκτα νεοελλ., δηλαδή καθ’εκάστην -: ’γκά σέ] γιατί;, κατά τι; όμως αυτές οι τρείς διαφορετικές λέξεις (αν και ακούγονται ίδιες στο αυτί), κά πρόθεση, κά επίρρ., κά, ή eγκά αντων., γεγονός για το οποίο είμαι σίγουρος, εξηγείται καλύτερα σύμφωνα με την κάθε φράση ξεχωριστά, ανάλογα με το περιεχόμενο. – Οι λέξεις μετα, και κατά χρησιμοποιούνται και στα σύνθετα της αλβ.: πχ. μεταθόμe, ξαναλέω] μετασςκόνje, διαπερνώ] κατακjάσσe, τραβώ πάνω μου, κατακjάσσεμe, πλησιάζω, εγκαθίσταμαι] και παρόμοια.

 

      S 254. Το δεύτερο μέρος των ελλ. προθέσεων με-τά, κα-τά, συναντάται μόνο του στην αλβανική υπό την μορφή τέ, ως πρόθεση σε, προς. Η αντωνυμική του προέλευση είναι ξεκάθαρη, όπως παρατηρεί ο Bopp (σελ. 43)] αυτή πλησιάζει το ελλ. επίρρημα τή = τήι, ως προς την μορφή, αλλά και ως προς τη ρίζα. Όμως ως προς την έννοια και την χρήση αυτού ταιριάζουν καλύτερα τα επιρρήματα της αλβ. τέι, ή τέj, και τέje, από εδώ, με τα σύνθετα α-τέι, -τέje (44), κe-τέι, -τέje, περ, -τέι, -τέje, από εδώ, από εκεί, προς τα εδώ, και τού-τjε από εδώ, ή από εδώ και πέρα, αναφερόμενος στον χρόνο. Έπειτα αυτές οι λέξεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο ως επιρρήματα, όσο και ως προθέσεις με την γενική.

      Το τέ ενώνεται με την ονομαστική οριστικής, όπως έχουμε πει και για την πρόθεση κά, ’γκά] αν κα δεν ενδιαφέρει αν το ουσιαστικό θα είναι στην οριστική, όταν το ακολουθεί μια δεικτική αντωνυμία. Ωστόσο η λέξη τέ, θεωρώ ότι κατά λέξη σημαίνει εκεί όπου, που ισοδυναμεί με το σε : πράγματι κάποιες φορές αντί για τέ μπαίνει ο σχηματισμός τέκ, = τέκου, δηλαδή εκεί όπου, (τέ-κού, = τή-πού ελλ.), το οποίο όπως έχουμε δει μπορεί να έχει ακόμα την έννοια του ενώ. Αυτό συνηθίζεται κυρίως μπροστά από ένα ουσιαστικό, ή μια αντωνυμία που αρχίζει από φωνήεν. Με το τέκ (ή τέκe) ενώνεται και η γενική δοτ. : πχ. λjέ τebήνετeτέκeτέjε, να γίνει σε εσένα, Ματθαίος VIII. 14: τέκ, ή τέκe, σε αυτή την περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί ίδιο με την πρόθεση τέι κτλ. με μια έννοια κάπως διαφορετική. – Ο Hahn βάζει μαζί με το τέ την πρόθεση ’νdέ, η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη ως μια μετατροπή του τέ με το ν μπροστά ’ν-τέ = ’νdέ] ή ίδια με το νde, ή ’νdή, σε, κοντά, προς, μέσα, ανάμεσα] η οποία γενικά διαμορφώνεται με την αιτιατική του αόριστου ουσιαστικού.

      Στην αρχ. τοσκ. ιταλό-αλβ., και στην γκ. υπάρχει το νe, ne, με την έννοια του σε, κυρίως αναφερόμενο σε κατάσταση] και σε αυτή τη πρόθεση νομίζω πως θα πρέπει να εντοπίσουμε μια μετάθεση του εν, ή μια παραποίηση της εξαιτίας της κατάργησης του αρχικού ε, και την προσθήκη του ανόργανου e στο τέλος (cf. νjè = έν, ένας, νή, νά = άν).

      Η πρόθεση (’νde, ή eνdή, η οποία είναι κυρίως τοσκ. (=νdέ?), μπορεί να έχει δημιουργηθεί από το εν = νe, και τè, ως εν-τη. Αλλά κατά την γνώμη μου, είναι πιο πιθανό το ’νde, ή eνdή, να μην διαφέρει από το αρχ. ελλ. ένδοι, ένδον, αρχ. λατ. endo, indu, δηλαδή μέσα, σε] οι οποίες είναι ακριβώς οι έννοιες του αλβ. ’νde, eνdή, που αργότερα πήραν και την έννοια του πάνω, προς, κοντά, και ανάμεσα] έτσι το ελλ. εν σημαίνει ακόμα ανάμεσα: πχ. εν τοίς πρώτοις, αλβ. eνdή τè πάρeτe, ανάμεσα στους πρώτους] ορατός εν πολλοίς, αλβ. βαρέιτουρ (ν) ’νde σςούμe.

      Οι λέξεις νdέ,’νde, eνdή, και νe, γκ. ne, γενικά είναι στην αιτιατική. Το ίδιο και αυτές που καταγράφει ο D.L. nde, και ndai (σελ. 196) με την έννοια του κοντά : πχ. ndaiTenezone, ή Tenzone, κοντά στον Θεό (όπου μάλιστα η αιτιατική είναι στην οριστική)] ndaisctepii, κοντά στο σπίτι. Σχετικά με τον σχηματισμό ndai = eνdάι (σκοδρ. nnèi = ndèi), υπενθυμίζω την μεγάλη ομοιότητα με το ένδοι, κατά την αλλαγή που συνηθίζεται του ο σε α] αυτό μας το αποδεικνύει η σύνθετη πρόθεση bρèνdα, μέσα, στην οποία εντοπίζεται το ένδοι, ένδον ελλ., βάζοντας μπροστά το πèρ (ή πρè), δηλαδή πeρ-èνdα, με το b = π, beρ-èνdα, ή bρèνdα (σκοδρ. και mren = bρέν μετά την αποκοπή της συλλαβής da). Το ’νdeπέρ, στη μέση (τοσκ.), και το πeρνè (αλβ. σικ.), ή μες τη μέση, αναφερόμενο σε τόπο, όπως το πeρνè χώρe, μες την πόλη, είναι σύνθετα του νe, ’νde τοσκ., των οποίων έχουν τη σημασία.

      Η πρόθεση ’νdèρ, eνdέρ, ανάμεσα, D.L. nder, σωστά σχετίζεται από τον Bopp (σελ. 42) με το σανσκριτικό antàr, λατ. inter(intra), ουμβρ. ander, όσκ. Anter, με τα οποία ίσως έχει κάποια σχέση και το ελληνικό εντός (εντόρ;) (45). Το αλβ. ’νdèρ, eνdέρ έχει την πτώση του νe, ’νde κτλ., και του λατ. inter.

      S 255. Διαφορετική από αυτή, αν και εν μέρει κοινής προελεύσεως (εν, νe), είναι η πρόθεση ’νdèν τοσκ. ή νèν ιταλό-αλβ.] σύμφωνα με τον Hahnκαι το ’νdèννe] nden γκ., nen = νέν σκοδρ., που σημαίνει κάτω. Ο Bopp θα ήθελε να το σχετίσει με το σανσκριτικό adhas, κάτω, όπου àdharas, inferus] αλλά μου φαίνεται ότι θυμίζει περισσότερο την ελληνική ρίζα ένερ του ένερ-θε, με το επίθετο ένερ-οι (βλ. Curt. I. 273), αν και αντί για ένερ στην αλβανική έχουμε ’νέν (=’νέρ), ή νèν, μετά την έκθλιψη του αρχικού φωνήεντος, όπως σε τόσες άλλες περιπτώσεις, θα μπορούσαμε να πούμε, κατά γενική συνήθεια. Η συνήθης αλλαγή του ρ σε ν, κατά τον γκ. τρόπο, ίσως εφαρμόζεται και στην τοσκ., στην οποία υπάρχουν ανάλογα παραδείγματα] μεταξύ των άλλων το μάνe, ή μήνe τπσκ., μόρον, cf. συκο-μορέα (βλ. S 100): έπειτα όσο για το d στην τοσκ., δίπλα στο ν, έχουμε αναφερθεί πολλές φορές ως κάτι συνηθέστατο (βλ. S 94).

      Το αντίθετο του νèν, ή νέν, κάτω, σηματοδοτείται από την πρόθεση ’μbί, και ’μbè, πάνω, ή από το σίπeρ και σίπρe, πάνω, το οποίο είναι επίρρημα. Το σίπeρ (46) δεν διαφέρει από το ελλ. υπέρ, αιόλ. ίπερ = σίπeρ, λατ. superκαι supra, ουμβρ. subra: επομένως δεν είναι απαραίτητο να δεχτούμε όσα υπαινίσσεται ο Bopp περί σύνθεσης του σί (αντωνυμία), και πέρ (πρόθεση). Όμως ένας τέτοιος σχηματισμός μπορεί να ισχύει για το επίρρ. τέπερ, υπερβολικά, πέραν, τέ-πέρ (47), cf. πeρ-τέι (βλ. S246).

Η πρόθεση σίπeρ, ή σίπρe, όπως και το νέν, χρειάζεται γενική πτώση] αλλά τα νèν, νdèν, ’νdèννeστην τοσκ., παίρνουν και την αιτ. (Hahn 97). Οι προθέσεις ’μbί, ή ’μbè μπαίνουν μόνο στην αιτιατική. Αυτά, με το σύνθετο πeρμbί, ενίσχυση του ’μbί, εύκολα μπορούν να σχετίζονται με το ελληνικό επί, σανσκρ. àpi, βάζοντας τους το ρινικό το οποίο συνηθίζεται τόσο πολύ στην αλβανική μπροστά από α χειλικά, και το οποίο υπάρχει στην αντίστοιχη περίπτωση της ελληνικής αμφί, λατ. amb (cf. amb-eo), τα οποία σχετίζονται με το σανσκρ. ùpa, κοντά, μέσα, ή καλύτερα με το abhì, κοντά, σε (Bopp 42). Με τις παραπάνω προθέσεις της αλβανικής θα πρέπει να ενώνεται το πè, το οποίο στους συνδυασμούς μπαίνει αντί του επί, όπως στο πe-σε, επιδή] πe-σςτρόιje = επι-στρόω, που θυμίζει αρκετά το επί, ’πί. Ο Bopp θέλει να σχετίσει την πρόθ. της αλβ. ’μbè, μέσα, κοντά, σε, προς (αν και είναι ίδιο με το ’μbί, πάνω, σε), με το σανσκριτικό ùpa] το ’μbί, ή eμbί έπειτα πλησιάζει περισσότερο το επί : νομίζω όμως ότι σχετικά με αυτό θα πρέπει να υπενθυμίσουμε το ελλ. αμφί = αμπί, λόγω αφαίρεσης του ’μπί, το οποίο μοιάζει περισσότερο από κάθε άλλο με το αλβ. ’μbί (eμπί) (48) τόσο στον σχηματισμό, όσο, πολύ συχνά, και στη σημασία] όμως με το ελλ. αμφί προσαρμόζεται καλύτερα η ανάλογη πρόθ. της αλβ. ’μbè (=eμπè), eμbè.

      Η γκ. χρησιμοποιεί και το μè αντί του μbè, σύμφωνα με την συνήθεια της να καταργεί το b ή το p, δίπλα στο m, ή να το αφομοιώνει, όπου μè = μbè, όπως μας = ’μbας, μετά, αντί της απλής πρόθεσης πάς.

      Αυτή η τελευταία πρόθεση σχετίζεται ξεκάθαρα με την σανσκριτική pascat, pas-kuy, μετά, και κάτω (Boppσελ. 5, 29), και με αυτή σχετίζεται η λατ. pos-t, καθώς και η ελληνική ο-πίσ-ω. Στην λατ. το πρόσφυμα ta κόβεται] στην ελληνική όμως λείπει εντελώς, ή αφομοιώνεται με το σ, στο σχηματισμό του ο-πίσ-ω. Σε αυτή το ι αποτελεί εξασθένηση του α όπως στο πί-ω = pa ρίζα σανσκρ.: όσο για την σημασία, μετά, εντοπίζεται ίδιο στους αρχαίους έλληνες συγγραφείς (49). Με την λατ. πρόθ. post, όπου το ο μπαίνει αντί του a, σχετίζεται το επίρρ. της αλβ. πόσς-τe (50), κάτω, με την πρόθεση και το επίρρ. σε συνδυασμό πeρ-πόσς, δίχως την παρ. κατ. τe (και λόγω αφαίρεσης του ρeπόσς). Το παράγωγο επίθ. πόσςτερμι, ο κατώτερος, από πόσςτeρe, αναφέρεται παραπάνω. Στο πάς πρέπει να προστεθεί η πρόθεση της σκοδρ. πός, πέρα. Η πρόθεση πάς, μετά (γκ. μbάς, σκοδρ. και μάς) έχει ως αντίθετο (δηλαδή πρίν) το απλό πάρα, και το σύνθετο πeρ-πάρα μπροστά, ανάλογα με το επίρρ. πάρe, πρίν. Από το επίρρ. πόσςτe, κάτω, προκύπτει η λέξη σε ζε, ζι, πόσςτα-ζε, -ζι, α κάτω (βλ. S 247): σχηματισμός ο οποίος ταιριάζει με τα περισσότερα επίρρ. που έχουν από δυο και πάνω συλλαβές.

      Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης ένας περισσότερο πλήρης σχηματισμός του πόσςτe στο ιταλό-αλβ. επίρρ. α-πόσς-τα, προς τα κάτω, κάτω, με ολόκληρο το πρόσφυμα ta, και το προθετικό α όπως στο ά-πας, α-νήρ, και τόσες άλλες ελληνικές λέξεις: cf. το ο, του ό-πισθε-ν.

      S 256. Το ίδιο προθετικό α εντοπίζεται στο α-πράπα, προς τα πίσω, αντί του απλού πράπα, πίσω, μετά] με το οποίο σχετίζεται το επίρρ. πράπe, πίσω, και ξάνα (πάλιν), με το σύνθετο της γκ. ’mrapsct, ή μbράπeσςτe, ανάποδα (51). Η λέξη πράπα εξηγείται σωστά από τον Bopp (σελ. 44) μέσω της σανσκριτικής προθέσεως pàra, που σημαίνει ξανά, προς τα πίσω, και της παρ. κατ. pa της σανσκρ., όπως στο prati-pa-s, contraries, sa-mi-pa-s, propinquitas, από prati, sami (=sam). Παρόλα αυτά η λέξη πράπα μπορεί να προκύπτει από το πèρ, πρè, και àpa σανσκρ. = από ελλ., ab λατ., πά αλβ. Πράγματι και το ελλ. από, κυρίως στα σύνθετα, μπορεί να έχει την έννοια του αλβ. πράπα (πeρ-άπα), πάλι, προς τα πίσω, όπως στο από-δίδωμι, από-καθιστάνω, από-καλέω κτλ. Αν υποθέταμε ότι το πράπα σχηματίζεται από το πρά και πάς, το σ του παράγωγου πράπεσμe, τελευταίος, θα ήταν ριζικό και, όχι όχι ευφωνικό (52).

      Με τις σανσκριτικές λέξεις àpa, ελλ. από, αιολ. απάε (βοιωτ.), σχετίζεται η αλβ. πρόθεση πά που ανέφερα παραπάνω, και που σημαίνει δίχως, και πιθανόν και το επίρρ. ή σύνδεσμος πά (Hahn 101), επομένως, μετά από αυτό, πάλι. Η αναίρεση του αρχικού α (που διατηρείται στο πρ-άπα = πέρ-άπα) συνηθίζεται στην αλβανική. Όσο για τη σημασία, εκείνη του δίχως δεν απέχει από την σανσκριτική, ούτε την ελλ., και την λατ., όπως παρατηρεί ο Bopp(σελ. 43) φέρνοντας ως παράδειγμα τις λέξεις àpa-bhis, δίχως φόβο, από-θριξ, δίχως μαλλιά, ab-normis, δίχως νόμους] και επίσης πέρα από την σύνθεση η ελληνική πρόθεση από έχει ανάλογη σημασία, όπως στις φράσεις από σκοπού, από τρόπου κτλ. Για την έννοια του πάλι (53), επομένως, υπενθυμίζω το προαναφερθέν από-δίδωμι, από-καλώ, και άλλες παρόμοιες λέξεις. Όμως το αλβ. πά όπως το νεοελλ. από παίρνει αιτ., ενώ οι προθέσεις που είδαμε, που δηλώνουν θέση στον τόπο, η στον χρόνο, πάνω, κάτω, πίσω, μετά, μπροστά κτλ., θέλουν γενική. Σχετικά με το πά, είναι ενδιαφέρον η ηπειρωτική λέξη πέ (berat. v. Hh. Diz.) ίδιο με το πρέι, το οποίο απεικονίζει πιστά το α-πάε, από, νεοελλ. και α-πέ, τόσο στον σχηματισμό όσο και στην έννοια : cf. αιολ. απαί = από.

      S 257. Η πρόθεση πèρ, πέρ, που έχουμε δει να εξυπηρετεί συχνά στις συνθέσεις και άλλων προθέσεων, χαρακτηρίζεται σωστά από τον Bopp ως συγγενική με το πέρι, αιολ. πέρ (βλ. Curt. I. 239), σανσκρ. pàri, αν και στην αλβανική δεν έχει κανονικά την έννοια του περίπου, γύρω, αλλά εκείνη του για, μέσω, και του υπέρ = pro λατ., ενώ με την έννοια αυτού του τελευταίου σχετίζεται το ελλ. υπέρ με το σανσκρ. ùpari.

      Στην σύνθεση με άλλες προθέσεις ή επίρρ., το πèρ, πέρ δεν τους αλλάζει την σημασία, όπως παρατηρούσε ο Bopp, αλλά μερικές φορές μετατρέπει σε πρόθεση κάποιο επίρρ., ή του προσθέτει ισχύ. Με τα ρήματα όμως συνηθίζει συχνά να τους δίνει άλλη έννοια : πχ. στο περβέσςe, περιζώνω, ή και ξεγυμνώνω, από βέσςe, ντύνω] πeργjέγjεμe, απαντώ, από γjέγjεμe, ακούω] και κατά τον ίδιο τρόπο και πολλά άλλα. Μέσω του πèρ συχνά δημιουργείται ένα ρήμα από ένα ουσιαστικό, ή από ένα επίθετο : όπως πèρ-γjούνje, γονατίζω, υπο-σκελίζω, από γjούνje, = γόνυ (γούνυ) (βλ. S 137), περ-bούζe (σκοδρ.), εμπαίζω. Το πέρ, πèρ, εξυπηρετεί την αιτ., και λίγο πολύ έχει όλες τις έννοιες του ιταλικού per, δηλαδή permezzo, percagione, μερικές φορές την έννοια του γύρω, κοντά μακριά, προς, σε σημείο που] επίσης μπορεί να σημαίνει και κατά, ανάμεσα,, ή μέσα, όπως το μέσα σε τρεις μέρες, πèρ τρί dίτe = eμbί τρί dίτe. – Σε κάποιες εκφράσεις το πέρ, πèρ ενώνεται με την γενική, όπως στα ελλ. περί, υπέρ: πχ. στο πέρ-σe-ρί, επίρρ. πάλι, εκ νέου] πέρ σè λjάργου, από μακριά] πέρ σè βόγeλιτe, μικροσκοπικά] και όπως φαίνεται, ακολουθεί το άρθρο σè. Όμως εγώ νομίζω ότι σε αυτές τις φράσεις το πέρ, πèρ είναι ίδιο με το πρέι, ή πeρέι.

      Η πρόθεση πρέι, ή πeρέι, που σημαίνει από, του, και μερικές φορές προς, δίπλα, σχετίζεται από τον Bopp (σελ. 42) με το σανσκριτικό pràti, κατά τον οποίο δέχεται μια συρρίκνωση όμοια με εκείνη του φέρει αντί για *φέρετι, = σανσκρ. bharati, φέρει. Όμως αυτή η πρόθεση μπορεί εύκολα να σχετισθεί, και ως προς την σημασία, αλλά και ως προς το σχηματισμό με την ελληνικά παραί = παρά (cf. parà σανσκρ., πάλι, pàran, πέρα, perumόσκ.: βλ. Curt. Ι. 234), με την οποία συμφωνεί και η γενική, που παίρνει το αλβ. πeρέι, από, του, όπως και το παρά (παραί), παρ ελλ., με την ίδια έννοια. Με την έννοια του προς, δίπλα, ομοίως συνηθίζει να παίρνει την γενική δοτ.: Βήν ούδeπρέι Ιερουσαλίμιτe, ταξιδεύει προς την Ιερουσαλήμ (L. XIII. 22)] αλλά σε μερικά και την αιτιατική, η οποία ευνοεί στον διαχωρισμό των διάφορων εννοιών. – Αν και το ελλ. παρά (παραί) με δοτ. και αιτ. έχει την αντίστοιχη έννοια του δίπλα, κατά μήκος, θα ήταν πιο λογικό να εξηγήσουμε την έννοια του αλβ. πρέι, προς, αν μπορούσαμε να το σχετίσουμε με το προς, αιολ. πρές, προς, σε. Ούτε μας εκπλήσσει η σύγχυση δυο λέξεων σε μια στην αλβανική, καθώς, κατά την γνώμη μου, συναντάμε συχνά τέτοια παραδείγματα (54). Πράγματι μπορούμε εύκολα να καθορίσουμε έναν διαχωρισμό ανάμεσα στο πeρέι = παραί, από, του, και το πρέι = πρές, προς, μετά την πτώση του τελικού ς, όπως συνηθίζεται, και με την επέκταση του ε σε ει, κι αυτό συνηθισμένοι σε αυτό το ιδίωμα, ή με την αντικατάσταση του ς με το ι. Ίσως ο σχηματισμός πρέ, που συναντάται συχνά στην ελλ. αλβ. με την έννοια του με σκοπό να, επειδή, κτλ. μπορεί να έχει την ίδια προέλευση με το προς, = σε: πχ. ού dό-βίνjeπρέ τeμeπούθνjισς, θα έρθω για να με φιλήσεις, Rh. C. σελ. 4., προς το (σε) με (ποθείν) φιλήσαι. – Τέλος κάπου βασίζεται η παρατήρηση του Hahn (σελ. 28, και 91, σημειώσεις) σύμφωνα με την οποία στην αλβανική δεν είναι ξεκάθαρος ο διαχωρισμός μεταξύ από, και του προς, ή του σε. Επισημαίνει αυτό παρατηρώντας τις πτώσεις της γεν. δοτ. και αφ. οι οποίες τις περισσότερες φορές μπερδεύονται μεταξύ τους, και πάντοτε οι δυο πρώτες, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις προθέσεις ’γκά και πρέι. Όμως για την πρώτη, ’γκά (=νγά Hahn), το φαινόμενο ξεκαθαρίζει από τον διαχωρισμό μεταξύ της προθέσεως κά, από κτλ., και του επιρρήματος κά, που, για πού (βλ. S 253)] όσο για την δεύτερη θα αποφεύγαμε την παράξενη αντίθετη έννοια, αν δεχόμασταν ότι πeρέι = παραί ελλ., από, του, και πρέι = πρέ-ς, σε, προς. – Επίσης είναι ενδιαφέρον το πρέ = πρό ελλ. σε ορισμένες ελλ. αλβ. συνθέσεις όπως πρε-σςκόνje (βλ. S 137) (55): αλλά υπάρχει και το πρό, πχ. στο προ-σςιμό-ι σκοδρ., δυσφημίζω, συκοφαντώ, cf. προ-σιμόω] στο πρόιje, και άλλες λέξεις (βλ. S 81).

      S 258. Σχετικά με την πρόθεση bρèνdα, μέσα (βλ. 254), η οποία είναι και επίρρ., αν και ο Bopp (σελ. 46) αναγνωρίζει μια σύνθετη λέξη από το πèρ, πέρ και το èνdα = ένδον (ή εντός), ένδοι, ρίζα εν, μπορεί ωστόσο να πρόκειται για μια μεγαλύτερη σύνθεση πeρ-bρèνdα, για μέσα. Έτσι από το jάσςτe, επίρρ. έξω, το jάσςτα πρόθ., γίνεται πeρ-jάσςτα, στην ιταλική aldifuori, που στην ιταλό-αλβ. σημαίνει στην εξοχή. Τα παράγωγα επίθετα, bρèνdεσμι, ο εσωτερικός, jάσςτεσμι, ο εξωτερικός, παραπέμπουν σε μια αρχέγονη μορφή σε ς, bρeνdας (εντός), jάσςτας (cf. εκτός), όπως έχουμε στο φσςέχας επίρρ., κρυφά: αλλά χρησιμοποιούνται πάντα τα επιρρήματα  bρèνdαζε, και jάσςταζε. Όπως το bρèνdα σχετίζεται με το ένδοι, έτσι το jάσςτα με το έξω, εκτός, ρίζα jάσς = εξ, παρ. κατ. τα = τό-ς: και οι δυο αλβ. προθέσεις παίρνουν την ίδια πτώση με εκείνη των συγγενικών ελλ., δηλαδή την γενική.

      Οι προθέσεις (τις οποίες έχουμε δει ως επιρρήματα), που διαμορφώνονται από το ουσιαστικό άνe, τμήμα, όπως μάνe, μbάνe, πeράνe, ’νdάνe, μπαίνουν στην γεν. την οποία χρειάζεται το ουσιαστικό, καθώς η αντίστοιχη (λόγω πιθανής προέλευσης) ελλ. πρόθεση ανά δεν συμφωνεί με τις αλβ. στην συγκεκριμένη διαμόρφωση.

      Η πρόθεση κόνdρe, κούνdρe ή κούντρe και κούνdρα D.L., έναντι, απέναντι, και δευτερευόντως, δηλώνει λατινική ή ιταλική προέλευση, και πιθανόν είναι ίδια στην Ήπειρο και την Ιταλία. Υπάρχει ακόμα με την έννοια του απέναντι, ή αντίκρυ, κουνdρεκj, πιθανόν από το κούνdρe, (56) και dρέκj, ή dρέικj, άλλη πρόθεση (ή επίρρ.) ίδιας σημασίας και με την ίδια πτώση, δηλαδή την γενική] πρόθεση η οποία προέρχεται από το επίθετο ι dρέκj(dρέικj), ο ευθύς: όπου, dρέκjσςτeπίς, απέναντι από το σπίτι : το επίρρ. dρέκj σημαίνει απευθείας, και μπορεί να έχει από πίσω και μια άλλη πρόθεση. Στην ιταλό-αλβ. υπάρχει και το dρέι (=δρέκj), προς, και έναντι, και κουνdρέλj, επιμήκυνση του κούνdρe, αντίκρυ, από το οποίο προέρχεται το ρήμα κουντρέλλεμe, στέκομαι πρόσωπο με πρόσωπο, με το ουσιαστικό κουντρούελ-ι, -jα, η πρόσοψη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το σικούνdρe, ή σικούνdeρσε, επίρρ. από το σι-κούνdρe-σέ (D.L. secunderse), όμοιο με την λατ. πρόθεση secundum, κατά. Και για την ίδια έννοια συναντάμε την απλή πρόθεση κούνdρe (βλ. Hahn σελ. 93): πχ. κούνdρe βένdι εδέ κουβένdι, ανάλογα με την τοποθεσία πάει και κουβέντα, ή όπως …..έτσι κτλ. – Με αυτή την έννοια Rh. σελ. 6 έχει το ούνdερε (ούνdρε, ούνdερ, ούντερ), cf. άντα με κατάληξη ίδια με εκείνη του πόσςτερ.

      Έχουμε δει από ένα επίρρημα να δημιουργούνται προθέσεις, κα αντίθετα] επομένως δεν είναι περίεργο που για το ελλ. επίρρ. άφαρ, αμέσως, γρήγορα, σύντομα, έχουμε στην αλβ. όχι μόνο το επίρρ. άφeρ, κοντά, δίπλα, ανάλογο με το άμεσα κτλ. του ελλ. άφαρ] αλλά την πρόθεση άφeρ της ίδιας σημασίας, με την γενική. Από το οποίο διαμορφώθηκε το ρήμα αφeρόιje, πλησιάζω, και άλλες λέξεις.

      S 259. Τέλος επισημαίνω ορισμένες προθέσεις (που επί το πλείστον χρησιμοποιούνται ως επιρρήματα), όλες χαρακτηριστικές του αλβανικού ιδιώματος. Αυτές είναι το βέτς, και πeρβέτς, ή και βέτςμe, και πeρβέτςμe, κατά μέρος, εκτός πλην, με την γενική. Αυτές οι λέξεις φαίνεται να προέρχονται από τη ρίζα βέτe, αυτός ο ίδιος, με την οποία πιθανόν σχετίζεται το επίθ. ι βέτeμι, ο μόνος γκ. ι βέτουμι (σκοδρ.) (57).

      Το τοσκ. ’νγjάτ, gnat γκ. σκοδρ., κοντά, δίπλα (’νγj = gn) με την γενική έχει μια δική του φυσιογνωμία, αν και πιθανόν σχετίζεται με το εγγύς, εγγύθeν: cf. το αλβ. ρήμα ’γγάς, ’γγέτ κτλ.

      Οι λέξεις eγγjέρα, νjέρα, νjέρι, νjέρ τοσκ. = νdjέρ, ’νdέρι, ’νdίερ, νέρι (σκόδρ.), dέρι γκ., που σημαίνουν μέχρι, έως, παρότι έχουν έννοια πρόθεσης, μπορούν να θεωρηθούν επιρρήματα, καθώς χρειάζονται και κάποια άλλη πρόθεση, όπως τέ, ’νde, κά, ’γκά, μè κτλ. Για την ετυμολογία του νjέρι, νjέρα κτλ. βλ. S 96 (58).

      Ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα ρέθ, ρόδe, ρότουλ, γύρω, στα πέριξ, πρόθ. με γεν.] όπου το ρήμα ρεθόιje, και ραθόje, περικυκλώνω. Λέξεις οι οποίες σχηματίζονται ξεκάθαρα από το ουσιαστικό ρέθ, πληθ. ράθετe, κύκλος, τροχός : cf. σανσκρ. ratha, λατ. rheda, η άμαξα, ο τροχός (59).

      Την ίδια σημασία έχουν και τα κjάρκ, και κjέρθελ, που σχετίζονται με τα ουσιαστικά κίρκο-ς ελλ., = κjάρκe αλβ. (τςίρκe, τςέρκe αλβ. σικ.), κύκλος, λατ. cir-cu-s κτλ., πρόθ. circum, circa(με το οποίο σχετίζεται το αλβ. ρήμα κeρκ-όιje, ιταλ. cerco).

      Αξίζει να επισημάνουμε πως η σε γενικές γραμμές φτωχή αλβανική γλώσσα, καθότι στερείται λογοτεχνίας, έχει μια πληθώρα προθέσεων.

      Το μεγαλύτερο μέρος αυτών όμως συνδέεται με τις ελληνικές και τις σανσκριτικές, ή προέρχονται από ρίζες ουσιαστικών, ή αντωνυμικές της αλβανικής, που και αυτές όμως έχουν κοινή ρίζα με τις ελλ.-πελασγικές, ή πελασγό-ιταλικές.

      S 260. Κοινά σημεία όπως με την αλβ. υπάρχουν και με την ελλ., εν μέρει με την λατινική, και με την ιταλική.

      Τα κυριότερα είναι τα εξής: ά, άα, άχ, άαχ, χάι : έ, έε, έχ, έι, ίι (ή ί) χέι, χέν: ό, όι, ώ, οί, οά, ού, ούα, χόι, όφ (όχ), όφσς, τα οποία λίγο πολύ έχουν την ίδια σημασία με τα ελλ. ή λατ. που δηλώνουν έκπληξη, ή λύπη, είτε έχουν σκοπό να εξεγείρουν, ή να καλέσουν, και ορισμένα να επιβεβαιώσουν, όπως το έε, έτσι, σίγουρα (βλ. HahnGram. σελ. 105 και συνέχεια).

      Ιδιαίτερο χαρακτήρα έχουν τα χελjέ, ελjέ, γκ. που δηλώνουν παράκληση, ή ερώτηση, έτσι; με ανάμικτα συναισθήματα έκπληξης και φόβου. Ίσως υπάρχει κάποια σχέση με το χέλμe, και το λjέ = άς νεοελλ.

      Ενδιαφέρον παρουσιάζει το επιφωνηματικό ποπό, ο ποπό αλβ. σικ., που θυμίζει το ομηρικό ώ πόποι. Ο Hahn καταγράφει το bobò, obobò, bουbού, ου bουbού.

      Υπενθυμίζω το βeρέ, ή bρέ, και κατά άλλους (ελλ. αλβ.) ορέ, και μρέ, και μορέ, τα οποία πιθανόν σχετίζονται (τουλάχιστον τα πρώτα) με το βeρέιje = οράω, και σημαίνουν κοίτα, άκου, πρόσεξε, να! εδώ!, όπως το ελλ. ιδού. Με τον ίδιο τρόπο έχουμε το αλβ. σικ. σςί, από σςόχe, σςώ,: έjα, και έα, έλα, έλα τώρα! cf. λατ. eia, νεοελλ. έλα προστ. του έρχομαι, ήρθα. Στο βeρέ, σςί προστίθεται το jά, jάβουα, κοίτα, να! Όσο για την ετυμολογία τους οι λέξεις jά, jάβουα σχετίζονται, κατά την άποψη μου, με το ά = ή καταφατικό ή ερωτηματικό, και στον δεύτερο σχηματισμό το β, πιθανόν δεν είναι παρά ένα δίγαμμα όπως στο άFηρ = αήρ κτλ.: άα, άβα, jάβουα λόγω επέκτασης του τελευταίου α σε ουα, όπως στο μούα = *μά, με. Το j, μπαίνει για το πνεύμα (cf. S 252).

      Το α’λιμανό, είναι ίδιο με το ελλ. αλλοίμονον, φεύ. Ίσως έχει σχέση με το ελεήμων, ή καλύτερα με το αλήμων, ο περιπλανώμενος, ο άπορος (;) (cf. αλημα, η μάστιγα). Στην Κ. Δ. διαβάζουμε ακόμα, βέ, = ουαί ελλ., λατ. vaeh. – Το μόje, μόιje, είναι λέξεις που χρησιμοποιούνται για να φωνάξουμε μια γυναίκα, όπως το βρέ, μρέ κτλ. απευθύνεται κυρίως σε άντρες.

      Η προέλευση του μόje θα μπορούσε να είναι το μό, μά αντί για μόμe ή  μόμμe = μαμά.

      Ορισμένα επιρρήματα μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν ως διασταυρώσεις, καθώς και αρκετά επίθετα : πχ. μjέρe, ο δύστυχος (cf. μοίρα, άμοιρος, και το λατ. miser: βλ. S135)] σςκρέτe, που κατά λέξη σημαίνει ο εγκαταλελειμμένος, απομονωμένος, και ερμηνεύεται ως ο άτυχος (60).

      Ο Hahnκαταγράφει πολλές εκφράσεις όρκου, οι οποίες όλες διαμορφώνονται με την πρόθεση πέρ, πèρ, επικαλούμενες τον Θεό, τη Γή, τον Ουρανό, ή οτιδήποτε άλλο ιερό στο οποίο μπορεί κανείς να ορκιστεί.

      Άλλα διαμορφώνονται με το ρήμα στην επιθυμητική : πχ. πάσςια ζότιν, Κύριε, να ερχόμουν] μός χαρρίφσςια, να μην έφτανα κτλ. Δεν έχουν τίποτα άλλο ιδιαίτερο.

      Ενδιαφέρον όμως νομίζω ότι παρουσιάζει ένας άλλος τρόπος όρκου που χρησιμοποιείται πολύ στην αλβ. σικ., μαι-dένα ή μόνο μαι-dέ, -dε: στην οποία νομίζω ότι εντοπίζεται ένα πολύτιμο αρχαίο κατάλοιπο, που ίσως ήταν μά Αιdωνέα, ή μά δήν (=γήν), Επίσης θα μπορούσε να αποτελεί μια διαστρέβλωση του συνήθους ελλ. σχηματισμού, μά Δία (Ζήνα) με κάποια μετατροπή που εξηγείται εύκολα. Όπως και να έχει, δεν αμφισβητείται η αρχαιότητα του, και μετά από αυτό το παράδειγμα μεταξύ των αλβ. προθέσεων μπορούμε να συμπεριλάβουμε και το μάι = μά ελλ., χαρακτηριστικό των σχηματισμών όρκου.          

                                                            

                                                              XVII.

                                                 Η σύνταξη.

      S 261. Λίγες παρατηρήσεις θα πρέπει να κάνουμε πάνω στην σύνταξη συγκρίνοντας την αλβανική γλώσσα με την ελληνική και τις λατινικές.

      Πιστεύω πως έχει επισημανθεί ότι οι σχηματισμοί στις κλίσεις τόσο των ουσιαστικών, όσο και των ρημάτων έχουν διατηρήσει στην αλβανική πολλά αρχαία στοιχεία] για αυτό κιόλας μπορεί να συνδεθεί περισσότερο με τον σύνθετο τρόπο σκέψης, σε αντίθεση με τις υπόλοιπες σύγχρονες γλώσσες (εκτός της ελληνικής), οι οποίες κλίνουν προς τον αναλυτικό. Πράγματι η αλβανική, από γραμματικής απόψεως των ρημάτων βαίνει παράλληλα με την καθομιλουμένη ελληνική (βλ. S 208), καθώς έχει και πολλά κοινά σημεία με αυτήν και στα ουσιαστικά. Από αυτή τους τη σχέση στο χαρακτήρα, και στους σχηματισμούς, καθώς και από την γειτνίαση των λαών, συμπεραίνουμε βέβαια πως αυτές οι δυο γλώσσες, η αλβανική και η ρωμαίικη, ή καθομιλουμένη ελληνική, έχουν τον ίδιο τρόπο έκφρασης και οργάνωσης της σκέψης (κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και στο έργο του Hahn), και χρησιμοποιούν τους ίδιους αναγραμματισμούς. Θα έλεγα μάλιστα ότι μεταφράζοντας την Κ.Δ. παρατήρησα πως η αλβανική είναι γενικά πιο κοντά, στην σύνταξη, στο αρχαίο ελληνικό κείμενο, από ότι η νεοελληνική μετάφραση. Είναι όμως αλήθεια ότι πέρα από την καθομιλουμένη, αυτή η παρατήρηση δεν θα μπορούσε να γενικευτεί, ιδίως για την νεοελληνική γλώσσα στον γραπτό λόγο: η οποία βεβαία χάρη στην τελειότητα της, ως ζωντανός πάντα κλώνος της αρχαίας ελληνικής, μπορεί καλύτερα να την πλησιάζει και στην σύνταξη.

      Ωστόσο, πάνω σε αυτές τις παρατηρήσεις θα πρέπει να εκθέσω έναν συλλογισμό μου : ότι δηλαδή οι ομοιότητες ανάμεσα στην ρωμαίικη και την αλβανική είναι ένα αξιοσημείωτο γεγονός, ή τουλάχιστον θα πρέπει να αναδεικνύονται οι στενές σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα τους. Αυτές οι σχέσεις έπειτα δεν νοούνται αν δεν υποθέσουμε την κοινή προέλευση, καθώς και την συνεχή επαφή, των δυο αυτών λαών που ζούσαν στην ελληνική ήπειρο.

      Όμως όσο για τον αλβανικό πολιτισμό αυτός απέχει πολύ από τον σύγχρονο ελληνικό, του οποίου η λαμπρή γραπτή γλώσσα δεν έπαψε ποτέ να καλλιεργείται από τους λόγιους ακόμα και κάτω από τον οθωμανικό ζυγό, ενώ μπορεί ακόμα να εμπλουτίζεται από την αρχαία γλώσσα των κλασσικών. Πράγματι καθημερινά αντλεί στοιχεία από αυτήν, την στιγμή που η αλβανική δεν είναι παρά μια ακαλλιέργητη γλώσσα ενός πολεμοχαρούς λαού, ο οποίος δεν έστρεψε ποτέ το βλέμμα προς την φιλολογία, χρησιμοποιώντας κατά ανάγκη την ελληνική ως γλώσσα των γραμμάτων (61).

      Η πλειοψηφία των ίδιων των αλβανών, καθώς και οι υπόλοιποι λαοί της Ευρώπης, δεν ήξεραν, πριν από την ανακάλυψη του Hahn, ότι σε μια γωνιά της κεντρικής Αλβανίας είχε επιζήσει ένα αρχαίο αλβ. αλφάβητο ή πελασγό-ηπειρωτικό (62) όμοιο με το φοινικικό, και το ελληνικό των παλαιότερων επιγραφών : έτσι κι αλλιώς δεν τους εξυπηρετούσε! Όσα γράφτηκαν, ή δημοσιεύτηκαν τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Ιταλία, σε ελληνικούς ή λατινικούς χαρακτήρες, είναι ελάχιστα ώστε να διαμορφώσουν μια καλλιεργημένη γλώσσα. Ενώ δεν έχει εμφανισθεί έως τώρα κάποιο ανώτερο μυαλό, που από τις διάφορες ιδιαιτερότητες των διαλέκτων θα καταφέρει να δημιουργήσει μια πλήρη γλώσσα κοινή σε όλο το έθνος. Τα βιβλία της Κ. Δ. όμως ήταν σίγουρα ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση, αν και γραμμένα στην τοσκ. διάλεκτο, καθώς αυτή, με την οποία συγχέεται, και σχετίζεται η κεντρική γκ., μοιάζει η πιο κατάλληλη για να γίνει η γραπτή γλώσσα των αλβανών, αν κάποια μέρα εκπολιτισθούν τα ήθη, και πάψουν, ή τουλάχιστον ελαχιστοποιηθούν οι θρησκευτικοί και τοπικοί διχασμοί, οι οποίοι τους εναντιώνουν και τους αποξενώνουν. Γλώσσα η οποία, εκτός από κειμήλιο των αρχαίων, θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τους αλβανούς στα οικογενειακά τους ήθη, και ως μέσο για μια καλύτερη εκπαίδευση. Κάτι το οποίο ευχόταν ο επιφανής ελλ.-αλβανός πολίτης της Αθήνας Ε. Ζάππας στην Ελπίς (15 Νοεμβρίου 1860).

      S 262. Επιστρέφοντας στην σύνταξη, υπενθυμίζω ότι η νεοελληνική γλώσσα, παρά την κληρονομιά από τους αρχαίους σχηματισμούς, δεν έμεινε ανέπαφη από τον πολιτισμό, και από τον τρόπο σκέψης των σύγχρονων ευρωπαϊκών λαών. Κάτι το οποίο φαίνεται πρώτα από όλα στη δόμηση του λόγου, ο οποίος ταιριάζει με τις σύγχρονες γλώσσες της ελλ.-λατ. οικογένειας, και περισσότερο από κάθε άλλη με την ιταλική. Το ίδιο ισχύει και για την αλβανική. Ο D.L. επιβεβαιώνει πράγματι ότι σε γενικές γραμμές, η αλβανική σύνταξη είναι όμοια με την ιταλική : κάτι το οποίο επαληθεύει ότι η ιταλική μοιάζει με την καθομιλουμένη ελληνική.

      Οι γενικοί κανόνες της ταξινόμησης στα διάφορα μέρη του λόγου δεν διαφέρουν από τους ελληνικούς, και τους λατινικούς.

      Υπάρχουν όμως, όπως συνηθίζεται στην ελληνική με τα ουδέτερα, ουσιαστικά πληθ. που συμφωνούν με το ρήμα στον ενικό (βλ. Hahnσελ. 39)] καθώς και το αντίστροφο, τόσο στην ελληνική, όσο και στην λατινική, και την ιταλική. Ας δούμε το παρακάτω παράδειγμα για την πρώτη παρατήρηση : τè κόρρeτe èσςτeτè σόσουριτe ε jέτeσe (Ματθαίος XIII. 39), ο θερισμός είναι το τέλος του κόσμου, cf. ελλ. αδύνατά έστι, τά παιδία παίζει, τά ζώα τρέχει : για τη 2η ’νdή κά dράστα (ή dράσςτα Hahn) (63) φίκje, γjιθebότα jάνeμίκje, αν ο σάκος έχει σύκα όλος ο κόσμος είναι φίλος: bότα, στην αλβ. σικ. = η γλίτσα (βλ. S 25, 51), εδώ μπαίνει στη θέση του jέτα, ο κόσμος, ή γjίνdια, ο κόσμος, οι άνθρωποι (64), cf. ελλ. το στρατόπεδον ανεχώρουν, το στράτευμα αποχωρούσαν.

      Το κτήμα, ή η σχέση εξάρτησης, ποιότητας, στα ουσιαστικά μπαίνει στην γεν. πτώση εν. ή πληθ., οριστικής ή αόρ., για να εκφράσει κυρίως τη φύση του αντικειμένου : πχ. σςπία ε Ιοάννιτe, ήμα ε Τeνζότιτe, το σπίτι του Ιωάννη, η μητέρα του Κυρίου] νjερί bέσσeς, ο άνθρωπος της πίστης, δηλαδή ο πιστός] μίσς πούλjε (ή πούλιε), κρέας κότας, ή στον πληθ. πούλασςe, από κότες, εφόσον η λεγόμενη αφαιρετική πτώση του ουσιαστικού πληθ. χρησιμοποιείται ως γεν. ιδίως αόρ.] έτσι σςτάνedέρρασςe, στάβλος γουρουνιών, ή dέρραβε, τέλος dέρραβeτ.

      Τα παραδείγματα όπως κοκeρόγjέε, κοκeλέσςe, bουκeβάλje, ο ξεροκέφαλος, ο κουφιοκέφαλος, μακαρόνια με λάδι, και άλλα παρόμοια, διαμορφώνονται από τα σύνθετα κόκe, η κεφαλή, και ρογjέ-jα, είδος κοίλου δοχείου, και στρογγυλού (και η σφαιροειδή βόμβα, και το αστροπελέκι, cf. ρωγή, ρωγάς κτλ.), ή λέjσςe, το μαλλί] bούκe, το ψωμί, και βάλje, το λάδι. Επομένως καμία ένδειξη δεν μπαίνει στο ουσιαστικό που προηγείται ή ακολουθεί, ακόμη κι αν είναι επίθετο : έτσι στο κραχejεσςίλe (65), με πράσινα φτερά, συζέζe, με μαύρα μάτια (η μαυρομάτα), συκjένeζα, μάτια σκυλίσια, και άλλες τόσες λέξεις.

      Η γενική πτώση (με την οποία συγχέεται η δοτ. και η αφ.) δηλώνει επιπλέον την προέλευση, ή το σημείο εκκίνησης] και αυτό είτε με την πρόθεση πeρέι, ως συνήθως, είτε ακόμα και χωρίς αυτήν, η οποία όμως εννοείται : πχ. ράσςe (από ρέjα, ή ερέjα) βjέν σςίου, από τα σύννεφα (εκ των νεφών) έρχεται η βροχή] κουβένdι (66) ι λίκeγράσςedέλ, οι κακές κουβέντες κυκλοφορούν από τις γυναίκες] dίελιτeeγγρόχετeνjερίου, από τον ήλιο (με τον ήλιο) ζεσταίνεται ο άνθρωπος] ρέες bίε σςίου, από το σύννεφο πέφτει η βροχή: παρατηρούμε ότι για το περισσότερο χρησιμοποιείται ο σχηματισμός σε σς, ή σςe, αφ., και για το λιγότερο ο συνήθης σχηματισμός σε τ, ς, ή τe, σe, γεν. δοτ. αρσ. ή θηλ. Για την αφαιρετική σε σς, σςe, φέρνουμε σε σύγκριση την αφ. της λατινικής και την δοτ. της ελληνικής όπως η αφ. λατ. εφαρμόζεται στα παθ. ρήματα για να δηλώσει την αιτία μιας ενέργειας: και αυτά επίσης εκφράζουν τον τρόπο, το μέσον κτλ. Για την γενική πτώση αρκεί να υπενθυμίσουμε την γενική συνήθεια της ελληνικής, όπου αν και συνήθως υπάρχει μια πρόθεση, μερικές φορές αυτή λείπει.

      Όσο για τις πτώσεις που εξαρτώνται από τα επίθετα η αλβανική συμφωνεί γενικά με την νεοελληνική, και με την ιταλική.

      Στα επίθετα που διαμορφώνονται από τους νεοέλληνες με την αιτ. που κατευθύνεται από την πρόθεση από, οι αλβανοί βάζουν την γενική δίχως πρόθεση, ή την αιτ. με την πρόθεση μέ: πχ. πλώτeβέριε, ή μέ βέρe, ελλ. πλήρης (γεμάτος) από κρασί, ή με κρασί: μερικές φορές η πρόθεση με παραλείπεται (πχ. πλώτε βέρe), όπως κάποιο άλλο που στηρίζει την αιτ., με τον ίδιο τρόπο που συνηθίζεται στην ελληνική.

      Ο όρος σύγκρισης για τον συγκριτικό, καθώς προηγείται από το μόριο σέ (ή ’γκά) μπαίνει στην ονομαστική, εφόσον το σέ αντιστοιχεί στο ελληνικό ή, και στο λατινικό quam: μη ι μάθ σέ αί, ελλ. μείζων ή αυτός, majorquamille. Στον υπερθετικό μπαίνει η γενική : μή ι μίρι γjίθβε (ή γjίθeβε), ο καλύτερος όλων] ή μπαίνει το δευτερεύων ουσιαστικό στην αιτ. με την πρόθεση eμbί, πάνω: φόρτ’ ι μίρe’μbί γjίθe (επί πάντας) υπέρ πάντας, superomnes.

      S 263. Σχετικά με τις προσωπικές και δεικτικές αντωνυμίες, και με τα μόρια τους έχουμε επισημάνει τον πλεονασμό που χρησιμοποιείται βάζοντας εκτός από το μόριο και την αντων. : κάτι το οποίο συνηθίζεται τόσο στη ιταλική, όσο και στην νεοελλ.: πχ. amemipare, εμένα μου φαίνεται, όπως στην αλβ. μούα μeδούκετe. Αλλά στην αλβανική αυτός ο τρόπος συναντάται ακόμα πιο συχνά, και χρησιμοποιείται όταν θέλουμε να δώσουμε έμφαση, σύμφωνα με σύμφωνα με την πληροφορία του Hahn (βλ. S199).

      Αντί για τις προσωπικές αντωνυμίες, και οι αλβανοί (τουλάχιστον στην ιταλό-αλβ. και ελλ.-αλβ. διάλεκτο) έχουν υιοθετήσει στη γλώσσα τους τη χρήση κάποιου αφηρημένου ουσιαστικού μαζί με κάποιο κτητικό όπως και στην ιταλική, και την νεοελλ. Τέτοια είναι η έκφραση ζοτρ-ότε, = ζοτeρία-jότε, η ευγένεια σας (σου) στην νεοελλ. Το ουσιαστικό ζοτeρία κλίνεται στον ενικό, και έτσι το κτητικό : επομένως η γεν. δοτ. είναι ζοτeρίσe σάτε, εν συντομία ζοτρι-σάτε (67): η αιτ. ζοτρίν-τèνdε, κτλ. Στον πληθ. ζοτeρία jούαje, η ευγένεια σας κτλ. Τέλος σημειώνω ότι με τον τρόπο της καθομιλουμένης ελλ., το ρήμα σε τέτοιες εκφράσεις μπαίνει κυρίως στο 2ο εν., ή πληθ., σαν να ήταν η προσωπική αντων. αντί για ένα αφηρημένο ουσιαστικό : ζοτρότε τςè θούα, η αφεντιά σας τι λέει, αντί για τι λέτε, σε σύγκριση με το ελλ. πως έχετε η ευγενεία σας, πως είστε, στην αλβ. σί jέε ζοτρότε, πως είναι η αφεντιά σου] αλλά αν αναφέρεται σε πολλά πρόσωπα, σί jίνι ζοτeρία jούαje, πως είστε. Όμως τέτοιοι τρόποι θα πρέπει να θεωρηθούν γραμματικά λάθη] και νομίζω ότι καλύτερα να ακολουθούσε τους σωστούς κανόνες, τόσο η καθομιλουμένη ελληνική, όσο και η αλβανική.

      S 264. Η υποτακτική στα ρήματα έχει τον δικό της τρόπο στις υποθετικές προτάσεις] αλλά εκεί όπου η ελληνική, και η ιταλική βάζουν το μόριο δυνητικής, αν, ει, se, η αλβανική μπορεί να το παραλείψει βάζοντας μόνο το τe : πχ. Ζότe, τejέσςε κeτού, νούκedούαιjeτeβdίς βeλάι ίμe, Κύριε, αν εσύ ήσουν εδώ δεν θα πέθαινε ο αδελφός μου : παρόλα αυτά θα μπορούσαμε να πούμε, Ζότε, νή jέσςε (ή ίσςιjε, έσςιjε) κeτού κτλ. Τα μόρια κούρe, όταν, σί, όπως, εφόσον, όταν έχουν υποθετική έννοια σχηματίζονται με την υποτακτική, και όταν κυριολεκτούμε με την οριστική : πχ. γρούαjα, κούρε πjέλ (ή πίελ), κά χέλμe (68) σέ ψέ (69) έρδι κόχα ε σάιje: πό κούρeτeπjέλe(ή πjέλιje) djάλeνe(djάλιν), νούκ’ ε κουιτόν (70) μή σςτρeγγίμνe (-μιν), η γυναίκα όταν γεννά (οριστική) έχει άγχος, γιατί έρχεται η ώρα της: αλλά όταν θα έχει πια γεννήσει (υποθετικός) δεν θυμάται πια το άγχος κτλ. Ιωάννης XVI. 22. Το μόριο νdή, νή, se, όταν η φράση αναφέρεται στον μέλλοντα ενώνεται με τον αόρ. ευκτ. υο. ελλ. εάν μή συγχωρήσητε (-σοιτe). Αλλιώς και το υποθ. νή, νdή, και το σί μπορεί να μπει στην οριστική: πχ. ’νdή dό, αν θες, νdή èσςτeκjè, αν είναι να κτλ. ] σί σςκόι, όπως, μόλις πέρασε] σί πάνeυλe, όταν είδαν το άστρο (βλ. Hahnσελ. 86) Ματθαίος ΙΙ. 10] ε σί τά eμψόνι (eμπeσόνι) μίρe, και όπως θα ξέρετε, Ματθαίος ΙΙ. 8.

      Έτσι χρησιμοποιείται η υπ. με την αντίστοιχη αντων. στην ιταλ. coluiilquale, chi, ελλ. όστις, όταν έχει υποθετική έννοια : πχ. αί κjè τe’νdάιjeγρούαν ε τίje, έ τε μάρρeτjάτeρe, εκείνος που χωρίζει την γυναίκα του και παίρνει μια άλλη κτλ., Ματθαίος XIX. 9. Αλλά εκεί όπου στην ελληνική θα χρησιμοποιούσαμε σε αυτές τις περιπτώσεις τον αόρ. υπ., ή ενεστ. παρατ. ευκτ., και στην λατινική τον ενεστ. υπ., η αλβανική βάζει τον ενεστώτα υπ., ή τον αόρ. υπ. ευκτ.. Αυτός ο χρόνος χρησιμοποιείται και όταν θέλουμε να ευχηθούμε, ή να καταραστούμε, όπως στο ρόφτe, έ ζοτρόφτe, να ζήσει και να βασιλέψει κτλ.] και γενικά για την επιθυμητική ασςτού κeλόφτe αλβ. σικ. (κοινώς κjόφτe), ας είναι. Υπενθυμίζω το ομηρικό τίσειαν Δαναοί, να πληρώσουν την τιμωρία οι Δαναοί κτλ., και το αλβανικό βdέκσςια μή μίρe, καλύτερα να πεθάνω (71).

      Για το απαρέμφατο, το γερούνδιο, ή την παθ. μετοχή που προηγείται διάφορων μορίων, έχουμε μιλήσει στο S 231. Εδώ θα αναφέρω ακόμα μια συγκεκριμένη φράση της αλβ., που κατά κάποιο τρόπο ισχύει σαν γερούνδιο, βάζοντας το κύριο ρήμα μπροστά από κάποιο άλλο ενώνοντας το με το συνδετικό έ: πχ. ίσςτ’ έ φλή, αυτός κοιμάται, ίσς έ σςκρούαιje, έγραφε, κτλ.] και δηλώνει μια πράξη που έχει διάρκεια, όπως η ιταλική φράση stadormendo, stavascrivendo, που εξηγεί την αλβανική. Όσο για την έννοια αυτή η φράση θα μπορούσε να συγκριθεί με τα ρήματα της ελληνικής τυγχάνω, ειμί, έχω : γράφων ετύγχανε, γράψας είχε, τυγχάνων ών, αν και εδώ χρειάζεται τη μετοχή. – Σε μια παρόμοια φράση το γερούνδιο σχηματίζεται με το ρήμα βέτε, όπως : βέτε τούε κλάρε, πάει κλαίγοντας. Αλλά η ουδέτερη παθ. μετ. μερικές φορές μπαίνει ως απόλυτο : πχ. τè θήνeτeκeτά, του αυτού, ή και χωρίς το μόριο τè. Αυτό συμβαίνει κυρίως στις αρνητικές υποθετικές προτάσεις : πχ. πά σόσουρeφjάλeν, πριν να τελειώσει τα λόγια του, ή δίχως να τελειώσει τα λόγια του. Αλλά σε αυτόν τον τρόπο μπορεί να μπει η μετοχή αντί του απαρεμφάτου (βλ. S 132), αν και ο Hahn, σελ. 89., το ονομάζει απόλυτη μετοχή, και μάλιστα μόνο σε αυτού του είδους τις φράσεις μπορεί κανείς να δώσει τέτοια ονομασία. Εκτός από τα παραδείγματα που καταγράφω αλλού, όπου δίνεται στον μετοχικό σχηματισμό η έννοια απαρεμφάτου, είτε πριν από το τè στην τοσκ., είτε πριν από το με στην γκ., θα πρέπει να αναφέρουμε κάποιες φράσεις, στις οποίες αυτός ο σχηματισμός με την πρόθεση πέρ, πèρ, έχει παρόμοια χρήση με εκείνη του ιταλικού απαρεμφάτου με το da, ή με το per: βάιζα ίσςτeπèρ τè μαρτούαρe, lafanciulla è damaritare, η κοπέλα είναι της παντρειάς] αί τς’ ίσςτeπèρ τè άρδουρe, coluiche è pervenire, ή chehadavenire, Ματθαίος XI. 3.] jάμeπèρ τè ’γγρήνe, πèρ τè νίσουρe, iosono (sto) permangiare, perpartire, είμαι έτοιμος να φάω, να φύγω (72). Μερικές φορές μπαίνει η πρόθεση μbè, ή με, που σε ορισμένες τοσκ. φράσεις θυμίζει το γκ. μόριο του απαρεμφάτου: πχ. τςè βjέν με θήνe? τι πάει να πει;, ή σημαίνει;

      S 265. Πολλές αναλογίες στις πτώσεις συναντάμε και ανάμεσα στα ρήματα της αλβ., και της ελλ. Πράγματι εκείνα που έχουν τη σημασία του νιώθω, ακούω, για παράδειγμα, παίρνουν εύκολα την γεν. δοτ.] εκτός από το dιγjόιje που κατά λέξη σημαίνει κατανοώ, καταλαβαίνω: όμως το γjέγjεμe, ακούω, ιταλ. αλβ. παίρνει συχνά την γεν.: dό γjέγjεσς σάτ’ ήμe, αν και στο θα ακούσεις την μητέρα σου, παίρνει ακόμα αιτιατική. – Ομοίως εκείνα που δηλώνουν προέλευση από ένα τόπο παίρνουν γενική] και αυτή η πτώση, εκτός από την προέλευση, μερικές φορές δηλώνει την αιτία : πχ. βdέσσeουρίε (ή ουρίετ αφ.), πεθαίνω της πείνας] ή την πορεία, έτσejeούδeς (ούδeσe)] βjέν ούδeβετ, πατάει πάνω στους δρόμους, ή παίρνει τους δρόμους (με την πρόθεση μbί που χρειάζεται την αιτιατική βjέν ’μβί ούδατe)] σςκόιjeφίjeν (φίενe) γjeλπήρeς, περνώ την κλωστή από την βελόνα. Το αντικείμενο το οποίο δέχεται την πράξη μπαίνει στην γεν. δοτ. : πχ. ι bίε dέρeς, χτυπώ την πόρτα] bαγeτίς ρά φλjάμe, η ασθένεια χτύπησε το ζώο (73), αν δεν χρησιμοποιείται μια πρόθεση όπως το eμbί, eνdè, τότε παίρνει την πτώση που θα της ταίριαζε: πχ. ’μbί dέρeν, eνdè dέρe] και εκείνο στο οποίο απευθύνεται η παράκληση, με το ρήμα λjούττεμe : πχ. ούνeλjούττεμeΠερeνdίς (74), παρακαλώ τον Θεό, ελλ. δέομαι του θεού. Αλλά ρήματα όμως που σημαίνουν παρακαλώ, διατάσσω παίρνουν την αιτιατική, και ορισμένα μπορεί να παίρνουν κα τις δυο πτώσεις: φάλjεμe, κλίνω, χαιρετώ κτλ. παίρνουν όπως και το λjούττεμe γεν. δοτ.

      Γενικά στην γεν. δοτ. μπαίνει το άμεσο αντικείμενο] και στην αιτιατική το έμμεσο. Σε αυτό η αλβανική συμφωνεί αρκετά με την ελληνική, περισσότερο την αρχαία παρά την σύγχρονη] με αυτήν όμως συμφωνεί στην συνήθεια να χρησιμοποιεί πιο συχνά τις ονομαστικές από τις προθέσεις.

      Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε τις απόλυτες αιτ. οριστ. και αόρ., που μπαίνουν στην αλβανική, όπως και στην ελληνική, για να δηλώσουν τον χρόνο, το μέτρο, όπως το dίτeν, η μέρα, (την ημέραν)] νjè πeλήμe ι γjέρe. Η αιτία, ο σκοπός, και παρόμοια, όταν δεν εξαρτώνται από μια πρόθεση, έχουμε ήδη επισημάνει ότι εκφράζονται με την γεν. δοτ.

      S 266. Νομίζω όμως ότι θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή στη δομή των αλβανικών προθέσεων λόγω των πολλών κοινών χαρακτηριστικών που έχουν με τις ελληνικές.

      Πρώτα από όλα όμως θα πρέπει να εκθέσω ένα δικό μου συλλογισμό σχετικά με την σύνταξη των δυο προθέσεων κά, ή ’γκά, τέ (και ’νdέ πιθανή μετατροπή του τέ)] οι οποίες επισημαίνονται από τον Hahn έτσι που να ενώνονται με την ονομαστική, κάτι το οποίο δικαίως εναντιώνει τον Bopp (σελ. 47). Ο ίδιος συγγραφέας ωστόσο σημειώνει πως υπάρχουν και παραδείγματα αυτών των προθέσεων που συντάσσονται με την γεν. δοτ., ενώ σχετικές παρατηρήσεις έχουν γίνει και από εμένα (βλ. S 253-4).

      Η γνώμη μου είναι πως δεν μπορεί, ούτε πρέπει να θεωρηθεί κατάλληλη η ονομαστική μετά από αυτές τις προθέσεις, σε τέτοιου είδους εκφράσεις. Σε περιπτώσεις που η ονομαστική μπαίνει μετά από τις συγκεκριμένες προθέσεις, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε μια ελλειπτική φράση, έτσι που για παράδειγμα το κά σςπία, κά dέιτι, να ανταποκρίνεται πράγματι στο από εδώ, ή προς τα εκεί που είναι το σπίτι, η θάλασσα] τέ dέρα, τέ βρέσςτα (ή βένeσςτα) στην, στην πόρτα, ή στο αμπέλι, δηλαδή εκεί όπου είναι το σπίτι κτλ. Και όντως τα μόρια κά, ’γκά, τέ, έχουν ιδιότητα επιρρήματος, και το πρώτο συχνά χρησιμοποιείται ως τέτοιο: κά ρί (κά=πή), πού είσαι] κά βjέν, από πού έρχεσαι] κά σςκόν, από πού περνάς, κτλ. (βλ. S 253).

      Όσο για το μόριο τέ, να και δεν συναντάμε επίρρημα με αυτή τη μορφή, χρησιμοποιείται ως τέτοιο το τέκ, ή τέκe, συντόμευση του τέ-κου, εκεί όπου. Τώρα το τέ σε αυτές τις φράσεις δεν πρέπει παρά να ληφθεί υπόψη ως αντικατάσταση του πληρέστερου σχηματισμού τέκe. Αυτός πράγματι, ή το ισοδύναμο του τέκ, χρησιμοποιείται μπροστά από ένα ουσιαστικό ή αντωνυμία που ξεκινά με φωνήεν : πχ. τέκ ούδα, στην οδό, =τέ-κού ούδα] τέκ αί, από αυτόν, δίπλα σε αυτόν, = τέ-κού αί. – Μετά την αποσαφήνιση της ακριβούς σημασίας των μορίων κά, τέ ή τέκ, γλυτώνουμε από όνειδος της άποψης σχετικά με την οποία η ονομαστική στηρίζει μια πρόθεση, άποψη την οποία δεν θα μπορούσαμε να ανεχθούμε : και βέβαια αυτή η άποψη έχει όλα τα πειστήρια. Φαίνεται όμως ότι θα πρέπει να παραδεχτούμε πως από τη χρήση της ελλειπτικής προθέσεως τυχαίνει να συναντάμε σε ορισμένες φράσεις τη λέξη κά, ’γκά, όπου δεν θα ταίριαζε μια τέτοια δομή: αυτό το φαινόμενο όμως δεν μας εκπλήσσει σε κάποιο ακαλλιέργητο ιδίωμα.

      S 267. Σχετικά με τις υπόλοιπες προθέσεις που έχουμε δει, θα έχουμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε στην συνέχεια, πως εκείνες που υποδηλώνουν μετατροπή παίρνουν γενικά την γεν. δοτ., ενώ σε αυτό συμφωνούν συνήθως με τις αντίστοιχες ελληνικές : πχ. άφeρ dέετιτe, ελλ. πλησίον της θαλάσσης ] bρνèdα (=πeρèνdα) σςπίς, ελλ. ένδον, εντός της οικίας] jάσςτα (ή jάσςτe) dέρeς, ελλ. έξω, εκτός της θύρας, ή πόρτας = της πύλης, κτλ. Κατά τον ίδιο τρόπο η πρόθεση κόνdρe, ή κούνdρe, αν και λατινικής φυσιογνωμίας (=contra), θέλει την γενική : πχ. κόνdρ’ ανeμίκουτe, = κατά του εχθρού] κόνdρe ατίje = κατά αυτού. Ο D.L. βάζει την γεν. δοτ. και στο σικούνdeρσε (cf. σικούνdeρ), που στην τοσκ. χρησιμοποιείται σαν επίρρημα. Την ίδια δομή έχουν τα πάς, μετά, πός, πέρα: πχ. πάς ασάιje, πίσω από αυτή, ατίje, από αυτόν : οπίσω αυτής] πράπα ή πeράπα, προς τα πίσω, πeρπάρα, μπροστά, cf. από, πάρος, πρό: πχ. πeράπα ή πeρπάρα μέjε, μετά ή πριν από εμένα] πόσςτe, ή πeρπόσς, κάτω (cf. πάς), όπως υπό ελλ.: πeρπόσς μάλιτe, κάτω από το βουνό, υπό του όρους] και σίπeρ, ή σίπρe = υπέρ, λατ. super, σίπρe σςτeπίς = υπέρ, επί της οικίας, πάνω στο σπίτι, μάλjιτe, ή μάλιτe, το βουνό κτλ.

      Όμως το σίπeρ, σύμφωνα με κάποιους συνοδεύεται ακόμα από την αιτ. (75), όπως νèν, eνdèννe, κάτω, μπορεί να έχει την γεν. όπως και το ελλ. υπό (ένερθε), και την αιτ., πτώση η οποία καταγράφεται μόνο από τον Hahn : ου φσςέ (=ου φσςέχe) eνdèννeγούριν, ή γούριτe, κρύφτηκε κάτω από την πέτρα.

      Η πρόθεση πeρέι (ή πρέι), από, (και το ισοδύναμο πέ) γενικά το συναντάμε με την γεν., όπως το ελλ. παρά, παραί όταν σημαίνει από, του] ή με τα ουσιαστικά πληθ. στην γεν. αφ. Αλλά το πρέι μπορεί επίσης να έχει την έννοια του προς, σε, και παρότι σε αυτήν την περίπτωση παίρνει επίσης την γενική, ορισμένοι βάζουν (σωστά κατά την γνώμη μου) την αιτιατική, όπως έχουμε δει (76).

      Οι προθέσεις που σχηματίζονται με κάποιο ουσιαστικό δικαίως χρειάζονται την γενική : πχ. νeμέσσeδρόμιτe, στη μέση του δρόμου] μ’άνe, πeράνe, eνdάνeλούμιτe, από την μεριά, δίπλα στο ποτάμι κτλ.] τα πέρ, περ, eμbί, μέ, παίρνουν την αιτιατική, και δεν απέχουν από τα συγγενικά της ελλ. υπέρ, περί, αμφί, και από το νεοελλ. μέ (=μέτα), που είχε πάντα την αιτ., ή (όσον αφορά στα πρώτα) από το λατινικό per. Έτσι το eνdèρ, eνdέρ, = inter λατ., παίρνει κι αυτό αιτ. Δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το ότι το νe, ’νde = εν, σε, στην αλβανική παίρνει την αιτ., ενώ το αντίστοιχο εν σε κάποιες ελληνικές διαλέκτους, κυρίως στις βόρειες, στους Βοιωτούς, και στον Πίνδαρο εντοπίζεται με την αιτιατική (βλ. Ahrens. dor. 213, 237, 359): έτσι το από στην νεοελληνική γλώσσα παίρνει ομοίως την αιτιατική, όπως το προαναφερθέν μέ, αντί του μετά, το οποίο με την συγκεκριμένη έννοια στην κλασσική γλώσσα θα έπρεπε να παίρνει πάντα την γενική. Έτσι όπως το από και το μέ, η πρόθεση πά, ή πα, της οποίας έχουμε αποκαλύψει την συγγένεια με το απάε, = από, στην αλβανική παίρνει την αιτιατική. Ο συγκεκριμένος τρόπος διαμόρφωσης των προθέσεων της αλβανικής πλησιάζει εν μέρει την ιταλική συνήθεια : είναι όμως γνωστό ότι σε πολλές ιδιαιτερότητες της σύνταξης η ιταλική πλησιάζει περισσότερο στην ελληνική, από ότι στην λατινική. Από την άλλη η αλβανική συμμερίζεται (αν και όχι στο ίδιο βαθμό), και τις δυο βασικές γλώσσες της πελασγικής οικογένειας, ή ελλ.-λατινικής (77). Άλλωστε με σκοπό την αποσαφήνιση αυτού του φαινόμενου επιχειρείται η παρούσα έρευνα.

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Sunday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS