Demetrio Camarda: Η ελληνική καταγωγή της αλβανικής γλώσσας (μέρος 21)

Share

                                                   ΕΠΙΛΟΓΟΣ      

 

      S268. Θα πρέπει τώρα να αναφέρουμε ξανά εν συντομία τις κυριότερες, και πιο χαρακτηριστικές ομοιότητες, μεταξύ της αλβανικής και της ελληνικής γλώσσας από γραμματικής απόψεως.

      Η διαμόρφωση των λέξεων συμφωνεί στις δυο γλώσσες, εφόσον συναντάμε τις ίδιες παραγωγικές καταλήξεις και στις δυο τόσο στα ουσιαστικά όσο και στα ρήματα, όπως και στις άκλιτες λέξεις.

      Η κλίση των ουσιαστικών στην αλβανική παρουσιάζει πολλά κοινά σημεία με την ελληνική, και σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιεί τους, ελάχιστα παραποιημένους, αρχαίους σχηματισμούς όπως εκείνον της γεν. δοτ. πληθ. σε βε = φι. Ιδίως η κλίση των θηλυκών μπορεί να θεωρηθεί σχεδόν ίδια με εκείνη της ελληνικής.

 

      Τα άρθρα των δυο γλωσσών είναι ουσιαστικά τα ίδια : σε βαθμό που υπάρχει μεγαλύτερη ομοιότητα μεταξύ της αλβανικής και της ελληνικής, από ότι μεταξύ της ιταλικής, ρουμάνικης, ή γαλλικής με την λατινική.

      Στις αντωνυμίες, αν και είναι αρκετά διαφορετικές, εντοπίζονται τα ίδια ριζικά στοιχεία, καθώς και αναλογίες στον σχηματισμό, ή στην σύνθεση.

      Η πλειοψηφία των παραγωγικών καταλήξεων στο ρήμα της αλβανικής εντοπίζεται και στην ελληνική] όμως η αλβανική διατηρεί από τη μια κάποια ίχνη αυτών οι οποίες στην ελληνική έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό, και από την άλλη, κατά αναλογία με τις νεολατινικές γλώσσες, ή τις γερμανικές, έχει ελαχιστοποιήσει τους σχηματισμούς στους απλούς της χρόνους. Σε αυτό όμως βαίνει σχεδόν παράλληλα με την νεοελληνική, με την οποία ταιριάζει μοναδικά.

      Ενδιαφέρον παρουσιάζει στα αλβανικά ρήματα η ομοιότητα των 2ων παρακειμένων με τους πιο αρχαίους της ελληνικής, με την ίδια μετατροπή του ε σε ο. Βέβαια συναντάμε και ίχνη του 1ου , και 2ου αορίστου με τον ελληνικό τρόπο.

      Θα πρέπει επίσης να αναφέρουμε τα μέσο-παθητικά ρήματα σε με. – Κι αν σε ορισμένους σχηματισμούς του παρατατικού σε σςα η αλβανική απομακρύνεται από την αρχαία, πλησιάζει ωστόσο την νεοελληνική.

      Οι μετοχές της αλβανικής τόσο σε μe, όσο και σε νe= ρe (ν = ρ), φαίνεται να σχετίζονται αρκετά με εκείνες της ελληνικής γλώσσας. Έπειτα παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η μετοχή ενεστώτα ενεργ. σε οις, ις, ες, στην οποία μας εκπλήσσει η ομοιότητα με την αιολική, τόσο στην ποιότητα, όσο και στην μορφή.

      Κάποιο ίχνος του αρχαίου απαρεμφάτου της ελληνικής μπορεί τυχαία να εντοπισθεί στην αλβανική.

      Γενικά ανάμεσα στις αλβανικές και τις ελληνικές μορφές, αν παρατηρήσουμε προσεκτικά τις πρώτες, και λάβουμε υπόψη τις φωνητικές μετατροπές, και τον διαφορετικό χαρακτήρα του κάθε ιδιώματος, καθώς και τις αλλαγές που επέρχονται από τον χρόνο, ή από τα ιστορικά γεγονότα του κάθε λαού, ανακαλύπτουμε μεγαλύτερες αναλογίες από ότι εκείνες μεταξύ των νέο-λατινικών γλωσσών και της λατινικής.

      Όσο για τα άκλιτα μέρη του λόγου, τα επιρρήματα παρουσιάζουν μεγάλη  ομοιότητα με τα ελληνικά τόσο στους σχηματισμούς] κάποιοι από τους οποίους είναι χαρακτηριστικοί της ελληνικής] όσο, και ακόμα περισσότερο, στις ρίζες. Ο δεσμός μεταξύ των δυο γλωσσών είναι μεγαλύτερος στις προθέσεις (αν και ορισμένες της αλβανικής σχετίζονται με εκείνες της ιταλικής)] και θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι συμφωνούνε και στον τρόπο δόμησης.

      Δεν είναι μόνο οι προθέσεις που ταιριάζουν στην σύνταξη με την ελληνική] αλλά εν μέρει και τα ουσιαστικά, ή τα επίθετα, και τα ρήματα.

      Έτσι στο σύνολο της σύνταξης η αλβανική γλώσσα συμφωνεί αρκετά με την πιο σύγχρονη ελληνική, και με τις νεολατινικές γλώσσες: παρόλα αυτά σε κάποιες ιδιαιτερότητες θυμίζει περισσότερο την αρχαία ελληνική.

      Αν παρατηρήσουμε το υλικό σύνθεσης της γλώσσας, ή τις ρίζες, θα ανακαλύψουμε πολλά κοινά στην κληρονομιά των δυο γλωσσών. Θα πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε επίσης ότι η αλβανική συμμερίζεται περισσότερο από ότι η ελληνική το στοιχείο που ονομάζουμε πελασγό-ιταλικό (78). Γεγονός το οποίο υποδεικνύει την πρώιμη αρχαιότητα, ή οποία πιθανόν φτάνει στις απαρχές της ελληνικής, και της λατινικής γλώσσας] εφόσον η αλβανική ακολουθεί τον ίδιο κορμό με αυτές. Εκτός όμως από μορφολογικής απόψεως, και από λεξικής, κατά την γνώμη μου, αποκαλύπτεται η μεγαλύτερη σχέση της αλβανικής με την ελληνική, από ότι με την λατινική.

      Ακόμα κι αν βρεθεί κάποιος σοβαρός γλωσσολόγος που να μην δέχεται το βαθμό συγγένειας που εγώ αποδίδω στην αλβανική γλώσσα (την οποία άλλοι πριν από εμένα είχαν θεωρήσει ως ένα κατάλοιπο ενός αρχαιότατου πελασγό-αιολικού ιδιώματος), νομίζω ότι τουλάχιστον κανείς δεν μπορεί να μη δεχτεί την σύνδεση της με τις λεγόμενες ελλ.-λατινικές, ή ελλ.-ιταλικές γλώσσες.

 

                                          Σημειώσεις (ΣΤ).

(1)         Το ‘ράλe σχετίζεται με το ράδιο-ς, και το raru-s, λόγω του λ=ρ και δ: είναι όμως διαφορετικό από το ράδ-e (-a), νεοελλ. η αράδα, ρίζα άρω, ή ραδιος;

      Η λέξη κούρe, η σειρά, ή κατά λέξη η παράταξη, των Τυράννων (Hahn) πιθανόν σχετίζεται με το λατινικό cohor-s: μέ κούρe, σε παράταξη.

(2)         Από πeρπjέτe λόγω αποκοπής γίνεται και ρeπjέτe, όπως από πeρπάρα, ρeπάρα.

(3)         Το αλβ. σικ. βάλε-βάλe σημαίνει ο καλά ζεσταμένος επίρρ. και επίθ.] για τη λέξη κύμα λένε βάγ’ε. Αυτές οι λέξεις φαίνεται να σχετίζονται με ένα τμήμα του άβουλe (ελλ. αύελλα), ο ατμός, όπου αβουλόιje, βeλjόιje, ψήνω, βράζω κτλ. (και βαλjόιje) και με ένα τμήμα του βάλλω, όπως βάλ-α ή βαλe-jα, = βαλλισμός, ο χορός.

(4)         Με το πάκj και πάκjα σχετίζονται τα πάκjόιjeκαι παιτόιje, ειρηνεύω, ή παικτόιje, το ίδιο, και διαπραγματεύομαι : το παιτόιje ή πάjτόιje σημαίνουν και αμύνομαι, όπου παjτώρ, ειρηνοποιός, ή δικηγόρος : ρίζα pacτου pac-iscor, pango, κτλ. (βλ. CurtiusII. 98, 111, 241): cf. Σημειώσεις (Β) 15.

(5)         Οι δύο λέξεις έχθος και άχθος, παρά την διαφορετική τους σημασία, ίσως έχουν την ίδια ρίζα.

(6)         Διαφορετικό από το άφτ-ι, ή άχτ-ι, είναι το γκ. όφσς-ι (και όφσς-α;), ξέσπασμα ανέμου, ή φωτιάς, (Hh. Diz.), και το ουσιαστικό της αλβ. ιταλ. όχτ-α και όχ-α (Chetta), ορμή, δύναμη, πνοή. Σε ένα στοίχο της ωδής για τον Λάζαρο διαβάζουμε : φρίμα έ dρίτα, όχτα ι ου λjόσe, τέ dούαρτe ε τίρε γjέλα ι ου σόσe: η πνοή, το φώς, το σθένος του έσβησαν (πέθαναν), η ζωή του τελείωσε στα χέρια τους.

      Σον Chetta καταγράφεται όχα ε ζjάρμιτe, η θέρμη, η δύναμη της φωτιάς] στα ποιήματα του DeRada : οχτα ε σςίουτe, το ξέσπασμα βροχής. Το όφσςι και το όχτα (χ=φ) φαίνονται να είναι η ίδια λέξη] αλλά το ιταλ. αλβ. όχα, όχτα, σχετίζεται περισσότερο με τα ανάλογα της ελληνικής, όχος, οχός, όπου οχυρός, ή με το όχθ-η, -ος (ορισμένες φορές = μόχθος), και τέλος με το οχετός, τα οποία περιέχουν όλα την έννοια της ισχύος, και κάποια την έννοια του μέσου.

(7)         Είναι ίδιος ο σχηματισμός του τεjματάνe, από μεριά σε μεριά, στην άλλη μεριά, = τέjbè-άτe-άνe.

(8)         Παρά την ομοιότητα στον σχηματισμό της λατινικής λέξης cur, γιατί; δεν νομίζω να σχετίζεται με το αλβ. κούρ ή κούρe, πότε. Πιο πιθανό να σχετίζεται η λατ. με την αντων. ka-s, quis, cui, και ίσως με το are-s, ομοίως με το qua-re, του οποίου πιθανόν να αποτελεί εξαρχής μια συντομογραφία.

(9)         Αν και θα μπορούσε κανείς να φαντασθεί πως το τέπερ προέκυψε από το σίπερ, είναι πιθανότερο το επίρρ. τέπερ, υπερβολικά, πάρα πολύ] όπου το ρήμα τεπερόιje, υπερτερώ, και άλλες λέξεις] να προέρχεται από το επίρρ. πeρ-τέι: η έννοια είναι κάπως διαφορετική, αλλά δεν είναι αντιφατική με την αναλογία του τοπικού επίρρ. πeρ-τέι, εάν αντιστρέψουμε τα σύνθετα τέι-περ, τέ-περ] ή θα πρέπει να παραπέμπει στο ουσιαστικό τέπεjα;

(10)                       Ο D.L. σωστά σχετίζει το parandai με το παρελθόν] το basandai με το μέλλον, = πασανdάι : σύνθετο το πρώτο από το πάρe, το δεύτερο από το πάς, και ανdάι.

           Το μασί, από μας = πάς, και σί, σημαίνει αφού, εφόσον, στην σκοδριανή.

(11)                       Είναι αντίθετο στο κολάι, εύκολα, το επίρρ. και επίθ. φεσςτίρeή βεσςτίρe, δύσκολος, ο αηδιαστικός (αυστηρ-ός : cf. βeλjόιje κτλ. = αβουλjόιje), ή και ισχυρός, γόνιμος (Hahn) κατά επέκταση : βeσςτίρεμe, σχηματίζεται από την δεύτερη σημασία για να δώσει την έννοια του με πιάνει ναυτία. Το φόρτe, φόρτςιμ, επίσης, σημαίνει δύσκολος.

           Στο δοκίμιο γκ. μετάφρασης του C. 16 του s. Gio. που καταγράφεται από τον Hh. Ι. σελ. 299-300, στον στοίχο 21 διαβάζουμε : νούκ ε κουjτόν μά τè φeσςτίρeτe, αντί για ουκέτι μνημονεύει της θλίψεως] όπου η συγκεκριμένη έννοια του φeσςτίρe ή βeσςτίρe ταιριάζει απόλυτα με το αυστηρός, τά αυστηρά αντί τά δεινά.

(12)                       Ο Ascoliπιστεύει ότι θα ήταν αντί για το γjά, γjάν, το sant, asant, το οποίο βέβαια πλησιάζει το γκ. σενd, το πράγμα, το οποίο ίσως αυτός ονομάζει πολύτιμο πετράδι ινδοευρωπαϊκή (βλ. frammentilinguistic, από τα πρακτικά του Ινστιτούτου Λομβαρδίας, σελ. 15, Milano 1865). – Σε αυτό το άρθρο είδα με χαρά πως ο φιλόλογος μας είχε αποδοκιμάσει  τις απόψεις του Blau, τον οποίο κι εγώ έχω διαψεύσει στις Σημειώσεις (Α) 25.

(13)                       Σχετικά με το τίνες βλ. Hahn(Ι. σελ. 253), ο οποίος το σχετίζει με το Tinia, επίθετο του Βάκχου, και TinaGioveEtrusco, και τέλος με το ελληνικό Δήν.

           Αλλού όμως εντοπίζεται η σανσκρ. ρίζα tam, όπου το λατ. tene-brae (Schl. σελ. 716): σχετικά με το φσςέχας βλ. SS 58, 103.

(14)                       Θα πρέπει να επισημάνουμε πως μερικές φορές αυτή η κατάληξη φαίνεται να είναι μόνο χαϊδευτική, όπως το πάραζε, στους στοίχους που διαβάζουμε στον Rh. C. σελ. 13: βασςεζό νέστερ τeβέμι, πάρα πάραζε τ’ι θέμι τè μαρτέσeσε σά-νe, πρέ τ’ ε dσήνeπeρίνdε τά-νe, το οποίο νομίζω ότι θα μπορούσε να μεταφραστεί ως εξής : Ω μικρούλα! Αύριο πάμε, και με το πρώτο φως θα πούμε για το γάμο μας, ώστε να το μάθουν οι γονείς μας.

(15)                       Τον ίδιο σχηματισμό έχει και το αλβ. σικ. αμάχjεζιτ, από τον πόλεμο, μεταξύ των πολεμιστών : ρίζα μάχη.

(16)                       Το κλίσςκαζe ίσως σχετίζεται με το κλίτςe] το κοπάρθι με το κόπ-τ-ω, γιατί μοιάζει στο σχηματισμό με το κόπηθρον, κλείθρον, σκήπτρον, κτλ.

(17)                       Έχουμε αλλού υποθέσει την προέλευση του κjίσς, ή κjύσς, με την έννοια του πράγματα, από το κάφσςe = causa.

(18)                       Δεν ξέρω αν το επίρρ. τήλε, τάλε, σχετίζεται με το δηρόν, ενώ θα πλησίαζε περισσότερο τον αλβ. σχηματισμό dάλε, όχι όμως στην έννοια, εκτός κι αν μεταφέρουμε την ιδέα του χρόνου στον χώρο : κάτι το οποίο συνηθίζεται στα ιδιώματα.

(19)                       Το ουσιαστικό φάρα, η σπορά, ή φάρρα (Hahn), για να μην συγχέεται με την φάρα, cf. φάρσος, θα μπορούσε να σχετίζεται με το φυρ, φύρω, φύραμα; Όμως για το φάρα, η σπορά, θα πρέπει να υπενθυμίσουμε το λατ. far-rum, far-ina (βλ. Curt. στα προαναφερθέντα Ι. 264-5) ρίζα bhar = φερ, παράγω, με το οποίο πιθανόν σχετίζεται το άλλο αλβ. ουσιαστικό bάρ-ι, το χορτάρι] cf. και ελλ. φορβή.

(20)                       Το bέιτε στη θέση του ίσως, το οποίο καταγράφεται από τον Hahn (Diz.) είναι τούρκικη λέξη, βλ. Blau το προαναφερθέν άρθρο.

(21)                       Με το ριζικό εγγύς σχετίζονται φυσικά τα eγγάς, eγγέτe, αγγίζω κτλ., και eγγίσσe, ή eγγίττe(=εγγίζω), κολλάω, ενώνω : όμως το eγγjίje, και επιπλέον το νjίι σκοδρ., ενώνω, νομίζω ότι σχετίζεται με το νjί, ένας: cf. Σημειώσεις (Γ) 25.

(22)                       Με το αλβ. σικ. ’νdούτου είναι πιθανόν ίδιο το dότ του Hahn, καθόλου, αντί για ’νdότ (eνdότe = eν-τότe). Το τούτι συνηθίζεται στην ελλ. αλβ.: πeσέ jάμeβάιζejό σί τούτι, σί αjό τςè κά τςιφούτι, Rh. C. σελ. 13. Και σποραδικά.

(23)                       Στην λέξη γjούαιje ο Hahn δίνει πολλές σημασίες, που δεν μπορούν να έχουν την ίδια ρίζα. Αυτός για παράδειγμα της αποδίδει και την σημασία του καλώ, η οποία οφείλεται στο κλούανje, = κjούαιje, κλύω ελλ. Για την έννοια του μοιάζω παραπέμπει στο γjάιje, στο αλβ. σικ. γλάσje, 2ο και 3ο πρόσωπο γλέτ, μοιάζω : και αυτή η λέξη θα μπορούσε να σχετίζεται με το είκελος, είκω, εικάζω (ρίζα jικ, εικ, δικ, δjικ, cf. δείκω, έοικε, βλ. Curt. ΙΙ. 227-9), αλλά πιθανότερα εγώ την σχετίζω με το γλαύσσω, λεύσσω. Όσο για το γjούαιje, γjάιje, χτυπώ, κυνηγώ, ή απρόσωπο συμβαίνει, μπορεί να σχετισθεί με το jacio, icio, ή με το ελλ. ιώκω, διώκω, ή καλύτερα με το κλάω (κλαδάω, cf. λατ. clades), παραπέμποντας στο ουσιαστικό γjά-jα, = *κλά, ή *γλά-jα, το κυνήγι.

           Θα πρέπει όμως να συγκρίνουμε με το γjάjα και τη ρίζα της σανσκριτικής ja, πάω, που αναγνωρίζεται στο ελλ. δα του αρχαίου δα-τέν = ζητείν, που έγινε από ja = dja = ζα, ζη, ψάχνω, πάω ψάχνοντας (cf. S 118, nn.). Με το αλβ. γjά (όπου τότε δεν θα χρειαζόταν να υποθέσουμε το μαλάκωμα του λ) θα μπορούσε να θεωρηθεί ίδιος ένας σχηματισμός του αρχαίου dja (=γjά) όπως στην λέξη γjάλe, ο ζωντανός.

           Μια άλλη τροποποίηση της ίδιας ρίζας, ακόμα και στην ίδια γλώσσα, μπορεί να είχε δημιουργήσει κι άλλες λέξεις.

(24)                       Για τη λέξη εικάζω χρησιμοποιείται καλύτερα το απικάσe, από το ελλ. απεικάζω (βλ. Hahn Dizion.).

(25)                       Έχουμε δει πως το άσ μπορεί να ενώνεται και με άλλες λέξεις όπως στο ασ-πάκe, τελεία, necparum, ασ-γjή, τίποτα απολύτως, neremquidem.

(26)                       Το χεκjίμe είναι τουρκική λέξη (Hh). και σημαίνει γιατρειά, ενώ στην αλβ. : deρτίμe, eνdρέπα, eνdρέκjjα, eνdρέκj-μεjα, -ουρα, οριστική.

(27)                       Το ίδιο παρατηρείται και στο yàta, yat, το οποίο μπορεί να είναι ουδέτερο, αλλά και σύνδεσμος = quod (ib. p. 46).

(28)                       Έχουμε επισημάνει σχετικά με τις αντωνυμίες πως το κjè, όπως και μερικές φορές η αντωνυμία της ιταλικής che, χρησιμοποιείται ως αναφορικό, ενώ οι προθέσεις που χρειάζονται εννοούνται : όμως η αλβ. συχνά βάζει την αντων. ή το μόριο της δεικτικής αντων.: πχ. αί κjè ι δουρόι μη τè σςούμe, εκείνο το οποίο του ταίριαζε περισσότερο, Λουκάς VII. 2 : jά ’Ισραιλίτι ι βeρτέτeκjè μbè τè νούκ’ èσςτedjαλλeσί, να ο πραγματικός Ισραηλίτης, που δεν έχει κακία, Ιωάννης Ι. 48.: βλ. HahnGram. σελ. 102, Dizion. Σελ. 54 και συνέχεια.

(29)                       Αυτή η λέξη, η οποία είναι συγγενική με το κόπ-τω, κοπίς, προφέρεται και κόπeσα, ενώ υπάρχει κα το μολίτσα (από το μολίσe, μολjέψe;): ο Stier, n. 186-87, υποψιάζεται το κώνωψ, και το μύλη. Θα πρέπει έπειτα νε διαχωρίσουμε το κόπσα (κόψα), το αγκίστρι, αντίθετο του θιλέ-jα (cf. θήλυ, εια), που πιθανόν έχουν την ίδια προέλευση.

(30)                       Για αυτές τις φράσεις βλέπε τον Hahnστα ll. cc.

(31)                       Ενδιαφέρον παρουσιάζει το επίρρ. σά που μερικές φορές ενώνεται με την αιτ. : πχ. Ε μjέρα κjè σ’κάμ bάχτ, - bούρρeνjè θeρίμeσά τσίτσeνeτίμe, η δύστυχη, που δεν έχω τύχη, έχω για άντρα ένα μικροσκοπικό σαν το στήθος μου, Hh. ΙΙ, 133. Η λέξη bάχτ, τύχη, είναι τούρκικη.

(32)                       Το σέ = τι, χρησιμοποιείται για τους συγκριτικούς όπως το ιταλικό che, γαλλ. que  : αλλά στην σκοδρ. μπορεί να σημαίνει το ή το διαζευκτικό, και το όπως, = σί.

(33)                       Και στην νεοελλ. πολλοί λένε νά αντί για αν.

(34)                       Θα αναφέρω ένα μόνο παράδειγμα από την Ιλιάδα XX. 32-4, βάν δ’ίμεναι πολεμόνδε θεοί…ηδέ Ποσειδάων γαιήοχος, ηδ’ εριούνης Ερμείας κτλ.

           Για την αλβανική αρκεί να ανοίξουμε την Κ. Δ. και θα το συναντάμε συνέχεια. Διαμορφώνεται από τον συνδυασμό με άλλα μόρια.

(35)                       Δεν θα μπορούσε να έχει σχέση και το ιταλ. pure, αν όχι però το οποίο φαίνεται να προέκυψε από το per-hoc?

           Οι γκέγκοι χρησιμοποιούν και το μόι, ή μώι αντί του αλλά, το οποίο ίσως σχετίζεται με το όμως.

(36)                       Σχετικά με την δωρική συνήθεια, ιδίως λακωνική, του ρ αντί για ς, παραπέμπω στον CurtiusII. 39: μούρκορ = μύσκος] μιρ-γάβωρ = μισ-γήως (crepuscolo)] τίρ = τις, κτλ.] και στον Ahrensdor. 71-4.

(37)                       Το πράν με την έννοια του πριν, πρώτα, cf. σανσκριτικό pra, συναντάται και σε μερικές άλλες σύνθετες λέξεις όπως το pran-veraγκ., η άνοιξη. Με αυτές συνδέονται οι ελληνικές λέξεις πρίν, πρό, πράν δωρ., πρώην, πρωί κτλ. (Curt. Ι. 249).

(38)                       Αυτό το ιδίωμα συχνά διατηρεί κάποια πανάρχαια κατάλοιπα : ωστόσο συμφωνεί σε πολλά με την αλβανική.

(39)                       Υπενθυμίζω τη λέξη με-νάττe(νάτe) ως άμα νυκτί. – Ενδιαφέρον είναι επίσης η φράση μέ κόχe, εν καιρώ (το κόχe, φαίνεται εν συντομία του οκωχή αντί για καιρός).

           Το μέ άνe σημαίνει με το μέρος του, ή μέσω του, από, και παίρνει την γενική. Φαίνεται να διαμορφώνεται από τον συνδυασμό της πρόθεσης μέ και του ουσιαστικού σί, το μάτι, το ρήμα μεσίνje, κλείνω το μάτι.

(40)                       Υποθέτω ότι η ελλ. και αλβ. πρόθεση κα εξαρχής ίσως δεν διέφερε από το εκ, λόγω μετάθεσης : όσο για το φωνήεν cf. γά=γέ.

(41)                       Και στην τοσκ. σε διάφορα μέρη της Ελλάδος λένε όμως κά, ιδίως στις Σπέτσες, και στην Ύδρα. Σε ένα ποίημα διαβάζουμε : βάλjeτeε bλέε κά μοναστίρι, το λάδι το αγοράζει κανείς από το μοναστήρι, ακριβώς όπως θα λεγόταν στην ιταλό-αλβ.

(42)                       Με όλον τον σεβασμό προς τον διακεκριμένο Bopp μου φαίνεται πιο αληθοφανής αυτή η συσχέτιση παρά εκείνη που κάνει εκείνος (σελ. 43) με την σανσκριτική πρόθεση sa-kam, cum, con.

(43)                       Βλέπε παραπάνω τη σημείωση (40) σχετικά με το κά, του, από, =εκ (;)

(44)                       Στον D.L. σελ. 196, εντοπίζεται το τέ (tè) στη θέση του τέje, για την έννοια του από εκεί, από εδώ] και αυτός του δίνει, σαν πρόθεση, την αιτιατική πτώση : telùmene, από την από δω μεριά του ποταμού, teperrùune, από την από κει μεριά του ρέματος.

(45)                       Βλέπε CurtiusΙ. σελ. 273. – Στον Bianchi έχουμε λόγω αποκοπής der = nder. Ο Bopp πιστεύει ένα μόνο πράγμα ’νdè, και ’νdèρ, ή  der, νdέρ, και υπενθυμίζει το περσικό der, ender, = σανσκριτικό antar.

(46)                       Δεν έχει δίκιο ο Bopp όταν, στην σελ. 41, μας βεβαιώνει ότι αυτή η λέξη λείπει από τον D.L., ο οποίος την καταγράφει στην σελ. 200, ανάμεσα στα τοπικά επιρρήματα με την μορφή siperi.

(47)                       Στην υπόθεση του σύνθετου σί-περ, όπως στο τέ-περ, η πρόθεση πέρ μόνη της θα δήλωνε την έννοια του πάνω] και αυτό την βολεύει για το μόριο με το περί και υπέρ, και το επιβεβαιώνει η λατινική συνήθεια, όπου το per έχει την ικανότητα να ανεβάζει τα επιρρήματα στον υπερθετικό (βλ. CurtiusI. 239). – Αλλά σχετικά με το τέπερ δεν μπορούμε να παραλείψουμε το ουσιαστικό τέπε-jα, cf. Σημειώσεις (Β) 101, αν και πιθανόν υποδηλώνει διαφορετική προέλευση.

(48)                       Το π μετά το μ είναι γνωστό ότι στην νεοελληνική προφέρεται μπ, και στην αλβανική : εμποδίζω (embodìzo), αλβ. ’μbοδίσe, εμποδίζω, cf. ’μbοδιάσe, δυσκολεύω] ’μbάιje, = *εμπάω κτλ.

(49)                       Ομήρου Ιλ. ς΄ : τά δ’όπισθεν αρεσσόμεθα] και Ησίοδος ή πού πολλά μετεστοναχίζετ’ οπίσσω, Scut. Hercul. βλ. 92.

(50)                       Και το πόσςτe αποτελεί πρόθεση : πόσςτe μάλjιτ, κάτω από το βουνό, βλ. Hahn σελ. 91., αν και πιο συχνά χρησιμοποιείται σαν επίρρημα.

(51)                       Ο σχηματισμός που καταγράφεται από τον Hahn ως γκ., και αναφέρεται από τον Bopp, μbάρα αντί για πράπα, eμbράπα, δεν ξέρω σίγουρα αν το eμbάρα μοιάζει περισσότερο συγγενικό με το πάρα από ότι με το πράπα.

(52)                       Αντί για πράπεσμι γίνεται και πράσμι, αλβ. σικ. πράμπι, ή πράπeμι γκ., όπου πράπeμεjα, το τέλος. Είναι ωστόσο αξιοσημείωτο ότι πολλές λέξεις προέρχονται από το πράπα, πχ. το επίθετο ι πράπι, ο αντίστροφος, ο καταραμένος, ο παράξενος, ο ανώμαλος] το ρήμα πράπe, εμποδίζω (απωθώ), πραπετσόιje, ή ’μbραπeσόιje, αντιστρέφω, καταστρέφω, ανάστατον ποιώ] πραπeτσία, ’μbραπeσία, η ατυχία, η αναποδιά] πράπeτe επίρρ.,  ανάσκελα, ανάποδα, ή ουσιαστικό η αναποδιά (βλ. Hahn Diz. 104-5).

(53)                       Ίσς βdέκουρe, έ πά ρόι, ήταν νεκρός και ξαναζωντάνεψε, και ανέζησε, L. XV. βλ. 24 : φαίνεται ως αποκοπή του πάλιν.

(54)                       Η ελλ. πρόθεση παρά μετατράπηκε σε πeρ στο ρήμα πeρ-μeλjέσe (Rh.) που νομίζω = παρα-μελέω, και σημαίνει σπάω, παραβιάζω, κυρίως την σαρακοστή, cf. παρ αιολ. = παρά: και για αυτήν cf. Σημειώσεις (Γ) 23.

(55)                       Σύμφωνα με την παραπάνω υπόθεση σχετικά με το πρέ = πρέ-ς, πρό-ς, δεν θα πρέπει να την μπερδέψουμε με την άλλη πρόθεση πρέ = πρό, η οποία δεν φαίνεται να χρησιμοποιείται πέρα από συνδυασμούς, αποκαθιστώντας καλύτερα το πάρα με την γενική.

(56)                       Η λέξη καρσςί (κάρσςι) που καταγράφεται από τον Hahn ως συνώνυμη με το κούνdρe φαίνεται τουρκικής προελεύσεως, αν και θα μπορούσε να σχετίζεται και με το κάρσιος (καρσία), ο εγκάρσιος, ή που βρίσκεται πλάγια. Στην ίδια οικογένεια θα μπορούσαμε να ταξινομήσουμε το γκ. ρήμα κρασςόιje, συγκρίνω.

(57)                       Παρόλα αυτά το σανσκριτικό satjas θα μπορούσε να ταξινομηθεί κάπου ανάμεσα στο αλβ. (γκ. σκοδρ.) ι βέτουμι, ο μόνος, και το ελληνικό επίθ. Fέτυμο-ς = έτυμο-ς, αληθινός, αυθεντικός, ή ετήτυμο-ς: με τον οποίο τελευταίο σχηματισμό έχω ήδη σχετίσει το αλβ. επίθ. ι φeτέτι (φeτέτ-eμι, -τουμι), ο πραγματικός, επίρρ. φeτέτe, πράγματι. Το βέτς = vèce στην σκοδρ. χρησιμοποιείται με την έννοια του μονάχα.

(58)                       Εδώ θα προσθέσω ότι θα μπορούσε ίσως κανείς να σκεφτεί το εν, και το ένη (=τελευταίος), τελικά, εν τέλει, επομένως μέχρι, έως.

(59)                       Ο Curtius Ι. 308 σχετίζει με τις ρίζες rath, rat, και τα *ε-ρέτ-jω = ερέσσω, και υπη-ρέτ-ης κτλ.

(60)                       Το ι σςκρέτι με το προθετικό σς προέρχεται από το ρήμα που έχουμε δει κρέιje, κρένιje, αποκόβω, παίρνω, χωρίζω, = κρίνω, λατ. cerno, σανσκρ. kar, kir-ami, πετώ εκτός, προς (βλ. S30).

           Από το ι σςκρέτι έχουμε επομένως τα ε σςκρέτ-α, ή σςκρετία, η μοναξιά, η έρημος, και άλλα παράγωγα, όπως το ρήμα σςκρετόje, απομονώνω, ερημώνω.

(61)                       Αυτό αναφέρεται συγκεκριμένα στους χριστιανούς αλβανούς που ανήκουν στην Ανατολική Εκκλησία.

(62)                       Στο έργο του ο Blau φαίνεται να μην αμφισβητεί την αρχαιότητα αυτού του αλφάβητου, και αναδεικνύει την συγγένεια του με εκείνο της Λυκίας το οποίο μοιάζει σχεδόν ελληνικό : ίσως αυτό είναι το πιο έγκυρο μέρος του έργου του.

(63)                       Αυτή η λέξη που ο Hahn μεταφράζει σάκος, λείπει από το Diz., ενώ υπάρχει το όμοιο του τράστ-α: σε αυτό το παράδειγμα γράφεται dράσςτα. Στην αλβ. σικ. τράστα = dράστα, η τσάντα, ο ταξιδιωτικός σάκος. C.f. δράσσω, δράττω, δράξ, δράστης.

(64)                       Όσο για κάποια από τα υπόλοιπα παραδείγματα που καταγράφει ο Hahn (σελ. 39) δεν θα συμπεριλαμβάνονταν σε αυτήν την εξαίρεση εάν τα λάβουμε υπόψη ως ουδέτερα ενικού, όπως σκέφτηκα στο S 182, αντί για ουσιαστικά πληθυντικού. Έτσι δεν είναι απαραίτητο να οφείλεται σε κάποια άλλη εξαίρεση η αντωνυμία ενικού μαζί με το ουσιαστικό πληθυντικού: πχ. στο λjύειj(ή λjύεχj προστακτική) κρίετeτάτe, άλειψε το κεφάλι σου, όχι τè του, το οποίο θα ήταν ο πληθυντικός, όπως επισημαίνει ο Hahn: στο παράδειγμα djάθτeίσςτeτè πίκeτe το επίθ. μπορεί να θεωρηθεί και ουδέτερο, το τυρί είναι πικρό. Έτσι πιστεύει ο Rh. (βλ. ll. cc).

(65)                       Έχουμε επισημάνει πως το jεσςίλe είναι τούρκικη λέξη, και σημαίνει ο πράσινος. Στην αλβανική ι βέρδe, και ι γjέλbουρe] ο λαός όμως έχει συνηθίσει να μπερδεύει αυτές τις λέξεις, δίνοντας συχνά στο ι βέρδe, που σημαίνει πράσινο, την έννοια του κίτρινου, και το ιγjέλbουρe, που θα είχε αυτήν την έννοια, το οποίο όμως χρησιμοποιείται για την έννοια του ξανθός, παίρνει την έννοια του πράσινου. Cf. viridisλατ., gialloιταλ., gelb γερμανικό. – Η νεοελληνική επίσης χρησιμοποιεί για τα χρώματα διαφορετικές λέξεις από τις αρχαίες: κίτρινος, πράσινος, κόκκινος, μαβί, αλβ. τè ρίμτe] άλικο, το οποίο αντιστοιχεί στο αλβ. άλ-ι, θηλ. άλ-ε (Hahn). Θα πρέπει να αναφέρουμε το επίθετο της αλβ. λjαρόσς (Hh), ανοιχτό γαλάζιο, των ματιών, και γενικά ποικιλόχρωμος, παρδαλός, cf. ελλ. λαρός.

(66)                       Η λέξη κουβένdι, ο διάλογος, το οποίο βρίσκει αναλογία στο νεοελλ. ρήμα κουβεντιάζω, φαίνεται να σχετίζεται με τα λατ. conventus, convenire.

(67)                       Αν αναφερθούμε σε τρίτο πρόσωπο θα λέγαμε, ζοτeρί-σάje, της, στην Αφεντιά σας, από την ονομαστική ζοτeρία ε σάje, ε τίje, η Αφεντιά σας, αντί για ζοτeρίς ε σάιje.

(68)                       Το χέλμe (βλ. SS 28. 160-4) πρώτα από όλα σημαίνει δηλητήριο, και διατηρείται στην γκ., και στο ρήμα χελμόιje, -νje: πχ. Hh. Ι. σελ. 146: σί ούν κούς πό μουνdόχετe, - εδέ νέπeρκα τ’ ε πί, - πρέι γjάκουτe τ’ έμeχελμόχετe.

           Θα πρέπει επίσης να επισημάνουμε τη λέξη νέπeρκα, η οχιά, αλλιώς, νεπκèra, που oStier ν. 146 σχετίζει με το βλάχικο, napartica, δίχως μέλη. Ίσως δεν θα μπορούσε να σχετισθεί με την πέρκη, είδος ψαριού, ή με το πέρκος, μαύρος, στιγματισμένος, κλαδωτός, ως νήπερκ-ος;

(69)                       Το σέ ψέ, ή πeσέ, είναι ένας πλεονασμός του απλού πe-σε, per-chè.

(70)                       Σχετικά με το κουjτόιje το οποίο συγκρίναμε αλλού με το λατ. cogito, επιβεβαιώνει τη συσχέτιση αυτή το κείμενο της γκ. μετάφρασης (βλ. Hh. I. σελ. 300) όπου λέει: ου κουjοτύα Κρίσςτι, σέ dό τ’ ε πύσιν, δηλαδή έγνω, (Ιωάννης 16, 19.) γνώρισε, εννόησε, σκέφτηκε.

           Σε ένα από τα ακόλουθα παραδείγματα παρούσιάζει ενδιαφέρον το ρήμα eμπeσόιje, κατά λέξη μαθαίνω, διδάσκω (πείθω).

(71)                       Δεν ξέρω πως ο Hahn στην σελ. 57, του Diz., για την λέξη κjίjeremhabeo κτλ., στο παράδειγμα : κjίφσςα (=κjίφσςια) κτλ., βεβαιώνει ότι στην χρήση της υπ. ευκτ. η αλβ. τείνει σε αυτή την περίπτωση προς τις δυτικές γλώσσες, επειδή η νεοελληνική χρησιμοποιεί περισσότερο τον ενεστώτα οριστικής (βλ. ενταύθα). Θα ήταν όμως προτιμότερο να υπενθυμίσουμε πως παρόμοια χρήση της ευκτ. υπ. συμφωνεί με τους τρόπους της κλασσικής ελληνικής γλώσσας.

(72)                       Το νίσουρeείναι η μετοχή του νίσεμe, ή νίσσεμe, φεύγω (cf. ελλ. νίσσομαι, πάω), που στην τοσκ. έχει τον σχηματισμό της ενεργ. νίσσe, ή νίσe, -ιje με την έννοια του εκκινώ (βλ. App. S. L. C. XV. nn.).

           Σε ορισμένα παραδείγματα μια παρόμοια φράση έχει την έννοια του ιταλικού απαρεμφάτου με το di, όπως : Έ σ’ ε bεσσόιjeπèρ τè σςπeτούαρe, και δεν πιστεύω να ξεφύγει, βλ. Αλβ. Τραγούδια Hahn ΙΙ. 133.

(73)                       Η λέξη φλjάμα πιθανόν σχετίζεται με την λατινική flamma με μεταφορική έννοια. Δεν βρίσκω καμία αναλογία μεταξύ του βαγeτία και της λέξης ζώο, ούτε με το bαστίνα, κτηματική περιουσία, το οποίο θυμίζει το βοιωτικό βάστακες, ο γαιοκτήμονας. Το σκοδρ. είναι bακτία = bαγeτία: βλ. Hh. I. 224 για αυτή τη λέξη σχετικά με το Macetia = Macedonia. – Επισημαίνω ωστόσο ότι αντί για bαγeτία, το ζώο, μπορεί να παραπέμπει στο βαβάζω, βάζω, φωνάζω, βελάζω, μουγκρίζω, βάγμα, κτλ., εννοώντας το βέλασμα. – Για το bαρία, το ζώο, cf. βάριχος, το κοπάδι.

(74)                       Σχετικά με αυτό το όνομα (Περeνdία, Θεός), της τοσκ., ο Blau (op. c. p. 661) κάνει μια εύλογη υπόθεση. Αυτός απομακρύνεται από την άποψη του Bopp, που στη σελ. 57. n. 62 op. c., ο οποίος λανθασμένα κατά την άποψη μου θέλει να σχετίσει τη λέξη περeνδία με τη λέξη imperator, imperans, η οποία σίγουρα σχετίζεται με το περeνdόρ-ι, -εσςα αλβ. σικ. (βλ. S 170)] ενώ διαπιστώνεται στο δεύτερο μέρος του ουσιαστικού, σύμφωνα με την δικιά μου άποψη αλλά και άλλων, η σανσκρ. ρίζα div, όπου η λατ. dues, dious, δίος, Δις ελλ. Στο πρώτο μέρος πέρ, ή πέρeν αυτός βλέπει τη σανσκριτική ρίζα pra = par = per (ελλ. πλη, πληρ, plen-us). Με την ευκαιρία, υπενθυμίζοντας AnnaPerennaτων Ρωμαίων θεωρεί τη λέξη Perenna σύνθετη των  Pernna, έπειτα το Anna ίδιο με το αλβ. χάννα = χήννα, θεότητα η οποία υποθ΄τει πως δεν είναι άλλη από την Πανσέληνο. Ο Hahn (Iσελ. 237, 250) αναφορά από τον Blau, θεωρεί επίσης την AnnaPerenna των Ρωμαίων μια πελασγική θεότητα, όμοια με την αλβανική χάννα] το d τότε θα προέκυψε από το n (βλ. και Hh. σελ. 268 σχετικά με το όνομα περeνdί). Μου φαίνεται επίσης άξιο αναφοράς το λατ. επίρρ. peren-dieλόγω συμφωνίας με το ουσιαστικό της αλβ. περeνdία, στον τρόπο σύνθεσης. – Ωστόσο αν η ρίζα που αναφέρεται από τον Blaupra δεν μπορεί με σιγουριά να θεωρηθεί ως το πρώτο μέρος του περeν-dία, μου φαίνεται πιθανό (αν όχι σίγουρο) δεν πρέπει να την αναζητήσουμε σε λέξεις πέρα από εκείνες που έχουν παρόμοιες ρίζες, όπως είναι (εκτός από το pra= πλη) το σανσκριτικό para-s, altissimus, cf. αλβ. πάρe, ι πάρ-ι κτλ.] para-m, υπέρ, cf. ελλ. πέραν, αλβ. πeράν, ή πρά] pari, ù pari, = περί, υπέρ, pro, per, κτλ., που όλα δηλώνουν υπεροχή, προαγωγή, και παρόμοιες έννοιες: Έτσι η λέξη Περeνdία, σημαίνει Θεός (ή Ζευς) υπέρτατος, ή κατά προσέγγιση υπέρ θεϊκός, πέραν Διός, ή κατά τον Blau απόλυτη θεότητα. Το ν, μπροστά από το d, μπορεί να είναι ευφωνικό, αν δεν σχετίζεται με το param, κτλ. – Άξια αναφοράς είναι η θηλ. κατάληξη του ουσιαστικού που περισσότερο σημαίνει θεότητα, παρά Θεός: κάπου αλλού έβλεπα το αλβ. dίεjα, συρρικνωμένο dία, η γνώση, λόγω αλλαγής της κατάληξης.

(75)                       DeRada, Milosaoσελ. 16.: σίπeρ κeσςτένjατe, όχι κeσςτένjαβετ, πάνω στα κάστανα.

(76)                       D. R., Milos. σελ. 22 (και Νάπολη 1847), prèitùttieghèrete, στην τοσκ. πρέι τούτjε χέρατe(ή χέρeτe) ε bάρδα. – Όσο για το πρέι, με το οποίο σχετίζεται το προς θα πρέπει να υπενθυμίσουμε τις διάφορες, και μάλιστα αντίθετες σημασίες της ελληνικής αυτής πρόθεσης ανάλογα με την περίπτωση.

(77)                       Ο Reinholdop. cit. toτο επιβεβαιώνει χωρίς δισταγμούς (βλ. εισαγωγή).

(78)                       Έχω επισημάνει κι αλλού το πόσο υπερβάλουν ορισμένοι μιλώντας για την λατινική παρέμβαση στην γλώσσα των αλβανών. Παρόλα αυτά και από πολλές λέξεις που καταγράφονται σε αυτό το έργο αποκαλύπτεται αυτή η παρέμβαση σε μεγάλο βαθμό, γεγονός το οποίο θα πρέπει να αποδοθεί είτε στην συγγένεια των λαών αυτών, ή στην κατάκτηση της Ηπείρου από τους ρωμαίους, ή καλύτερα, όπως φαίνεται πιο λογικό, και στους δυο αυτούς παράγοντες.

           Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι πέρα από το καθαυτό λατινικό στοιχείο αποκαλύπτεται το ιταλικό: παράδειγμα είναι το ρήμα κeρκόιje, ιταλ. iocerco. Όμως και αυτή, όπως και άλλες λέξεις μπορεί να έχουν στήριγμα στην ελληνική και την λατινική, ενώ υπάρχουν άλλες που δεν το έχουν, και παρόλα αυτά φαίνονται να μην εξαιρούνται από τις λέξεις που δανείζονται από την ιταλική, αλλά ίδιες στην Ιταλία και την Ήπειρο. – Τέτοιες θεωρώ πχ. το πένσα, πινjάλι, το μαχαίρι, μόκeρα, η μυλόπετρα, σςέρρα, lasciarra, ο καβγάς, με ήδη γνωστές φωνητικές παραλλαγές: και άλλες αρκετές που θα μπορούσαν να συλλεχθούν από τον Hahn, τον Stier, τον Reinhold, οι οποίοι τις καταχώρησαν στο σύνολο των αλβανικών λέξεων, και από τα ίδια τα αλβανικά κείμενα.

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Friday the 20th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS