Τσάκωνες: Οι πανάρχαιοι Έλληνες της Πελοποννήσου και η σχέση της τσακωνικής με την αλβανική γλώσσα

User Rating:  / 0
PoorBest 
Share

 

Η καταγωγή των Τσακώνων

Η άποψη ότι οι Έλληνες εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια του μεσαίωνα ανατρέπεται από το γεγονός της ύπαρξης των Τσακώνων, μιας ελληνικής πληθυσμιακής ομάδας που ζει στη νοτιοανατολική Πελοπόννησο και διατήρησε μια αρχαία ελληνική διάλεκτο. Η Τσακωνιά περιλαμβάνει το νοτιοανατολικό τμήμα της επαρχίας της Κυνουρίας του νομού Αρκαδίας, που εκτείνεται από τις ανατολικές υπώρειες του Πάρνωνα (Μαλεβός) μέχρι τις ακτές του Αργολικού κόλπου. Η πρώτη αναφορά για τους Τσάκωνες ή Τζέκωνες έγινε από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Ζ’ που τους στρατολόγησε σαν «απελάτες» και δεν δίστασε να τους ταυτίσει με τους Λάκωνες. Με το όνομα «Τσακωνιά» από τον 13ο αιώνα, όπως φαίνεται από τις γραπτές πηγές της περιόδου της Φραγκοκρατίας, προσδιορίζεται μια περιοχή που περιελάμβανε και εδάφη της Λακωνίας. Οι Βυζαντινοί δεν μπορούσαν να αποδεχτούν τη γλωσσική τους ιδιαιτερότητα, αφού ο πατριάρχης Ισίδωρος και ο λόγιος Μάζαρις χαρακτήριζαν ως βαρβαρική την τοπική ελληνική διάλεκτο που μιλιόταν στην περιοχή. Αυτό το έκαναν με την έπαρση του πρωτευουσιάνου, με την ίδια έπαρση που οι αρχαίοι Αθηναίοι αποκαλούσαν μερικές φορές τους Ηπειρώτες και τους Μακεδόνες ως βαρβάρους. Και όμως η σύγχρονη γλωσσολογία και αρχαιολογία έχει αποδείξει ότι η γλώσσα των αρχαίων Ηπειρωτών και των αρχαίων Μακεδόνων ήταν μια από τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Το ίδιο ισχύει φυσικά και για τα τσακωνικά. Επομένως, η λέξη βάρβαρος και βαρβαρική γλώσσα δεν σήμαινε απαραίτητα τον αλλόφυλο ή τον αλλόγλωσσο.

            Οι πηγές της εποχής των Παλαιολόγων, στηριζόμενες στην παρήχηση των ονομάτων, τεκμαίρουν την πελοποννησιακή καταγωγή των Τσακώνων και τους ταυτίζουν με τους αρχαίους Λάκωνες. Πολλές απόψεις είχαν διατυπωθεί παλιά για την καταγωγή των Τσακώνων, οι οποίες δεν έχουν την παραμικρή επιστημονική αξία. Οι Τσάκωνες είχαν θεωρηθεί Σλάβοι ή Ινδοί πειρατές, διότι tsakon στα ινδικά σημαίνει πειρατής! Άλλοι είχαν υποστηρίξει ότι οι Τσάκωνες ήταν Έλληνες από τη νότια Ιταλία. Κάποιοι άλλοι έκαναν την υπόθεση ότι τα εθνωνυμικά Τσάκωνες – Λάκωνες – Μακεδόνες συνδέονται με τους αιρετικούς Παυλικιανούς που εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια. Ο Αδαμάντιος Κοραής ταύτισε τους Τσάκωνες με τους Καύκωνες και την Καυκωνία, ένα αρχαίο φύλο που σύμφωνα με τον Στράβωνα «πλείους δ’ εισί λόγοι περί των Καυκώνων: και γαρ Αρκαδικόν έθνος φασί, καθάπερ το Πελασγικόν, και πλανητικόν άλλως, ώσπερ εκείνο». Ο FriedrichTiersch (Θείρσιος) της Βαυαρικής Ακαδημίας Επιστημών δημοσίευσε μια πραγματεία για την τσακωνική διάλεκτο. Αν και αρχικά διατύπωσε την άποψη ότι η τσακωνική είναι σλαβική γλώσσα, τελικά οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για εξέλιξη της αρχαίας Ιωνικής των κατοίκων της Κυνουρίας μαζί με λείψανα της Πελασγικής, μια άποψη φυσικά που δεν ευσταθεί. Κατά την περίοδο της φραγκικής κατάκτησης της Πελοποννήσου (13ος αιώνας), ο Γουλιέλμος Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε τη βυζαντινή Μονεμβασία και καθυπέταξε τους Μηλιγγούς του Ταϋγέτου και τους Τσάκωνες, οι οποίοι ήταν μέχρι τότε ουσιαστικά ανεξάρτητοι. Όπως μας πληροφορεί το Χρονικό της Μονεμβασίας, οι Τσάκωνες εγκαταστάθηκαν στην Τσακωνία και στη Μονεμβασία το 582 μ.Χ., κυνηγημένοι από τους Εζερίτες που κατέλαβαν την κοιλάδα του Ευρώτα. Βέβαια το κατά πόσο όλα όσα αναφέρει το Χρονικό της Μονεμβασίας είναι αληθινά, είναι θέμα προς διερεύνηση. Μετά τη νίκη του Γουλιέλμου Βιλλεαρδουίνου το 1246 διασώθηκαν δεκαπέντε μόνο τσακωνικές οικογένειες, οι οποίες κατέφυγαν στον Πάρνωνα, και συγκεκριμένα σε μια μικρή και χαμηλή κοιλάδα γνωστή ως Χούριο. Από το Χούριο τα απομεινάρια των Τσακώνων μετοίκησαν στον ορεινό Πραστό, ο οποίος στη  τουρκοκρατία γνώρισε μεγάλη οικονομική ακμή. Ο Πραστός πυρπολήθηκε το 1826 από τον Ιμπραήμ Πασά, γεγονός που είχε ως συνέπεια τη μετοίκηση των Τσακώνων του Πραστού στο Λεωνίδειο που είναι η σημερινή τσακωνική πρωτεύουσα.

Υπάρχουν τέσσερεις βασικές προτάσεις για την ετυμολογική προέλευση του ονόματος Τσάκωνες και του τοπωνυμίου Τσακωνιά:

1. Τσάκωνες < *Εξω-Λάκωνες, που βασίζεται στην υπόθεση ότι πρόκειται για λαό της «εξωτερικής Λακωνίας». Οι περισσότεροι ερευνητές δέχονταν αυτή την πρόταση, στηριζόμενοι στην επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ο Κ. Άμαντος (Κ. Αμάντου, «Τσακωνιά - Sclavonia», Αφιέρωμα εις Γ. Χατζιδάκιν, Αθήναι 1921, σελ. 130-4) Έχει εντούτοις επισημανθεί ότι δεν μαρτυρείται λαός ή τοπωνύμιο *Εξω-Λάκωνες / *Εξω-Λακωνία και ότι η παρουσία των Τσακώνων στην Αρκαδία θα καθιστούσε δύσκολη αυτή την ονομασία. Είναι ακόμη χαρακτηριστικό ότι οι ίδιοι οι ομιλητές δεν χρησιμοποιούσαν για τον εαυτό τους αυτόν τον προσδιορισμό ή τον έμαθαν από εξωτερική επίδραση.

2. Τσάκωνες < τράχων, -ωνος «δυσπρόσιτος και τραχύς τόπος», πρόταση που παρουσίασε ο Χ. Συμεωνίδης (1972). Ωστόσο, η εικαζόμενη τροπή /tr/ > /ts/ είναι φωνητικά δυσχερής και αντιτίθεται στις προϋποθέσεις λειτουργίας τού νεοελληνικού τσιτακισμού.

3. Τσάκονες < διάκονες / διάκονοι, όπως αποκαλούνταν οι βοηθητικοί στρατιώτες με ελαφρύ οπλισμό που είχαν αποσταλεί στην Πελοπόννησο τον 8ο αιώνα. Την άποψη αυτή πρότεινε ο Στ. Καρατζάς (1976). Αν ισχύει η τελευταία πρόταση, το εθνωνύμιο θα έπρεπε να γράφεται με -ό-: Τσάκονες, όπως και το αντίστοιχο τοπωνύμιο: Τσακονιά (Θ. Μωυσιάδη (Εισαγωγή στη μεσαιωνική και νεοελληνική ετυμολογία, Αθήνα 2005, σελ. 126-7).

4. Η βυζαντινολόγος Ελένη Αρβελέρ αναζήτησε μέσα από τις ιστορικές πηγές τη σχέση των «τσακώνων» με τους όρους «ζάκα-σάκα», που σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Σάθα έχουν αραβική προέλευση. Οι όροι αυτοί που σημαίνουν τη φρουρά και τη συνοδεία ενός πρίγκηπα προέρχονται από το «ζάκων-σάκων» που αναφέρεται σε εκείνον που αναλαμβάνει τη φύλαξη. Επειδή είναι συνηθισμένη η μεταβολή σ-ζ σε τζ-τσ στην αρχή μιας ξένης λέξης όταν μεταγράφεται στα ελληνικά, έχουμε τους όρους «τζάκων» και «τσάκων». Ο Δημήτριος Χωματιανός (1214-1235) αναφέρεται στους «τζάκωνες» που υπηρετούσαν στις τάξεις των «καστροφυλάκων», οι οποίοι είχαν επιφορτίσει την περιποίηση, την επισκευή, τη φύλαξη και την ασφάλεια των κάστρων. Πολλά κείμενα λοιπόν αναφέρονται στα καθήκοντα των «τζακώνων». Σε πολλές περιοχές της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τον 13ο μέχρι και τον 14ο αιώνα συναντάμε τους «τζάκωνες», που εκτός από τη φύλαξη των κάστρων είχαν και αστυνομικά καθήκοντα στη γύρω περιοχή. Οι «τσακωνίες» τοποθετούνταν σε απόκρημνες περιοχές που γειτόνευαν με ταραχοποιά στοιχεία, όπως στην περίπτωση των προσφύγων Λακώνων που αναγκάστηκαν να ζητήσουν καταφύγιο στην Κυνουρία. Εκεί λοιπόν τοποθετήθηκαν από τους Βυζαντινούς «τσακωνίαι», θέσεις παρατήρησης και φύλαξης, με τους «τσάκωνες» να επιτηρούν τις κινήσεις των γειτονικών Εζεριτών, ενός σλαβόφωνου λαού, που βρισκόταν σε συνεχή σύγκρουση με τη βυζαντινή εξουσία. Με τη διαρκή παρουσία των σημείων φρούρησης στην περιοχή, το όνομα Τζακωνία απέκτησε με την πάροδο του χρόνου γεωγραφική σημασία και οι κάτοικοι ονομάστηκαν Τζάκωνες. Η τελευταία αυτή άποψη για την καταγωγή του ονόματος Τσάκωνες και Τσακωνιά φαίνεται ότι είναι και η πιο πιθανή.

 

Τσάκωνες: Έλληνες που μιλούν μια αρχαία ελληνική διάλεκτο

Οι Τσάκωνες έχουν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που τους χαρακτηρίζει από τους υπόλοιπους Έλληνες. Η γλώσσα τους, η τσακωνική ανήκει στην υπολειμματική δωρική ζώνη της Νέας Ελληνικής. Προήλθε από τη Δωρική διάλεκτο της Αρχαίας ελληνικής, σε αντίθεση με τη Νέα Ελληνική γλώσσα, η οποία προήλθε από την Ελληνιστική κοινή (κυρίως αττικοϊωνικής συστάσεως). Συγκεκριμένα, εικάζεται ότι προήλθε από ευρύτερη δωρική κοινή, η οποία είχε κυριαρχήσει στην Πελοπόννησο μετά τη σύσταση της Αχαϊκής Συμπολιτείας και, ως εκ τούτου, αντιστάθηκε περισσότερο στην Κοινή, ίσως επειδή ομιλείτο σε δυσπρόσιτες περιοχές.

            Ο πατέρας της ελληνικής γλωσσολογίας Γεώργιος Χατζιδάκις (1848-1941) απέδειξε ότι όλες οι νεοελληνικές διάλεκτοι προέρχονται από την κοινή ελληνική, με εξαίρεση την τσακωνική. Η κοινή ελληνική διάλεκτος ή Αλεξανδρινή είναι η μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που εμφανίστηκε στην ελληνιστική εποχή (300 π.Χ. – 300 μ.Χ.). Όμως διάφορες ελληνόφωνες γλωσσικές κοινότητες, που ζούσαν σε απομονωμένες περιοχές, δεν ακολούθησαν τη γλωσσική ομοιομορφία που συνέβη στους υπόλοιπους Έλληνες. Σύμφωνα με τον R. Browningπου έγραψε το βιβλίο «Ελληνική γλώσσα, μεσαιωνική και νέα», η διάλεκτος που κατάφερε να επιβιώσει για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ομιλία των ντόπιων κατοίκων ήταν η δωρική της Πελοποννήσου. Γράφει συγκεκριμένα: «Στις πιο απόμακρες περιοχές της Πελοποννήσου φαίνεται εκ των προτέρων πιθανό ότι ακόμα και τόσο αργά στον 6ο μ.Χ. αιώνα μιλιόταν μια πολύ δωρίζουσα κοινή, αν όχι γνήσια δωρική, γλώσσα. Για δυο αιώνες οι ορεινοί κάτοικοι της Τσακωνιάς θα πρέπει ουσιαστικά να αποκόπηκαν από την υπόλοιπη ελληνόφωνη κοινότητα και η διάλεκτός τους θα πρέπει να είχε αναπτυχθεί χωρίς την παρουσία των τάσεων για ομοιομορφία που επικρατούσαν αλλού».

            Ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της τσακωνικής διαλέκτου υπήρξε ο Βαυαρός φιλόλογος, γλωσσολόγος και νεοελληνιστής Μιχαήλ Δέφνερ (1848-1934), ο οποίος δημοσίευσε το «Λεξικό της Τσακωνικής Διαλέκτου», που αποτελούσε προϊόν πεντηκονταετούς έρευνας. Ο Δέφνερ επισκέφθηκε την Τσακωνιά και έμαθε και ο ίδιος Τσακωνικά. Σκοπός της πολύχρονης έρευνάς του, όπως ο ίδιος έγραφε, ήταν να αποδείξει ότι οι Τσάκωνες δεν είχαν καμμιά σχέση με τους Σλάβους που κατέβηκαν τα τέλη του 6ου μ.Χ. αιώνα στην Πελοπόννησο. Υποστήριξε ότι είναι απόγονοι μιας μικρής λακωνικής φυλής, που τη ρωμαϊκή εποχή αποχωρίστηκε από τους υπόλοιπους Λάκωνες και διατήρησαν την αρχαία τους γλώσσα, επειδή ζούσαν πλήρως απομονωμένοι.

            Τα κύρια χαρακτηριστικά της τσακωνικής που αποδεικνύουν τη δωρική της καταγωγή είναι τα ακόλουθα:

1. Διατήρηση του δωρικού α αντί του ιωνικού η, π.χ. «σάμερα» αντί για «σήμερα» «α αμέρα» αντί για «η ημέρα».

2. Η ύπαρξη του ρωτακισμού, δηλαδή η τροπή του τελικού ς σε ρ μπροστά από λέξεις που αρχίζουν από φωνήεντα, όπως π.χ. «ταρ Ελένης» αντί για «της Ελένης». 

3. Η αποβολή του μεσοφωνηεντικού σ, π.χ. ορούα αντί ορώσα, αγαπούα αντί αγαπούα αντί αγαπώσα.

4. Η τροπή του θ σε σ, π.χ. σέρε αντί θέρος, κρίση αντί κριθή, αλέσου αντί αλέθω.

5. Αποβολή του τελικού ς προ ονομάτων, π.χ. τοίχο αντί τοίχος, όνε αντί όνος, δίσεφτε χρόνε αντί δίσεκτος χρόνος.

6. Προφορά του ω ως ου, π.χ. πλερούκου αντί πληρώνω, οργούκου αντί οργώνω

7. Προφορά του υ ως ου ή ιου, π.χ. κούε αντί κύων, γουνέκα αντί γυναίκα, νιούτα αντί νύχτα, λιούκο αντί λύκος.

8. Η διατήρηση πολλών αρχαίων λακωνικών λέξεων, όπως άχρα (=αχλάδι), τούμα (=στόμα).

 

Άλλα χαρακτηριστικά της τσακωνικής διαλέκτου είναι τα ακόλουθα:

1. Παρατηρείται τσιτακισμός, δηλαδή το γλωσσολογικό φαινόμενο κατά το οποίο κυρίως ο φθόγγος κ προ του φθόγγου ε και ι προφέρεται ως τς, δοτσιμή αντί δοκιμή, τσιπαρίσσι αντί κυπαρίσσι. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται και στην Αλβανική. Έχω παρατηρήσει ότι οι Αλβανοί που δεν έχουν μάθει καλά ελληνικά, δυσκολεύονται να πουν καλοκαίρι, και λένε καλοτσέρι ή πιο σωστά καλοκjέρι, δηλαδή το κ προ του ι ή ε γίνεται στην αλβανική χειλοϋπερωικό. Περί της σχέσης της αλβανικής με την τσακωνικής θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

2. Η διατήρηση του αρχαιότατου F (δίγαμμα), το οποίο η Αττική απέβαλε από τον 7ο π..Χ. αιώνα, όπως στις λέξεις Fαρνός (=αρνί) και νέFος (=νέος). Η τσακωνική λέξη δαμπέλι είναι η λέξη δαυλός με δίγαμμα, δαFέλε = δαμπέλι = δαυλί = δαυλός.

3. Ο σχηματισμός του συγκριτικού βαθμού των επιθέτων μονολεκτικά με την κατάληξη –ούτερε, όπως κοτσινούτερε (=κοκκινότερος), λεκούτσερε (=λευκότερος).

4. Η διατήρηση του ασυνίζητου j μπροστά από ισχυρά φωνήεντα α, ο, ου, όπως στις λέξεις κατσιποδία, καρδία, Βαχία, δουλεία.

 

Η σχέση της αρχαίας ελληνικής, τσακωνικής και αλβανικής γλώσσας

Το 1903 ο γιατρός και ερασιτέχνης γλωσσολόγος Λουκάς Μπέλλος, Αρβανίτης στην καταγωγή, συνέγραψε ένα βιβλίο με τίτλο «Αλβανικά ή αι τρεις ζώσαι διάλεκτοι της ελληνικής γλώσσης», στο οποίο θεωρεί ότι η κυρίως ελληνική είναι συνέχεια της κοινής ελληνικής, η τσακωνική είναι συνέχεια της δωρικής, και η αλβανική είναι συνέχεια της αιολικής, προβαίνει μάλιστα σε φθογγολογικές συγκρίσεις ανάμεσα στην αλβανική, την τσακωνική και την αρχαία ελληνική ομηρική γλώσσα. Η σύγκριση της αλβανικής με την τσακωνική και η απόδειξη της σχέσης των δυο αυτών γλωσσικών ιδιωμάτων αποδεικνύει ότι η αλβανική δεν είναι μια νεότερη γλώσσα που προήλθε από αλλού, αλλά ότι είναι αυτόχθονη στα Βαλκάνια, και κατ’ ουσίαν αποτελεί ένα παρακλάδι της ελληνοπελασγικής γλώσσας. Η αναλυτική παρουσίαση όλης αυτής της γλωσσολογικής εργασίας δεν θα είχε ιδιαίτερο νόημα, αφού θα ήταν κουραστική για τον Έλληνα αναγνώστη που δεν γνωρίζει αλβανικά, ούτε μπορεί να επιτευχθεί στα πλαίσια ενός άρθρου, αφού θα απαιτούσε τη συγγραφή ξεχωριστού βιβλίου. Αξίζει όμως να αναφέρουμε μόνο λίγες γλωσσολογικές συγκρίσεις ανάμεσα στην αλβανική και την τσακωνική:

1. Η αλβανική διασώζει την προφορά του η ως ε μακρού. Για παράδειγμα το ομηρικό ηδέ (και) διασώζεται στην αλβανική ως εδέ, και το αρχαίο ελληνικό δη (η γη) διασώζεται στην αλβανική ως δε. Ομοίως και στην τσακωνική το η προφέρεται ως μακρό ε, π.χ. έμισυ (αντί ήμισυ), μερέ (αντί μηρός), τσερέ (αντί ξηρός).

2. Η αλβανική διασώζει την αρχαία ελληνική προφορά του υ ως ου, όπως για παράδειγμα στη λέξη ούγj που σημαίνει νερό και προέρχεται από τη λέξη ύδωρ με τροπή του δ σε γ, ή από τη λέξη υγ-ρός.

3. Στην τσακωνική το ω μετατρέπεται σε ου, π.χ. ούρα (ώρα), γρούσσα (γλώσσα). Στην αλβανική διαφαίνεται μια τέτοια μετατροπή, όπως στη λέξη ουν που σημαίνει εγώ, η οποία προέρχεται από το αρχαίο βοιωτικό ιών (=εγώ) με μετατροπή του ω σε ου, δηλαδή ιών => ιούν => ουν.

4. Στην τσακωνική το β προφέρεται σαν το λατινικό b (μπ). Για παράδειγμα, η λέξη μβαίνου (αναβαίνω) προφέρεται ως μπαΐνου. Ομοίως και στην αλβανική, η αρχαιοελληνική λέξη βούπαις προφέρεται ως bupe, ενώ η λέξη των βυζαντινών συγγραφέων βούκα (= το ψωμί) διασώζεται στην αλβανική ως μπουκ.

5. Στην τσακωνική το θ μετατρέπεται σε φ, π.χ. θυτρούνου αντί φυτρώνω, θίλε αντί φίλος, νύθη αντί νύμφη. Ομοίως και στην αλβανική ο αρχαιοελληνικός τύπος έφα ή φα εμφανίζεται ως έθα ή θα, όπως και το θωρ από τη λέξη του Ησυχίου «φάραι» = υφαίνειν, πλέκειν.

6. Στην τσακωνική το θ μετατρέπεται σε σ, π.χ. σjάτη αντί θυγάτηρ, νήσου αντί νήθω. Ομοίως και στην αλβανική η αρχαιοελληνική λέξη συς ή υς διασώζεται ως θυς.

7. Στην τσακωνική το π μετατρέπεται σε μπ, π.χ. εμποίκα = εποίησα, καομποιτέ = καλοκαμωμένος. Ομοίως στην αλβανική το π μετατρέπεται σε μπ. Για παράδειγμα, το αρχαιοελληνικό ποιείν (να κάνει) διασώζεται στα αλβανικά ως μπουν. Η ομηρική λέξη πείσα, η οποία προέρχεται από το ρήμα πείθω, διασώζεται στην αλβανική ως μπέσα. Άρα η γνωστή αλβανική λέξη μπέσα (=πίστη) που χαρακτηρίζει το φιλότιμο και την εμπιστοσύνη που δείχνει ένας Αλβανός, έχει ομηρική προέλευση, εξού και το ρήμα μπεσόj = πιστεύω. Αλλά και το μ τρέπεται στην αλβανική ως μπ, π.χ. η αρχαιοελληνική λέξη μέλιττα (μέλιττα στην αττική διάλεκτο) αντί για μέλισσα) διασώζεται στην αλβανική ως μπλέττα. Η αλβανική λέξη βλέττα (=μέλισσα), μας βοηθά να ετυμολογήσουμε την αρχαιοελληνική λέξη μέλιττα από το αρχαιοελληνικό ρήμα βλίττω που σημαίνει αφαιρώ το μέλι από τα κηρία.

8. Στα τσακωνικά το π εναλλάσσεται σε κ, όπως συνέβαινε στην ιωνική και αιολική διάλεκτο, π.χ. κεινού = πεινώ, κειρασμό = πειρασμός. Ομοίως στην αλβανική το αρχαιοελληνικό που εμφανίζεται ως κου, το αλβανικό ρήμα καμ (=έχω) σχετίζεται με το ομηρικό ρήμα πάομαι (*κάομαι) = έχω, ενώ η αλβανική λέξη κρύπα (=αλάτι) δεν είναι άλλη από την αρχαιοελληνική λέξη καρύκη (=καρύκευμα), με τροπή του κ σε π, *καρύπη, με εναλλαγη του η σε α, όπως στη δωρική, *καρύπα => αλβανικό κρύπ-α.

9. Η τσακωνική μετατρέπει το τελικό ς και ν σε ρ, π.χ. τουρ ελήε = των ελαίων, ταρ αρετη = της αρετής. Ομοίως και η αλβανική τρέπει το ν και το σ των καταλήξεων σε ρ, όπως πjέπουρ = πέπων, άρδουρ (αντί έρδουρ) = ελθών.

10. Στην τσακωνική το τα προ του ι λαμβάνει τον φθόγγο τσ Για παράδειγμα, οι Τσάκωνες λένε τσι έσσει ποίουρ (τι κάνεις;). Ομοίως οι Αλβανοί λένε τσι μπουν = τι κάνεις. Οι Τσάκωνες λένε τσίπτα = τίποτα, ενώ οι Αλβανοί λένε τσjα = κάποια.

            Θα μπορούσα να συνεχίσω με πάρα πολλές άλλες ομοιότητες μεταξύ τσακωνικής και αλβανικής. Ο αναγνώστης έχει σχηματίσει ήδη και με αυτά τα λίγα παραδείγματα μια γενική εικόνα. Σε άλλα δημοσιεύματα της ιστοσελίδας μου για την καταγωγή των Αλβανών, έχω προσκομίσει περισσότερες αποδείξεις για την ελληνοπελασγική καταγωγή των Αλβανών και της γλώσσας τους.

 

Μάριος Δημόπουλος

 

Φιλόλογος-γλωσσολόγος

 

Διατροφολόγος-Φυσικοπαθητικός

 

ΜέλοςτουAmerican Council of Applied Clinical Nutrition

 

ΜέλοςτουAmerican Association of Drugless Practitioners

 

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Monday the 27th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS