Οι Βλάχοι είναι Έλληνες. Προπαγάνδα των Ρουμάνων η θεωρία ότι οι Βλάχοι έχουν ρουμανική καταγωγή (Μέρος Β’)

Share

ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΛΕΞΗΣ ΒΛΑΧΟΣ

Για την ετυμολογία της λέξης Βλάχος υπάρχουν διάφορες απόψεις, οι οποίες δεν έχουν την παραμικρή επιστημονική αξία. Κατά την επικρατέστερη άποψη οι Γερμανοί, αφού διέβηκαν τον ποταμό Ροδανό συνάντησαν τους Volcas– Ουόλκας (Κελτική φυλή). Οι Volcae ή Volci (Ουόλκοι) ήταν ένα από τα πολυάριθμα Κελτικά έθνη της Γαλατίας, τα οποία είχαν υποταχθεί όλα στη Ρώμη από τον Καίσαρα και εκλατινίστηκαν. Από το όνομα του λαού αυτού σχηματίστηκε το όνομα Βλάχος.

Τον λαό αυτό γνώρισαν οι Γερμανοί και αισθάνθηκαν ισχυρή εντύπωση από τον εκλατινισμό των Ουόλκων – λες και δεν έβλεπαν άλλους λαούς στην Ιταλία, στη Γαλλία και αλλού που να έπαθαν αυτό – και ονόμασαν Ουόλκους όλους τους λαούς που άλλαξαν τη γλώσσα τους αντί για τη λατινική, και έπειτα όλους όσους μιλούσαν λατινικά, και αυτούς τους Ρωμαίους. Το όνομα αυτό διαμορφώθηκε στο στόμα των Γερμανών ως Valh. Αλήθεια πώς από το Volciσχηματίστηκε το Valh; Και γιατί οι Γερμανοί έτρεψαν το ο του Volci σε α; Από τους Γερμανούς παρέλαβαν αυτό το όνομα οι γείτονές τους Σλάβοι υπό τον τύπο Vlah και το μετέδωσαν στους Βυζαντινούς και τους Δάκες. Οι Βυζαντινοί εξελλήνισαν το Vlah με την προσθήκη της κατάληξης –ος και σχηματίστηκε έτσι η λέξη Βλάχος. Αυτή η θεωρία όμως είναι παράλογη και μοιάζει με σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Το ότι δεν ευσταθεί φαίνεται και από το ότι το εθνωνύμιο Wallach/Wallachen (= Βλάχοι) μαρτυρείται για πρώτη φορά μόλις σε κείμενο του 1497 (Fr. Kluge Etymologisches Worterbuch der deutschen Sprache, 21. Aufl., bearbeait von W. Mitzka 1967, BerlinNewYork 1975, σ. 834), πέντε δηλαδή ολόκληρους αιώνες ύστερα από την πρώτη μνεία των Βλάχων που γίνεται από τον Βυζαντινό συγγραφέα Κεδρηνό (976 μ.Χ.).

Ο διαπρεπής αρχαιολόγος και καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών Αντώνιος Κεραμόπουλος θεωρεί αυτή τη θεωρία παράλογη για πολλούς και διάφορος λόγους. Γιατί στη χώρα των Ουόλκων δεν σώζεται καμιά βλαχώδης ανάμνηση ή κανένα τέτοιο όνομα; Γιατί το όνομα χρειάσθηκε τη γέφυρα των Σλάβων, για να κατεβεί κάτω από τον Δούναβη μεταμορφωμένο σε Vlah από τον 3ο αιώνα και ύστερα, ενώ μπορούσε να μεταφερθεί από τους ίδιους τους Γερμανούς, οι οποίοι κατέρχονταν αυτοπροσώπως από το 150 π.Χ. περίπου μέχρι τον 3ο αιώνα; Όταν οι Γερμανοί άκουσαν τους Ουόλκους να μιλάνε λατινικά, από πού διδάχθηκαν ότι αυτοί (οι Ουόλκοι) άλλοτε μιλούσαν άλλη γλώσσα, και το γεγονός αυτό προκάλεσε στους Γερμανούς τον θαυμασμό, ώστε να αποκαλούν με το όνομα αυτό όλους τους λαούς που μιλούσαν λατινικά; Και γιατί οι Γερμανοί τους λατινόγλωσσους δεν τους ονόμαζαν Ρωμαίους ή Λατίνους ή Ιταλούς, τους οποίους γνώριζαν καλύτερα από τους Ουόλκους; Δεν υπάρχει απόδειξη ότι οι Σλάβοι ενδιαφέρθηκαν να μάθουν από τους Γερμανούς το όνομα αυτό. Αν το όνομα ήταν χρήσιμο στη Βαλκανική, θα είχε μεταφερθεί από το 150 μ.Χ. από τους ίδιους τους Γερμανούς και θα είχε τον τύπο Valhκαι όχι Vlah. Αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα και επιχειρήματα παραθέτει ο Κεραμόπουλος κατά της ετυμολογίας αυτής και συμπεραίνει ότι οι Γερμανοί και οι Σλάβοι έλαβαν το όνομα Βλάχος από τη Βαλκανική (Αντωνίου Κεραμόπουλου, Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι, έκδ. 1939, σελ. 9-11).

Κατ’ άλλη θεωρία η λέξη Βλαχ και πληθυντικός Βλάσι με τη σημασία ‘ξένος, αλλόφυλος’ προϋπήρχε στην παλαιοσλαβική γλώσσα, και επομένως η λέξη είναι Σλαβική. Κατ’ αυτή την άποψη οι Σλάβοι αποκάλεσαν Βλαχ και Βλάσι τον αλλοεθνή ή τους αλλοεθνείς, με τον οποίο ή με τους οποίους ήρθαν σε επαφή, αμέσως μόλις εισήλθαν στην περιοχή των Λατινόγλωσσων λαών της Τρανσυλβανίας και του Δούναβη. Από εκεί την μετέφεραν προς Νότο, και έτσι χρησιμοποιείται σε όλες τις γλώσσες των λαών της Χερσονήσου.

Κατ’ άλλη θεωρία η λέξη Βλάχος προέρχεται από villicus που ήταν για τους Ρωμαίους ο αγρότης. Επίσης έχει εκφρασθεί η άποψη ότι τάχα η λέξη Βλαχία ετυμολογείται από το βάλια, που στα Σλαβωνικά σημαίνει ‘μέρος κατωφερές’ και τη Λατινική λέξη άκουα που σημαίνει ‘νερό’, εξ ου Βαλάκουα και κατά παραφθορά Βαλάκια, Βαλάχια, Βλαχία.

Πιο αληθοφανής από όλες τις προταθείσες ετυμολογίες είναι η ετυμολογία που πρότεινε ο Αντώνιος Κεραμόπουλος. Κατ’ αυτόν η λέξη Βλάχος προέρχεται από τη Σημιτοαιγυπτιακή λέξη φελάχος που σημαίνει ‘γεωργός’. Στην Αίγυπτο για πρώτη φορά υπό τους Πτολεμαίους είχαμε την περίπτωση φρουρήσεως των συνόρων και του εσωτερικού από αλλοεθνείς (Έλληνες) στρατιώτες σε συνεργασία με τους αυτόχθονες χωρικούς, οι οποίοι ονομάζονταν Φελάχοι, Βλάχοι στο στόμα των Μακεδόνων στρατιωτών με τροπή του φ σε β (οι Μακεδόνες έλεγαν Βίλιππος αντί Φίλιππος, Βάλακρος αντί Φάλακρος κ.λπ.). Όταν αργότερα περιήλθε η Αίγυπτος στους Ρωμαίους, πολλοί Αιγυπτιώτες Έλληνες, ίσως και όλοι οι εκεί στρατιώτες και αξιωματικοί, κατετάγησαν στον Ρωμαϊκό στρατό και έτσι μεταδόθηκε έτοιμο και πρόχειρο όνομα, το των Βλάχων, για τις περιπτώσεις συνεργασίας του Ρωμαϊκού στρατού και των αυτοχθόνων χωρικών. Κατά τον Κεραμόπουλο το όνομα αυτό διαδόθηκε ως λαϊκή ονομασία των εγκατεστημένων επί τόπου στρατιωτών, οι οποίοι ήταν και συγχρόνως γεωργοί των παραχωρημένων από το κράτος σε αυτούς γαιών.   Το όνομα Βλάχος παρεφθάρη κατά τόπους στη δημώδη Λατινική και έτσι έχουμε και Ευρωπαίους Βλάχους, με τα παρεμφερή Volcae= Ουόλκαι, Wales και Welshmen = Ουαλία και Ουαλλοί, Wlachones και Wallons = οι λατινόγλωσσοι κάτοικοι των Αρδεννών, όπως και Βλαχωνύμια στη Νοτιοκεντρική Ευρώπη (Walchendorf, Walchwis = Βλαχοχώρι), πάντοτε εντός των συνόρων του Ρωμαϊκού κράτους και με έννοια υπαινισσόμενη εκλατινισθέντες αυτόχθονες συνεργάτες των Ρωμαίων σε ακριτικές και ορεινές περιοχές.

Η ετυμολογία του Κεραμόπουλου θα μπορούσε να ευσταθήσει, αν δεν είχαμε τη δυνατότητα να ετυμολογήσουμε τη λέξη Βλάχος από τα Ελληνικά.

 

ΕΛΛΗΝΙΚΗ Η ΛΕΞΗ ΒΛΑΧΟΣ

Η λέξη Βλάχος είναι Ελληνική. Αυτό θα το καταλάβαινε ο καθένας, αν προσπαθούσε να ετυμολογήσει τη λέξη Μπουρτζόβλαχος. Η λέξη Μπουρτζόβλαχος είναι σύνθετη, Μπουρτζο-βλαχος. Το πρώτο συνθετικό δεν είναι άλλο από την Ελληνική λέξη πύργος και Λατινικά burgus. Αφού γνωρίζουμε το πρώτο συνθετικό, μπορούμε εύκολα να κατανοήσουμε τι σημαίνει το δεύτερο συνθετικό, η λέξη βλάχος. Τι μπορεί να κάνει κάποιος στους πύργους; Ασφαλώς να τους φυλάει. Να είναι δηλαδή φύλακας, φρουρός πύργου. Στα αρχαία Ελληνικά υπάρχει η λέξη πυργοφύλαξ που σημαίνει ‘φύλακας, φρουρός πύργου, καστροφύλακας’. Πρβλ. Αισχύλο Θήβ. 168: «γς τσδε πυργοφύλακες» (= αυτής της γης φρουροί). Μήπως λοιπόν Μπουρτζόβλαχος σημαίνει Πυργοφύλακας; Αν ναι, τότε πρέπει η λέξη βλάχος να ετυμολογείται από το ρήμα φυλάττω. Κάτι τέτοιο, όπως θα δείξουμε, ισχύει.

Από το ρήμα φυλάττω/φυλάσσω έχουμε τον ενεργητικό παρακείμενο πε-φύλαχ-α και την αντίστοιχη μετοχή πε-φυλαχ-ώς, από την οποία μπορούμε να έχουμε ελλειπτικά και με αφαίρεση τους υποθετικούς και αμάρτυρους τύπους *φυλαχώς/*φυλαχός (όπως ακριβώς και πε-φυλαγμένος => φυλαγμένος) και στη συνέχεια από συμφυρμό με τη μετοχή του ενεστώτα (δηλαδή *φυλαχός + φυλάσσων, πρβλ. και φυλάξας) τον ενδιάμεσο τύπο *φυλάχος/*φλάχος και με τροπή του φ σε β Βλάχος (= φύλακας, φρουρός). Με τον ίδιο τρόπο έχει επίσης σχηματισθεί και το ανάλογο μεσαιωνικό όνομα διδαχός/διδάχος (= διδάσκαλος, δάσκαλος), δηλαδή διδάσκω, παρακείμενος δεδίδαχ-α: μετοχή δε-διδαχώς => διδαχός (πρβλ. δε-διδαγμένος => διδαγμένος) και τελικά με συμφυρμό: διδαχός + διδάσκων/διδάσκαλος => διδάχος.

Μπορεί όμως η λέξη Βλάχος να προήλθε  από το μεσαιωνικό ελληνικό *φυλάζω => φυλάγω: μετοχή φυλάγων => *φυλάγος => *φλάγος/Βλάχος (Ιωάννης Μωραλίδης, Η ελληνικότης των Φυλάχων-Βλάχων, περιοδικό Δαυλός, τεύχος 134).

Έτσι το γερμανικό walach/Wallach(= αρσενικός ίππος ευνουχισμένος) προέρχεται από την ελληνική λέξη Βλάχος και όχι το αντίθετο. Η έννοια του απλού *φυλάγου/*φυλάγου => Βλάχου/φύλακος σε αντίθεση  με την ανάλογη του Μπουρτζόβλαχου/πυργοφύλακος, του αριστοκράτη δηλαδή Βλάχου, ήταν πιθανώς: «*έφιππος και οδίτης φύλακας, έφιππος οδοφύλακας, έφιππος φρουρός» και συνεκδοχικά «*ο στρατιωτικός ίππος», σημασία που φαίνεται να διατήρησε ως δάνειο της Ελληνικής το αντίστοιχο γερμανικό όνομα walach/Wallach.

Ομοίως και το λατινικό εθνωνύμιο Volcae-arum πιθανότατα να έχει ελληνική προέλευση (από το φυλακοί/*Φύλακοι, μακεδ. *Βύλακοι) μέσω των Ετρούσκων. Το Volcae λοιπόν πιθανώς να προήλθε από το ετρουσκικό πολεωνύμιο Vulci/Volci και το ετρουσκικό να αποτελεί μεταφορά του ελληνικού ονόματος *Φύλακοι/*Φύλκοι (= φύλακες) (πρβλ. Φυλάκη = όνομα αρχαίων πόλεων στη Φθιώτιδα, στην Αρκαδία κ.λπ.).

 

ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑΣ ΒΛΑΧΟΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΦΥΛΑΚΑ

Ο στρατηγός και εθνολόγος Ξέρξης Λίβας, αν και δέχεται την άποψη του Κεραμόπουλου, ότι το όνομα Βλάχος προέρχεται από τη Σημιτοαιγυπτιακή λέξη φελάχος, κάνει τις εξής παρατηρήσεις, οι οποίες δικαιώνουν την άποψή μας ότι η λέξη Βλάχος είναι Ελληνική και σημαίνει φύλακας. Γράφει ο Λίβας:

«Υπό οιανδήποτε στρατιωτικήν οργάνωσιν, όλα τα Κράτη και οι Ρωμαίοι συνεπώς, επί πλέον του στρατού εκστρατείας, διέθετον στρατιωτικάς δυνάμεις διά την ασφάλειαν κατά της ληστείας και διά την τάξιν του εσωτερικού, και περισσοτέρας εις την παραμεθόριον προς επιτήρησιν των συνόρων, ένθα εισβολή αλλοεθνών ληστών, κλεπτών και αρπάγων ήτο συχνοτάτη, …

Μεγαλυτέραν δραστηριότητα ανέπτυσσον αι δυνάμεις της παραμεθορίου, ένθα η συνεργασία και η επαφή των Βουργαρίων (σ.σ. για τους Βουργάριους αναφερθήκαμε στο άρθρο μας «Η Ελληνοθρακική καταγωγή των Βουλγάρων». Βουργάριοι ήταν οι φύλακες των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και οι φρουροί του εσωτερικού) μετά του αυτόχθονος πληθυσμού ήτο διαρκής…Εις την προκειμένην περίπτωσιν τούτο συνέβαινεν αρχικώς εν Δακία και Παννονία και έχομεν ως εκ τούτου σήμερον τους λατινογλώσσους Ρουμάνους…

Ανάλογον δραστηριότητα ανέπτυσσον και οι Βουργάριοι του εσωτερικού, εν συνεργασία μετά των αυτοχθόνων ορεσιβίων, προς δίωξιν της ενδημούσης τότε ληστείας, ιδίως επί των όρεων, ένθα τα ενδιαιτήματα και τα καταφύγεια των ληστών. Επί των αυτών δε όρεων και κατά τας επικαίρους διαβάσεις αυτών πρέπει να υπήρχον…και φρούρια σποραδικώς μετά Βουργαρίων…Ελέχθη ήδη…ότι κατά τον Προκόπιον (Β/Δ κστ’), φρουροί (Βουργάριοι συνεπώς), άρα και φρούρια, υπήρχον και εις Θερμοπύλας. Ούτω παρήχθησαν πλησίον των φρουρίων και των φρουρών τούτων, οι λατινόγλωσσοι ορεσίβιοι της Πίνδου και αλλαχού και κεχωρισμένως όλοι οι άλλοι Βλάχοι της Βαλκανικής. Την τοιαύτην παραγωγήν των Βλάχων υπαινίσσεται και η μέχρις ημών επιβιώσασα (υβριστική) προσωνυμία Μπουρτζόβλαχος (Burgus – Βλάχος) (σ.σ. Δεν σκέφτηκε ο Λίβας ότι το δεύτερο συνθετικό, Βλάχος σημαίνει ‘φύλακας’, άρα Μπουρτζόβλαχος = φύλακας των πύργων, των φρουρίων)…

Τοιούτοι λατινόγλωσσοι Βλάχοι ενδέχεται να παρήχθησαν και εις πεδινάς περιοχάς, ως εν Δακία, αλλά Νοτιώτερον, όταν το Ανατολικόν Ρωμαϊκόν Κράτος περιήλθεν εις τους Έλληνας και αι παρίστριοι επαρχίαι εις τους Σλάβους οροφύλακας, οι Βλάχοι ούτοι αφωμοιώθησαν κατά το πλείστον προς το γλωσσικόν περιβάλλον. Οι Βλάχοι όμως των ορέων, αποκεκομμένοι και απρόσιτοι εκ των κάτω, ηδυνήθησαν να διατηρήσωσι και να σταθεροποιήσωσι το αποκτηθέν λατινογενές ιδίωμα.

Τοπικήν επίσης λατινοφώνησιν των αυτοχθόνων υποδηλοί και το του Χωνιάτου (Βόννης, σελ. 482) “τος κατ τν Αμον τ ρος βαρβάρους, ο Μυσο πρότερον νομάζοντο, νυν δ Βλάχοι κικλήσκονται” (σ.σ. το απόσπασμα του Χωνιάτη σημαίνει: τους βαρβάρους στο όρος Αίμο, οι οποίοι Μυσοί προηγουμένως ονομάζονταν, τώρα ονομάζονται Βλάχοι)…

Κατ’ απλουστέραν διερεύνησιν, ας αναπολήσωμεν τα εις το περί Σλάβων κεφάλαιον λεχθέντα περί των Ρωμαϊκών λεγεώνων, των (μετά την εγκατάλειψιν της Δακίας τω 275) με την επί του Δουνάβεως οροφυλακήν επιφορτισμένων, ότι η ποικίλη οροφυλακτική δραστηριότης αυτών εξετείνετο προς Νότον μέχρι της γενικής γραμμής Σκάδρος – Αίμος, την οποίαν και ο Jirecek καθώρισεν ως γραμμήν διαχωρήσεως της προς Βορράν επικρατησάσης Λατινικής. Είναι πρόδηλον ότι η γλωσσική εκλατίνισις της περιοχής αυτής δεν ωφείλετο εις την κατάκλυσιν της χώρας υπό ξένων, αλλά μοναδικώς (όπως και εν τη Δυτική Ευρώπη) εις την λατινοφώνησιν του ποικιλοτρόπως συνεργαζομένου μετά του Στρατού αυτόχθονος πληθυσμού, εξ ης λατινοφωνήσεως προέκυψαν μετά ταύτα οι υπό διαφόρους προσωνυμίας υπολειφθέντες εκεί Βλάχοι. Ως προς τους κάτωθεν της γραμμής Jirecek (όπου επεκράτει η Ελληνική) ανευρεθέντας άλλους Βλάχους (της Αλβανίας, της Πίνδου, και της Μακεδονίας παραδ. χάριν) επρόκειτο πάλιν περί της αυτής συνεργασίας και λατινοφωνήσεως αυτοχθόνων, πλησίον σποραδικώς εγκατεστημένων και κατά της ληστείας ιδία δρώντων Ρωμαϊκών αποσπασμάτων.

Εξηγείται ούτω πλήρως το φαινόμενον των Βλάχων της Βαλκανικής, προς διαλεύκανσίν του δε δεν υπάρχει ανάγκη ούτε αποίκων εξ Ιταλίας ή εποίκων εκ Δακίας ούτε παρεισδύσεως Κελτών…

Γνωρίζομεν ότι ο στρατός του Αιμιλίου Παύλου κατά την κατάληψιν της Μακεδονίας (168 π.Χ.) περιελάμβανε μέγαν αριθμόν Ελλήνων και ότι αι μετέπειτα Ρωμαϊκαί λεγεώνες της Παννονίας, της Δακίας και του Δουνάβεως απηρτίζοντο κατά το πλείστον εξ αυτοχθόνων, ήτοι εξ Ελλήνων, εξ Αλβανών, εξ Ιλλυριών, εκ Θρακών και εκ Δακών ακόμη. Εκ της αυτής πανσπερμίας προήρχοντο αρχήθεν και εστρατολογούντο και μετέπειτα και οι Βουργάριοι των συνόρων και του εσωτερικού, όλοι δε ομού λατινιστί διελέγοντο προς τους Αξιωματικούς και προς τους εκπροσώπους του κράτους και μεταξύ των» (Η Αιγηίς, κοιτίς των Αρίων και του Ελληνισμού, έκδ. 1963, σελ. 285-292).

[Παραθέτουμε το ανωτέρω απόσπασμα στη δημοτική:

Υπό οποιαδήποτε στρατιωτική οργάνωση όλα τα κράτη και οι Ρωμαίοι συνεπώς, επιπλέον του στρατού εκστρατείας, διέθεταν στρατιωτικές δυνάμεις για την ασφάλεια κατά της ληστείας και για την τάξη του εσωτερικού, και περισσότερες στην παραμεθόριο προς επιτήρηση των συνόρων, όπου εισβολή αλλοεθνών ληστών, κλεφτών και αρπάγων ήταν συχνότατη…

Μεγαλύτερη δραστηριότητα ανέπτυσσαν οι δυνάμεις της παραμεθορίου, όπου η συνεργασία και η επαφή των Βουργαρίων (σ.σ. για τους Βουργάριους αναφερθήκαμε στο άρθρο μας «Η Ελληνοθρακική καταγωγή των Βουλγάρων. Βουργάριοι ήταν οι φύλακες των συνόρων της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας αλλά και οι φρουροί του εσωτερικού) με τον αυτόχθονα πληθυσμό ήταν διαρκής…Στην προκειμένη περίπτωση αυτό συνέβαινε αρχικά στη Δακία και Παννονία και έχουμε ως εκ τούτου σήμερα τους λατινόγλωσσους Ρουμάνους…

Ανάλογη δραστηριότητα ανέπτυσσαν και οι Βουργάριοι του εσωτερικού σε συνεργασία με τους αυτόχθονες ορεσίβιους προς δίωξη της ενδημούσης τότε ληστείας, ιδιαίτερα επί των βουνών, όπου τα ενδιαιτήματα και τα καταφύγια των ληστών. Σε αυτά τα όρη και κατά τις επίκαιρους διαβάσεις τους πρέπει να υπήρχαν…και φρούρια σποραδικώς σποραδικά με Βουργάριους…Ειπώθηκε ήδη…ότι κατά τον Προκόπιο (Β/Δ κστ’) φρουροί (Βουργάριοι συνεπώς), άρα και φρούρια, υπήρχαν και στις Θερμοπύλες. Έτσι παρήχθησαν κοντά στα φρούρια και στους φρουρούς αυτούς οι λατινόγλωσσοι ορεσίβιοι της Πίνδου και αλλού και χωρισμένα όλοι οι άλλοι Βλάχοι της Βαλκανικής. Αυτή την παραγωγή των Βλάχων υπαινίσσεται και η μέχρις ημών επιβιώσασα (υβριστική) προσωνυμία Μπουρτζόβλαχος (Burgus– Βλάχος) (σ.σ. Δεν σκέφτηκε ο Λίβας ότι το δεύτερο συνθετικό, Βλάχος σημαίνει ‘φύλακας’, άρα Μπουρτζόβλαχος = φύλακας των πύργων, των φρουρίων)…

Τέτοιοι λατινόγλωσσοι Βλάχοι ενδέχεται να παρήχθησαν και σε πεδινές περιοχές, όπως στη Δακία, αλλά νοτιότερα, όταν το Ανατολικό Ρωμαϊκό Κράτος περιήλθε στους Έλληνες και οι παρίστριες επαρχίες στους Σλάβους οροφύλακες, οι Βλάχοι αυτοί αφομοιώθηκαν κατά το πλείστον προς το γλωσσικό περιβάλλον. Οι Βλάχοι όμως των βουνών, αποκομμένοι και απρόσιτοι εκ των κάτω, μπόρεσαν να διατηρήσουν και να σταθεροποιήσουν το αποκτηθέν λατινογενές ιδίωμα.

Τοπική επίσης λατινοφώνηση των αυτοχθόνων υποδηλώνει και το του Χωνιάτη (Βόννης, σελ. 482) «τος κατ τν Αμον τ ρος βαρβάρους, ο Μυσο πρότερον νομάζοντο, νυν δ Βλάχοι κικλήσκονται» (σ.σ. το απόσπασμα του Χωνιάτη σημαίνει: τους βαρβάρους στο όρος Αίμο, οι οποίοι Μυσοί προηγουμένως ονομάζονταν, τώρα ονομάζονται Βλάχοι)…

Κατ’ απλούστερη διερεύνηση, ας αναπολήσουμε αυτά που ειπώθηκαν στο κεφάλαιο περί Σλάβων, περί των Ρωμαϊκών λεγεώνων, των (μετά την εγκατάλειψη της Δακίας το 275) επιφορτισμένων με την οροφυλακή επί του Δούναβη, ότι η ποικίλη οροφυλακτική δραστηριότητά τους εκτεινόταν προς Νότο μέχρι της γενικής γραμμής Σκάδρος – Αίμος, την οποία και ο Jirecek καθόρισε ως γραμμή διαχωρίσεως της προς Βορρά επικρατήσασας Λατινικής. Είναι πρόδηλο ότι η γλωσσική εκλατίνιση της περιοχής αυτής δεν οφειλόταν στην κατάκλυση της χώρας από ξένους, αλλά μοναδικά (όπως και στη Δυτική Ευρώπη) στη λατινοφώνηση του ποικιλοτρόπως συνεργαζόμενου με το στρατό αυτόχθονος πληθυσμού, εκ της οποίας λατινοφώνησης προέκυψαν μετά από αυτά οι υπό διάφορες προσωνυμίες υπολειφθέντες εκεί Βλάχοι. Ως προς τους κάτω από τη γραμμή Jirecek (όπου επικρατούσε η Ελληνική) ανευρεθέντες άλλους Βλάχους (της Αλβανίας, της Πίνδου και της Μακεδονίας παραδείγματος χάριν) επρόκειτο πάλι περί της ίδιας συνεργασίας και λατινοφώνησης αυτοχθόνων, κοντά σε σποραδικά εγκατεστημένα και κατά της ληστείας ιδιαίτερα δρώντα Ρωμαϊκά αποσπάσματα.

Εξηγείται έτσι πλήρως το φαινόμενο των Βλάχων της Βαλκανικής και προς διαλεύκανσή του δεν υπάρχει ανάγκη ούτε αποίκων από Ιταλία ή εποίκων από Δακία ούτε παρεισδύσεως Κελτών…

Γνωρίζουμε ότι ο στρατός του Αιμιλίου Παύλου κατά την κατάληψη της Μακεδονίας (168 π.Χ.) περιλάμβανε μεγάλο αριθμό Ελλήνων και οι μετέπειτα Ρωμαϊκές λεγεώνες της Παννονίας, της Δακίας και του Δούναβη απαρτίζονταν κατά το πλείστον από αυτόχθονες, δηλαδή από Έλληνες, από Αλβανούς, από Ιλλυριούς, από Θράκες και από Δάκες ακόμα. Από την ίδια πανσπερμία προέρχονταν από την αρχή και στρατολογούνταν και μετέπειτα και οι Βουργάριοι των συνόρων και του εσωτερικού, όλοι μαζί διαλέγονταν στη Λατινική με τους Αξιωματικούς και με τους εκπροσώπους του Κράτους και μεταξύ τους].

Τέλος αναφέρουμε και την άποψη που παραθέτει ο Δημήτρης Γκαρτζονίκας στο βιβλίο του «Μπουρτζόβλαχοι. Οι εξ Αρχαιοπελασγών της Πίνδου Νεοέλληνες» (έκδ. 1971). Σύμφωνα με αυτή την άποψη η ονομασία μπουρτζόβλαχοι προκύπτει από την ιταλική λέξη burgi (= κάστρο) και τη λέξη Βλάχοι και σημαίνει καστροφύλακες, μιας και οι Βλάχοι υπήρξαν κατεξοχήν επαγγελματίες πολεμιστές, πλαισιώνοντας τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Οπότε η ονομασία Μπουρτζόβλαχοι έλκει την καταγωγή της «εκ των Ελλήνων φυλάκων των αυτοκρατορικών ρωμαϊκών και Βυζαντινών Βούργων». Η άποψη αυτή είναι κοντά στην αλήθεια, μόνο που δεν ετυμολογεί τη λέξη Βλάχος, η οποία είναι, όπως δείξαμε, ελληνική.

 

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΚΕΡΑΜΟΠΟΥΛΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ

Ας δούμε ποιες είναι οι απόψεις του Αντωνίου Κεραμόπουλου για το τι είναι οι Βλάχοι της Ελλάδας. Το 168 π.Χ. ηττήθηκαν οι Μακεδόνες από τους Ρωμαίους (από τον Παύλο Αιμίλιο). Η Μακεδονία διαιρέθηκε σε τέσσερεις τετραρχίες. Οι τρεις από τις τέσσερεις τετραρχίες συνόρευαν με βαρβαρικές χώρες, και αυτές οι Μακεδόνες βασιλείς τις φύλασσαν με οροφύλακες. Έτσι λοιπόν ο Αιμίλιος Παύλος, όταν κατέλαβε τη Μακεδονία επέτρεψε στις τρεις τετράδες να έχουν ένοπλους φρουρές. Στα όρια των τριών τετράδων προς τις έξω χώρες, εκεί οπού θα υπήρχαν οι Μακεδονικές φρουρές, υπάρχουν σήμερα Βλάχοι. Αν οι Βλάχοι ήταν απόγονοι των Μακεδονικών ένοπλων φρουρών, θα έπρεπε να μιλούσαν Ελληνικά. Ας εξετάσουμε όμως γιατί λατινοφώνησαν.

Η οργάνωση του Ρωμαϊκού κράτους απαιτούσε και τα σύνορα να φρουρούνται και οι διαβάσεις και οι οδοί προς τήρηση της τάξης και παρεμπόδιση των ληστών, επομένως και τα σύνθετα όρη, στα οποία αναπτύσσεται η ληστεία, όπως ο Όλυμπος, ο Αίμος κ.α. Από τον Ρωμαίο Αύγουστο οι στρατιώτες οι προερχόμενοι από την Ιταλία μειώνονται σημαντικά στις λεγεώνες του ρωμαϊκού κράτους, και οι λεγεώνες της Δύσης στρατολογούνται από τη Δύση, και της Ανατολής από την Ανατολή από τις χώρες ακτινοβολίας του Ελληνικού πολιτισμού. Από την εποχή του Αδριανού (117-138) μόνο αξιωματικούς έχουμε έξω από την Ιταλία, ενώ οι στρατιώτες είναι από τις υποταγμένες επαρχίες. Οι μη Ιταλοί στρατιώτες γίνονταν Ρωμαίοι πολίτες μετά το στρατό και ο Καρακάλλας ανακήρυξε το 212 μ.Χ. Ρωμαίους πολίτες όλους τους μη Ιταλούς στρατιώτες. Επειδή αυτοί οι στρατιώτες υπηρετούσαν στις λεγεώνες 20 ή στα auxilia25 χρόνια, εκλατινίζονταν γλωσσικά, νυμφεύονταν μετά την απόλυση, οι δε veterani λάμβαναν και αμοιβές. Οι γιοί τους γίνονταν επίσης στρατιώτες.

Οι στρατιώτες ζούσαν πολύ χρόνο μακριά από την πατρίδα τους σε εκστρατεία, όπου κοινό όργανο συνεννόησης είχαν οι λεγεώνες τη λατινική γλώσσα. Αλλά και σε περίοδο ειρήνης μια λεγεώνα (π.χ. η άλλη στρατιωτική μονάδα στη Μοισία αποτελούμενη από Έλληνες, Ιλλυριούς, Δάρδανες κ.λπ.) είχε ανάγκη κοινού οργάνου συνεννόησης, και αυτό ήταν η γλώσσα του κράτους, με την οποία γινόταν και η στρατιωτική εκπαίδευση και δίνονταν τα παραγγέλματα μέχρι και του Μαυρικίου.

Αφότου η Μακεδονία αποτελούσε πλέον μέρος του ενιαίου ρωμαϊκού κράτους, η φρούρηση της χώρας και η δημόσια ασφάλεια και η συντήρηση του στρατού και της χωροφυλακίας ήταν αντικείμενο μέριμνας του κράτους, και κατ’ ακολουθία και οι ένοπλες φρουρές και οι οροφύλακες.

Επειδή τα καθήκοντα της εσωτερικής ασφάλειας φρόντιζε έξω από την Ιταλία η Ρώμη διά προνομιακής εγκατάστασης παλαιμάχων από τον ίδιο τόπο, στους οποίους έδινε γη, χρήματα και προνόμια, και διά εγκατάστασης φτωχών εθελοντών κατώτερης ποιότητας και μικρότερης διάρκειας στρατιωτών γεωργών, στους οποίους παρείχε παραμεθόριο γη, μισθό, προστασίες και ευκολίες, συνάγουμε ότι οι Μακεδόνες οροφύλακες αντικαταστάθηκαν από τέτοιους Ρωμαίους στρατιώτες εκλατινισμένους, οι οποίοι έγιναν μόνιμοι φρουροί. Συντεταγμένοι στρατιωτικά, μισθοδοτούμενοι και εργαζόμενοι και μη φορολογούμενοι νυμφεύονταν και σχημάτιζαν οικογένειες. Η επίσημη γλώσσα ήταν η λατινική, η οποία μεταδόθηκε συν τω χρόνω στα γυναικόπαιδα, αφού και οι γιοί γίνονταν στρατιώτες. Έτσι η λατινική γλώσσα στην τρίτη γενιά έγινε οικογενειακή. Οι γυναίκες κατά κανόνα ήταν ντόπιες.

Επειδή η pax Romana και η σχετική ελευθερία που παραχωρήθηκε από τη Ρώμη ήταν ευχάριστη στους Μακεδόνες και η εύνοιά τους προς το Ρωμαϊκό κράτος εξακολουθούσε, γι’ αυτό αυτοί, φτωχοί όντες, οι της δυτικής μάλιστα Μακεδονίας, συνέρρεαν προς τον Ρωμαϊκό στρατό και το κράτος δεν βρέθηκε στην ανάγκη να οδηγήσει ποτέ στη χώρα τους αλλοδαπούς λεγεώνες. Αντίθετα η Δακία λόγω τους εδάφους της συγκέντρωνε όλους που κυνηγούσαν καλή τύχη στα Ρωμαϊκά χρόνια, γι’ αυτό και εκλατινίσθηκε μέχρι των βαθέων στρωμάτων του λαού. (Ένας άλλος λόγος είναι ότι δεν υπήρξε γλωσσική αντίσταση στη Δακία. Η Λατινική γλώσσα ήταν πιο ισχυρή από τη γλώσσα των Δακών και εύκολα επικράτησε. Αντίθετα στην Ελλάδα επικράτησε σε λιγότερα στρώματα λαού, διότι η Ελληνική ήταν ισχυρότερη).

Υπάρχει και η εξής άποψη: Από το 27 π.Χ μέχρι το 14 μ.Χ., όταν πέθανε ο Αύγουστος, στη Μακεδονία δεν στάθμευε καμιά λεγεώνα. Η Μακεδονία ήταν επαρχία «φορολογούμενη χωρίς όπλα» και έπρεπε να είναι διαιρεμένη σε περιοχές, να έχει οργάνωση στρατιωτική προς τήρηση της τάξης και κατά παντός απροόπτου κινδύνου. Η οργάνωση αυτή περιλάμβανε μερικούς αξιωματικούς και λίγους στρατιώτες ρωμαίους πολίτες ως συνοδούς ή σωματοφύλακες του πολιτικού διοικητή, το υπόλοιπο αποτελείτο από πρώην στρατιώτες κυρίως, εντόπιους, αφού οι επιτόπιες αρχές τους καλούσαν στα όπλα. Όλες οι διατάξεις όπως και η πολιτική οργάνωση συντελούσαν στη διάδοση και επικράτηση της λατινικής γλώσσας. Η διατήρησή της επί των μεμονομένων ορεινών φρουρών δείχνει πόσο ήταν ευρεία η διάδοση και επί των πεδιάδων και πόσο ο διεξαχθείς εκεί πόλεμος μεταξύ των δύο γλωσσών, της Ελληνικής και της Λατινικής, υπήρξε έντονος και πώς κατέληξε στη νίκη της Ελληνικής.

Αλλά αν ο προερχόμενος από τις ελληνικές χώρες στρατός διέμενε στους τόπους προέλευσής του, αν οι παλαίμαχοι αμειβόμενοι εγκαθίσταντο στις πατρίδες τους, αν οι φτωχοί με τη θέλησή τους κατατάσσονταν στον στρατό, όλα αυτά σημαίνουν ότι οι επί του Αίμου εγκατασταθέντες κατά της ληστείας στρατιώτες κατάγονταν από εκεί, οι εγκατασταθέντες στα όρη της νυν Αλβανίας ήταν εντόπιοι, οι εγκατασταθέντες στα όρη της Ελλάδας ήταν Έλληνες κ.οκ. Μόνο εντόπιοι φτωχοί άνθρωποι θα δέχονταν να μεταλλάξουν τον βίο τους γινόμενοι, αν δεν ήταν, ορεσίβιοι, όταν γνώριζαν ότι θα μπορούσαν από τα αγαπητά τους βουνά να βλέπουν τη γενέθλιο κώμη τους, να επισκέπτονται τους οικείους και να εκλέξουν γυναίκα κατά την πρώτη τουλάχιστον εγκατάσταση, όταν δεν είχαν ακόμα σχηματίσει οικογένειες και δεν είχαν αποκτήσει ακόμα παιδιά. Μόνο τότε θα γίνονταν εθελοντές τέτοιου βίου. Για κάθε ξένο αυτό θα ήταν καταδίκη, περισσότερο δε για τον πεδινό Δάκα, ο οποίος επρόκειτο να κατοικεί άγονα ψηλά όρη και τόπους ψυχρούς.

Ώστε οι φρουροί των βουνών της Μακεδονίας ήταν ντόπιοι και χρησιμοποιούνταν προς τήρηση της τάξης και ησυχίας και προς ασφάλεια των οδών και κλεισωρειών από εγχώριους ληστές και από κάθε επιδρομή κακοποιών ανθρώπων από γειτονικές φτωχότερες ή κατωτέρου πολιτισμού χώρες. Αυτά γίνονται δεκτά, διότι οι νόμοι και η οργάνωση του ρωμαϊκού κράτους απαιτούσαν αυτό. Εκεί, όπου απαιτείτο η εφαρμογή των ρωμαϊκών νόμων, είναι μάρτυρες οι συνοικισμοί των σημερινών Βλάχων. Αλλά αυτά σημαίνουν ότι οι Βλάχοι αυτοί είναι Έλληνες που απέβαλλαν τη γλώσσα τους. Η λατινογλωσσία τους δηλώνει ότι πιθανότατα οι περισσότεροι τουλάχιστον εγκαθίσταντο στα όρη ως veterani, αφού είχαν ήδη μάθει τη λατινική γλώσσα στον στρατό.

Οι φρουροί αυτοί αμείβονταν κατώτερα από τους κύριους στρατιώτες. Επί Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου (1042-1054)  ή με τη λήξη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας επήλθε και η λήξη της στρατιωτικής ιδιότητας των ανθρώπων αυτών. Τι θα έπρεπε λοιπόν να κάνουν τότε οι ορεσίβιοι αυτοί άνθρωποι, αφού έχασαν τον τακτικό τους πόρο; Αύξησαν τα ποίμνια, και επειδή δεν ήταν δυνατόν να τα συντηρούν στα ψυχρά όρη κατά τον χειμώνα, τα οδηγούσαν στις πεδιάδες και επανέρχονταν το καλοκαίρι στα επί των βουνών μόνιμα χωριά τους. Πολλοί όμως κατοίκησαν στη θερμή χώρα της Θεσσαλίας, η οποία έχοντας κοντά πεδιάδες και όρη, θερινές και χειμερινές βοσκές, ήταν καλύτερη πατρίδα τέτοιων κτηνοτρόφων παρά η δυτική Μακεδονία, της οποίας οι πεδιάδες ήταν εκτίθεντο σε βαρείς χειμώνες και ήταν πολύ ψυχρές, επειδή έχουν ύψος ανώτερο των 600 μέτρων πάνω από τη θάλασσα. Αφού αυξήθηκαν λοιπόν στη Θεσσαλία, αποτέλεσαν τη «μεγάλη Βλαχία» του μεσαίωνα σε αντίθεση με τη «μικρή Βλαχία» στην Ακαρνανία, η οποία προήλθε από όμοια κάθοδο.

Από τους οροφύλακες αυτούς προήλθαν οι κλέφτες των χρόνων της Τουρκοκρατίας και από τους κλέφτες προήλθαν οι αρματωλοί.

Ένα επιχείρημα του Κεραμόπουλου για το ότι οι Βλάχοι της Ελλάδας δεν έχουν καμιά σχέση με τους Δάκες είναι το εξής: Στις πεδιάδες των χειμαδιών κάθε ποιμένας έχει τον κοπατσάρη, ο οποίος είναι ελληνόφωνος, Έλληνας πεδινός, ντόπιος κτηνοτρόφος. Η λέξη κοπατσάρις, την οποία δεν έχουν οι Δακορρουμάνοι, διά της κατάληξης –άρις δηλώνει ότι είναι λατινογενής (πρβλ. μακελλάρις κ.λπ.). Ο όρος κοπατσάρις είναι συναφής προς τον βίο των Βλάχων της Ελλάδας και χαρακτηρίζει αυτόν κυριότατα κτηνοτροφικό, αντίθετα προς τον Δακορρουμανικό βίο, ο οποίος ήταν κατά μέγα μέρος γεωργικός. Αλλά, αν το όνομα κοπατσάρις και ο νόμος, τον οποίον τούτο ως νομικός όρος προϋποθέτει, παραπέμπουν τη ρύθμιση της κτηνοτροφίας των Βλάχων στους χρόνους ακμής της λατινικής γλώσσας και δηλώνουν αλλοτριότητα προς τη Δακία, όπου είναι άγνωστα, άλλος όμως σπουδαίος τεχνικός όρος, σλαβικός, δείχνει ότι των Βλάχων της Ελλάδας η αναστροφή στις πεδιάδες επικουρήθηκε γλωσσικά, όταν είχαν επιδράμει οι Σλάβοι. Ο όρος αυτός είναι ο δηλών τον αρχιποιμένα τσέλνικας. Οι Δακορρουμάνοι κανέναν από τους όρους αυτούς της κοινωνικής οργάνωσης των Βλάχων της Ελλάδας δεν έχουν, ώστε η ανάπτυξη του ποιμενικού νομαδικού βίου των Βλάχων έγινε στη Μακεδονία και Θεσσαλία και δεν ήρθε από τη Δακία. Αλλά και οι τεχνικοί όροι του γεωργικού βίου των Βλάχων της Ελλάδας είναι παλιές λατινικές λέξεις (aralu = άροτρο, vomera = ηνίο, sarclare = σκαλίζω), αντί των οποίων οι Δακορρουμάνοι έχουν σλαβικές, ώστε και η ανάπτυξη του γεωργικού βίου είναι ιθαγενής στην Πίνδο και αγνοεί τη Δακία.

Ο Κεραμόπουλος συμπεραίνει ότι φυλετικά οι Κουτσόβλαχοι είναι οι καθαρότεροι των Ελλήνων, επειδή ήταν οι λιγότερο προσιτοί σε επιμειξία, όπως και μερικοί άλλοι Έλληνες απόκεντρων φτωχών μερών (Περισσότερες πληροφορίες για τις απόψεις του Κεραμόπουλου για τους Βλάχους μπορείτε να βρείτε στο βιβλίο του «Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι», έκδ. 1939).           

 

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΥΜΑΣ: Ο ΠΡΩΤΟΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΠΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΕ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΒΛΑΧΩΝ

Ο Κωνσταντίνος Κούμας (1777-1836) μπορεί να θεωρηθεί ο πρώτος Νεοέλληνας ιστορικός. Το κύριο έργο του είναι Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων (έκδ. 1830-1832). Είναι επίσης ο πρώτος που υποστήριξε ότι οι Βλάχοι είναι γηγενείς Έλληνες που εκλατινίστηκαν γλωσσικά κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κυριαρχίας. Γράφει μεταξύ άλλων ο Κούμας: «Εξ περίπου εκατονταετηρίδας, έως ου ήρχισε να πίπτη η δύναμις της Ρώμης, όλη η την σήμερον ονομαζομένη Ευρωπαϊκή Τουρκία έγεμεν από στρατεύματα Ρωμαϊκά, επάρχους και άρχοντας Ρωμαίους. Αποτέλεσμα ταύτης της πολυχρονίου επιμιξίας ήτο ότι Μακεδόνες, Θετταλοί, Έλληνες έμαθαν την γλώσσαν των νικητών των, και πολλοί έχασαν την ιδικήν των. Εις μόνον τας μεγάλας πόλεις αντείχεν η Ελληνική γλώσσα, και τα βουνά της Ιλλυρίας απέκρουαν τον αλλόφυλον. Οι δε κάτοικοι χωρίων και κοιλάδων ανέμιξαν τας εγχωρίους γλώσσας των με την Ρωμαϊκήν, και ούτω κατασκεύασαν ανάμικτον τι παραμόρφωμα διαλέκτου, σωζόμενον εισέτι εις πολλά μέρη της Μακεδονίας, Ηπείρου, Θετταλίας και Ελλάδος» (Ιστορίαι των ανθρωπίνων πράξεων, έκδ. 1832, τόμος ΙΒ’, σελ. 520-522).

 

Μάριος Δημόπουλος

Γλωσσολόγος-Εθνολόγος

Διατροφολόγος

Μέλος του American Council of Applied Clinical Nutrition

 

Δείτε το τρίτο μέρος του άρθρου.

 

Add comment


Security code
Refresh

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ:

Επιτρέπεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε ηλεκτρονικά μέσα επικοινωνίας με προϋπόθεση την αναφορά του αρθρογράφου και της ιστοσελίδας με ενεργό λινκ.

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή όλων των αναρτήσεων της ιστοσελίδας ΠΕΛΑΣΓΟΙ-ΕΛΛΗΝΕΣ-ΑΛΒΑΝΟΙ – www.greeks-albanians.com σε έντυπα μέσα χωρίς τη γραπτή άδεια του κατόχου αυτής της ιστοσελίδας Μάριου Δημόπουλου.

Thursday the 14th - . Thanks to Joomla 2.5 templates by FTS